Ήρθα να σου πω πως φεύγω

Ήρθα να σου πω πως φεύγω

Είναι δύο, «εκείνος» και «εκείνη», ο Στάνισλας και η Όντρι. O πρώτος σέρνει τη δεύτερη σε έναν άδειο χώρο, ένα γυμναστήριο ίσως, μια αίθουσα ψυχαγωγίας. Της ανακοινώνει πως την εγκαταλείπει. Εκείνη δέχεται το κτύπημα. Σωριάζεται. Κάτι παιδιά εμφανίζονται και τους διακόπτουν, για να κάνουν πρόβα σε ένα τραγούδι. Εντωμεταξύ αλλάζουν θέσεις. Είναι η σειρά της να πάρει το λόγο. Είναι η σειρά του να γονατίσει στο έδαφος.

Αν το δούμε έτσι, η παράσταση «λήξη έρωτα» που έχει γράψει και σκηνοθετεί ο Πασκάλ Ραμπέρ (Pascal Rambert) δε μοιάζει να είναι πολύ παραπάνω από μια ακόμα παραλλαγή στο χιλιοειπωμένο θέμα του ερωτικού χωρισμού. Αλλά έτσι εγκιβωτισμένο όπως είναι σε ένα πάλλευκο κουτί, λουσμένο στο ψυχρό φως των νέον που κρέμονται από την οροφή, το θέαμα παίρνει τη μορφή ενός ύμνου με παράταιρο βάθος, που αναστατώνει τους θεατές.

Τραγούδι ερωτικό και επιθανάτιο, που εξαφανίζει τον εαυτό και τον άλλο. Σκοπός τραγικός, που δε διαρθρώνεται ως εναλλαγή αντιλογιών, αλλά ως διαδοχή δύο πελώριων μονολόγων (διαρκείας σχεδόν μιας ώρας ο καθένας), λες και η εποχή του διαλόγου έχει οριστικά παρέλθει, η επικοινωνία έχει καταστεί αδύνατη, το μόνο μπορετό είναι πια η λεκτική βία.

Από τον άνδρα πρώτα· από τη γυναίκα στη συνέχεια. Ο καθένας καταθέτει στη σκηνή μια λογοδιάρροια, όπου τα δίκαια παράπονα εμπλέκονται αξεχώριστα με τις άδικες κατηγορίες, όπου η κακοπιστία επιστρατεύει κάθε πρόφαση, σε μια πλήρη σύγχυση αισθήσεων και συναισθημάτων.

Για να δικαιολογήσει πως εγκαταλείπει αυτό το ον που τόσο είχε αγαπήσει, ο άνδρας πρέπει πρώτα να το καθυποτάξει, να το αποσυνθέσει, να το εξευτελίσει, να κάψει ό,τι ως χτες ακόμα λάτρευε.

Για να επιβιώσει από αυτή την άρνηση του ίδιου της του εαυτού, η γυναίκα νιώθει επιτακτική την ανάγκη να ανταποδώσει, στους ίδιους περιφρονητικούς και προσβλητικούς τόνους.

Λίγη σημασία έχει η ειλικρίνεια όσων λέγονται. Αυτό που μετράει είναι να πληγεί ο άλλος. λες και πρόκειται για πυγμαχικό αγώνα. Σκοπός να λυγίσει, να εξουδετερωθεί, να εκμηδενισθεί ο αντίπαλος, με μόνο όπλο ένα οπλοστάσιο λέξεων καλά διαλεγμένων να τον πλήξουν στην καρδιά, να τον γρονθοκοπήσουν στο στομάχι.

Τα πρόσωπα που αναλίσκονται σε αυτόν τον ανηλεή αγώνα είναι ο Στανισλάς Νορντί (Stanislas Nordey) και η Όντρι Μπονέ (Audrey Bonnet), που υποδύονται τον ‘Ανδρα και τη Γυναίκα.

Εκείνου του ταιριάζει γάντι αυτό το στυλιζαρισμένο παίγνιο, κι είναι καλύτερος από ποτέ καθώς κατορθώνει να δημιουργήσει με την παρτενέρ του εξαρχής μια αδιόρατη απόσταση, που πολλαπλασιάζει τη βιαιότητα των λόγων του. Εκείνη, πιο άμεση, είναι το αποσβολωμένο θύμα που μετατρέπεται σταδιακά σε σπαρακτική μαινάδα.

Εκείνος λέει: «σε κοιτάζω και δε νιώθω πια καμία επιθυμία»· «δεν έχεις πια πρόσωπο· δεν έχεις σώμα» ·«δε σ’ αγαπάω πια, αυτό είναι όλο»· «σε λίγα λεπτά θα ξεχάσεις και το όνομά μου, όπως θα ξεχάσω κι εγώ το δικό σου». Εκείνη ανταπαντά: «Έχεις δίκιο! Είμαστε ξένοι -και η ξένη σκέψη σου με αηδιάζει»· «δεν έχω πια άλλες λέξεις, άδειασα».

«Άδειο στέκει και το κοινό. ‘Αφωνο. Σε πλήρη επικοινωνία -ή καλύτερα εντελώς συνεπαρμένο από ένα αβάστακτο συναίσθημα συμπόνιας. Πάει να πει «συμπάσχοντας».

Ο Didier Méreuse είναι κριτικός θεάτρου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας