Καστράτος: Μουσικός ευνουχισμός στην υπηρεσία της τέχνης

Καστράτος: Μουσικός ευνουχισμός στην υπηρεσία της τέχνης

Πες μου λοιπόν, όταν ακούς την λέξη “καστράτο (αγγλικά: castrato)” τι σου έρχεται στο μυαλό; Κατά πάσα πιθανότητα, ο κατάλευκος, χονδρός, ατσούμπαλος γάτος του Αρκά.

Πέραν αυτού όμως, μάλλον γνωρίζεις πως οι καστράτοι ήταν οι άντρες τους οποίους ευνούχιζαν συνήθως πριν φτάσουν στην εφηβεία, προτού αρχίσει η τεστοστερόνη να κάνει σαματά, ώστε η φωνή τους να διατηρήσει την ιδιαίτερη και ευέλικτη τονικότητα που έχει στη παιδική ηλικία.

Όπως καταλαβαίνεις, αγαπητέ, ανισόρροπε αναγνώστη, σήμερα ο Στελάκος έχει αρκετή όρεξη και θα παραβιάσει – έστω σε απειροελάχιστο βαθμό βέβαια – τα χωράφια του Τάσου και θα σου μιλήσει για μουσική. Όχι βέβαια με τον τρόπο που το πράττει εκείνος, δηλαδή με μεγάλη δόση χαβαλέ, αλλά κάνοντας μια ιστορική αναδρομή στο ζαβό συνήθειο που είχαν οι Βυζαντινοί, και μετέπειτα το υιοθέτησαν οι Ιταλοί, να τσουτσουρεύουν τα αχαμνά των πιτσιρικιών ώστε αυτά να σπάνε τύμπανα με τις τσιριδούλες τους εφ’ όρου ζωής.

Να σε προειδοποιήσω πως το σημερινό άρθρο θα είναι κάπως ακατάλληλο για ανηλίκους, και θα βγει τελείως έξω από τα στενά όρια της βιογραφίας. Δε θα δούμε κάποια βιογραφία, αλλά εν ουσία θα σου κάνω μια ωραία και βαρβάτη αφήγηση πάνω σε τούτο το περίεργο θέμα, το οποίο είναι πολύ ιδιαίτερο. Ωστόσο μην παραπονιέσαι γιατί θα σου έρθω την επόμενη εβδομάδα με τις βιογραφίες δύο καστράτων — έτσι, για να σου γεμίσω το κενό.

Εν τούτοις για να γίνει πιο ευανάγνωστο το άρθρο θα το χωρίσω σε δύο μέρη. Πάμε πάμε να γευτούμε ιστορία λοιπόν:

Πίνακας περιεχομένων

Μέρος 1ο

Ο ευνουχισμός σαν πρακτική φαίνεται να έχει τις ρίζες του στην αρχαία Σουμερία και να αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας διαφόρων λαών της Ασίας και της Βορείου Αφρικής. Φυσικά περιείχε το στοιχείο της υποδούλωσης, της ταπείνωσης και της τιμωρίας στην πλειάδα των περιπτώσεων.

Όμως στους ευνούχους έλειπαν οι φυσικές σεξουαλικές ορμές και ακριβώς γι’ αυτό θεωρούνταν κατώτεροι. Συχνά αυτή η έλλειψη θεωρούνταν τεκμήριο εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να ευνοούνται κοινωνικά και να λαμβάνουν θέσεις εξουσίας, συνήθως ως σύμβουλοι ηγεμόνων ή (όπως γνωρίζεις και από πιο ποπ ερεθίσματα) ως φύλακες και υπεύθυνοι για τις γυναίκες των αφεντών τους.

Αυτή η κολόνια κρατούσε χρόνια, και φυσικά δε παρέλειψε να ψεκαστεί και στη Δύση. Κατά το ψέκασμά της λοιπόν, κάποιο παλικάρι πρέπει να ανακάλυψε πως οι φωνητικές δυνατότητες ενός άντρα που ευνουχίστηκε πριν την εφηβεία είναι πολύ ιδιαίτερες και εντυπωσιακές. Έτσι σιγά σιγά ο ευνουχισμός άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή για τη Τέχνη.

Τους πρώτους καστράτους τραγουδιστές τους συναντάμε στο Βυζάντιο, γύρω στο 5ο αιώνα μ.Χ., ως μέλη εκκλησιαστικών χορωδιών. Η παρακμή αυτής της παράδοσης στο Βυζάντιο ήρθε μετά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης από τους δυτικούς το 1204, κατά τη 4η Σταυροφορία. Από εκεί και μετά αυτού του είδους οι “περικοπές” πέρασαν μια νεφελώδη περίοδο και επανεμφανίστηκαν στην Ιταλία γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα.

Οι φωνητικές δυνατότητες των καστράτων έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης από τους ηγεμόνες της Δύση και μάλιστα κάποιοι από αυτούς έκαναν “κρα” μήπως και βρουν δείγμα αυτού του εξωτικού είδους για την αυλή τους.

Στις εκκλησιαστικές χορωδίες οι καστράτοι ήταν οι κορυφαίοι, υποσκελίζοντας τα μη ευνουχισμένα αγοράκια, των οποίων η φωνή “έσπαγε” κατά την εφηβεία, όπως και τους falsetto τραγουδιστές, των οποίων η φωνή ήταν πιο αδύναμη. Βλέπεις η μαμουνιά με τους καστράτους ήταν πως όχι μόνο το ότι η φωνή τους δε “βάραινε”, αλλά λόγω του ότι δεν έσκαγε μύτη η κυρία τεστοστερόνη μέσα τους, η όλη τους σωματική ανάπτυξη ήταν μη φυσιολογική: οι αρθρώσεις των οστών τους δεν σκλήραιναν επαρκώς, με αποτέλεσμα τα άκρα τους να παραείναι ελαστικά και να μακραίνουν πιο πολύ από όσο θα ήταν φυσικό.

Η ίδια ανωμαλία επηρέαζε και τα πλευρά τους, τα οποία κατέληγαν να έχουν μεγαλύτερο φάρδος (άρα και χωρητικότητα) από τα πλευρά ενός μη ευνουχισμένου άνδρα. Και εδώ έγκειται η μαμουνιά που σου ανέφερα προηγουμένως. Με αυτή τη φυσιολογία και την εντατική εκπαίδευση που λάμβαναν, η αντοχή τους και οι κλίμακες που μπορούσαν να πιάσουν ήταν επίσης μη φυσιολογικές, με αποτέλεσμα να πατάνε τα αυτιά των περισσότερων τραγουδιστών, ανδρών και γυναικών — έτσι και αλλιώς οι γυναίκες είχαν εξοριστεί προ πολλού από τους κύκλους της εκκλησιαστικής μουσικής.

Κατά το 17ο αιώνα, οι καστράτοι άρχισαν να μπαίνουν και στους κύκλους της όπερας, συνήθως σε ανδρικούς ρόλους, αλλά (σε σπανιότερες περιπτώσεις) και σε γυναικείους. Εν συνεχεία, τον 18ο αιώνα η Ευρώπη καταλήφθηκε από μια οπερατική φρενίτιδα και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες (πλην της Γαλλίας) οι όπερες έγιναν ανάρπαστες. Το ίδιο και οι καστράτοι, τους οποίους πλέον αποκαλούσαν “musici” (πληθυντικός του musico), όπου σαν όρος δεν ήταν και τόσο αρνητικά φορτισμένος. Πολλοί musici απέκτησαν μεγάλη φήμη και έπαιρναν υπέρογκες αμοιβές για να παίξουν σε όπερες.

Η δημοτικότητά τους βέβαια ήταν δίκοπο μαχαίρι, μιας και όσο τους θαύμαζαν για τις εξωπραγματικές τους φωνές, τόσο τους εμπαίζαν για τη θηλυπρεπή εμφάνιση τους και την ανεπαρκή ηθοποιία τους στους γυναικείους ρόλους.

Παρόλα αυτά, όταν παίζει το θέμα της επιβίωσης, πολλοί άνθρωποι λίγο τον λογαριάζουν τον εμπαιγμό και τη ξεφτίλα. Εκείνη τη περίοδο που η όπερα ήταν στα ντουζένια της, πολλές φτωχές οικογένειες επένδυαν το μέλλον των αρσενικών παιδιών τους στο τραγούδι. Ποσώς τους ένοιαζε για τον ανδρισμό τους βέβαια — τι είναι ένα ζευγάρι αρχίδια άλλωστε, μπρος στη κοινωνική καταξίωση και την οικονομική ευμάρεια;

Περιττό να σου αναφέρω πως οι τεχνικές ευνουχισμού, πέραν του ότι δεν ήταν ευχάριστες (συνήθως κανένα κουτσούρεμα δεν είναι ευχάριστο) ήταν και λίαν επικίνδυνες. Ας μη μιλήσουμε για τις μολύνσεις, μπορεί να μας πει ο δόκτορας Semmelweiss για δαύτες.

Ας μιλήσουμε για το ότι πολλά πιτσιρίκια έχαναν τη ζωή τους κατά την επέμβαση, είτε επειδή τα στούπωναν με όπιο και άλλα αναισθητικά, είτε επειδή έδειχναν υπερβάλλοντα ζήλο στο ζούληγμα της καρωτίδας τους για να τα αναισθητοποιήσουν. Και πάλι, όταν μπαίνει στη μέση ο παράγοντας “χρήμα” και “καταξίωση” η ανθρώπινη ζωή φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερη σημασία — εντάξει’, ανώμαλο είδος τα ανθρώπινα όντα, γνωστό, χιλιοειπωμένο και χιλιοαποδειγμένο έργο.

Απλά θα σου αναφέρω πως μέσα στις δεκαετίες του 1720 και του 1730 κάθε χρόνο ευνούχιζαν γύρω στα 40.000 αγοράκια. Do the math. Πολλά καρύδια! Τι θα τα κάνουμε τόσους όρχεις; Εδώ πιστεύω ότι ο Τάσος θα σου πρότεινε κάτι σε γκουρμεδιά και οι υπόλοιποι του team, σα καλοί (;) κοιλιόδουλοι, θα συμφωνούσαμε, και μετέπειτα θα σκεφτόμασταν τρόπους να υλοποιήσουμε την εν λόγω την ιδέα. Τώρα το τι αντίκτυπο θα είχε αυτή (πέρα του γαστρονομικού) είναι μια άλλη ιστορία. Σίγουρα πάντως, αν δε πήγαινε καλά, η τιβί θα έδειχνε τα μούτρα μας για πολύ καιρό και θα μας ταμπέλωνε ως “σπείρα ψυχικά διαταραγμένων απαγωγέων” ή κάτι τέτοιο — αχέμ, ξεφεύγω.

Πίσω στα δικά μας. Όπως ήταν φυσικό από όσα αγοράκια ευνουχίζονταν και εκπαιδεύονταν ως καστράτοι, λίγα ήταν αυτά που έπιαναν δόξα και ρευστό από την όπερα. Τα περισσότερα περιορίζονταν σε εκκλησιαστικές χορωδίες και ως επακόλουθο της “αναπηρίας” τους, πέρα του μουσικού χώρου όπου έχαιραν εκτίμησης, ήταν κοινωνικά απόκληροι. Και πάλι, οι γονείς των περισσότερων πρέπει να ήταν κάτι περισσότερο από απελπισμένοι / βλάκες / φιλόδοξοι ή ένα mix αυτών των τριών σε ποικίλες αναλογίες, για να επιλέξουν μια τέτοια ζωή για το βλαστάρι τους.

Εξάλλου ακόμα και όσοι ήταν αναγνωρισμένοι, αντιμετωπίζονταν συχνά με μικροψυχία από τον περίγυρο τους, που κειμένοταν από απλό εμπαιγμό μέχρι μπινελίκι, καθώς συχνά κατηγορούταν πως δελέαζαν τους άντρες και τους παράσερναν στην ομοφυλοφιλία – εμ το peer pressure της εποχής σου στερεί τη συμβατική σου σεξουαλικότητα, χωρίς την ουσιαστική σου συναίνεση, εμ σε λοιδορεί επειδή εσύ (ακόμα και χωρίς τη τεστοστερόνη σου) έχεις, αν όχι σωματική ανάγκη, έστω ψυχολογική να μην παραμείνεις μια ζωή μπακούρης και ανέραστος. Ο ουμανισμός μπορεί να πάει να αυτοκτονήσει και η λογική να πάει στα κομμάτια ως συνήθως.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα η μόδα της όπερας άρχισε σιγά σιγά να παρακμάζει και το 1861, όταν ενοποιήθηκε η Ιταλία, ο σχετιζόμενος με τη μουσική ευνουχισμός έγινε παράνομος,ενώ το 1878 ο Πάπας Λέοντας ο 13ος σε μια καθυστερημένη κίνηση πολιτικής ορθότητας, απαγόρευσε την πρόσληψη νέων καστράτων από την εκκλησία. Κοινώς το επάγγελμα έκλεισε και άρχισε να παίρνει τον κατήφορο κατρακυλώντας ταχύτατα.

Το 1989 είχαν μείνει μόνο έξι καστράτοι στη χορωδία της Capella Sixtina, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1903, ο διάδοχος του Λέοντα, ο Πίος ο 10ος, κατέκρινε την ύπαρξη καστράτων τραγουδιστών στις εκκλησιαστικές χορωδίες και θεώρησε μια από τις πρώτες ανάγκες της εκκλησίας να αντικατασταθούν από μικρά αγοράκια — like the ol’ good times. Και αυτή ήταν η αρχή του τέλους. Ο τελευταίος musico της Sixtina ήταν ο Alessandro Moreschi, ο οποίος αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1913. Βέβαια και μετά τον Moreschi, υπήρξαν φήμες πως το Βατικανό είχε ακόμα μερικούς καστράτους στους κόλπους του, οι οποίες μετέπειτα διαψεύσθηκαν.

Από εκεί και μετά, καστράτους μουσικούς κομμάτι δύσκολο να βρεις. Υπάρχουν φυσικά άτομα με ενδοκρινολογικά θέματα (ας πούμε σύνδρομο του Kallmann) που έχουν φωνές παρεμφερείς με αυτές των καστράτων, αλλά σε επίπεδο παράδοσης και πρακτικής, ευτυχώς αυτό το χούι πέθανε μαζί με τον Moreschi.

Για άλλη μια φορά ρίξαμε ένα βλέφαρο στα περίεργα και κακώς κείμενα του είδους μας, χωρίς βέβαια να επικεντρωθούμε σε πρόσωπα. Αυτά στα κρατάω για την επόμενη φορά, τώρα που μου είσαι ένα κατιτίς ψιλιασμένο για το τι παίζει με τούτη την ιδιαίτερη κατηγορία μουσικών και με όλο αυτό το, όσο να ‘ναι, ευαίσθητο θέμα του μη συναινετικού ευνουχισμού.

Μέρος 2ο

Στο προηγούμενο μέρος κάναμε μια ιστορική αναδρομή για τον ευνουχισμό στην υπηρεσία της Τέχνης.

Είδαμε πως ξεκίνησε, εξελίχθηκε και κατέρρευσε η “μόδα” με τους καστράτους τραγουδιστές. Για κάποιους αυτή η αναδρομή μάλλον ήταν ψυχικά οδυνηρή, μιας και τέτοια θέματα εύκολα μπορούν να ξυπνήσουν ανδρικούς μύχιους φόβους περί ευνουχισμού. Η γραφούσα όμως δε φτουράει από τέτοια και θα συνεχίσει τον βασανισμό σας, μικρές μαζόχες, γνωρίζοντας πως στη τελική όσο και να σας τσούζει το θεματάκι, κάπου μέσα σας γουστάρετε — τα έχουμε πει, είστε ανώμαλοι, αλλιώς δε θα μας διαβάζατε.

Όπως και να ‘χει, ας αφήσουμε το dirty talking κατά μέρους και ας προχωρήσουμε στο θέμα μας: για σήμερα, σου είχα υποσχεθεί δύο βιογραφίες καστράτων και επειδή δεν είμαι Έλληνας πολιτικάντης, τις υποσχέσεις μου της κρατάω. Οπότε παρακάτω, θα βλεφαρίσουμε πάνω από τους βίους δύο παλικαριών, που θυσίασαν τον ανδρισμό τους για χάρη της μουσικής.

Ας μην καθυστερούμε. Βάλε το τσίγκινο βρακί σου για να νιώθεις ασφάλεια και έλα να σε τρατάρω καστράτους.

Farinelli

Ο Farinelli γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 1705 στην Απουλία της Νότιας Ιταλίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Carlo Maria Michaelangelo Nicola Broschi. Καταγόταν από καλή φαμίλια με παράδοση στη μουσική. Ο πατέρας, Salvatore Broschi, ήταν διακεκριμένος συνθέτης και διεύθυνε τη χορωδία του καθεδρικού της πόλης.

Η οικογένεια Broschi το 1707 μετακόμισε στη Barletta και το 1711 στη Νάπολη, όπου τον επόμενο χρόνο ο μεγάλος γιος της οικογένειας ο Richardo έγινε δεκτός στο ωδείο της Santa Maria di Loreto. Από την άλλη, ο μικρός Carlo έδειξε από νωρίς το ταλέντο του στη μουσική και οι δικοί του φρόντισαν να το καλλιεργήσει, δίνοντάς τον στην εποπτεία του Nicola Porpora, ο οποίος ήταν διακεκριμένος συνθέτης όπερας και πρωτοκλασάτος δάσκαλος.

Όλα καλά ως εδώ. Έλα όμως που το 1717 ο πατέρας του Carlo απεβίωσε και ο Richardo, όντας πλέον ο προστάτης της οικογένειας και του μικρού, αποφάσισε πως έπρεπε να επενδύσει για το μέλλον του αδερφού του. Κατά τον Richardo λοιπόν, το μέλλον του αδερφού του ήταν το τραγούδι, αλλά έπρεπε να προλάβει την φωνή του πριν αυτή χαλάσει και μείνει ο Carlo δίχως μέλλον. Τώρα, το να μείνει δίχως όρχεις, δεν τον πείραζε και τόσο.

Έτσι, με δικαιολογία πως ο μικρός έπεσε από άλογο και η επέμβαση ήταν απαραίτητη, ο μικρός Carlo τσουτσουρεύτηκε. Από εκεί και μετά, συνέχισε να βρίσκεται υπό την εποπτεία του Porpora, ο οποίος εκπαιδεύοντάς τον, τον έκανε ξεφτέρι και τον έβγαλε στο κουρμπέτι τρία χρόνια μετά τον ευνουχισμό του, όταν ήταν μόλις 15 ετών. Στο ντεμπούτο του τραγούδησε μια σερενάτα από το έργο του δασκάλου του “Angelica e Medoro” — μην ακούσω κανένα σαχλό αστείο για σοκοφρέτες, γιατί αυτά ανάμεσα στα πόδια σου θα έχουν την ίδια τύχη με αυτά του Carlo.

Ο μικρός λοιπόν άρχισε ταχύτατα να κτίζει τη καριέρα του. Στους κύκλους των μουσικόφιλων της Ιταλίας ήταν γνωστός ως “Il ragazzo” (το πιτσιρίκι) και αργότερα έγινε γνωστός ως Farinelli. Το 1722 τραγούδησε στη Ρώμη στο “Sofonisba” του Luca Antonio Predieri, στο γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο και το 1724 έδωσε τη πρώτη του παράσταση εκτός Ιταλίας, στη Βιέννη.

Μετέπειτα, μέχρι το 1727 περιόδευε σε όλη την Ιταλία και το 1728 ξαναβγήκε εκτός Ιταλίας για να τραγουδήσει στη βασιλική αυλή του Μονάχου. Εκείνη τη χρονική περίοδο τον εντόπισε και ο Βρετανός συνθέτης George Frideric Handel, όπου προσπάθησε να τον προσεγγίσει, αλλά απέτυχε παταγωδώς.

Το 1731 ο Farinelli ήρθε σε επαφή με τον Αυτοκράτορα Charles VI της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο οποίος κατά τον πρώτο βιογράφο του Farinelli, Giovenale Sacchi, έπεισε τον τραγουδιστή μας να αλλάξει το πλουμιστό και πολύπλοκο τραγουδιστικό ύφος του, μετατρέποντας το σε πιο απλό, άμεσο και συναισθηματικό. Μια τριετία αργότερα, ο Porpora τον κάλεσε στο Λονδίνο για να πάρει μέρος στο πατιρντί που έπαιζε κατά κει. Άκου εδώ κατάσταση:

Ο Handel (σου τον ανέφερα κάτι σειρές παραπάνω) μαζί με τον Senesino (και σε αυτόν αναφερθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο) και μερικούς άλλους, είχαν ιδρύσει το “Second Academy” και έδιναν παραστάσεις στο Βασιλικό θέατρο του Λονδίνου. Μόνο που ο Senesino τα έσπασε με τον Handel, και ίδρυσε το “Opera of the Nobility” για να τον ανταγωνιστεί. Σαν συνθέτη για τις όπερες που ανέβαζαν είχε προσλάβει τον Porpora, αλλά παρά τα high expectations, το project πήγε χάλια και γι’ αυτό ο Porpora ζήτησε από τον δικό μας να πάει στο Λονδίνο να σώσει τη κατάσταση.

Και εκείνος όχι μόνο την έσωσε, αλλά το κοινό τον λάτρεψε. Οι γυναίκες fans του έκαναν ωσάν ρουβίτσες όταν τον αντίκριζαν, ενώ πέρα από τις 1500 λίρες που πληρωνόταν ανά σεζόν, συνήθως τα έσοδα του έφταναν τις 5.000 λόγω των φιλοδωρημάτων που του έδιναν οι παλαβιασμένοι οπαδοί του. Μόνο που, κυρίως στο χώρο της τέχνας, τα πράγματα συνήθως δουλεύουν κατά το “easy come, easy go” και έτσι, με όση ευκολία κέρδισε το κοινό του ο Farinelli, με άλλη τόση τον βαρέθηκε και το Opera of the Nobility άρχισε να παίρνει και πάλι τον κατήφορο.

Για καλή του τύχη όμως, ο δικός μας είχε τα βύσματά του και παρά την αποτυχία στο Λονδίνο κατέληξε στην αυλή της Ισπανίας, όπου η βασίλισσα Elisabetta Farnese τον προσέλαβε για να τραγουδάει στον καταθλιπτικό άντρα της τον βασιλιά Philip V – εκείνο το καιρό οι δόκτορες υποστήριζαν πως η μουσική είναι αντικαταθλιπτική, δεν είχαν ακούσει My Dying Bride και παρεμφερή σχήματα προφανώς.

Έτσι ο καστράτος μας αποσύρθηκε από τις όπερες και αφιερώθηκε στη βασιλική φαμίλια, η οποία τον αντιμετώπιζε με αμέριστη αγάπη και φιλικότητα. Ακόμα και όταν ο βασιλιάς Φίλιππας τα τίναξε και τον διαδέχτηκε ο γιόκας του, ο Ferinard VI, o Farinelli συνέχισε να είναι από τα πιο ευνοημένα άτομα στην αυλή. Το 1750 μάλιστα τον έκαναν ιππότη στο Order of Calatrava.

Πάντως αξίζει να σημειωθεί πως, παρά το ότι η βασιλική οικογένεια μόνο το κωλοτρυπίδι δε του έγλυφε (ποτέ δε ξέρεις, ποτέ δε ξέρεις) και ο δικός μας είχε το ελεύθερο να κάνει ότι μαμουνιά μπορούσε να του κατέβει στο κεφάλι, προτίμησε να μείνει εκτός πολιτικών παιχνιδιών.

Αυτή η περίοδος εύνοιας έληξε όταν στον θρόνο της Ιταλίας ανέβηκε ο ετεροθαλής αδερφός του Ferinard, o Charles III, που δεν ήταν μουσικόφιλος και εξαιτίας της μάνας του είχε προηγούμενα με τον δικό μας. Βλέπεις όταν ο Phillip πέθανε, ο Ferinard έδιωξε την Farnese από την αυλή και ο Farinelli, παρά το ότι του το ζήτησε η ίδια, αρνήθηκε να την ακολουθήσει στην εξορία της.

Έτσι ο δικός μας αναγκάστηκε να εξοριστεί με τη σειρά του από την αυλή. Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στη Bologna, πλούσιος και δημοφιλής μεν, μοναχικότατος δε, παρόλο που υπήρχε πολύς κόσμος ο οποίος τον επισκεπτόταν — ανάμεσα σε αυτούς ο Casanova και ο Motzart. Πέθανε το 1782 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Santa Croce στη Bologna.

Υπάρχει και βιογραφική ταινία με την ζωή του Farinelli με τίτλο “Farinelli: il castrato“, ευρωπαϊκής παραγωγής του 1994, η οποία το 1995 βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα. Η εν λόγω ταινία περισσότερο εστιάζει στη σχέση του Farinelli με τον αδερφό του και παρουσιάζει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες για χάρη εντυπωσιασμού, αλλά σε όλες τις ιστορικές ταινίες και σειρές αυτή η φάση παίζει, οπότε why bother;

Αυτά τα ολίγα για τον Farinelli, αλλά δεν τελειώσαμε και το ξέρεις.

Caffarelli

Δαύτος σε σχέση με τον αρκετά easy going, πρώτο καστράτο αυτού του άρθρου, ήταν νουμεράντζα ολκής και φυσικά για αυτό και μόνο αξίζει να τον δούμε. Gaetano Majorano το ονοματάκι του, γεννήθηκε στις 12 Απριλίου του 1710 στο Bitonto και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Η γιαγιά του μάλιστα τον χαρτζιλίκωνε χοντρά με τα έσοδα που έβγαζε από δύο αμπελώνες, το οποίο χαρτζιλίκι πήγαινε στις σπουδές του, κυρίως τις μουσικές. Μεγάλος ο έρωτας του Gaetano με τη κυρα Μουσική, τόσο μεγάλος που στα δέκα του χρόνια αποφάσισε πως δε θέλει άλλη γκόμενα πέραν αυτής. Guess what: o πιτσιρικάς ζήτησε να τον ευνουχίσουν. Τους παρακαλούσε! “Πάρτε μου τα μπαλάκια δε τα θέλω! Τη φωνή μου θέλω!” – ε, και του τα πήραν.

Ο μικρός Gaetano, αφού του πήραν τα αρχίδια, πήγε και έγινε μαθητής του Porpora που αλλού θα πήγαινε. Λόγω της καύλας που είχε για τη μουσική, γρήγορα κατάφερε και έγινε ο αγαπημένος του δασκάλου, το εκνευριστικό teacher’s pet που όλοι μισούμε. Μια εξαετία έμεινε ο μικρός δίπλα στον δάσκαλότου και μετά ο Porpora τον άφησε να πετάξει χαρούμενα στις όπερες της Ευρώπης λέγοντάς του: “Πήγαινε γιε μου, δεν έχω τίποτε άλλο να σου διδάξω. Είσαι ο καλύτερος τραγουδιστής στην Ευρώπη.“

Μετά από αυτό, λογικό είναι να καβαλήσεις τη καλάμα. Όπως και να ‘χει, το 1726 έκανε το ντεμπούτο του στη Ρώμη, παίζοντας γυναικείο ρόλο στην όπερα “Valdemaro” του Domenico Sarro. Χωρίς πολλά – πολλά και έχοντας τις ευλογίες του δασκάλου του, άρχισε να γίνεται μούρη στις όπερες της Ιταλίας και να περιοδεύει σε όλη τη χώρα.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1730 πήγε και κατά Λονδίνο μεριά για να συνεργαστεί με τον Handel — βλέπε πιο πάνω σουρπουί μου. Δυστυχώς για αυτόν, η συνεργασία έγινε υπό τη σκιά του Farinelli, που πρόσφατα την είχε κάνει για Ισπανία. Παρόλα αυτά η σεζόν του 1737-1738 πήγε πολύ καλά για τον δικό μας.

Το 1739 ξεκίνησε να περιοδεύει στην Ευρώπη περνώντας από Ισπανία, Αυστρία και Γαλλία. Στη Γαλλία πήγε ύστερα από πρόσκληση του βασιλιά Louis XV και ήταν από τους χαϊδεμένους του, μέχρι που άρχισε να κάνει σκηνικά. Για την ακρίβεια μονομάχησε με έναν ποιητή, τον οποίο τραυμάτισε βαριά, και εξαιτίας δαύτης της καφρίλας του έχασε για τουλάχιστον ένα χρόνο την εύνοια του βασιλιά.

Επί του γενικότερου, αυτό που έχει ενδιαφέρον με τον Caffarelli δεν είναι τόσο η καριέρα του (παρόλο που ήταν από τους καλύτερους της εποχής του) αλλά η περσόνα του. Όπως σου ανέφερα ήταν νούμερο από τα λίγα. Εριστικός μέχρι αηδίας, προκαλούσε νταβαντούρια και ίντριγκες όπου και αν βρισκόταν.

Λίγο πιο συγκεκριμένα, ήταν τόσο ντίβα, που από ένα σημείο και μετά, ακόμα και στη σκηνή, έκανε ότι του κατέβαινε. Τραγουδούσε όποια version των ρόλων του καθόταν καλύτερα, τρόλλαρε τους συμπρωταγωνιστές του κάνοντας μιμήσεις των φωνών τους όταν αυτοί τραγουδούσαν τα σόλο τους ή έπιανε μπίρι-μπίρι με το κοινό, ενώ οι συμπρωταγωνιστές του πάνω στη σκηνή ξελαρυγγιάζονταν. Στανταράκι αν έψαχνες σε λεξικό της εποχής δίπλα στη λέξη “ασέβεια” θα έβρισκες το ονοματάκι του Caffarelli.

Άλλες χαριτωμενιές του, περιλαμβάνουν μονομαχίες με το παραμικρό και πολλά μπλεξίματα με τις αρχές εξαιτίας αυτών. Ξέρεις τώρα, κάθε τόσο τον μάζευαν, είτε γιατί κάποιον θα προκάλεσε σε μονομαχία, είτε επειδή θα προκαλούσε προβλήματα εν μέσω παραστάσεων. Ένα από τα πιο γνωστά του καμώματα ήταν το ξεκατίνιασμα μιας πριμαντόνας το 1745 κατά τη διάρκεια του έργου “Antigono“.

Παρ’όλες αυτές τις καφρίλες του όμως, για κάποιο μυστήριο λόγο τα πήγαινε εξωπραγματικά καλά με τον Handel, άσχετα αν ήταν και αυτός εξίσου οξύθυμος και εριστικός με τον δικό μας. Οι κακές γλώσσες λένε πως τον Caffarelli δεν τον έπαιρνε να κάνει σκηνικά στον Handel γιατί ήταν από εκείνα τα άτομα που τον πλέρωναν αδρά. “Το χέρι που σε ταϊζει δεν το δαγκώνεις“, που λέει η παροιμία.

Η αλήθεια είναι πως χωρίς αυτούς που τον πλήρωναν αδρά, ο Caffarelli δε θα τη πάλευε και πολύ, δεδομένου του χαρακτήρα του και του όχι και τόσο καλού reputation που είχαν οι καστράτοι εκτός σκηνής. Το ότι είχε καταφέρει να μαζέψει χρήμα του έδινε κοινωνικό statu που δε θα μπορούσε να αποκτήσει αλλιώς, καθώς και την ευκολία να κάνει τα γούστα του. Σαν καλή ψωνάρα, αγόρασε τίτλο ευγενείας και αρκετά ακίνητα κτήματα στη Νάπολη και στη Calabria. Τώρα πού θα τα μεταβίβαζε αυτά όταν θα τον έτρωγε το χώμα, είναι άλλη ιστορία.

Πάντως μεγαλώνοντας άρχισε να ηρεμεί: έκοψε τα ξυλίκια και τα ξεκατινιάσματα και επικεντρώθηκε στη φιλανθρωπία. Δεν τον έπαιρνε και πολύ βλέπεις, είχε ήδη αρκετούς εχθρούς και έναν αξιοσέβαστο αριθμό κερατωμένων ανδρών να τον κυνηγάνε με μασέτια ανά την Ευρώπη για να του πάρουν το κεφάλι.

“Από που και ως που τον κυνηγούσαν κερατωμένοι σύζυγοι; Αφού ήταν ευνούχος!” θα πεις γλυκό μου ανώμαλο πλασματάκι προσπαθώντας να δείξεις αθώο. Ο Caffarelli ματάκια μου είχε απίστευτο σουξέ στις γυναίκες, το οποίο προφανώς και εκμεταλλευόταν για να τονώσει τον εγωισμό του. Τι τους έκανε θα ρωτήσεις. Για φαντάσου! Με τόση πορνογραφία έρχεσαι σε επαφή καθημερινά εδώ στα internets. Ένας τρυφερός, δοτικός, άτριχος και άκαρπος άντρας, μάλλον φάνταζε ονειρικός για τις καταπιεσμένες κορασίδες εκείνων των καιρών, που έψαχναν κάποια (όσο να ‘ναι ασφαλή) διέξοδο από τους κακούς τους γάμους. Οι σύζυγοι τους δεν είχαν την ίδια γνώμη βέβαια.

Το ότι ο Caffarelli δεν βρήκε φρικτό θάνατο στα χέρια κάποιου απατημένου συζύγου είναι πραγματικά άξιο απορίας, όπως και το ότι κατάφερε και έζησε μέχρι τα 73 του, ενώ με το pericolosamente vivo που έκανε θα έπρεπε να τα έχει τινάξει πολύ πιο νωρίς…

And that’s all folks! Τους βλεφαρίσατε τους βίους των καστράτων. Εύγε! Εμείς θα τα πούμε από βδομάδα, χωρίς ευνουχισμούς και άλλα τέτοια οδυνηρά.

Κλείνοντας θα σε παρέχω μερικές πληροφορίες που νομίζω είναι χρήσιμες να τις γνωρίζεις για το συγκεκριμένο θέμα.

  • Ηχητικά ντοκουμέντα από βέρο καστράτο, δυσκολάκι να βρεις εκεί έξω. Δεν υπάρχουν για ευνόητους λόγους και ενώ στις μέρες μας, όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο άρθρο, υπάρχουν άνθρωποι που η φωνή τους προσεγγίζει αυτές των καστράτων, το real thing δεν ξέρουμε πως ακριβώς ήταν.
  • Τα μόνα στοιχεία που έχουμε είναι κάποιες ηχογραφήσεις του Alessandro Moreschi από τη χρονική περίοδο 1902-1904. Τρέχα γύρευε δηλαδή, αλλά πάρε να ακούσεις, έτσι για να ‘χεις μια ιδέα: