ΑρχικήΨυχαγωγίαMovies-seriesΛατέρνα φτώχεια και φιλότιμο (1955 ταινία)

Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο (1955 ταινία)

Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της πρώτης πενταετίας μετά το 1950 και το πάθος των ελλήνων παραγωγών, με πρωτεργάτη τον Φινο και την εταιρεία του, ήταν οι σημαντικότεροι παράγοντες για την ελπιδοφόρα κινηματογραφική δημιουργία της εποχής. Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα «παίρνει τα πάνω του» και γίνονται ταινίες που αφήνουν εποχή. Σε αυτήν την κατηγορία ταινιών μπορεί άνετα να ενταχτεί και το Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο.

Ο Αλέκος Σακελλάριος, έχοντας δίπλα του τη δύναμη της Φίνος Φιλμ, συναγωνίζεται και ξεπερνάει άλλους μεγάλους σεναριογράφους και σκηνοθέτες της εποχής του (Ορέστης Λάσκος και Δημόπουλος) σε καλοστημένες κωμωδίες, μελό και θεατρικές διασκευές. Απόδειξη τρανή, η μεγάλη επιτυχία της «λατέρνας, φτώχειας και φιλότιμο» που σαρώνει τα ταμεία το 1955, αφού στην πρώτη προβολή της έρχεται δεύτερη σε προτιμήσεις κόβοντας 126530 εισιτήρια! Θα ακολουθήσει η μεγάλη του επιτυχία τα επόμενα χρόνια με την Γεωργία Βασιλειάδου και την «Καφετζού» το 1956 και το «λατέρνα φτώχεια και γαρύφαλλο» το 1957.

Η υπόθεση της ταινίας Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο απλή και τόσο μοναδική ταυτόχρονα. Αφηγείται τις περιπέτειες δύο φτωχών λατερνατζήδων (Αυλωνίτης – Φωτόπουλος), οι οποίοι βοηθούν ένα πλουσιοκόριτσο (Τζένη Καρέζη σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση) που το έσκασε από το σπίτι του, να βρει και να παντρευτεί τον νέο που αγαπά (Αλέκος Αλεξανδράκης).

Ο Σακελλάριος στο σκηνοθετικό τιμόνι επιλέγει να ξεκινήσει την ταινία του με γενικά πλάνα από τη φτωχογειτονιά της Πλάκας. Στενά σοκάκια, νεοκλασικά σπίτια, μικρές πλατείες και καφενεία με αντρικές παρέες, γυναίκες που πλένουν σκυμμένες στη σκάφη. Εικόνες μίας γειτονιάς που φιλοξενεί τους ανθρώπους εκείνους που δεν τα κατάφεραν να ξεφύγουν από τη φτώχεια μετά τον πόλεμο και να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση. Ανθρώπων σαν τους δύο λατερνατζήδες της ιστορίας μας, τον μαέστρο Παυλάρα (Βασίλης Αυλωνίτης) και τον Πετράκη (Μίμης Φωτόπουλος) που ανήκουν στο λαϊκό περίγυρο της Πλάκας και που ακόμα κι αυτή φαίνεται να τους απομακρύνει. «Η Αθήνα μας διώχνει» δηλώνει ο Παυλάρας δείχνοντας την αδυναμία τους να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και παρουσιάζοντας έτσι το απαραίτητο έναυσμα ο Σακελλάριος για να ξεκινήσει το ταξίδι τους προς την Πλατανιά και επομένως να εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας.

Και σε αυτό το σημείο αξίζει να σταθεί κανείς, γιατί εδώ αποκαλύπτεται μία από τις μοναδικές ικανότητες του Σακελλάριου να κινείται σε δύο αφηγηματικά επίπεδα. Γιατί η διπλή γραμμή του σεναρίου του είναι μία πανέξυπνη ιδέα που όχι μόνο δεν κουράζει τον θεατή, αλλά του δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη σφαιρική παρουσίαση του μηνύματος του σεναριογράφου. Έτσι, λοιπόν, από τη μία έχουμε την παρακολούθηση των δύο χαρακτήρων των λατερνατζήδων και την προβολή του λαϊκού πολιτισμού και από την άλλη μπροστά μας εξελίσσεται η αισθηματική ιστορία του νεαρού ζευγαριού που συναντάει εμπόδια εξαιτίας των κοινωνικών και ταξικών του αντιθέσεων.

Και εδώ φαίνεται η απίστευτη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη να χειριστεί την ταινία του, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα ένα έργο με στοιχεία αισθηματικής κομεντί και μουσικής ηθογραφικής κωμωδίας. Φαίνεται όμως και η γνώση που υποστηρίζει τις επιλογές του Σακελλαρίου γύρω από τις θεατρικές παραδόσεις. Γιατί η Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο είναι μία από τις ταινίες εκείνες που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις θεατρικές καταβολές των ηθοποιών της.

Ειδικότερα ο Αυλωνίτης είναι ο ηθοποιός εκείνος που επηρεασμένος από την επιθεώρηση και την προφορικότητα της σκηνής, επενδύει σε μεγάλο βαθμό στο σώμα του για να «γεμίσει» το πλάνο, στηριζόμενος σε κινήσεις, σε γκριμάτσες, ακόμα και στο θεατρικό βάδισμα! Και αυτός και ο Φωτόπουλος, με τους τύπους του «μάγκα» που πλασάρουν με αφάνταστη πειστικότητα, φανερώνουν την «καταγωγή» των τύπων τους από το κωμειδύλλιο του 19ου αιώνα, της ηθογραφίας και της επιθεώρησης που ακολούθησε την ιστορική σειρά. Καταφέρνουν έτσι όχι μόνο να συγκινήσουν με τη στάση τους έναντι στην ανώτερη οικονομικά τάξη (περιφρονούν τα λεφτά για το φιλότιμο), αλλά και να σκορπίσουν αβίαστα το κέφι και τα γέλια.

Κοντά τους λάμπουν και όλοι οι άλλοι ηθοποιοί. Ο Αλέκος Αλεξανδράκης στο ρόλο του Δημήτρη του φτωχού υπάλληλου που κάνει απόπειρα αυτοκτονίας όταν μαθαίνει πως η Καίτη (Τζένη Καρέζη) θα παντρευτεί τον πλούσιο γαμπρό που της προορίζει ο πατέρας της, έχει ένα ρόλο μικρό για την αξία του, αλλά σημαντικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Χρήστο Τσαγανέα που υποδύεται τον εφοπλιστή πατέρα, ενώ η Σούλη Σαμπάχ, είναι η καλύτερη επιλογή για αρχιτσιγγάνα.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε όμως η Τζένη Καρέζη στο ρόλο της Καίτης, της πλούσιας κοπέλας που δε διστάζει να το σκάσει από το σπίτι της για να μην παντρευτεί τον γαμπρό που θέλει ο πατέρας της. Μέσα από το δυναμισμό του γυναικείου χαρακτήρα που πλάθει ο Σακελλάριος, – είναι μία γυναικεία φιγούρα που αντιστέκεται στη μοίρα της δυναμικά και δε δέχεται την τύχη που της επιφυλάσσουν χωρίς την επανάστασή της-θα δημιουργήσει στο μέλλον μία σειρά από παρόμοιους δυναμικούς χαρακτήρες που θα της δώσουν το κινηματογραφικό στίγμα της καριέρας της – Λόλα (1964), Δεσποινίς Διευθυντής (1965),η νύφη το’ σκασε,…Τζένη-Τζένη, κ.α.-

Η Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο, εκτός από τον Σακελλάριο και τον Νίκο Δημόπουλο στη φωτογραφία, είχε και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι «συνβοηθό» στην πορεία προς την επιτυχία. Οι τσιγγανοπούλες χορεύουν και τραγουδούν το «γαρούφαλλο στ’ αυτί», ένα έντεχνο τραγούδι με έντονες επιρροές από το λαϊκό (ρεμπέτικο και δημοτικό) και γίνεται αμέσως ένα από τα τραγούδια που θα μείνουν στην ιστορία. Πρόκειται για την αισθητική πρόταση του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι για την αναγνώριση, διάδοση και αναβίωση του ρεμπέτικου, ενώ στον ίδιο άξονα κινείται και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» σε στίχους Σακελλάριου. Τραγούδια που προβάλλουν τον λαϊκό κόσμο σε πρώτο πλάνο, περιορίζοντας τον κόσμο των «πλουσίων» σε καθαρά δευτερεύουσα θέση!

Το αίσιο τέλος είναι το μοτίβο εκείνο που δεν θα λείψει κι από αυτήν την ταινία του Σακελλάριου. Η Καίτη θα παντρευτεί τον Δημήτρη, ο πατέρας θα συναινέσει και οι δύο λατερνατζήδες θα πάρουν τις 50000 της αμοιβής, θα τις κάνουν κέρματα και θα κάνουν μπάνιο με αυτά, ακούγοντας γεμάτοι ευχαρίστηση το «ντλονγκ-ντλονγκ» που κάνουν όταν πέφτουν πάνω τους.

  • Βαθμολογία: 8,5/10
Στέλιος Θεοδωρίδης
Στέλιος Θεοδωρίδης
Ο ήρωας μου είναι ο γάτος μου ο Τσάρλι και ακροάζομαι μόνο Psychedelic Trance
RELATED ARTICLES

Σχολίασε το άρθρο

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Πρόσφατα άρθρα

Tηλέφωνα έκτακτης ανάγκης

Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: 11188
Ελληνική Αστυνομία: 100
Χαμόγελο του Παιδιού: 210 3306140
Πυροσβεστική Υπηρεσία: 199
ΕΚΑΒ 166