Κληρονόμησα από την γιαγιά μου δυο πράγματα: το όνομα και τα μαγειρέματα

Κληρονόμησα από την γιαγιά μου δυο πράγματα: το όνομα και τα μαγειρέματα

Της Λουίζα Μιχαλάκη.

Κληρονόμησα από την γιαγιά μου δυο πράγματα: το όνομα και τα μαγειρέματα, μαζί με τις ιστορίες τους. Ποτέ ένα φαγάκι, δεν φτιάχνεται χωρίς να το μιλήσεις. Για την ακρίβεια, χωρίς να το στολίσεις με παραμιλητό. Αυτό, μοιάζει πολύ με κουσούρι, μα μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν είναι.

Η γιαγιά μου λοιπόν, πέθανε τον Μάιο του 2000, εκατό χρονών παρά λίγο, με σώας τας φρένας και έπεσε στο κρεβάτι μόνο όταν το αποφάσισε, δηλαδή μια βδομάδα πριν. Είχα τη χαρά και την τύχη να είμαι κοντά της τότε, γιατί αυτήν την γιαγιά –άργησα- αλλά εντέλει την αγάπησα βαθιά, ευτυχώς καιρό πριν τον θάνατό της. Νομίζω πως οι δικές της οι αγάπες, οι ξεχωριστές, ήταν δύο: τα λουλούδια και οι μελιτζάνες.

Μπροστά σε μια σακούλα έψιμες μελιτζάνες, γονάτισα σήμερα. Μου τρύπησε τον εγκέφαλο η ανάμνηση της τηγανητής μελιτζάνας με ντομάτα και απίστευτη ποσότητα σκόρδου, σε ένα γαργαντούικο πιάτο, που έφτανε να ταΐσει περί τα δεκαοχτώ άτομα, συν τα έκτακτα δευτερανήψια που μαζεύονταν από τη μυρωδιά.

Οι μελιτζάνες της γιαγιάς μου έκαναν πάταγο, σε όλες τους τις φάσεις. Ξεκινώντας από το μποστάνι, αφού ήταν τόσο περιποιημένες και φυτεμένες πάντα, δίπλα ή και ανάμεσα σε βασιλικούς. Το πρώτο κόψιμο, ήταν ως συνήθως ένα γλυκό μελιτζανάκι. Ενώ προς το τέλος της παραγωγής τους, δηλαδή μετά τη συγκομιδή, ακολούθως κατέληγαν τηγανητές ή ιμάμ μπαϊλντί στην κατσαρόλα. Οι πρώτες όψιμες, τις μαγείρευε στο τηγάνι περίπου στις αρχές του φθινοπώρου, μιας και όλοι ζητάγαμε αυτό το υπέροχο φαγάκι, ένεκα ο χειμώνας, τα σχολεία, και εκείνες οι περίεργες μέρες που νύχτωνε σχετικά νωρίς…

Η στυφή και πένθιμη μελιτζάνα μετουσιώνονταν λοιπόν στον εκλεκτότερο των μεζέδων κι ας κάναμε τρεις μέρες να συνέλθουμε απ’ το σκόρδο. Η ίδια, τις συνόδευε πάντα με ένα νεροπότηρο κόκκινο κρασί για «να κάνει αίμα», όπως έλεγε. Τρελαινόμασταν! Κι εμείς, αλλά κυρίως το πιεσόμετρο, το οποίο αργά το βραδάκι, χτυπούσε είκοσι, εικοσιδύο… ‘Όταν η μητέρα μου, πολύ αργότερα, της περιόρισε τα τηγανητά και το κρασί, η πίεση έπεσε στο δεκαεφτά, αλλά η γιαγιά είχε υποτασική ζάλη…

Η ιστορία που συνόδευε τις μελιτζάνες, είχε μια μόνιμη επωδό όταν τις έριχνε στο τηγάνι : τα κουβεντιάσατε με το βασιλικό στον κήπο; Ε, να τώρα!, και δώσ’ του βουτιά στο λάδι, ενώ από τα γέλια ανεβοκατέβαινε η ποδιά στην ολοστρόγγυλη κοιλιά της . Μεγαλώνοντας κατάλαβα, πως η κουβέντα του βασιλικού με την μελιτζάνα, είχε σεξουαλικό υπονοούμενο και το τηγάνισμα ήταν η τιμωρία της. Ενώ ο βασιλικός, βουτιά στον αγιασμό! Τι να πεις…

Η αγαπημένη μου γιαγιά λοιπόν κι οι νοστιμιές της –ήταν νόστιμη και στις κουβέντες της πρέπει να πω- είχε για την ζωή μια άποψη μυστήρια. Σκληρή θα έλεγε κανείς. Πότε -πότε , διέκρινες μια συμπόνια στις πράξεις και στα λόγια της που όμως προέρχονταν, απ’ τα έσχατα του ανθρώπινου πόνου.

  • Μα γιαγιά, πως αντέχεις να βουτάς τα χέρια σου στο καυτό λάδι, με αυτές τις μελιτζάνες;
  • Να μην αξιωθείς να δεις παιδάκι μου, το τι μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος…

Εκείνη η τηγανιά πήγε κάτω πιο γρήγορα από ποτέ, γιατί τη μοιραστήκαμε οι δυο μας. Ήμουνα δεν ήμουνα δεκαπέντε χρονών. Πέρασαν τα χρόνια οι διατροφικές μου συνήθειες άλλαξαν, για τη γιαγιά είχαν φύγει οι αθώες σκέψεις και είχα καταλήξει πως λίγο πολύ ήταν ο δυνάστης της οικογένειας. Παρ’ όλο που δεν ζούσαμε μαζί, μια ματιά της αρκούσε για να σου πάρει τα μέτρα.

Μια άλλη φορά, πάλι μελιτζάνες τηγανητές. Τις άφησε στο τραπέζι για να τις βρει ο παππούς όταν γυρίσει και πήγαμε μαζί, στο μικρό καμαράκι όπου φρόντιζε μια ανύπαντρη αδελφή του, η οποία, ξεχασμένη από τους ανθρώπους κι απ’ τον θάνατο, έφθινε αργά στην κλίνη της. Είχαμε συμφωνήσει να την βοηθήσω περιφερειακά: να φτιάξω τη σούπα, να ζεστάνω το νερό, να φέρω τις πετσέτες, να σκουπίσω την αυλή.

  • Αλλά όσο θα είμαι στην κάμαρη, ούτε θα αναπνέω ούτε και θα αγγίζω – ακόμη και το ξέφτισμα της κουβέρτας, δεν πρόκειται να τα αγγίξω γιαγιά, στο λέω!
  • Σάματι, σε έβαλε κανείς με το ζόρι, αγάπη μου; Μόνη σου ήρθες…Έλα να τελειώνουμε και θα πα’ να φτιάσομε κι άλλες μελιτζάνες…

Την πιο πικρή αλήθεια, σε μελιτζάνα τηγανητή μου χάρισε η γιαγιά…Μόνη μου πήγαινα, δεν μου το ζήτησε ποτέ.

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα την κουβέντα της: να μην αξιωθεί να δει κανείς, το τι μπορεί ν’ αντέξει ο άνθρωπος. Η σακούλα με τις μελιτζάνες απ’ τον κήπο του θείου μου –μοναχογιού της γιαγιάς- μύριζε τηγάνι, στωικότητα και στο βάθος ελπίδα. Γιατί αυτή η πένθιμη οβάλ μπάλα, δύναται να καταστεί, μνημόσυνο και πράξη αγάπης και δαιμόνιο σωστό, αφού πριν αποφασίσω τι θα τις κάνω, τις παραμίλησα και με το παραπάνω.

Διάβασε επίσης: Τι είναι μεταμόσχευση μαλλιών, πόσο κοστίζει; Ερωτήσεις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας