Love is the drug

Love is the drug

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Ακόμη και την ώρα που το έκανα δεν το πίστευα: Χρησιμοποιούσα την οδοντόβουρτσά του για να πλύνω τα δόντια μου. Εγώ, μάλλον το μοναδικό άτομο στον πλανήτη που σιχάθηκε τον Ρατατούη επειδή είναι αρουραίος στην κουζίνα, πιο υποχόνδρια και από τον Μάικλ Τζάκσον, έπλενα τα δόντια μου με την οδοντόβουρτσα κάποιου άλλου.

«Δεν υπάρχει αυτό που κάνω» σκέφτηκα τρισευτυχισμένη που είχα μοιραστεί μαζί του κάτι ακόμη. Μία ώρα πριν, δηλαδή στις πέντε το πρωί, με είχε ξυπνήσει (οι λέξεις «πέντε», «πρωί» και «ξυπνάω» είναι εντελώς παράλογο να υπάρχουν στην ίδια, δική μου, πρόταση) κι εγώ είχα σηκωθεί αμέσως – και, το καλύτερο, όταν μου δήλωσε ότι δεν υπήρχε ζεστό νερό κι εγώ τον κοίταξα με ανοιχτό το στόμα και μου είπε «έλα μωρέ, μια απόφαση είναι», του απάντησα «καλά», για να μπω κάτω από το παγωμένο νερό ένα λεπτό αργότερα.

Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι για πρώτη φορά ήμουν πραγματικά ερωτευμένη. Αφού είχα ξυπνήσει ξημερώματα, είχα κάνει ντους με παγωμένο νερό και είχα πλύνει τα δόντια μου με την οδοντόβουρτσά του, δεν υπήρχε πλέον τίποτα που δεν θα μπορούσα να κάνω γι’ αυτόν.

Εκείνες τις μέρες δεν περπατούσα, πετούσα. Τόσο κλισέ και τόσο χαζό. Ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω τα πάντα, ότι ακόμη και να καταστρεφόταν ο κόσμος από πυρηνικές βόμβες, δεν θα έδινα δεκάρα, αρκεί να ήμουν μαζί του. Οδηγούσα, έβλεπα ανθρώπους να μου χαμογελάνε από τα άλλα αυτοκίνητα και σκεφτόμουν «τι θέλουν τώρα αυτοί οι ηλίθιοι» και μετά συνειδητοποιούσα ότι καταρχήν τους χαμογελούσα εγώ. Γιατί χαμογελούσα συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια.

Το μόνο πρόβλημά μου ήταν ότι έβρισκα την ελληνική γλώσσα ασύλληπτα φτωχή και δεν υπήρχαν άλλοι δεκατέσσερις χιλιάδες τρόποι για να του πω ότι ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Και το ότι δεν μπορούσαμε να είμαστε μαζί 29 ώρες το 24ωρο.

Όταν δεν τον έβλεπα, δεν μπορούσα να φάω, να κοιμηθώ, να δουλέψω, να δω μια ταινία, να συγκεντρωθώ σε τίποτα απολύτως. Και όταν τον έβλεπα, τον έπρηζα με το να τον ρωτάω κάθε τρεις και λίγο πώς ζούνε οι άλλοι άνθρωποι χωρίς να νιώθουν αυτό που νιώθαμε εμείς («όχι, πες μου, πώς ζούνε»). Ναι, αυτό, πραγματικές πεταλούδες στο στομάχι.

Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα έτσι και ελπίζω όχι η τελευταία. Ήταν οι συνθήκες, που «ήταν κατάλληλες», και το ότι δεν είχα στο μυαλό μου τα εκατομμύρια «δεν» που μπλοκάρουν κάθε φορά την ικανότητά μου να ερωτευτώ. Για χρόνια, πριν από εκείνον, νόμιζα ότι δεν θα μου συμβεί ποτέ. Και είχα καταλήξει να υποτιμώ αυτό το ασύλληπτο συναίσθημα, που σε ανεβάζει στα ουράνια και σε γεμίζει τόση αισιοδοξία και ευτυχία και σιγουριά. Νόμιζα ότι όλα αυτά τα μυθιστορήματα, ποιήματα, τραγούδια, φιλμ που έχουν γραφτεί για να υμνήσουν τον έρωτα, στην πραγματικότητα μας δούλευαν κανονικά.

Είχα νιώσει πολλές φορές δυνατά για κάποιον στο παρελθόν, αλλά έτσι, τόσο, ποτέ. Πάντα κάτι δεν ήταν σωστό. Πάντα υπήρχε κάτι που δεν ταίριαζε στην εικόνα που είχα στο μυαλό μου για τον άντρα που ήθελα δίπλα μου. Δεν βλέπουμε τα πράγματα από την ίδια οπτική γωνία. Δεν έχουμε την ίδια κουλτούρα. Δεν έχει σοβαρό επάγγελμα. Δεν ξέρει πιο πολλά πράγματα από μένα. Παραείναι αθλητικός για τα γούστα μου. Μιλάει πολύ. Δεν είναι αστείος.

Είναι πολύ μεγάλος. Είναι πολύ μικρός. Και κατέληγα πάντα να παίζω σκληρή άμυνα, μην τυχόν και μου βάλει ο άλλος γκολ, μην τυχόν και πληγωθώ από εκεί που δεν το περίμενα. Άλλες φορές έμενα στον πάγκο σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Παρακολουθούσα απέξω χωρίς να συμμετέχω, ψύχραιμη, ασφαλής, με στιλ. Μεγάλη επιτυχία. Και μετά ήρθε εκείνος, που δεν είχε σχεδόν κανένα από τα χαρακτηριστικά που περίμενα, το απίστευτο αουτσάιντερ, και κέρδισε το πρωτάθλημα – κόντρα σε όλα τα προγνωστικά.

Τώρα ξέρω ότι είναι γελοίο να έχεις συγκεκριμένη εικόνα στο μυαλό σου για το πώς πρέπει ή δεν πρέπει να είναι εκείνος που «θα» ερωτευτείς. Χάνεις όλη την ενέργειά σου στο να σχηματίζεις αυτή την εικόνα και αφήνεις να περνάνε από δίπλα σου άνθρωποι που μπορούν να σε κάνουν ευτυχισμένη τόσο, μα τόσο εύκολα, και δεν τους βλέπεις καν. Το να προσπαθείς να ελέγξεις τους όρους με το να διαλέγεις αντίπαλο είναι μάταιο – γιατί υπάρχουν χιλιάδες παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία του παιχνιδιού και είναι καθαρά θέμα τύχης το να κερδίσεις.

Αν δεν παίξεις, όντως δεν θα χάσεις. Αλλά δεν έχεις καμία πιθανότητα ούτε και να κερδίσεις. Και το να δίνεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να νιώσει πραγματικά, ακόμη και απόρριψη και συντριβή, είναι νίκη. Κύμα στις κερκίδες.

Υστερόγραφο. Ειρηνάκι, μη φοβάσαι. Είναι πανελλαδικό το φαινόμενο. Αλλά τώρα, πάει, έφυγε! Και πάλι στη δόξα τραβάμε. Ε;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας