Ησαΐα χόρευε, ή μήπως όχι

Ησαΐα χόρευε, ή μήπως όχι

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Και το είχε δει η Βιβή στον καφέ: «Μεγάλη απόσταση βλέπω ανάμεσα σας». «Τι λες;» της αποκρίθηκα. «Του χρόνου παντρευόμαστε. Μου το λέει συνέχεια».

Ήταν κάποτε ένα ζευγάρι πολύ πολύ αγαπημένο και, όπως όλα τα αγαπημένα ζευγάρια αυτού του κόσμου, όδευε προς τα σκαλιά της εκκλησίας με τιμές και δάφνες. Cut. Αν περιμένεις να διαβάσεις για υπέροχα νυφικά και τόνους ρυζιού από τη μεριά των φίλων του γαμπρού, καλύτερα να γυρίσεις σελίδα. Αυτή η ιστορία δεν έχει καλό τέλος ή, τουλάχιστον, το τέλος που περίμεναν όλοι να έχει, ακόμη και το ζευγάρι της ιστορίας μας. Η αιτία; Πολλές, κυριότερη όμως η είσοδος σε μια νέα δεκαετία, αυτήν των τριάντα – είσοδος σ’ ένα τούνελ χωρίς φως και, καλύτερα μωρέ, χωρίς ευθύνες.

Μια σειρά από ευτυχή γεγονότα

Με τον Ιάσονα γνωριστήκαμε μέσω κοινών φίλων. Δεν μπορώ να πω ότι τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή, περισσότερο τον αντιπάθησα, γιατί μου έδινε την εντύπωση ξερόλα. Αυτό με τις αντιπάθειες πρέπει γενικά να το προσέξω, γιατί όλοι όσους δεν συμπάθησα με την πρώτη ματιά, μετά έγιναν ή οι καλύτεροι φίλοι/ες μου ή οι καλύτεροι ερωτικοί μου σύντροφοι.

Τέλος πάντων, με τον Ιάσονα τα φτιάξαμε ένα χρόνο αργότερα -μεγάλη ιστορία-, τότε που μου εξομολογήθηκε πως με είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά και πως είχε ορκιστεί στον εαυτό του ότι αν δεν είχε εμένα, δεν θα είχε καμία άλλη. Αυτός ήταν ο πρώτος λόγος για τον οποίο τον ερωτεύτηκα τρελά. O δεύτερος ήταν γιατί με έκανε να γελάω συνέχεια. Mετά ακολούθησαν κι άλλοι, μυριάδες λόγοι που με έκαναν να αποφανθώ ένα πρωί ότι αυτός ο άντρας, που κοιμόταν δίπλα μου και με είχε αγκαλιασμένη από τη μέση, ήταν ο άντρας της ζωής μου.

Διαθέτω το προτέρημα -ή μειονέκτημα, δεν ξέρω- με κάθε άντρα που είμαι μαζί να νομίζω πως είναι ο άντρας της ζωής μου. Αλλά με τον Ιάσονα, αν μου έλεγες πως ύστερα από πέντε χρόνια θα ήμασταν χώρια και κατασφαγμένοι, θα σου έλεγα πως αυτό είναι των αδυνάτων αδύνατον, γιατί δεν μπορούσα ούτε καν να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνον να μου λέει μπούρδες και να μου γράφει υπέροχα ραβασάκια. Όπου κι αν πηγαίναμε, μας έλεγαν ότι λάμπαμε σαν δύο αστέρια που συνάντησαν το ένα το άλλο (OK, οι ερωτευμένοι τρελαίνονται να ακούνε τέτοια, εντάξει;). Πραγματικά όμως, ήταν λες και εκείνος ο άνθρωπος μου έβγαζε προς τα έξω έναν ακόμη πιο αισιόδοξο και γελαστό εαυτό – το ίδιο πρέπει να ίσχυε και για εκείνον.

Ζούσαμε την κάθε μέρα με τέτοια λατρεία ο ένας για τον άλλο, που ήταν σαν να μην υπήρχε κοινό αύριο – σαν να το ξέραμε από την αρχή πως αυτό τελικά θα συνέβαινε. Τότε όμως το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν τι όνομα θα δώσουμε στα μικρά μας, σε ποιες συναυλίες θα τα πηγαίνει ο μπαμπάς τους πάνω στην πλάτη του, τι ωραία που θα ήταν να μένουμε έξι μήνες το χρόνο σε ξενοδοχεία που να δέχονται και παιδιά. Νομίζω πως εκείνη την εποχή είχα αγγίξει την ευτυχία.

Μια σειρά από ατυχή γεγονότα

Ένα από τα πράγματα που οφείλω στον Ιάσονα είναι πως κατάφερε να «ξορκίσει» σε τέτοιο βαθμό το γάμο, που όχι μόνο σταμάτησα να τον θεωρώ μια μορφή καταναγκασμού, αλλά και να τον καλοδέχομαι ως ένα exclusive παιχνίδι για δύο, εγκεφαλικό σαν το σκάκι, αλλά και ξένοιαστο σαν μια απογευματινή βόλτα με ιστιοπλοϊκό. Το μοναδικό που δεν του συγχωρώ είναι πως ο ίδιος αυτός άνθρωπος, που μου σέρβιρε αυτό το παιχνίδι σε ασημένια πιατέλα, που με έκανε να σκέφτομαι ακόμη και να κάνω παιδιά μαζί του, που θα τα παίρναμε σε συναυλίες και ταξίδια, μου τα πήρε όλα πίσω άγαρμπα, προσβλητικά και για λάθος (;) λόγους.

Θυμάμαι το καλοκαίρι λίγο πριν φύγω για ένα χρόνο στο εξωτερικό, που είχαμε αρχίσει να μην τα πηγαίνουμε και τόσο καλά, που είχα ερωτευτεί κρυφά κάποιον άλλο -δεν έγινε ποτέ τίποτα- και μου έφταιγαν τα πάντα, κυρίως ο Ιάσονας. Θα μπορούσαμε να είχαμε χωρίσει τότε ο Ιάσονας κι εγώ, αν εκείνος δεν είχε δείξει μια αξιοθαύμαστη υπομονή και τρυφερότητα απέναντι στις κυκλοθυμικές εξάρσεις μου. Ήταν εκεί, πάντα δίπλα μου, δεν ξέρω καν αν είχε καταλάβει ότι ήμουν ερωτευμένη με άλλον εκείνο το διάστημα. Ό,τι κι αν σκεφτόταν όμως, ήταν αρκετά έξυπνος για να μην το δείξει, απλώς συνέχισε να κάνει τα συνηθισμένα του αστεία, να με συνοδεύει στις συνηθισμένες μας εκδρομές, να μου γράφει όλο και πιο καταπληκτικά ραβασάκια.

Φαντάζομαι πως αυτό το καλοκαίρι ήταν και η αρχή του τέλους, μ’ εμένα να αδιαφορώ και να ετοιμάζομαι να φύγω κι εκείνον να μου λέει να μείνω και να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά με αστεία ονόματα. Δεν έμεινα.

Το τελευταίο βράδυ που έκανα αποχαιρετιστήριο πάρτι στο σπίτι μου, ο Ιάσονας εμφανίστηκε όπως πάντα ευδιάθετος, με ένα αστείο για όλους τους υπόλοιπους της παρέας, ένα σωρό δώρα για μένα κι ένα γράμμα, που μου είπε να το διαβάσω μόνον αφότου ανέβαινα στο αεροπλάνο, και το οποίο έγραφε μεταξύ άλλων πως εκείνος θα με περίμενε, γιατί έχουμε να κάνουμε τόσο πολλά πράγματα μαζί, για πάντα. Αρκετό καιρό αργότερα έμαθα πως ο Ιάσονας είχε περάσει εκείνη τη μέρα κλαίγοντας και πίνοντας στο σπίτι του, μόνος. Όσο για μένα, αφού έκλαψα για ώρα στο αεροπλάνο, αποφάσισα ότι μ’ αυτόν τον άντρα θα γερνούσα. Για εκείνον, δυστυχώς, είχε ξεκινήσει μια εντελώς διαφορετική, αντίστροφη μέτρηση. O Ιάσονας είχε βαρεθεί ήδη να με περιμένει – και φοβόταν ακόμη πιο πολύ να δει τι θα γινόταν αν με περίμενε.

The end is the beginning, is the end

Ένα χρόνο στο εξωτερικό δεν κατάλαβα τίποτα. Δεν κατάλαβα πως ο Ιάσονας είχε μόλις κλείσει τα τριάντα, είχε κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών όσον αφορούσε τα κοινά μας σχέδια, φλέρταρε με άλλες γυναίκες -δεν με απάτησε όμως ποτέ, μου το είπε και τον πιστεύω- και ήθελε να έρθει να με ενημερώσει για τις τελευταίες εξελίξεις πρόσωπο με πρόσωπο. Oι φίλοι του δεν τον άφησαν, τον συμβούλεψαν να περιμένει πρώτα να γυρίσω. Ακόμη και τώρα δεν ξέρω αν τελικά αυτή ήταν η καλύτερη λύση. Αν ήταν πιο σωστό να με άφηνε να το μαντεύω σιγά σιγά, και όχι που με έπαιρνε τρία τηλέφωνα την ημέρα και μου έλεγε πόσο του έλειπα, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα.

Όχι τίποτε άλλο, αλλά θα ήμουν ελεύθερη να φλερτάρω κι εγώ ασύστολα με το νόστιμο κοκκινομάλλη Σκοτσέζο που έβλεπα κάθε μέρα (αστείο ήταν αυτό). Δεν μου είπε τίποτα ούτε το Πάσχα που κατέβηκα στην Ελλάδα για κείνον και καθόμασταν κοιτώντας ο ένας τον άλλο χωρίς να λέμε τίποτα. Είμαι ηλίθια, το ξέρω, εκείνη η στιγμή ήταν η ιδανική για να τα καταλάβω όλα, την υπομονή του που είχε εξαντληθεί, τις φοβίες του, ακόμη και τη βαρεμάρα του, χωρίς να χρειαζόταν εκείνος να μου πει λέξη. Κι όμως, ακόμη κι εκείνες τις στιγμές αδυνατείς να σκεφτείς κάτι άλλο, γιατί δεν θέλεις τίποτα να σε αποπροσανατολίσει από το, φτιαχτό πολλές φορές, μικρό σου κόσμο.

Όταν γύρισα οριστικά, εκείνος δεν ήρθε να με υποδεχτεί στο αεροδρόμιο. Όταν τον συνάντησα, με φίλησε στο μάγουλο. Και μόνο όταν τον ρώτησα για πέμπτη φορά αν συνέβαινε τίποτα με τη δουλειά του, με κοίταξε ερευνητικά στα μάτια και μου είπε να πάμε για φαγητό. Εκεί, λίγο πριν έρθει στο τραπέζι το κυρίως πιάτο, μου είπε: «Ξέρεις, δεν γουστάρω πια και τόσο πολύ, και εσύ γύρισες πίσω για να παντρευτείς. Βρες κανέναν άλλον που να είναι σε αυτή τη φάση».

Πέρασαν τρεις ολόκληρες μέρες για να συνειδητοποιήσω πού ήμουν, πότε είχα έρθει πίσω, τι είχε γίνει με τον Ιάσονα, γιατί έκλαιγα τόσο πολύ, τι είχε πάει τόσο στραβά μεταξύ μας ώστε η τελευταία φράση που άκουσα από εκείνον ήταν «… κι εσύ γύρισες πίσω για να παντρευτείς». Την είπε εκείνος, ο αρχιτέκτονας του παιχνιδιού μας. Εκείνος, που με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες από τη μελλοντική μας ζωή. Εκείνος, που μου έγραφε ότι θα ήμασταν για πάντα μαζί.

Θα μπορούσα να τον πάρω τηλέφωνο, να τον παρακαλέσω, να του πω πως όλα αυτά ήταν λάθος, να του ζητήσω να προσπαθήσουμε ξανά. Ήμουν ήδη τριάντα ενός. Δεν το έκανα. Γιατί έτσι θα δικαιολογούσα πανηγυρικά τη φράση που ξεστόμισε, ότι είχα γυρίσει για να τον «τυλίξω». Δεν χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο, αλλά αυτόν ακριβώς εννοούσε. Και απευθυνόταν σε εμένα, που αν ήθελα κάτι τέτοιο, όχι μόνο δεν θα έφευγα, αλλά θα ήμουν τώρα ήδη με ένα παιδί (με αστείο όνομα).

Πως τα εξηγείς όμως αυτά σε κάποιον που σε προδίδει μ’ αυτόν τον τρόπο; Που ξαφνικά ανακαλύπτει πως μεγαλώνει -so what- και τρομοκρατείται από το γεγονός πως θα «δεσμευτεί» με κάποια που ήξερε τόσο καλά πως δεν θα «δεσμευόταν» ποτέ; Πως του εξηγείς ότι αυτό που είπε έκανε τα πέντε προηγούμενα υπέροχα χρόνια να μην υπάρξουν ποτέ;

Για αυτό και δεν σήκωσα το τηλέφωνο να τον πάρω, ποτέ. Και όταν εκείνος άρχισε να εμφανίζεται μετά από μία εβδομάδα έκπληκτος, λέγοντάς μου πως δεν εννοούσε να χωρίσουμε, αυτό θα ήταν το εύκολο, αλλά να μείνουμε λίγο καιρό χώρια, να δούμε πώς πάνε τα πράγματα, του το έκλεινα λέγοντάς του να αποφασίσει πρώτα και μετά να με ξαναπάρει και βλέπουμε. Όταν κάποιος σου χαρίσει τον ουρανό με τα άστρα, το άσπρο και το μαύρο, δεν μπορείς ύστερα να συμβιβάζεσαι με το γκρι, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν δεν μου είχε πει τη συγκεκριμένη φράση, αν είχε υπάρξει πιο ειλικρινής και «τρωτός» απέναντί μου. Γιατί την αιτία που τον οδήγησε σ’ αυτή τη συμπεριφορά τη δικαιολογώ και τη σέβομαι, δεν ανέχομαι την ίδια τη συμπεριφορά. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν τελικά, μετά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες που έκανε ο Ιάσονας στους επόμενους μήνες για να τα ξαναβρούμε, γυρνούσα και πάλι σε εκείνον.

Φαντάζομαι θα είχαμε κατέβει ήδη τα σκαλιά της εκκλησίας, αφού θα είχαμε λουστεί πρώτα εκατομμύρια ρύζια από τους φίλους του, όπως μας είχαν υποσχεθεί παλιά. O γάμος θα γινόταν σ’ ένα νησί και μετά θα πίναμε όλοι ούζα και θα κοιμόμασταν σε μια ταράτσα, για να βλέπουμε τον ουρανό. Θα ήταν ωραία, αλλά μπορεί και να μην ήταν.

Εκείνος δεν έχει παντρευτεί ακόμα, ούτε κι εγώ. Κι όποτε συναντιόμαστε -ναι, έχουμε γίνει στο μεταξύ κάτι σαν φίλοι- μετά από λίγο με ρωτάει πότε θα παντρευτώ. «Εσύ;» του απαντάω γελώντας, αλλά μετά θυμάμαι όλ’ αυτά και θέλω να του φέρω κάτι βαρύ κι ασήκωτο στο κεφάλι.

Πως να καταλάβεις ότι τον έχει πιάσει αυτό το κάτι πριν από το γάμο

  • Ξεχνάει να σε ρωτήσει τι θα κάνεις σήμερα, τι ώρα γύρισες, αν βρήκες ξενοδοχείο για το επόμενο γουίκεντ, που λέγατε να περάσετε μαζί.
  • Σταματάει ξαφνικά να είναι τόσο τρυφερός όσο ήταν μαζί σου.
  • Σταματάει επίσης να σου κάνει μικροδωράκια και μικροεκπλήξεις – αν δεν σου έκανε ποτέ, όλα εξακολουθούν να είναι μια χαρά.
  • Μιλάει στο τηλέφωνο επί ώρες με στενοχωρημένο ύφος και όταν τον ρωτάς τι συμβαίνει, αλλάζει κουβέντα.
  • Γκρινιάζει για τα πάντα, συνεχώς.
  • Ξεκινάει στα καλά καθούμενα συζητήσεις του τύπου «O άντρας μετά τα τριάντα αρχίζει να ζει πραγματικά», «Oι περισσότεροι φίλοι μου είναι ορκισμένοι εργένηδες», «Τα ‘μαθες; Η Ρούλα κι ο Πέτρος χώρισαν μετά από δύο μήνες γάμου».

Ψυχραιμία με το «Ησαΐα χόρευε»

  • Όλοι έχουμε ανασφάλειές, ιδιαίτερα τη στιγμή που πρέπει να πάρουμε μεγάλες αποφάσεις. Άφησε τον να ανασάνει, αντί να τον ρωτάς κάθε τρεις και λίγο: «Τι συμβαίνει; Δεν με αγαπάς πια;».
  • Κάνε υπομονή, αλλά κι αυτή έχει τα όριά της. Αν εκείνος αρχίσει να σε προσβάλλει με τα λόγια ή τις πράξεις του, μην το ανεχτείς, έστω κι αν έχεις ήδη παραγγείλει τα πάντα. Μπορείς μια χαρά να τα κρατήσεις για τον επόμενο, που θα είναι και περισσότερο τζέντλεμαν.
  • Αν σου κάνει σχετική κουβέντα, προσπάθησε να παραμείνεις ψύχραιμη, έστω κι αν σου την κάνει μία εβδομάδα πριν το γάμο. Και αν σου την κάνει μία ώρα πριν, τι να πούμε, φτύσε στον κόρφο σου.
  • Μην αρχίσεις να παίρνεις τηλέφωνο όλους τους γνωστούς και φίλους σου κραυγάζοντας πως ο γάμος ακυρώνεται, γιατί αν όλα πάνε καλά κι εκείνος συνέλθει από την κρισάρα, δεν θα έχεις μετά πού να κρυφτείς από την ντροπή.
Προηγούμενο άρθροΟ ιδανικός άντρας για τις γυναίκες
Επόμενο άρθροΤαξίδι στη Σαντορίνη, το θεσπέσιο νησί
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας