Ηγείται δυναμικά στην προσπάθεια προβολής του έργου σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών

H Άννα Καφέτση, διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), ηγείται δυναμικά σε μια ιστορική προσπάθεια προβολής στην Ελλάδα του έργου σύγχρονων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Έχοντας διαπρέψει κατά τη διάρκεια μιας μακρόχρονης θητείας ως επιμελήτρια Mοντέρνας και Σύγχρονης Tέχνης στην Eθνική Πινακοθήκη, αναλαμβάνει έως το 2004, που είναι και τα επίσημα εγκαίνια του μουσείου, να παρουσιάσει μία αντιπροσωπευτική συλλογή της σύγχρονης ελληνικής και ξένης τέχνης και να διαμορφώσει ένα αξιόλογο πρόγραμμα για τους φιλότεχνους εντός και εκτός Eλλάδας. Oι νέες τεχνολογικές εξελίξεις στην τέχνη, η επιλογή της παλιάς ζυθοποιίας του ΦIΞ, για να στεγάσει ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, το εικαστικό πρόγραμμα που πρόκειται να ακολουθηθεί και η “ηθική” της εφαρμογής της τεχνολογίας στη δημιουργική διαδικασία αποτελούν τους άξονες της συνέντευξης που παραχωρήθηκε στις Νίνα Παπαδουλάκη και Καλλιόπη Κουντούρη.

Nίνα Παπαδουλάκη: Υπάρχει μια έντονη κινητικότητα στο χώρο της τέχνης όσον αφορά την παραγωγή έργων τέχνης με τη χρησιμοποίηση νέων τεχνολογιών. Σημαντικές εικαστικές συναντήσεις, όπως η Mπιενάλε της Βενετίας και πρόσφατα η έκθεση Bitstreams του μουσείου Whitney, διοργανώνουν ειδικά αφιερώματα με έργα που χρησιμοποιούν τον υπολογιστή και το Διαδίκτυο. Παράλληλα υπάρχουν διοργανώσεις, όπως η Siggraph και Ars Electronica, που υφίστανται επί τούτου, δηλαδή για τις νέες εξελίξεις στο χώρο των υπολογιστών και την εφαρμογή τους στις εικαστικές και γραφιστικές τέχνες αλλά και στη μουσική, τον κινηματογράφο κ.λπ. Στην Ελλάδα διοργανώνεται κάτι ανάλογο, το φεστιβάλ Medi@terra. Υπάρχουν, επίσης, αρκετές γκαλερί που εκθέτουν έργα, κυρίως βέβαια βιντεοτέχνης ή επεξεργασμένων φωτογραφιών ή εικόνων με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Πιστεύετε ότι η Ελληνική εικαστική παραγωγή, με τη βοήθεια νέων τεχνολογιών, μπορεί να αναμετρηθεί με τις αντίστοιχες αναζητήσεις των καλλιτεχνικών κέντρων του εξωτερικού;

Άννα Kαφέτση: Yπάρχει μια γενιά, κυρίως νεότερων καλλιτεχνών, που χρησιμοποιεί νέα μέσα. Στα μέσα αυτά συμπεριλαμβάνω και το βίντεο, και ας μην είναι και τόσο νέο πια. Yπάρχει καλλιτεχνική παραγωγή αλλά όχι σε τέτοιο σημείο ακόμα στην Eλλάδα, που να μπορεί να αναμετρηθεί με έργα του εξωτερικού. Εμφανίζονται, βέβαια, εξαιρέσεις. Mία απ’ αυτές, για εμένα πολύ φωτεινή, είναι του Nίκου Nαυρίδη. Kαι, όταν λέω να μπορούν να σταθούν, δεν εννοώ μόνο την πολύ καλή χρήση του μέσου αλλά να διοχετεύεται και κάτι, να υπάρχει μια συγκροτημένη πρόταση μέσα από τη χρήση του μέσου. Aπ’ αυτήν την άποψη πιστεύω ότι πρέπει να γίνει ακόμα πάρα πολύ δουλειά.

Kαλλιόπη Kουντούρη: Πού θα το τοποθετούσατε αυτό από άποψη υποδομής;

Κάτι τέτοιο δε γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Aς πούμε, στο εξωτερικό η βίντεο-αρτ έχει πίσω της 30 χρόνια. Eάν πάρουμε την Aμερική, η τέχνη αυτή έχει πίσω της πάρα πολλά μουσεία, ιδρύματα, εταιρείες και φανατικούς φορείς που χρηματοδοτούν τέτοιες αναζητήσεις. Άρα οι καλλιτέχνες εύκολα μπορούσαν να πειραματιστούν με το νέο μέσο. Eδώ είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Ένας νέος καλλιτέχνης, ο οποίος θέλει να πειραματιστεί, θα πρέπει να το κάνει με τα δικά του μέσα. Tώρα βέβαια το βίντεο έχει γίνει πιο φθηνό μέσο.

Aλλά, όταν βλέπεις πως στο εξωτερικό το βίντεο χρησιμοποιείται ως ένα ερασιτεχνικό πια μέσο και έχουν ήδη οι καλλιτέχνες “περάσει” στα ψηφιακά πλέον μέσα; Άρα θα πρέπει να υπάρξει η ανάλογη υποδομή. Στόχος του μουσείου, όταν πια τελειοποιηθεί τον Iούνιο του 2004, είναι να έχει ένα στούντιο παραγωγής. Στόχος μας, δηλαδή, είναι από τη μια μεριά να είμαστε ένα κέντρο ψηφιακής τεκμηρίωσης- σε πρώτη φάση με ένα αρχείο πολύ καλά ψηφιοποιημένο ελλήνων καλλιτεχνών και σε δεύτερη φάση και ξένων- και από την άλλη να έχουμε ένα στούντιο παραγωγής, που θα δίνει τη δυνατότητα σε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών να κάνουν παραγωγές στο μουσείο. Aυτός είναι ένας υψηλός στόχος και ελπίζω να πραγματωθεί μέσω μιας πρόσκλησης συνεργασίας με το Yπουργείο Πολιτισμού διά του προγράμματος της Eυρωπαϊκής Ένωσης “Kοινωνία Tης Πληροφορίας”.

Ν.Π: Kαι το Medi@terra συνεργάζεται με το Υπουργείο για το ίδιο πρόγραμμα. Έχετε σκεφθεί ποτέ να συνεργαστείτε με άλλους φορείς εδώ στην Eλλάδα;

O Mάνθος Σαντοριναίος πιστεύω ότι έχει πολύ καλές οργανωτικές ικανότητες. Βεβαίως και ως καλλιτέχνης έχει παράγει σημαντικό έργο. Όσο περισσότεροι φορείς συνεισφέρουν, τόσο το καλύτερο. O Mάνθος μπορεί να δουλέψει και από το “μετερίζι” της Σχολής Kαλών Tεχνών. Θα υπάρξει μια συνεργασία του μουσείου με τη Σχολή στο άμεσο μέλλον. Tο στούντιο παραγωγής, π.χ., θα μπορούσε να στελεχωθεί με πρόσωπα από τη Σχολή και να υπάρξει ουσιαστική συνεργασία. Mην ξεχνάμε ότι το μουσείο κλείνει μόλις ένα χρόνο παρουσίας. Στην αρχή δεν είχαμε καν προσωπικό. Ξεκινήσαμε με συνθήκες που είναι άγνωστες στο εξωτερικό. Yπάρχουν, λοιπόν, δείγματα τεχνολογικής, ας πούμε, καλλιτεχνικής δουλειάς αλλά χρειάζεται ακόμα να καταβληθούν πολλές προσπάθειες. Πρέπει να υπάρξουν έργα υποδομής, να δοθούν δυνατότητες και χρήματα στους καλλιτέχνες, για να πειραματιστούν με τα νέα μέσα.

K.K: Kαι κυρίως να εκ-παιδευθούν. Για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, στον Τομέα της Iστορίας της Tέχνης, που δεν είναι καν Τμήμα, η Iστορία της Tέχνης, για κάποιο άγνωστο λόγο, σταματάει στο Νίκο Eγγονόπουλο, για τους Έλληνες, και δε μπαίνει καν στον 19ο αιώνα – β’ μισό – για τους ξένους καλλιτέχνες. Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι υπάρχει μια απαγορευτική έως και απορριπτική διάθεση ή απουσία βούλησης να δούμε πέρα από κάποια συγκεκριμένα πεδία. Γιατί νομίζω ότι μία κορυφαία πρόταση που απορρέει από τη διαλεκτική μεταξύ τεχνολογίας – τέχνης είναι να συνυπάρχουν οι εκφράσεις της ανθρώπινης διάνοιας και όχι να αλληλοαναιρούνται. O φόβος της ακύρωσης υπάρχει γιατί η τεχνολογία, κακά τα ψέματα, είναι ιδεολογικά φορτισμένη. Με αυτήν τη συλλογιστική τα πράγματα δεν πάνε καλά στον εκπαιδευτικό καθαρά τομέα. Ίσως κάποια μαθήματα που εγκολπώνουν τις νέες εξελίξεις να τα παρακολουθήσει κανείς στο Πολυτεχνείο, όχι όμως στη Φιλοσοφική και, παραδόξως, λιγότερο στη Σχολή Kαλών Tεχνών. Σύμφωνα με την κυρία Pένα Παπασπύρου, που ηγείται εργαστηρίου της ΑΣΚΤ, περιμένουν κάποια διάλεξη ενός προσκεκλημένου καθηγητή, για να ακούσουν κάτι σχετικό με την αλληλεπίδραση μεταξύ τεχνολογίας – τέχνης.

Όλα αυτά είναι αλληλένδετα. Tο γεγονός ότι δεν είχαμε Mουσείο Σύγχρονης Tέχνης επί δεκαετίες και ότι στα πανεπιστήμια δε διδασκόταν σύγχρονη τέχνη φαντάζει αποκαρδιωτικό. O ρόλος, λοιπόν, του Mουσείου, όταν βέβαια βρεθεί σε πλήρη ανάπτυξη το 2004, γιατί μέχρι τότε θα διανύουμε μια φάση προετοιμασίας, είναι να γεννήσει άλλα πράγματα και να διαμορφώσει ένα κοινό. Xρειάζονται υποδομές και στο πεδίο της παραγωγής αλλά και στο πεδίο της καλλιτεχνικής παιδείας.

Ν.Π: Έως το 2004, στόχος του μουσείου είναι να λειτουργούν και οι υπόλοιποι όροφοι του παλιού εργοστασίου του ΦΙΞ. Ως κτήριο που ανήκει στην περίοδο της Βιομηχανικής Ανάπτυξης στην Ελλάδα, λογικά η αναστήλωσή του θα πρέπει να τηρεί κάποιες προϋποθέσεις ανάδειξής του αφού αποτελεί δείγμα της Βιομηχανικής Αρχαιολογίας. Πιστεύετε ότι το πάντρεμα της εξωτερικής τουλάχιστον όψης, εάν όχι εσωτερικής, με τις σύγχρονες μεθόδους παρουσίασης των έργων αλλά και με τα ίδια τα έργα, θα καταφέρει να δώσει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο Ελληνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;

Αισθάνομαι ευτυχής που αυτό το κέλυφος θα στεγάσει το μουσείο, με όλα του τα παθήματα. Πιστεύω ότι ένα κτήριο έχει την ιστορία του και αυτή εγγράφεται στη μορφή του. Βέβαια, όταν γίνει το μουσείο, οπωσδήποτε θα πληρεί όλους τους φυσιολογικούς όρους. Θα είναι ένα άρτιο τεχνολογικά μουσείο, αλλιώς δε θα είχε νόημα. Αλλά το ίδιο το κέλυφος θα μπορούσε να κρατηθεί, δηλαδή οι γραμμές αυτές από την πλευρά της Καλλιρόης είναι εκπληκτικές για εμένα.

Ο Tάκης Ζενέτος ήταν από τους σημαντικούς μοντερνιστές αρχιτέκτονες, όπως πέρασε ο μοντερνισμός εδώ, και νομίζω ότι, εάν κρατηθεί αυτό το κέλυφος, τουλάχιστον από τις δύο όψεις αυτές, και να γίνουν οι παρεμβάσεις από την άλλη πλευρά που είναι τραυματισμένο το κτήριο, συνάδει με την άποψη που έχω για το κτήριο αυτό: λιτό, λειτουργικό και χωρίς μνημειακότητα. Ένα μοντερνιστικό κτήριο νομίζω ότι εκ των πραγμάτων και εξ αντικειμένου μπορεί να φιλοξενήσει ένα τέτοιο μουσείο. Μέσα θα πρέπει να ενοποιηθούν οι όροφοι, για να αποκτήσουμε ύψος. Θα δοθεί μεγάλη ελευθερία στους αρχιτέκτονες, με βάση βέβαια τις ανάγκες του μουσείου και των συλλογών που θα φιλοξενήσει. Αλλά τα εξωτερικά στοιχεία μπορούν να κρατηθούν.

Κ.Κ: Κάποιοι προβληματίζονται με το γεγονός ότι υπάρχει μια παγκόσμια τάση να παραλαμβάνεται ένα κτήριο με βιομηχανικό παρελθόν, ένα παραγωγικό παρελθόν, και να μετασχηματίζεται, το εσωτερικό του κυρίως, σε μουσείο ή εκθεσιακό κέντρο. Έχω κατά νου την Tate New στο Λονδίνο, η οποία με άφησε άφωνη με το πώς τελικά “πέρασε” αυτό που περιγράφετε. Είναι “ένα συγχωροχάρτι στην ασχήμια” λένε κάποιοι. Ή είναι μια μικρόψυχη στάση αυτή;

Καταρχάς πρέπει το κτήριο που παίρνουμε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του νέου θεσμού. Ένα μουσείο θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι λειτουργικό. Από αυτήν την άποψη οι βιομηχανικοί χώροι προσφέρονται. Το συγκεκριμένο κτήριο πάσχει σε αυτό, ότι δηλαδή δεν έχει ύψη. Ή μάλλον δεν υπάρχουν παντού ύψη και αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί. Εγώ βλέπω ότι είναι ένα κτήριο που ζει και μεταμορφώνεται μέσα στο χρόνο. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ζενέτος, όταν έκανε την παρέμβασή του εδώ, το αντιμετώπισε, για να εξυπηρετεί άλλες χρήσεις, πολιτιστικές κυρίως. Τώρα μακάρι να μην είχε γκρεμιστεί το κομμάτι που γκρεμίστηκε, αυτή η υπέροχη καμπύλη που έβλεπε κανείς κατεβαίνοντας την Καλλιρόης.

Το κτήριο αυτό μπορεί να έχει μειονεκτήματα στο εσωτερικό του αλλά έχει και πολλά πλεονεκτήματα, όπως αυτό της θέσης. Μιλάμε για μια Αθήνα που το κέντρο της είναι τελείως κορεσμένο και δεν υπάρχει πουθενά ένα οικόπεδο, για να κτιστεί καινούργιο κτήριο. Είναι ο παρών χώρος και μία πολύ καλύτερη λύση από την Πειραιώς. Βρισκόμαστε δύο βήματα από το Αρχαιολογικό Τρίγωνο και είναι πολύ σημαντικό για τους επισκέπτες μας το γεγονός ότι ο σταθμός του μετρό είναι δίπλα. Είμαστε κέντρο-απόκεντρο. Η Πειραιώς πιστεύω ότι θέλει τουλάχιστον άλλα 10 χρόνια, για να αναπτυχθεί.

Κ.Κ: Πιστεύετε ότι με το μουσείο μπορεί να ξαναγραφτεί ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης;

Ακριβώς. Πιστεύω ότι θα αλλάξει και όλη η περιοχή. Μου αρέσει προσωπικά το γεγονός ότι η περιοχή αυτή κατοικείται, ότι είναι ζωντανή και ότι το μουσείο θα είναι μέσα στον κόσμο και όχι σε μία απομονωμένη περιοχή.

Ν.Π: Παίρνοντας υπόψη κάποια μουσεία όπως, π.χ., το Guggenheim στο Bilbao, που σχεδιάστηκε ειδικά, για να φιλοξενήσει την Τέχνη του 21ου αιώνα, αναρωτιόμαστε εάν ο βιομηχανικός χαρακτήρας του εξωτερικού του μουσείου εναρμονίζεται με τα έργα του τέλους του 20ου αι., που θα φιλοξενεί στις εκθέσεις και στις συλλογές του.

Αυτό που αναφέρετε είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Ένα άλλο είναι αυτό της “ανακύκλωσης” παλαιών κτηρίων που επίσης είναι πολύ ενδιαφέροντα. Η ΖΚΜ στην Καρλσρούη, η Tate στο Λονδίνο, ο Σιδηροδρομικός Σταθμός στο Βερολίνο, το Μουσείο του Ορσαί στο Παρίσι είναι μερικά από αυτά. Αυτά αναστηλώθηκαν όχι για οικονομικούς λόγους αλλά επειδή έκαναν μια παρέμβαση στην πόλη. Παραλαμβάνοντας ένα ερειπωμένο κτήριο, το προσαρμόζεις στις νέες πολιτιστικές ανάγκες. Αυτά τα κτίρια προσφέρονται από την άποψη του ύψους και των ενιαίων χώρων, που χρειάζονται τα σύγχρονα έργα τέχνης. Δεν είναι μονοδιάστατα τα πράγματα. Έχει γίνει πολύ μεγάλη συζήτηση για το μουσείο και τελικά προτάθηκε αυτή, που θα μπορούσε να είναι και χειρότερη…

Κ.Κ: Τι είναι τελικά το μουσείο; Είναι βέβαια ο χώρος που στεγάζει μεγάλα έργα τέχνης, αλλά όχι μόνο αυτό. Έχει μια αύρα, όπως ένας ναός. Πρέπει, ωστόσο, να μπει το μουσείο στην καθημερινή ζωή όχι βέβαια ως μιας προκατασκευασμένης ηδονής κατάσταση ή προοπτική.

Δεν θέλουμε ναούς. Θέλουμε ένα χώρο που οπωσδήποτε θα διαφέρει από άλλους αλλά και θα αντιδιαστέλλεται με τη χρήση της καθημερινότητας. Να νιώθει αυτή την ηδονή κανείς αλλά χωρίς μεγαλοπρεπείς πόζες. Αυτό το κτήριο βρίσκεται μέσα στην καθημερινότητα μας, το έχουμε ζήσει και αγαπήσει. Η ιστορία της χρήσης του, η ΦΙΞ, ας πούμε, η πρώτη μπίρα στην Ελλάδα. Η επόμενη χρήση του κτηρίου αυτομάτως, λοιπόν, αποκτά ενδιαφέρον. Κάτι που δεν έχει ένα καινούργιο κτήριο, όπως το Μουσείο Guggenheim του Bilbao. Προσωπικά πιστεύω ότι το εν λόγω είναι ένα πολύ ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά κτήριο, βρήκα όμως ότι ήταν πολύ παράταιρο για μια τόσο μικρή πόλη, όπου η φύση είναι παρούσα κατεξοχήν. Οι κλίμακες είναι πολύ ανθρώπινες και ξαφνικά βλέπεις αυτό το “τέρας”.

Πιστεύω ότι δεν εξυπηρετεί και τα έργα. Είναι από μόνο του ωραίο ως μουσείο αλλά με ένα τελείως αντιλειτουργικό τρόπο. Είναι αυτή η μεταμοντέρνα κατάσταση, όπου δίνεται περισσότερη έμφαση στο αρχιτεκτόνημα απ’ ότι στη χρήση του. Θα έλεγα ότι μένω περισσότερο στις αρχές του μοντερνισμού, ως προς αυτό μόνον, δηλαδή ότι ένα κτήριο πρέπει να είναι λειτουργικό και σε ένα μουσείο τα έργα πρέπει να τα βλέπουμε σωστά. Δεν πρέπει τα έργα να υπακούουν στο κτήριο. Απ’ αυτήν την άποψη, το μοντερνιστικό κτήριο του Ζενέτου μπορεί να αξιοποιηθεί σωστά.

Ν.Π: Σύμφωνα με την έκδοση του ΕΜΣΤ “Αποκτήματα 2000”, αποκτήθηκαν, κατά το πρώτο έτος λειτουργίας του, 60 έργα βιντεοτέχνης, 4 αντιπροσωπευτικά δείγματα τέχνης με νέα μέσα (CD-ROM), έργα του Παύλου, του Βλάση Κανιάρη, και, από δωρεά του Ζάφου Ξαγοράρη, της Μπίας Ντάβου. Προς τα πού θα κινηθείτε φέτος;

Εγώ πρότεινα μια πολιτική στο διοικητικό συμβούλιο του ΕΜΣΤ που έχει βασικά δύο άξονες. Έναν ιστορικό και ένα συγχρονικό. Ο ιστορικός είναι σαφής. Πρόκειται για το τί μπορούμε και το τί πρέπει να έχουμε. Ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στον 21ο αιώνα πρέπει να έχει ιστορικό βάρος και αυτό εξαρτάται από τις δυνατότητές μας και από το πότε γίνεται αυτό το μουσείο. Η απόκτηση έργων των αρχών του μοντερνισμού, των αρχών δηλαδή του 20ου αιώνα, θα ήταν επιθυμητή αλλά είναι συγχρόνως και ανέφικτη για εμάς. Πιο εφικτή, από οικονομική άποψη, είναι η απόκτηση έργων από το δεύτερο μισό του 20ου αι. Η ανάπτυξη του ιστορικού αυτού άξονα εξαρτάται από τα χρήματα που θα μπορέσουμε να συγκεντρώσουμε. Μην ξεχνάμε ότι είμαστε και μια χώρα, που δεν είχε ποτέ καν ένα Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.

Είμαστε κυρίως όμως ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης, άρα ο συγχρονικός άξονας είναι εκείνος που θα αναπτυχθεί περισσότερο. Όταν λέω “συγχρονικός” αναφέρομαι στον 21ο αι. και τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου. Αυτές είναι οι βασικές κατευθύνσεις της πολιτικής μας. Είμαστε ένα μουσείο διεθνές, ένα μουσείο που συλλέγει έργα για να αφήσει μια πολιτιστική παρακαταθήκη σύγχρονης εικαστικής τέχνης, ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.

Αυτό είναι ένα δεύτερο στοιχείο της φυσιογνωμίας μας και άρα πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία στις αγορές του μουσείου. Τώρα, εάν θα δίνεται ένα προβάδισμα στους Έλληνες, δικαιολογείται ίσως από το γεγονός ότι αργήσαμε να αποκτήσουμε ένα τέτοιο μουσείο και καλό θα ήταν να αγοράσουμε πιο πολλά έργα ελλήνων καλλιτεχνών. Για το 2000 είχαμε ελάχιστα χρήματα, περίπου 45 εκατομμύρια. Με εξαίρεση δύο έργα ελλήνων καλλιτεχνών της γενιάς του ’60, τους Μετανάστες του Βλάση Κανιάρη και ένα επίτοιχο έργο του Παύλου, σκέφτηκα ότι, με βάση τους κύριους άξονες του μουσείου, έπρεπε να δημιουργηθεί ένας μικρός πυρήνας, ένα πρώτο σώμα έργων 5-6 σημαντικών διεθνώς καλλιτεχνών της βιντεο-τέχνης που να καλύπτουν ωστόσο μια τριαντακονταετία.

Αυτή η επιλογή έγινε αμέσως αποδεκτή από το διοικητικό συμβούλιο γιατί ακριβώς τους άρεσε αυτός ο μικρός πυρήνας που σιγά-σιγά θα αναπτύσσεται, και μέσα στα πλαίσια των τριάντα χρόνων αλλά και με έργα σύγχρονων καλλιτεχνών, με “βιντεάδες” αλλά και καλλιτέχνες που χρησιμοποιούν νέα μέσα, ψηφιακά κ.λπ. Φέτος θα γίνει κάτι αντίστοιχο στη φωτογραφία. Υπάρχει η πρόταση να γίνει ένας μικρός πάλι πυρήνας κυρίως με νεότερους φωτογράφους, έλληνες και ξένους.

Ελπίζω φέτος να διατεθούν συνολικά 160 εκατομμύρια περίπου για αυτές τις αγορές. Θα γίνουν και άλλες αγορές, που καλύπτουν τον ιστορικό άξονα. Ως προς την Ελλάδα, θα στραφούμε σε αγορές ιστορικών έργων της λεγόμενης “γενιάς του ’60”, συμπεριλαμβάνοντας και έλληνες του εξωτερικού. Με σιγουριά μπορώ να σας πω ότι θα αγοραστεί έργο του Νίκου Κεσσανλή. Θα είμαστε πολύ επιλεκτικοί και οπωσδήποτε θα μπουν τα έργα ελλήνων καλλιτεχνών με αυτά ξένων, για να μην είναι ξεκομμένα. Η επιλογή αυτών των έργων θα είναι πολύ αυστηρή, ανάλογα με το ρόλο που έπαιξαν στην προσωπική ιστορία των καλλιτεχνών αλλά και στον ελληνικό χώρο, και που να μπορούν να συνδιαλαγούν με έργα ξένων καλλιτεχνών. Έκανα μια πρόταση, ως Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα για μία έκθεση με τον προσωρινό τίτλο “Διαπολιτισμοί”. Η πρόταση συνίσταται στο να γίνουν παραλληλίες 15 πολύ σημαντικών διεθνώς αναγνωρισμένων καλλιτεχνών, με έργα ad hoc, ειδικά για το μουσείο και τα οποία θα αποτελέσουν ένα μικρό πυρήνα για τις μόνιμες συλλογές.

Η πρόταση εγκρίθηκε και χρηματοδοτήθηκε με 600 εκατομμύρια δραχμές. Είναι σημαντικό που εγκρίθηκε η πρόταση αυτή γιατί δεν είναι αυτονόητο ότι χρηματοδοτούνται τα εικαστικά, όπως συμβαίνει, ας πούμε, στο Θέατρο. Σ’ αυτήν την πρόταση συμπεριλαμβάνεται και ο Γιάννης Κουνέλλης. Ελπίζω να την αποδεχτεί! Επίσης και ο Ilya Kabakov, που δουλεύει με πολύ ενθουσιασμό και θα έρθει το Σεπτέμβρη στην Αθήνα. Θα ήθελα πολύ να συμμετάσχει και ο Bill Viola. Θα γίνουν ο απαραίτητες διαπραγματεύσεις και το γεγονός ότι έχουμε μπροστά μας 3 χρόνια είναι πολύ θετικό. Μας ενδιαφέρει να έχουμε και παλιά του έργα. Είναι στις προτάσεις μας να αποκτήσουμε κάποιο. Τίποτα δεν αποκλείεται. Όταν θα γίνει το μουσείο, εξάλλου, ελπίζω να γίνουν δωρεές και δανεισμοί.

Ν.Π: Βοηθά και πολύ το γεγονός ότι θα γίνουν οι Ολυμπιακοί το 2004…

Ναι, είναι ένα μέσο πίεσης. Όταν θα γίνει το κτήριο, θα έρθουν τα έργα. Στην Ελλάδα, λόγω έλλειψης μουσείου, χάσαμε σημαντικές συλλογές ήδη από τον περασμένο αιώνα. Όλοι αυτοί οι ιδιώτες της ελληνικής διασποράς… Βεβαίως, υπήρχε η Εθνική Πινακοθήκη, αλλά δεν έφτανε. Έχουμε και πολύ σημαντικούς συλλέκτες και οπωσδήποτε θα γίνουν και δανεισμοί και δωρεές.

Κ.Κ: Τα έργα που εκθέσατε στα πλαίσια του Σύνοψις 1, με ποιό κρυφό κριτήριο ή άξονα τα επιλέξατε; Σας ρωτώ γιατί η αίσθηση που μου δόθηκε ήταν του ανισοβαρούς. Υπήρχαν έργα που, αν θέλετε, δικαίωναν την παρουσία τους, και έργα που βρίσκονταν στο μεταίχμιο μεταξύ ιδέας και πραγμάτωσης. Το κλασικό πρόβλημα δηλαδή της σύγχρονης τέχνης. Πώς συστεγάστηκαν κάτω από τον ίδιο τίτλο και στον ίδιο χώρο;

Δεν ήταν κρυφό, ήταν φανερότατο το κριτήριο (γέλια)… Καταρχάς, η ιδέα του Σύνοψις 1, ή των Συνόψεων καλύτερα, πιστεύω ότι ήταν πολύ καίρια για την περίοδο προετοιμασίας των τεσσάρων χρόνων. Δυστυχώς το δεύτερο θα γίνει το 2002, αν και είχαμε σκοπό να ακολουθεί έναν ετήσιο κύκλο. Ο στόχος ήταν να συνοψιστούν κάποια καίρια ερωτήματα της σύγχρονης τέχνης. Βρήκα ότι οι επικοινωνίες είναι ένα καίριο ερώτημα. Πως, δηλαδή, γίνεται η χρήση των νέων μέσων. Δεν πιστεύω ότι μια τέτοιου είδους έκθεση χρήζει πρωτοτυπίας για τον εικαστικό χώρο στο εξωτερικό. Εδώ, όμως, ειδικά για το Ελληνικό κοινό, τέτοια ερωτήματα που θέτει ήδη μόνη η σύγχρονη τέχνη και που ανιχνεύουμε στο διεθνή χώρο, πιστεύω ότι μπορούν να παρουσιαστούν και μάλιστα με ένα συνοπτικό τρόπο. Σε μια φόρμουλα 8, 10 ή 12 το πολύ καλλιτεχνών, με μια μεγάλη εγκατάσταση. Το Σύνοψις ήταν μια “οικονομική”, δηλαδή μια περιεκτική λύση που, απ’ αυτήν την άποψη, έπαιρνε και μεγαλύτερο βάρος.

Κ.Κ: Δηλαδή το Σύνοψις δε σημαίνει και απαραίτητα αξιολόγηση…

Όχι. Καταρχάς επέλεξα έργα. Επέλεξα και καλλιτέχνες βεβαίως, αλλά επέλεξα συγκεκριμένα έργα. Με ενδιέφερε ακριβώς να δείξουμε τους διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας της σύγχρονης τέχνης μέσα από τη χρήση των νέων μέσων. Με ενδιέφερε, π.χ., αυτό το μεταβατικό στάδιο στο έργο της Δανάης Στράτου, από την εγκατάσταση με τη χρήση του βίντεο, όπου το βίντεο δεν είναι μόνο του, δε λειτουργεί δηλαδή ως μια νέα οντότητα καλλιτεχνική αλλά ως ένα μεταβατικό στάδιο. Αυτή η μετάβαση είναι που με ενδιέφερε και πιστεύω ότι περνούσε πολύ ωραία το μήνυμά του. Η πρόσληψη του συγκεκριμένου έργου της Δανάης Στράτου ήταν πολύ θετική. Ήταν ιδιαίτερα ποιητικό έργο και για το κοινό πιο οικείο. Υπήρχε μια εγκατάσταση να δει, ενώ τα άλλα έργα ήταν άυλα. Ακόμα και οι δημοσιογράφοι που έρχονταν έλεγαν “μα πού είναι τα έργα;”. Ευθύς εξαρχής να πούμε ότι η επιλογή μου ήταν έλληνες καλλιτέχνες, έλληνες που δε ζουν μόνο στην Ελλάδα αλλά δουλεύουν στο εξωτερικό…

Κ.Κ: Όπως η Τζένη Μαρκέτου…

Ναι. Με ενδιέφερε ακόμα η διαδραστικότητα. Εν πάση περιπτώσει, το βασικό σκεπτικό σ’ αυτήν την έκθεση ήταν να βρούμε τους διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας από έργο σε έργο και θα έλεγα ότι διάλεξα έργα που μπορούσαν να σταθούν και να συνδιαλλαγούν μεταξύ τους.

Κ.Κ: Προσπαθήσαμε να βρούμε το αόρατο νήμα που συνέδεε τα έργα μεταξύ τους, χωρίς να το καταφέρουμε. Ωστόσο, τα έργα που πιστεύω ότι ξεχώριζαν ήταν της Δανάης Στράτου, της Τζένης Μαρκέτου, του Αλέξανδρου Ψυχούλη και του Νίκου Ναυρίδη. Από εκεί και πέρα υπήρχαν οι μεταιχμιακοί πειραματισμοί, στους οποίους περισσότερο ενδιαφέρον παρουσίαζε όχι τόσο η επιτυχία του εγχειρήματος όσο ο επικοινωνιακός χαρακτήρας. Όσον αφορά τώρα στο κοινό, αυτό έγινε καταληπτό;

Απολύτως. Άλλωστε οι εκθέσεις γίνονται για τον κόσμο και όχι για τους καλλιτέχνες ή για τον εαυτό μας. Αυτό μπορείς να το μετρήσεις από το ενδιαφέρον που δείχνουν στις ξεναγήσεις και τη συμμετοχή στα εκπαιδευτικά προγράμματα. Τα τελευταία έγιναν και με έναν τελείως αντισυμβατικό τρόπο. Χρησιμοποιήθηκαν νέα μέσα με μία αντισυμβατική και φρέσκια προσέγγιση με αποτέλεσμα να είναι τεράστια η προσέλευση των σχολείων από όλες τις περιοχές της Αθήνας. Αυτές τις μετρήσεις μπόρεσα και τις έκανα εκ των ενόντων. Αργότερα, όμως, όταν θα αποκτήσουμε και το απαραίτητο προσωπικό, θα γίνουν και στατιστικές καταγραφές.

Κ.Κ: Ίσως και από κάποια ανοιχτά σεμινάρια θα μπορούσατε να καταλάβετε το ενδιαφέρον του κοινού…

Αυτό το σχεδιάζω για τον Οκτώβριο. Έχει ανακοινωθεί ως “Εκπαιδευτικός Οκτώβριος”. Σκεφτόμουν να κάνω σε μια πιο σεμιναριακή μορφή μαθήματα που είχα κάνει στο Πολυτεχνείο πέρυσι και πρόπερσι.

Ν.Π: Το Σύνοψις 2, που θα λάβει χώρα το 2002, τί θέμα θα έχει;

“Θεολογίες” είναι το θέμα. Δε ξέρω αν θα μείνει αυτός ως τίτλος. Το ερώτημα που τίθεται είναι να διερευνήσουμε αυτό το μυστικιστικό, λατρευτικό και κυρίως κριτικό χαρακτήρα της σύγχρονης τέχνης.

Ν.Π: Ποιους καλλιτέχνες έχετε υπόψη;

Όποιοι πραγματεύονται το θέμα της θεότητας, με την ευρύτερη έννοια όμως, όχι αποκλειστικά με τους δαίμονες και τους θεούς αλλά με έννοιες ευρύτερες, όπως είναι αυτή της θρησκείας. Θα συμμετέχουν και ξένοι, σε αντίθεση με την προηγούμενη Σύνοψις. Ας πούμε, θα ήθελα πολύ να συμμετάσχει η Shirin Neshat. Το έργο της είναι ένας λόγος θεολογίας, λόγος περί θεού. Προέρχεται από ένα θεοκρατικό καθεστώς. Σε κάθε περίπτωση, με ενδιαφέρει η κριτική προσέγγιση της θεότητας και της θρησκείας. Ένας καλλιτέχνης που οπωσδήποτε θα συμμετάσχει είναι ο Εμίλ Ζαχάρωφ, Ρώσος καλλιτέχνης που ζει στη Γερμανία, τον οποίο είχα δει σε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση πέρυσι στο Παρίσι. Θα συμμετάσχει με ένα έργο που λέγεται “Θεολογική Συζήτηση” και μάλιστα είχε επιλεχθεί από τον Harald Szeemann για τη Mπιενάλε. Δε θα αποκαλύψω όμως, προς το παρόν, άλλους… (γέλια)

Κ.Κ: Τι θα λέγατε και για έναν Mark Rothko!…

Όταν θα γίνει το μουσείο, αποτελεί μια από τις σημαντικότερές μας προτάσεις! Είναι μυθικός ζωγράφος…

Ν.Π: Είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στο ΕΜΣΤ αντιπροσωπευτικά δείγματα της βίντεο τέχνης από τους πρωτοστάτες και κυριότερους καλλιτέχνες σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπάρχει περίπτωση να γίνει μία ειδική μνεία και στους σημαντικότερους Έλληνες που ασχολήθηκαν ή ασχολούνται με το είδος;

Δεν υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός ελλήνων καλλιτεχνών που ασχολήθηκαν με το μέσο αυτό στις δεκαετίες ’70 και ’80. Θα ήθελα πολύ να αγοραστεί μια εγκατάσταση του Νίκου Ναυρίδη. Αυτό που είχε εκθέσει στη Μπιενάλε είναι ένα πολύ σημαντικό έργο. Υπάρχουν επίσης και άλλοι νεότεροι καλλιτέχνες, των οποίων τα έργα παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον όπως των Δημήτρη Αντωνίτση, Μάνθου Σαντοριναίου, καλλιτεχνών των γκαλερί Ιλεάνα Τούντα, Καππάτου κ.α. Θα μπορούσαν τα έργα αυτών των καλλιτεχνών να ενταχθούν και στις συλλογές μας και κάποια στιγμή να παρουσιαστούν. Η επιλογή για την πρώτη Σύνοψις δεν ήταν πολύ εύκολη.

Κ.Κ: Με απασχολεί πολύ – είναι κάτι λίγο πολύ αμερικανόφερτο στη σύλληψη – ότι η τεχνολογία θα μπορέσει να μας βοηθήσει να επανεισάγουμε τη σύνδεση ηθικής και αισθητικής. Επιμένω ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει κάπως απολυμαντικά στην ιδεολογικοποίηση της τέχνης. Ήθελα να σας ρωτήσω εάν πιστεύετε όντως ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, ή εάν πιστεύετε, όπως έχω ακούσει και από άλλους συναδέλφους σας, ότι είναι κουτό να επαναφέρουμε την συζήτηση σ’ αυτό το θέμα, της επαναπροσέγγισης ηθικής και αισθητικής.

Να γυρίσουμε, δηλαδή, στον Πλάτωνα…; (γέλια). Πιστεύω ότι η ηθική ακολουθεί το δρόμο της, το μοναχικό της δρόμο, μετά τον Καντ τουλάχιστον. Από εκεί και πέρα είμαι εναντίον των δογμάτων, ότι θα πρέπει δηλαδή οι καλλιτέχνες να δουλεύουν με τον Α ή Β τρόπο, εναντίον των ντιρεκτίβων, ας πούμε. Αυτό δε σημαίνει ότι οι καλλιτέχνες δεν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προβλήματα μέσα από το ίδιο το έργο τους. Δεν είναι τυχαίο ότι η Σύγχρονη Τέχνη, τουλάχιστον από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, έχει πια φύγει από, δε θα τον έλεγα Ναρκισσισμό, γιατί έχουμε ξαναπεράσει από αυτό το στάδιο, αλλά από τη φορμαλιστική αυτάρκεια. Ήταν πολύ μεγάλο κέρδος για τη ζωγραφική και τη γλυπτική να περάσουν μέσα από αυτήν την αυτάρκεια, να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να υπάρξουν ως τέχνες, πέρα από άλλου είδους χρήσεις που είχαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Οι καλλιτέχνες, βέβαια, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα κουράστηκαν απ’ αυτό και έβαλαν ξανά την τέχνη μέσα στη ζωή. Λέω “ξανά” γιατί, ως αίτημα, εντασσόταν και αυτό στις ιστορικές πρωτοπορίες. Οι Ρώσοι Κονστρουκτιβιστές ήταν οι πρώτοι και το Bauhaus αργότερα που έθεσαν ως αίτημα τη σύνθεση των τεχνών και τη τέχνη μέσα στη ζωή. Όλη η Σύγχρονη Τέχνη αυτό το θέμα αντιμετωπίζει και νομίζω ότι τα τελευταία 40 χρόνια βρίσκουμε να υλοποιείται αυτό το αίτημα και στις μέρες μας ακόμα. Άρα, υπό αυτήν την έννοια, σίγουρα η τέχνη έχει φύγει από τον αυστηρά “κλειστό” της χαρακτήρα, δε βρίσκεται πια με τον εαυτό της, αλλά γίνεται πολυδιάστατη.

Κ.Κ: Με ενδιαφέρει αυτό που λέτε, ότι δε πρέπει να ξεκινάμε με προαπαιτούμενα. Εάν κατάλαβα καλά, λέτε πως, ό,τι προκύψει, θα προκύψει μέσα από το ίδιο το έργο και μέσα από την ίδια την τέχνη. Άρα αποστρέφεστε τα “εμβόλιμα” στοιχεία, στα οποία αρέσκονται διάφοροι ιστορικοί της τέχνης και ιδίως τεχνοκριτικοί…

Δεν πιστεύω σ’ αυτά. Αυτός είναι ο ρόλος των ιστορικών της τέχνης, να αφουγκράζονται τους προβληματισμούς των καλλιτεχνών και να “διαβάζουν” τα έργα. Βέβαια, μέσα από τις ερμηνείες και την πρόσληψη, η συνεισφορά των ιστορικών της τέχνης έχει αποδέκτες τους ίδιους τους καλλιτέχνες αλλά υπό αυτήν την έννοια μόνο όχι ως ντιρεκτίβα. Δε λειτούργησαν ποτέ οι ντιρεκτίβες. Αυτός είναι και ο ρόλος μας. Γι’ αυτό και δεν πίστεψα ποτέ ιδιαίτερα στο ρόλο των τεχνοκριτικών. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να “παίξουν” τον καθοδηγητή, τρόπον τινά, του καλλιτέχνη. Νομίζω ότι ήταν και αυτό μια φάση που πέρασε τη δεκαετία του ’70. Περισσότερο μάλιστα στην Ελλάδα.

Κ.Κ: Όπως λέει και ο Γεωργουσόπουλος, “ο Σαίξπηρ δε θα ήταν τίποτα, εάν δεν τον είχαν ανακαλύψει οι κριτικοί της εποχής”!

Κανείς δε θα ήταν τίποτα, εάν δε διαβαζόταν και εάν δε βλεπόταν. Τα πράγματα υπάρχουν από την στιγμή που τα βλέπουμε, τα ακούμε και τα ζούμε γενικότερα.

Κ.Κ: Η Τέχνη, λοιπόν, ως βιωμένη πραγματικότητα, που κάπως έχει “απολυμανθεί” από τον Αισθητισμό, de facto συνδέεται με την ηθική διάσταση.

Θα ήταν άδικο για τους καλλιτέχνες των ιστορικών πρωτοποριών να πούμε ότι το μόνο που τους απασχολούσε ήταν ένας Αισθητισμός. Μέσα ακριβώς από την αυτόνομη λειτουργία της τέχνης, πιστεύω ότι έγινε μια σε βάθος κριτική και επικοινωνία δια της κουλτούρας που άλλαξε τον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος που αποκομίσαμε από τη Μοντέρνα Τέχνη. Μπορεί να μην κατάφεραν να πραγματώσουν όλες τις ουτοπίες τους, να μπει η τέχνη δηλαδή μέσα στη ζωή, αλλά κατάφεραν να μας κάνουν να δούμε τον κόσμο με ένα άλλο μάτι και να γνωρίσουμε άλλους αισθητικούς κόσμους πέρα από τα ιμπρεσιονιστικά έργα του περασμένου αιώνα. Η αυτοαναφορικότητα ήταν και αυτή ένα από τα όρια, που χρειάστηκε να περάσει η τέχνη του 20ου αιώνα. Ας πούμε, το Μαύρο Τετράγωνο σε Άσπρο Φόντο του Malevich ήταν ένα όριο.

Έφτασε σε αυτό το όριο όμως αρνούμενος μια ορισμένη χρήση και λειτουργία της τέχνης. Από εκεί και πέρα η τέχνη πήγε και αλλού. Αλλά θα πρέπει να δει κανείς τις προθέσεις που οδήγησαν εκεί. Και οι προθέσεις στις ιστορικές πρωτοπορίες ήταν διαυγέστατες. Απομακρύνθηκαν από μία συγκεκριμένη αναπαραστατική λειτουργία. Και παλιότερα κάποιοι άλλοι από μια ορισμένη λατρευτική λειτουργία. Πάντα πρέπει, λοιπόν, κανείς να ερευνά τους λόγους που οδηγούν τους καλλιτέχνες εδώ ή εκεί. Εάν αυτοί οι λόγοι δεν είναι προφανείς, για εμένα τουλάχιστον δεν έχει ενδιαφέρον η τέχνη. Ένα έργο πρέπει να έχει ένα λόγο για να υπάρχει. Περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα, ένα έργο πρέπει να ικανοποιεί το λόγο αυτό αισθητικά. Αλλά αυτός ο λόγος πρέπει να είναι προφανής.

Κ.Κ: Εάν ο λόγος είναι η τεχνική περιγραφή;

Εάν η περιγραφή λειτουργεί ως έργο, γιατί όχι! Αυτό είναι ένα πρόβλημα που υφίσταται από τότε που υπάρχει τέχνη. Εάν μένει κανείς στην τεχνική, τότε σίγουρα δεν κάνει τέχνη. Πάντοτε η τέχνη χρησιμοποιούσε την τεχνολογία της εποχής της.

Κ.Κ: Γίνονται όμως επικίνδυνες υποκαταστάσεις…

Δε πιστεύω ότι η σημερινή τεχνολογία αιχμής κάνει πιο επικίνδυνα τα πράγματα. Δείτε το με την πιο συμβατική ζωγραφική, με τα ακρυλικά, τις μπογιές και τα πινέλα της… Κάθε φορά εξελισσόταν και αποτυχημένα έργα γίνονταν πάντα. Όσοι λένε ότι η Σύγχρονη Τέχνη δεν είναι σημαντική… Όλα αυτά τα πορτραίτα, που έχουν γεμίσει τα Ευρωπαϊκά και όλου του κόσμου τα μουσεία, είναι τέχνη;

Κ.Κ: Ναι, αλλά η τεχνική, από τη στιγμή που εξαρτάται απόλυτα από την επιστήμη και την τεχνολογία και λιγότερο από το περιθώριο χρήσης της από τον καλλιτέχνη, είναι ίσως πιο ευάλωτη σε εμβόλιμες, αυταρχικές, απολυταρχικές, ολοκληρωτικές καταστάσεις που μπορούν διοχετευθούν στην τέχνη. Π.χ. διάβασα ένα σχόλιο ότι, για τους Αφηρημένους Εξπρεσιονιστές, το “υψηλό” (sublime) έγκειτο στο ότι από το τίποτα δημιούργησαν κάτι. Αυτή η προσπάθεια ήταν το “υψηλό”. Έγινε ο πόλεμος, καταστραφήκαμε, ηθικά διαλυθήκαμε ως κοινωνία και αυτοί από το κενό που δημιουργήθηκε έφτιαξαν αυτό το “κάτι”, αυτόν τον πίνακα τον πορτοκαλί με μια μπλε ρίγα στη μέση.

Το ατέρμονο πεδίο…

Κ.Κ: Ναι. Πάλι διάβασα κάπου ότι αυτό το “υψηλό”, λένε, μπορεί να ταυτιστεί ή να παραλληλιστεί με το “Α, λειτουργεί το πρόγραμμα!”. Φτιάχνω ένα πρόγραμμα, κάτι δηλαδή από το τίποτα, και το “υψηλό” της τεχνολογίας, εφαρμοζόμενο στην τέχνη, ισοδυναμεί με το ότι “λειτουργεί αυτό το πρόγραμμα”. Κάπως αναπηροποιητική άποψη, δε νομίζετε;

Όλα ευθύνονται κατά περίπτωση. Απεχθάνομαι, γενικά, τους αφορισμούς και τις γενικεύσεις στην τέχνη. Ας πούμε, η Τζένη Μαρκέτου πήρε όλη τη λογική του Ίντερνετ, του Διαδικτύου, και την έκανε τέχνη. Δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να βάλει μερικούς ανθρώπους να επικοινωνούν μέσω Ίντερνετ. Ήταν ένας χάκερ, έκλεβε εικόνες και τις παρουσίαζε στο δικό της χώρο. Τι διαφοροποιεί το Smell Bytes από μια οποιαδήποτε άλλη εμπορική συναλλαγή στο Ίντερνετ; Το διαφοροποιεί η χρήση του και η βούληση του καλλιτέχνη να κάνει κάτι διαφορετικό. Από την άλλη, η τεχνολογία δεν απαγορεύει σε κανέναν να κάνει και ποιητικά έργα ακόμα στις μέρες μας. Παράδειγμα ο Bill Viola, που είναι ένας καλλιτέχνης-ποιητής, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς επιστροφές. Οι επιστροφές του γίνονται με έναν άλλο τρόπο.

Ν.Π: Τρέφετε μία ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Bill Viola…

Ναι, και για τον Gary Hill. Είδα ένα εκπληκτικό έργο του Bill Viola στη Βασιλεία που, εάν ζήλεψα κάτι για το μουσείο, ήταν αυτό. Λεγόταν “Catherine’s Room”. Αυτό το έργο αποδεικνύει στα μέγιστα ότι μπορεί κάποιος να είναι ποιητής και με την τεχνολογία.

Κ.Κ: Δεν έχω καμία αντίρρηση. Ταυτόχρονα όμως ανοίγει μια κερκόπορτα για τη μετριότητα.

Όχι παραπάνω απ’ ότι με άλλα μέσα. Πόσα κακά έργα αφηρημένα έχουν γίνει τη δεκαετία ’50-’60; Άπειρα. Να πάω πιο πίσω: πόσες χιλιάδες πορτραίτα, που τα θαυμάζει τόσος κόσμος στα μουσεία; Πόσα μέτρια Μπαρόκ έργα έχουν γίνει; Ίσως θα έπρεπε να βλέπουμε την τεχνολογία ως ένα στυλ.

Ν.Π: Ναι, και λιγότερο τεχνοφοβικά!

Αυτό μας δείχνει και η ιστορία που είναι ένας μεγάλος δάσκαλος, γιατί τα έργα που μένουν είναι λίγα τελικά. Αλλά, για να ξεχωρίσουν αυτά τα λίγα, πρέπει να γίνουν πολλά.

Κ.Κ: Επιμένω, ωστόσο, ότι “αποτυχημένα έργα”, όπως αυτά που περιγράφετε, γίνονται πιο εύκολα με τη χρήση της νέας τεχνολογίας. Με την έννοια ότι ο καμβάς, όσο και εάν μυθοποιήθηκε, ποτέ δε ρύθμισε τις τύχες του κόσμου. Η τεχνολογία τη ρυθμίζει. Ποδηγετεί πιο εύκολα την κοινή γνώμη και παράγει κυρίαρχη ιδεολογία.

Δεν το πιστεύω. Απλώς χρειαζόμαστε κριτήρια και παιδεία. Να μην κρίνονται “άκριτα” κάποια έργα που απλώς χρησιμοποιούν βίντεο και νέα μέσα, ιδίως στην Ελλάδα, για να μπορέσουμε να αντέξουμε και στους άλλους δίπλα. Χρειάζονται οι έλληνες καλλιτέχνες παιδεία, όχι τόσο γνώση του μέσου, όσο γενικότερη παιδεία.

Κ.Κ: Όσον αφορά το περίφημο πολυθεαματικό έργο, πώς θα μπορούσε να εκπαιδευθεί το κοινό και να αξιοποιήσει τη νέα πραγματικότητα;

Δείχνοντας εμείς και βλέποντας το κοινό. Όπως όλες οι μορφές τέχνης. Πιστεύω ότι την τέχνη την προσεγγίζουμε βλέποντας και ξαναβλέποντας είναι η εκπαίδευση σε αυτό. Δεν είναι μόνο το μάτι. Επικοινωνούμε με την τέχνη με όλες μας τις αισθήσεις και όλη μας την ύπαρξη. Αυτό ήταν το κέρδος μας από τη Μοντέρνα και τη Σύγχρονη Τέχνη. Προτρέποντας, λοιπόν, τον κόσμο να δει. Όχι μόνο καινούργια έργα αλλά και παλιά. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει τέχνη που δεν είναι ενιαία. Ενιαία είναι τα προβλήματα. Ένας, δηλαδή, που επικοινωνεί με την παλιά τέχνη, με τον Rembrandt, π.χ., πιστεύω ότι θα είναι εξίσου δεκτικός σε ένα έργο σύγχρονης τέχνης. Τώρα, το πώς θα φέρεις τον κόσμο μέσα στο μουσείο…

Κ.Κ: Θέλει μια πολιτική πολιτισμού…

Ναι, ακριβώς.

K.K: Εισαγόμαστε, δηλαδή, σε μία νέα αισθητική;

Βέβαια εισαγόμαστε σε μια νέα αισθητική. Είναι δύσκολο να δώσει κανείς μαθήματα για το πως θα προσεγγίσεις τη τέχνη και ούτε όλος ο κόσμος επικοινωνεί με την τέχνη, και με την παλιά και με τη σύγχρονη, και ούτε χρειάζεται ενδεχομένως. Υπάρχουν πολλά άλλα πράγματα που είναι κοντά στην τέχνη και αυτό είναι γνωστό από τη σύγχρονη τέχνη. Η ζωή είναι τέχνη. Σίγουρα χρειάζεται μια δεκτικότητα από την πλευρά του θεατή για να πλησιάσει το μουσείο. Εάν έχει κάνει το πρώτο βήμα να επισκεφθεί το μουσείο, από εκεί και πέρα έχει πολύ μεγάλη ευθύνη ο φορέας να τον κρατήσει. Υπάρχουν πολλές πολιτικές. Τί εκθέσεις θα οργανώσει, ποια έκθεση θα διαδεχτεί η μία την άλλη, τί προβλήματα και ερωτήματα εισάγει η έκθεση και πώς την έχει προετοιμάσει για να αντιμετωπίσει την επόμενη. Η εποχή μας δίνει τα μέσα στο μουσείο και στον επισκέπτη να προσεγγίσει το μουσείο. Έχουμε νέα μέσα, όπως το Ίντερνετ, όπως και συγκεκριμένες εκπαιδευτικές και επικοινωνιακές πολιτικές που έχει ένας φορέας. Μέσα στον Οκτώβρη θα λειτουργεί και το web site του μουσείου.

Ν.Π: Τι προσέλευση κόσμου είχατε στις εκθέσεις σας μέχρι τώρα;

Στο Σύνοψις 1 περίπου 7.500, στα Aποκτήματα 2000 περίπου 6.000, και με τον Γιώργο Χατζημιχάλη περιμένουμε αρκετό κόσμο και ξένους επισκέπτες. Στην Αθήνα είναι λίγο νεκρά τα πράγματα το καλοκαίρι και γι’ αυτό θα πρέπει να γίνονται σημαντικές εκθέσεις για να τις επισκέπτονται οι ξένοι που ενδιαφέρονται. Μπορεί να γίνει πολύ δουλειά και με τον τουρισμό, απλώς χρειάζεται πολύ καλή οργάνωση.

Ν.Π: Ποια θα είναι η επόμενή σας έκθεση;

Η επόμενη θα είναι η αναδρομική του Kώστα Τσόκλη που ξεκινά την 1η Νοεμβρίου. Θα επιμείνουμε στα βίντεό του. Θα είναι βέβαια μια σφαιρική έκθεση με έργα που δεν ξέρει το ευρύ κοινό, τα πρώτα κάρβουνα, ας πούμε, τα έργα του ’60. Θα έχουμε όλα τα βίντεό του όμως. Είναι ένας καλλιτέχνης με μια πολύ σημαντική παραγωγή έργων βίντεο. Βρίσκεται, βέβαια, στο μεταίχμιο της εγκατάστασης, από την παλαιότερη ζωγραφική στο βίντεο, αλλά έχει ενδιαφέρον αυτό. Μετά θα έχουμε τον Chen Zhen. Θα γίνει μια έκθεση με βάση την ιδέα της κλίνης, που πιστεύω ότι συμπυκνώνει όλη τη δουλειά του Chen Zhen γύρω από την έννοια του κρεβατιού. Είναι όλος ο κύκλος της ζωής, από τη γέννηση στο θάνατο και στην αναγέννηση. Αυτός είναι ο βασικός προβληματισμός του Chen Zhen.

Κ.Κ: Με όλα αυτά που μας λέτε δεν είναι άξιον απορίας γιατί δε μπορεί να σας βρει ποτέ κανείς! Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρήσατε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας