Καλά ταξίδια στο εξωτερικό και εσωτερικό

Καλά ταξίδια στο εξωτερικό και εσωτερικό

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Ετοιμάζω τις βαλίτσες μου για το καθιερωμένο οικογενειακό χειμωνιάτικο ταξίδι στα χιόνια. Και όμως, είμαι μια φρικτή ταξιδιώτισσα. Τα τελευταία χρόνια φοβάμαι τα αεροπλάνα, βαριέμαι τα πλοία και σιχαίνομαι τα τρένα.

Το μόνο κομμάτι του ταξιδιού που μου αρέσει είναι ο προορισμός και η επιστροφή. Γι’ αυτό και εξακολουθώ να ταξιδεύω παριστάνοντας την άνετη. Ένα άλλο πράγμα που αντιπαθώ στα ταξίδια είναι το φτιάξιμο της βαλίτσας. Παίρνω πάντα μαζί μου τα λάθος πράγματα.

Στα κρύα μέρη παγώνω και στα ζεστά σκάω. Πάντοτε θαύμαζα δύο είδη ταξιδιωτών: τις κομψές γυναίκες που συναντάω στα αεροδρόμια του κόσμου, ντυμένες και μακιγιαρισμένες άψογα, με ελαφριές αποσκευές που περιέχουν τα σωστά πράγματα, και το είδος “όπου γης και πατρίς”, στο οποίο ανήκει ο άντρας μου και η φίλη μου η Τζίνα, που πετάνε μέσα σε ένα σακ βουαγιάζ τα εσώρουχά τους και μια οδοντόβουρτσα και είναι έτοιμοι για την άκρη του κόσμου χωρίς δεύτερη σκέψη.

Εγώ, αφού ταλαιπωρούμαι περίπου δύο μέρες με το φτιάξιμο της λάθος βαλίτσας, αρχίζω να αγχώνομαι. Αγχώνομαι για τον καιρό και αρχίζω να παρακολουθώ όλα τα δελτία καιρού. Αγχώνομαι για τα ατυχήματα και αρχίζω να ψάχνω στις εφημερίδες ποιας εταιρείας τα αεροπλάνα έχουν πέσει τελευταία.

Τσακώνομαι με όλους όσοι βρίσκονται γύρω μου, τουλάχιστον επί τρεις μέρες πριν από την αναχώρηση. Δεν κλείνω μάτι την παραμονή του ταξιδιού από το άγχος μήπως χάσω την πτήση μου. Τρέχω στο αεροδρόμιο πρώτη απ’ όλους, φορτωμένη με άπειρα μπαγκάζια, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Παρ’ όλα αυτά, μου αρέσουν τα ταξίδια κι έχω ταξιδέψει αρκετά.

Προχτές θυμήθηκα -χωρίς νοσταλγία- το πρώτο μου ταξίδι. Δεκαπέντε χρόνων ταξίδεψα πρώτη φορά στο εξωτερικό. Χωρίς του γονείς μου. Η φίλη μου η Νανά κι εγώ θα παρακολουθούσαμε στην Ελβετία ένα καλοκαιρινό σχολείο χορού. Μόνο που δεν πήγαμε ακριβώς μόνες. Μας συνόδευσε η δασκάλα του μπαλέτου μας, η κ. Μπουμπού. Πέντε ολόκληρες μέρες κάναμε να φτάσουμε στη Ζυρίχη. Ξεκινήσαμε από Κέρκυρα με ένα σαραβαλιασμένο Φίατ 1500 ή κάτι παρόμοιο. Στριμωχτήκαμε στο πίσω κάθισμα ανάμεσα σε τάπερ με φαγητά, ρούχα χορού κι ένα αντιπαθέστατο και κακομαθημένο πεντάχρονο κοριτσάκι, την Πετρούλα, κόρη της δασκάλας μας, που μας βασάνιζε.

Η ζέστη στην αουτοστράντα ήταν αποπνικτική κι εκείνη την εποχή αυτοκίνητο με ερ κοντίσιον νομίζω ότι υπήρχε μόνο στις ταινίες του Τζέιμς Μποντ. Τρώγαμε άθλια σάντουιτς και φαγητά από τάπερ, ενώ η Πετρούλα μάς τσιμπούσε και ήθελε κάθε δύο λεπτά πιπί. Στο μπροστινό κάθισμα το ζευγάρι δεν έπαψε να τσακώνεται και να γκρινιάζει για το οδήγημα. Εκείνη οδηγούσε τέλεια κι εκείνος χάλια. Τα βράδια κοιμόμασταν σε φτηνά μοτέλ και μας έτρωγαν τα κουνούπια.

Ώσπου, κάπου εκεί κοντά στα ιταλο-ελβετικά σύνορα, το σαράβαλο τα τίναξε. Ευτυχώς. Γιατί αυτό ήταν και το καλύτερο του ταξιδιού. Το αυτοκίνητο έπρεπε να φτιαχτεί και να μην ξοδέψουμε χρήματα. Η κ. Μπουμπού θυμήθηκε κάποιο πλούσιο φίλο της που είχε σπίτι στη λίμνη Κόμο. Φτάσαμε απρόσκλητοι σ’ ένα από τα πιο μαγευτικά τοπία του κόσμου. Ένα γκρινιάρικο ώριμο ζευγάρι, ένα κακομαθημένο μωρό και δύο νόστιμες Λολίτες.

Ό,τι έπρεπε για έναν πλούσιο χωρισμένο Ιταλό τριανταπεντάρη. Και για μας όμως αυτές οι δύο μέρες στο Κόμο, με βόλτες στη λίμνη με ένα υπέροχο γρήγορο σκάφος Riva, ήταν ό,τι καλύτερο. Στις φωτογραφίες η Νανά κι εγώ ποζάρουμε με σούπερ μίνι λουλουδάτα φουστάνια, μαντίλια στα μαλλιά, γυαλιά ηλίου και σουφρωμένα χειλάκια αλά Σου Λάιον. Προκλητικά κακές, σαν κάθε κορίτσι αυτής της ηλικίας, που κοιτάζει αλλά δεν τολμά ν’ αγγίξει ένας μεγάλος άντρας. Το βράδυ μάς πήγε σε ντίσκο. Κάποια στιγμή το συφοριασμένο Πετρούλα αποκοιμήθηκε στο τραπέζι.

Αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Την άλλη μέρα βρεθήκαμε στον ελβετικό πολιτισμό. Τότε είδα για πρώτη φορά εκπαιδευμένα σκυλιά που έκαναν αυτό που τους έλεγες και όχι του κεφαλιού τους, όπως τα δικά μας. Είδα επίσης μια φοβερή συλλογή από πανάκριβα αυτοκίνητα-αντίκες που είχε ο Ελβετός βαθύπλουτος άντρας της αδελφής της φίλης μου. Είδα πολύ γκαζόν και πήγα στη σχολή χορού. Εκεί ανακάλυψα ότι υπήρχαν αγόρια που κοίταζαν αγόρια και ότι ήμουν εντελώς άσχετη στο χορό.

Στο φλαμέγκο οι καστανιέτες μου χτυπούσαν όταν των υπολοίπων είχαν σταματήσει και στα μαθήματα Μάρθα Γκράχαμ, εκεί που όλοι έκαναν σπαγκάτ με φοβερή άνεση, εγώ ήμουν δύσκαμπτη σαν ξύλο. Το μόνο που κέρδισα απ’ αυτή τη φριχτή ταλαιπωρία είναι ότι μουλάρωσα και εξακολούθησα να κάνω μπαλέτο μέχρι τα τριάντα πέντε μου, έχοντας πείσει τον εαυτό μου ότι δεν είναι το ταλέντο που μετράει, αλλά η θέληση. Και όσο για τα αποτελέσματα της δύναμής της, τα γνωρίζουμε όλες πολύ καλά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας