Κινδυνεύεις να χάσεις τον σύντροφο;

Κινδυνεύεις να χάσεις τον σύντροφο;

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου

Αν ετοιμάζεσαι να πας διακοπές με τον καλό σου και μεγάλη παρέα, ξανασκέψου πόσο καλά ξέρεις εκείνη την κοπέλα που είναι μόνη της, ψάχνεται καιρό και ξεκαρδίζεται με κάθε μπούρδα που λέει ο δικός σου.

Το πρώτο πράγμα που δεν περιμένεις στις διακοπές σου είναι να πέσεις πάνω στο μισητό καθηγητή φυσικής που ήταν ο εφιάλτης σου σε όλη τη δευτέρα γυμνασίου. Το αμέσως επόμενο πράγμα που δεν περιμένεις είναι πως μια κοπέλα από την παρέα σου θα την πέσει στο φίλο σου. Μου συνέβησαν και τα δύο εκείνο το καλοκαίρι. Σαφώς, προτιμώ το πρώτο.

Η μαύρη χήρα

Κι όμως, είχαν ξεκινήσει όλα τόσο χάλια, που δε θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση. Με το φίλο μου τις δύο εβδομάδες πριν φύγουμε για διακοπές ήμασταν σαν το σκύλο με τη γάτα. Όταν δεν έχεις κάποιον να μοιραστείς μαζί του τις καλοκαιρινές σου διακοπές, σε πιάνει κατάθλιψη κι όταν έχεις, εύχεσαι να πνιγεί.

Oι άλλοι, τώρα, με τους οποίους θα πηγαίναμε σε ένα νησί του Αιγαίου για δέκα ολόκληρες ημέρες ήταν: μία από τις καλύτερές μου φίλες με το καινούριο της αγόρι, ένα αδιάφορο ζευγάρι, μερικοί φίλοι της φίλης μου και η Λίλα. Η οποία ήταν κι αυτή φίλη της φίλης μου και εκείνη την εποχή μόνη. Η Λίλα ήταν ωραία, όχι εκφραστικά ωραία, ωραία σαν μοντέλο. Μακριά πόδια, τέλεια μάτια, τέτοια. Επιπλέον, τη συμπαθούσα πολύ – μέχρι τότε. Είχαμε βγει έξω όλοι μαζί αρκετές φορές, μάλιστα με τον Κώστα, το αγόρι μου, είχαν βρει κοινό σημείο συζήτησης: «έθαβαν» συναδέλφους (έκαναν την ίδια δουλειά) κι ήταν όλα μια χαρά. Όταν του ανακοίνωσα πως θα ερχόταν και η Λίλα μαζί μας, είπε: «Τι ωραία, τη συμπαθώ πολύ». «Κι εγώ», του απάντησα, «κι εγώ».

Στο πλοίο προς το νησί όλοι μιλούσαν μεταξύ τους, όλοι εκτός από μένα και τον Κώστα. Έτσι χωρίς λόγο, απλά είχαμε ξυπνήσει για μία ακόμη φορά στραβά. Η Λίλα με ρώτησε τι συνέβαινε. «Τίποτα, μωρέ», της είπα ρουφώντας δυνατά το χυμό πορτοκάλι μου, «έχει ξυπνήσει ανάποδα εδώ και δύο εβδομάδες, θα του περάσει». «Το ελπίζω, γιατί είστε ωραίο ζευγάρι» είπε και πήγε και κάθισε δίπλα του.

Φτάσαμε τελικά στο νησί, τακτοποιηθήκαμε στα δωμάτια (ήταν ένα συγκρότημα που όλα τα δωμάτια έβλεπαν σε κοινή, ιδιωτική αυλή) κι όταν έβαλα το μαγιό μου κι έκανα την πρώτη βουτιά στη θάλασσα ξέχασα και τον Κώστα και την γκρίνια του κι αποφάσισα ότι αυτές θα ήταν μοναδικές διακοπές. Όντως, ήταν. Άρχισα να το παρατηρώ το απόγευμα της τρίτης μέρας, όταν ήμασταν, όπως κάθε απόγευμα, αραγμένοι στην αυλή μας πίνοντας σπιτικά κοκτέιλ: η Λίλα καθισμένη δίπλα στον Κώστα κι ο Κώστας να της φτιάχνει συνέχεια ποτό και να χασκογελάνε.

«Θάβουν συναδέλφους πάλι» είπα από μέσα μου. Θάψανε και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη κι όταν πια σκέφτηκα ότι μάλλον δεν υπήρχαν άλλοι συνάδελφοι, είχαν πεθάνει όλοι από τη γλωσσοφαγιά, άρχισα να διεκδικώ ό,τι βασικά ήταν δικό μου: το φίλο μου, με τον οποίο είχα έρθει σε ένα σούπερ νησί για διακοπές κι εκείνος, αντί να κάνουμε έρωτα όλη μέρα, έβαζε ποτό σε μια άλλη και πετούσε ηλίθια αστεία που ήξερε ότι αρέσουν σε ψηλές, ξανθές κι αδύνατες.

Είχε αρχίσει ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι, εκείνο του συγκαλυμμένου φλερτ, που τόσο κολακεύει κάθε άντρα ανεξαιρέτως. Δεν είπα τίποτα στην κολλητή μου, τι να της πω άλλωστε, μια παρέα ήμασταν, σωστά; Λάθος. Γιατί η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο, οπότε ένα βράδυ που θα πηγαίναμε να φάμε έξω όλοι μαζί, εγώ προφασίστηκα ότι με πονούσε το στομάχι μου, ώστε να μείνουμε μόνοι ο Κώστας κι εγώ, να συμπεριφερθούμε επιτέλους σαν ζευγάρι και να δω αν είχα λόγο που ανησυχούσα.

Το αποτέλεσμα ήταν εκείνος να κάνει κάτι μούτρα μέχρι εκεί κάτω, να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο σαν αγρίμι, εμένα ν’ αρχίσει όντως να με πονάει το στομάχι μου και να περνάμε γενικά τόσο ωραία, που άρχισα τα βουβά παρακάλια να γυρίσουν όλοι πίσω το συντομότερο. Πράγματι, μόλις ο Κώστας είδε τη Λίλα κι η Λίλα εκείνον, άρχισαν πάλι να χασκογελάνε κι εγώ να μυξοκλαίω μόνη στο δωμάτιο, όπου γύρισα για να πιω ένα ζαντάκ.

Oι μέρες περνούσαν, τα βράδια περνούσαν, ο Κώστας σχεδόν δε με άγγιζε, η Λίλα το έβλεπε κι ερχόταν μ’ ένα φιλικό χαμόγελο και με ρωτούσε «Μωρέ, είσαι καλά; Δε σε βλέπω και πολύ χάι» κι άλλα τέτοια εμετικά.

Η κολλητή μου είχε το δικό της κρυφό νταλκά -θα σου πω παρακάτω- για να ασχολείται με τους νταλκάδες άλλων κι έτσι έφτασε κι η προτελευταία μέρα στο νησί, με όλη την παρέα να είναι από το πρωί σε ένα beach bar να πίνει και να τρώει, όλη εκτός από μένα, που έφυγα για την παραλία για το ultimate test: να τσεκάρω αν θα ερχόταν ο Κώστας να δει αν περνάω καλά, να μου φέρει ένα ποτό, να ξαπλώσει δίπλα μου, να μου φέρει έστω ένα περιοδικό. O Κώστας ήρθε με άδεια χέρια μετά από μιάμιση ώρα ακριβώς, λίγο προτού αποφασίσω να πέσω να πνιγώ. Με ρώτησε στα γρήγορα αν όλα πήγαιναν καλά κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας λέγοντας «Αν θέλεις, έλα πάνω. Ξέρεις πού είμαστε». Αυτά.

Περάσαμε όμορφα

Κι έτσι γυρίσαμε από κείνο το ρημαδονήσι πίσω στην Αθήνα, όπου το επόμενο βράδυ η φίλη μου έκανε reunion πάρτι σπίτι της, έτσι για να μην ξεχάσουμε πόσο ωραία είχαμε περάσει. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η Λίλα είπε από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ότι λυπάται που δε θα έρθει, είναι άρρωστη. Δεν έχω ιδέα αν ήταν το τελευταίο της κόλπο ή ήταν όντως αλήθεια.

O Κώστας πάντως πήρε το ακουστικό στα χέρια του, άρχισε σχεδόν να την παρακαλάει μπροστά σε όλους να έρθει κι όταν εκείνη επέμεινε ότι δεν μπορεί, το ‘κλεισε, γύρισε προς τον τοίχο, μουρμούρησε ένα «Καλά, δε θα την παρακαλάμε κιόλας» κι όλα ξανάγιναν ακριβώς όπως πριν πάμε διακοπές, δηλαδή μ’ εμένα και τον Κώστα να μαλώνουμε συνέχεια. Αλλά Λίλα δεν υπήρχε πια ανάμεσά μας. Το γιατί το έμαθα σύντομα.

Η Λίλα μπορεί να μην κατάφερε να απλώσει τα πλοκάμια της στον Κώστα εκείνο το καλοκαίρι, κατάφερε όμως τελικά να αρπάξει το αγόρι της κολλητής μου. Το ίδιο πρόβλημα που είχα εγώ τότε το είχε κι εκείνη, μόνο που για αυτήν ήταν διπλό, γιατί η Λίλα ήταν κολλητή της. Δεν έχουν ξαναμιλήσει από τότε.

Με τον Κώστα χωρίσαμε ένα χρόνο αργότερα, όταν εγώ ερωτεύτηκα έναν άλλο, αλλά έχουμε παραμείνει φίλοι. Όταν τον ρώτησα μία φορά, πρόσφατα, να μου πει αν γούσταρε ποτέ τη Λίλα, στην αρχή έμεινε κατάπληκτος, για να παραδεχτεί μετά από λίγο πως εκείνο το καλοκαίρι, που δεν ήμασταν καλά μεταξύ μας, του είχε κάνει πολύ καλό στον εγωισμό του όλη η προσοχή κι ο θαυμασμός που του έδειχνε. Ναι, του άρεσε που τον έβλεπε με έναν τρόπο που εγώ, λόγω των συνθηκών, δεν τον έβλεπα. Ναι, τη φλέρταρε κι εκείνος. Όχι, δε θα ‘φτανε στο σημείο να τα φτιάξει μαζί της, δεν ήταν ο τύπος του. Όταν μου είπε το τελευταίο, τον φίλησα στοργικά στο μέτωπο και του αγόρασα παγωτό χωνάκι.

Πως να αντιμετωπίσεις εκείνη

  • Αγνόησε την. Όσο πιο πολλή σημασία τής δίνεις, τόσο πιο πολύ ευχαριστιέται.
  • Μη μεταφέρεις το πρόβλημά σου στους υπόλοιπους της παρέας.
  • Αν φτάσει ο κόμπος στο χτένι, πάρ’ την κάπου απόμερα και ρώτησέ την ευθέως τι νομίζει ότι κάνει.
  • Ψέκασε την με αροξόλ.

Πως να αντιμετωπίσεις εκείνον

  • Όσο πρέπει να αγνοήσεις αυτήν που μπαίνει ανάμεσά σας, άλλο τόσο δεν πρέπει να αγνοήσεις το φίλο σου. Αυτές, δε, τις επικίνδυνες ημέρες να του φέρεσαι σαν να είναι ο μοναδικός άντρας στη γη.
  • Να του φέρεσαι σαν να ‘ναι ο μοναδικός άντρας στη γη μεν, αλλά αν το παραξηλώσει, ρίξ’ του μια ανάποδη να ισιώσει και μετά το συζητάτε, σαν πολιτισμένοι άνθρωποι που είστε.
  • Φλερτάρει ασύστολα αυτός; Φλέρταρε ασύστολα κι εσύ το φίλο του. Να δούμε ποιος θα ιδρώσει πρώτος, εσύ ή αυτός;
Προηγούμενο άρθροΈβαλαν άλογα, έβγαλαν δέρματα
Επόμενο άρθροΠρέπει να συζητάς τα πάντα με τον σύντροφο σου;
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας