Καθεστωτική και αντικαθεστωτική ρωσική αντιπολίτευση

Του Γκριγκόρι Γκολόσοφ

Σύμφωνα με το ρωσικό τύπο τα αντιπολιτευόμενα κόμματα στη Ρωσία χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, τα «εντός» και τα «εκτός» συστήματος. Τα «εντός συστήματος» είναι τα επίσημα αναγνωρισμένα κόμματα, που δικαιούνται να συμμετέχουν στις εκλογές, πράγμα που σημαίνει πως εντάσσονται στις προδιαγραφές του «περί κομμάτων» νόμου: πρόκειται για μια σειρά τεχνικών λεπτομερειών που αφορούν την οργανωτική δομή των κομμάτων, τις προγραμματικές τους θέσεις και την οικονομική τους διαχείριση. Αλλά υπάρχει και μια προϋπόθεση εξαιρετικά δύσκολη να τηρηθεί, που ζητάει από τα κόμματα να έχουν τουλάχιστο 45 χιλιάδες μέλη.

Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα «εντός συστήματος»…

Πριν το φθινόπωρο του 2006, υπήρχαν πάνω από 30 κόμματα στη Ρωσία, αλλά τα περισσότερα από αυτά ανέστειλαν τη λειτουργία τους διότι δεν τηρούσαν τις νομικές προδιαγραφές λειτουργίας τους. Σήμερα έχουν απομείνει μόνο 7: το κυβερνητικό κόμμα «ενωμένη Ρωσία» (UR) και άλλα έξι «εντός συστήματος» κόμματα, 3 εκ των οποίων εκπροσωπούνται στη «δούμα», την κάτω βουλή του ρωσικού νομοθετικού σώματος: πρόκειται για το «κομμουνιστικό κόμμα της ρωσικής ομοσπονδίας» (ΚPRF), τη «δίκαιη Ρωσία» (JP) και το «φιλελεύθερο δημοκρατικό κόμμα Ρωσίας» (LDPR).

Υπάρχουν τρία ακόμα, που δεν εκπροσωπούνται στη βουλή: η «δίκαιη υπόθεση» (RC), το «γιάμπλοκο» (ΥΒ) και οι «Ρώσοι πατριώτες» (RP). Βασική διαφορά μεταξύ των κοινοβουλευτικών και των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων είναι πως τα πρώτα συμμετέχουν αυτοδίκαια στις εκλογές, ενώ τα δεύτερα χρειάζεται ακόμα να συγκεντρώσουν ένα μεγάλο αριθμό υπογραφών υπέρ της συμμετοχής τους.

Η επίσημη καταγραφή ενός κόμματος του εξασφαλίζει πολλά προνόμια: όχι μόνο το δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές, αλλά και άλλα πολλά, με κυριότερη την κρατική χρηματοδότηση και τη δυνατότητα χρηματοδότησής τους από χορηγούς. Τα κόμματα που χάνουν αυτά τα προνόμια βρίσκονται σε εξαιρετικά επώδυνη θέση. Αλλά σύμφωνα με το νόμο περί της λειτουργίας των κομμάτων κάθε κόμμα μπορεί να χάσει ανά πάσα στιγμή την άδεια λειτουργίας του, για τον ένα ή τον άλλο λόγο:

  • Πρώτον, το υπουργείο δικαιοσύνης μπορεί να αποφασίσει πως κάποιο κόμμα δεν έχει πια τον αριθμό των ενεργών μελών που απαιτεί ο νόμος. Όταν το 2006 χορηγήθηκε στα κόμματα μια γενναιόδωρη κρατική χρηματοδότηση, οι ελεγκτές του υπουργείου ήλεγξαν λεπτομερώς τους καταλόγους μελών των κομμάτων: όλα τα κόμματα εμφάνιζαν μέλη που βρίσκονταν κάτω από το όριο ηλικίας, είχαν πεθάνει ή δεν κατοικούσαν στις δηλωμένες διευθύνσεις. Με δεδομένο πως πάντοτε μπορούν να βρεθούν τέτοιες περιπτώσεις, κανένα κόμμα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη συμμετοχή του στις εκλογές.
  • Δεύτερον, το υπουργείο δικαιοσύνης μπορεί να ελέγξει την εσωτερική ζωή των κομμάτων και τη νομιμότητα της εκλογής των κομματικών του οργάνων. Αν το υπουργείο θεωρήσει πως το συνέδριο του κόμματος παρέβη κάποιες από τις προδιαγραφές που έχει θέσει, όπως π.χ. πως υπάρχουν σύνεδροι που εξελέγησαν με ψηφοφορίες που ήταν νόθες, παράτυπες ή αντικανονικές, τα όργανα που εξέλεξε το συνέδριο αυτό είναι καταδικασμένα να εκπέσουν. Επισήμως κάτι τέτοιο δεν αναστέλλει τη νόμιμη λειτουργία των κομμάτων, αλλά τα καθιστά ουσιαστικά ακυβέρνητα, καθώς οι αποφάσεις τους δε λαμβάνονται υπόψη από τις κρατικές υπηρεσίες, με βασικότερη επίπτωση να μην μπορούν να καταθέσουν υποψηφιότητες στις εκλογές.
  • Τέλος, οι ρωσικές εκλογές είναι έτσι οργανωμένες που κανένα κόμμα να μην μπορεί να προεξοφλήσει την εκπροσώπησή του στη βουλή. Το όριο εκλογής είναι εξαιρετικά υψηλό (7% των εγκύρων ψηφοδελτίων) και είναι γενικά παραδεκτό πως η νόθευση της εκλογικής διαδικασίας «μεταφέρει» μεταξύ 5% και 10% των ψήφων από το ένα κόμμα στο άλλο. Στις τοπικές εκλογές της περιόδου 2008-2011 το κομμουνιστικό KPRF έλαβε 16.6% κατά μέσο όρο, η «δίκαιη Ρωσία» 10.4%, οι φιλελεύθεροι του LDPR 10.3% και τα άλλα κόμματα μικρότερα ποσοστά. Η οξεία προεκλογική κριτική μπορεί να εκνευρίσει τις αρχές που οργανώνουν τις εκλογές, οι οποίες αν αποφασίσουν να νοθεύσουν το εκλογικό αποτέλεσμα ενός κόμματος μπορεί να του στερήσουν την εκπροσώπησή του.

Αυτός είναι ο λόγος που τα «εντός συστήματος» κόμματα της ρωσικής αντιπολίτευσης είναι πάντα εξαιρετικά συμβιβαστικά με τις αρχές. Οι προγραμματικές τους θέσεις είναι απρόθυμες να επικρίνουν τις βασικές κυβερνητικές θέσεις ή να επιλέγουν ενοχλητικούς υποψηφίους.

Είναι π.χ. πασίγνωστο πως πολλοί υποψήφιοι του LDPR δεν είναι καν μέλη του κόμματος, αλλά αποτελούν προσωπικές επιλογές υψηλά ιστάμενων στελεχών του Κρεμλίνου, σαν τον Βλάντισλαβ Σουρκόφ (Vladislav Surkov). Είναι σαφές σε όλους πως τα κόμματα της «καθεστωτικής» αντιπολίτευσης δεν έχουν την πολυτέλεια να προκρίνουν υποψηφίους που θα δυσαρεστούν πέραν ενός σημείου το Κρεμλίνο.

Η αδυναμία τους να παρουσιάζουν υποψηφίους, η προθυμία τους να συμβιβάζονται με τις αρχές, η απουσία κάθε διακριτής και ηχηρής αντιπολιτευόμενης προσωπικότητας, η αδυναμία τους να επικεντρωθούν στα πραγματικά προβλήματα, όλα αυτά μειώνουν κατά πολύ την απήχηση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων. Μερικά εξ αυτών (ιδίως το KPRF και το LDPR) διαθέτουν πραγματική λαϊκή υποστήριξη, αλλά όχι τόσο τη δυνατότητα να την αυξήσουν.

Η εκλογική άνοδος της «δίκαιης Ρωσίας» π.χ. είχε προεξοφληθεί από πολλούς που γνώριζαν πως το κόμμα αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου του Κρεμλίνου προκειμένου να εκτοπισθεί από την κεντρική πολιτική σκηνή το κομμουνιστικό KPRF. Αλλά σήμερα ο ηγέτης του κόμματος Σεργκέι Μιρόνοφ (Sergei Mironov) έχει αποδυναμωθεί από ένα ακόμα ανάλογο σχέδιο, το κόμμα «δίκαιη υπόθεση» του πλουτοκράτη Μιχαήλ Προχόροφ (Mikhail Prokhorov).

Εν ολίγοις, η «καθεστωτική» αντιπολίτευση αποτελείται από ελεγχόμενα, καθεστωτικά κόμματα, που το καθένα διαθέτει κάποια μικρή λαϊκή υποστήριξη, ενώ η παρουσία τους δίνει στον κορμό των ψηφοφόρων μια αίσθηση πολιτικής αντιπαράθεσης. Αλλά η ύπαρξή τους εξυπηρετεί το Κρεμλίνο και για έναν ακόμα λόγο: ο κόσμος δεν ψηφίζει την «ενωμένη Ρωσία» επειδή συμπαθεί αυτό το κόμμα, αλλά επειδή αντιπαθεί τα άλλα ακόμα περισσότερο. Οι κανόνες του παιχνιδιού στο ρώσικο κοινοβουλευτικό παίγνιο είναι έτσι φτιαγμένοι που τα κόμματα της «καθεστωτικής» αντιπολίτευσης να μη δύνανται να συγκεντρώσουν τη λαϊκή συμπάθεια.

Και τα «εκτός»…

Η «εκτός συστήματος» αντιπολίτευση απαρτίζεται από πολιτικά κόμματα που ναι μεν είναι υπαρκτά, αλλά δεν αναγνωρίζονται από την κυβέρνηση και δε δικαιούνται να συμμετέχουν στις εκλογές. Κατά καιρούς λίγο-πολύ όλα προσπάθησαν να νομιμοποιηθούν, αλλά οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν. Το γνωστότερο ανάμεσά τους είναι το «λαϊκό κόμμα ελευθερίας» (PARNAC), η «άλλη Ρωσία» και το «ενιαίο ρωσικό μέτωπο εργασίας».

Χωρίς τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στις εκλογές και με τη δράση τους να περιορίζεται λόγω της έλλειψης νομικού καθεστώτος, τα κόμματα αυτά οργανώνουν ως επί το πλείστον διαδηλώσεις και άλλες μορφές διαμαρτυρίας, που συχνά απαγορεύονται και καταστέλλονται από τις αρχές, και διαφημίζονται στα μίνιτα. Επειδή όμως τα ΜΜΕ ως επί το πλείστον ελέγχονται από το κράτος, οι δραστηριότητές τους αγνοούνται συστηματικά, με αποτέλεσμα κατά κανόνα να έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο διαδίκτυο. Αλλά και η ανάπτυξη του διαδικτύου στη Ρωσία είναι πολύ πρόσφατη και οι περισσότεροι χρήστες του ελάχιστα ενδιαφέρονται για την πολιτική.

Τρεις εκλογικές στρατηγικές

Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη λοιπόν πως στη Ρωσία ελάχιστοι γνωρίζουν τη δραστηριότητα των οργανώσεων αυτών, που δεν παύει όμως να έχουν κάποια απήχηση στα πιο μορφωμένα και σχετικά εύπορα στρώματα των μεγάλων πόλεων. Ως εκ τούτου, παρουσιάζουν έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στις 23 Αυγούστου στη Μόσχα συζητήθηκαν οι τρόποι συμμετοχής των «αντικαθεστωτικών» κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές. Συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων σχεδόν των μη αναγνωρισμένων κομμάτων, μαζί και δύο αναγνωρισμένων, του KPRF και το YB. Η συμμετοχή ενός τόσο ευρέως φάσματος κομμάτων της ρωσικής αντιπολίτευσης είναι από μόνη της μια θετική εξέλιξη για την παράταξη αυτή. Στο «δια ταύτα» όμως, απέτυχαν να συμφωνήσουν.

Υπήρξαν πολλές προτάσεις, μερικές εκ των οποίων ήταν εντελώς εξωτικές (π.χ. να ζητηθεί από τους πολίτες να διαγραφούν από τους εκλογικούς καταλόγους). Αλλά κυριάρχησαν δύο προτάσεις: η αποχή από τις εκλογές και η υποβολή άκυρων ψηφοδελτίων. Καμιά από τις προτάσεις αυτές δεν θα έχει το παραμικρό πολιτικό αποτέλεσμα.

Η αποχή θα είχε νόημα μόνο αν υπήρχε η ελάχιστη έστω πιθανότητα να επιτευχθεί ένα πολύ χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην εκλογική διαδικασία, που όμως δεν υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή στις εκλογές εξασφαλίζεται από την έντονη κινητοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και άλλων μερίδων του πληθυσμού που είναι άμεσα εξαρτώμενες από το κράτος (συνταξιούχοι, στρατιώτες, δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές) αλλά και την έμμεση δωροδοκία των αποπολιτικοποιημένων ψηφοφόρων, που προσελκύονται στις κάλπες με την οργάνωση λαχειοφόρων αγορών, την πώληση ειδών σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές και μια σειρά ανάλογων παροχών.

Στην πραγματικότητα, αυτές οι μέθοδοι εξασφαλίζουν τη συμμετοχή στις εκλογές του 50% τουλάχιστο του εκλογικού σώματος, που μερικές αναλύσεις εκλογικών αποτελεσμάτων την αναβιβάζουν ακόμα και στο 70%. Οπότε οι αρχές δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίσουν ούτε καν το φάσμα μιας συμβολικής ήττας και η «ενωμένη Ρωσία» μπορεί να είναι 100% βέβαιη για την εκλογική της νίκη.

Η ακύρωση των ψηφοδελτίων θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κάπως λογικότερη επιλογή. Το πρόβλημα είναι πως η τύχη της εξαρτάται απολύτως από τη θέληση των εφορευτικών επιτροπών που είναι τα μόνα αρμόδια να κρίνουν αν ένα ψηφοδέλτιο είναι άκυρο. Αλλά όπως αποδείχθηκε στις περιφερειακές εκλογές, το πιθανότερο είναι τα ψηφοδέλτια αυτά να καταλήξουν να προσμετρηθούν υπέρ της «ενωμένης Ρωσίας». Αυτό οφείλεται στο ότι στις εκλογικές επιτροπές συμμετέχουν μόνο εκπρόσωποι των αναγνωρισμένων αντιπολιτευόμενων κομμάτων, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι ο μεταξύ τους ανταγωνισμός και όχι η καταμέτρηση των άκυρων ψηφοδελτίων.

Τούτων λεχθέντων, εξυπακούεται πως η πιο καρποφόρα εκλογική στρατηγική των αντικαθεστωτικών αντιπολιτευόμενων κομμάτων θα ήταν να καλέσουν το λαό να ψηφίσει οποιοδήποτε άλλο κόμμα εκτός της «ενωμένης Ρωσίας», όπως πρότεινε την άνοιξη του 2011 ο διαβόητος μπλόγκερ Αλεξέι Ναβάλνι (Alexei Navalny).

Σκοπός μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν να πληγεί όσο βαρύτερα γίνεται το καθεστώς διαμέσου της μείωσης του ποσοστού της «ενωμένης Ρωσίας». Θεωρείται πως σε κάποιο βαθμό τα υπόλοιπα καθεστωτικά κόμματα θα μπορέσουν να προασπιστούν τις ψήφους υπέρ τους, με αποτέλεσμα η νοθεία να μην κατορθώσει να εκμηδενίσει την αποτελεσματικότητα της αντικαθεστωτικής ψήφου.

Φυσικά η στρατηγική αυτή παραβλέπει το γεγονός πως όλα τα κόμματα της καθεστωτικής αντιπολίτευσης θεωρούνται εντελώς αναξιόπιστα στα μάτια των επικριτικών ψηφοφόρων. Πράγμα που σημαίνει πως η επιλογή αυτή μπορεί να εμφανιστεί στα μάτια χιλιάδων αντιπολιτευόμενων Ρώσων ως πολύ χειρότερη σε σχέση με την αποχή ή ακόμα και με την υπερψήφιση της «ενωμένης Ρωσίας», ως της μόνης πραγματιστικής επιλογής.

Πρόκειται για μια στρατηγική του «μικρότερου κακού», με βασικότερο μειονέκτημα πως απαιτεί ένα βαθμό αυταπάρνησης των αντικαθεστωτικών προς όφελος των καθεστωτικών κομμάτων, με τα οποία όχι μόνο δεν τα ενώνει τίποτα αλλά συχνά συγκρούονται οξύτατα. Η συγκέντρωση της 23ης Αυγούστου έδειξε πως τα σημαντικότερα αντικαθεστωτικά κόμματα δεν είναι έτοιμα για κάτι τέτοιο. Είναι επίσης αλήθεια πως το ρωσικό πολιτικό σύστημα έχει οικοδομηθεί με τρόπο που να δυσχεραίνει τις προεκλογικές συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών κομμάτων.

Η απευθείας συνεργασία μεταξύ καθεστωτικών και αντικαθεστωτικών κομμάτων δεν προσφέρει κανένα άμεσο πλεονέκτημα σε κανέναν από τους εταίρους, με τα καθεστωτικά κόμματα να φοβούνται -και δικαίως- πως μια τέτοια κίνησή τους θα επέφερε την μήνιν του Κρεμλίνου εναντίον τους, και τα μη καθεστωτικά κόμματα να ακυρώνουν ένα από τους κύριους πολιτικούς τους στόχους, ήτοι την απαξίωση ολοκλήρου του πολιτικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της κομματικής διάταξης, που θεωρείται ένας από τους πυλώνες του.

Συμπερασματικά, η καλύτερη δυνατή συνεργασία της σημερινής ρωσικής αντιπολίτευσης δεν είναι η συνένωση των δυνάμεών της, αλλά η λεγόμενη «κοινή δράση», που ήδη αξιοποιήθηκε κατά την πορεία μετάβασης στη δημοκρατία στη Χιλή και τη Νότιο Κορέα. Σύμφωνα με αυτή, οι πολιτικές οντότητες διατηρούν το δικαίωμα της αυτονομίας και της κριτικής στάσης προς τους εταίρους τους, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να πετύχουν κοινούς στόχους και δεσμεύονται να απέχουν από ενέργειες που θα αποδυνάμωναν αυτή την πορεία.

Καθώς το ζητούμενο σήμερα είναι να υποστεί όσο το δυνατό μεγαλύτερη ζημία το μονοπώλιο του κυβερνώντος κόμματος, αυτό πρακτικά θα σήμαινε να συμφωνήσουν τα αντικαθεστωτικά κόμματα να καλέσουν τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν στις 4 Δεκεμβρίου οποιοδήποτε άλλο κόμμα πλην της «ενωμένης Ρωσίας».

Ο Grigorii Golosov είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στην Αγία Πετρούπολη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας