Μάχη του Χουέ (1968) Η πανωλεθρία των Αμερικανών

Μάχη του Χουέ (1968) Η πανωλεθρία των Αμερικανών

Για το Αμερικανικό σώμα πεζοναυτών το όνομα της πόλης Χουέ θα είναι πάντα ένας εφιάλτης, εξαιτίας των δεινών που τους βρήκε κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι πεζοναύτες διεξήγαγαν θανάσιμο αγώνα επί 26 μέρες για να αποσπάσουν τον έλεγχο της αρχαίας πρωτεύουσας του Βιετνάμ από το Βόρειο-βιετναμέζικο στρατό και απέδειξαν για μία ακόμη φορά πως όσο και αν προοδεύσει η τεχνολογία, το έδαφος θα πρέπει τελικά να καταληφθεί από τον απλό τυφεκιοφόρο που θα το διεκδικήσει από τον αντίπαλο του σε μία αναμέτρηση θάρρους και επιμονής.

Τον Ιούλιο του 1967 και ενώ ο ανταρτοπόλεμος των κομμουνιστών Βιετκόνγκ μαινόταν σε ολόκληρο το Νότιο Βιετνάμ κατά των συμπατριωτών τους και των Αμερικανών υποστηρικτών τους, η ανώτατη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Βορείου Βιετνάμ συνεδρίασε μυστικά στην πρωτεύουσα Ανόι με σκοπό να εξετάσει την πορεία των εχθροπραξιών και να χαράξει τη μελλοντική της στρατηγική.

Με χαρακτηριστική διάθεση αυτοκριτικής οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη παραδέχθηκαν ότι οι επιχειρήσεις δεν εξελίσσονταν ομαλά και ο στόχος της εξάπλωσης του κομμουνιστικού καθεστώτος σε ολόκληρο το Βιετνάμ έδειχνε να απομακρύνεται. Ο αντίπαλος όμως είχε και τη δική του διπλή “αχίλλειο πτέρνα”: ο Νοτιοβιετναμικός Στρατός έδειχνε όλο και πιο απρόθυμος να υποβληθεί σε θυσίες, η δε αμερικανική κοινή γνώμη είχε αγανακτήσει από την ατέρμονη και για πολλούς ακατανόητη σύρραξη στην Ινδοκίνα.

Επιδιώκοντας να θέσει και πάλι τις στρατιωτικές δυνάμεις της σε τροχιά νίκης η ηγεσία του Ανόι αποφάσισε να αποδυθεί σε μια μαζική, αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Νότιου Βιετνάμ και των “ιμπεριαλιστών προστατών” του την ημέρα της βουδιστικής πρωτοχρονιάς (Τετ), στις 30 Ιανουαρίου 1968.

Στόχοι του κτυπήματος που είχε ως στόχο να τρομοκρατήσει τον λαό του Νότιου Βιετνάμ και να κάμψει το φρόνημα των Αμερικανών θα ήταν όλες σχεδόν οι μεγάλες πόλεις του Νότου. Η πρωτεύουσα Σαϊγκόν, 36 από τις 44 πρωτεύουσες νομών και 64 από τις 242 πρωτεύουσες επαρχιών θα πλήττονταν ταυτόχρονα σε ένα σαρωτικό κύμα πρωτόγνωρης βίας που θα εξαπέλυαν 84.000 κομμουνιστές μαχητές με την ελπίδα ότι οι Αμερικανοί θα αποσβολώνονταν και θα αργούσαν να αντιδράσουν.

Την εποχή εκείνη η Χουέ ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Βιετνάμ (με πληθυσμό 140.000 κατοίκων) και είχε ήδη δεχθεί μεγάλο αριθμό προσφύγων από τις γύρω περιοχές. Αποτελούσε την έδρα των δημοσίων υπηρεσιών για ολόκληρη την επαρχία Θούα Θιέν και απείχε 10 km από την ακτή και 100 km από την Αποστρατιωτικοποιημένη Ζώνη. Την πόλη διχοτομούσε ουσιαστικά ο ποταμός Χούονγκ Γκιάνγκ (“Αρωματισμένος Ποταμός”), οριοθετώντας έτσι στη βορειοδυτική όχθη το αρχαίο τμήμα με την περιτοιχισμένη ακρόπολη και στη νοτιοανατολική τις σύγχρονες γειτονιές.

Η Χουέ έμοιαζε περισσότερο με δύο πόλεις που τις συνέδεε η γέφυρα Νγκουγιέν Χοάνγκ. Η ακρόπολη είχε έκταση τριών τετραγωνικών χιλιομέτρων και προστατευόταν από τείχος ύψους 7 m και πάχους μεταξύ 17 m και 60 m, όπως και βαθιές τάφρους, ακριβώς όπως την είχαν οχυρώσει οι Γάλλοι στρατιωτικοί μηχανικοί στις αρχές του 19ου αιώνα για λογαριασμό του Βιετναμέζου αυτοκράτορα Γκία Λονγκ.

Η σύγχρονη πόλη στα νότια του ποταμού έσφυζε από ζωή και οικονομική δραστηριότητα, με τον σιδηρόδρομο να τη διασχίζει και τον Αυτοκινητόδρομο Αρ. 1 (το κλειδί των χερσαίων συγκοινωνιών στον άξονα Βορρά-Νότου) να φθάνει ως αυτή αφού πρώτα περνούσε το κανάλι Φού Καμ στα νότια προάστια.

Αν κάποιος ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο πέρα από το Φού Καμ θα έφθανε μέσα σε λίγη ώρα στο Φού Μπάι, την κύρια αμερικανική βάση στην περιοχή που βρισκόταν 12 km νοτιότερα. Ως τις αρχές του 1968 η Χουέ μπορούσε να χαρακτηριστεί δίκαια ως εξαιρετικά τυχερή πόλη, αφού είχε αποφύγει το οδυνηρό πρόσωπο του πολέμου χάρη στον σεβασμό που έτρεφαν προς τα ιστορικά μνημεία της και την πολιτιστική της αξία τόσο οι κομμουνιστές, όσο και οι Αμερικανοί.

Τα αμερικανικά μάχιμα τμήματα απέφευγαν να σταθμεύουν μέσα στα όρια της πόλης και η μόνη στρατιωτική παρουσία ήταν ένας λόχος αναγνώρισης των Νοτιοβιετναμέζων, οι οποίοι είχαν επίσης εγκαταστήσει το αρχηγείο της 1ης Μεραρχίας τους στο βόρειο άκρο της ακρόπολης. Ακριβώς στην άλλη άκρη της γέφυρας Νγκουγιέν Χοάνγκ βρισκόταν το συγκρότημα της Διοίκησης Στρατιωτικής Βοήθειας προς το Βιετνάμ (MACV), στα διάφορα διώροφα και τριώροφα κτίρια του οποίου διέμενε περιορισμένος αριθμός Αμερικανών και Αυστραλών συμβούλων.

Υπήρχε διάχυτη η υποψία πως η καλή τύχη της Χουέ δεν θα διαρκούσε για πολύ και πως η εκδήλωση μιας κομμουνιστικής επίθεσης εναντίον της ήταν απλώς θέμα χρόνου. Αυτό που δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανένας ήταν η έκταση και η βιαιότητα με την οποία θα ερχόταν ο πόλεμος στην παλαιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα. Στα τέλη Ιανουαρίου 1968 άρχισαν να πληθαίνουν οι πληροφορίες για την ανησυχητική συγκέντρωση δύο βορειοβιετναμικών συνταγμάτων σε απόσταση περίπου 40 km δυτικά της πόλης.

Αν και οι ενδείξεις αυτές θα έπρεπε να έχουν θέσει σε επιφυλακή τη φρουρά της Χουέ, ο Νοτιοβιετναμέζος αντιστράτηγος Νγκο Κουάνγκ Τρουόνγκ ενέδωσε στις πιέσεις των ανδρών του και παραχώρησε άδειες στους μισούς από αυτούς προκειμένου να γιορτάσουν με τους οικείους τους κατά την αργία του Τετ.

Έλαβε όμως κάποια προληπτικά μέτρα, μεταξύ των οποίων ήταν και η υποχρέωση όλων των επιτελών του να παραμείνουν εντός του αρχηγείου και να βρίσκονται σε διαρκή επιφυλακή. Οσα διαθέσιμα στρατεύματα απέμειναν μετά την αναχώρηση των αδειούχων ο Τρουόνγκ τα παρέταξε νότια της πόλης ακολουθώντας το πιθανότερο σενάριο που προέβλεπε την τήρηση αμυντικής στάσης σε περίπτωση που ο εχθρός προσέβαλλε το παρακείμενο Φού Λοκ.

Η πτώση της Χουέ στα χέρια των κομμουνιστών

Η ήσυχη Χουέ ερχόταν σε δραματική αντίθεση με τις λυσσώδεις μάχες που μαίνονταν τις ίδιες ώρες κατά μήκος της Αποστρατιωτικοποιημένης Ζώνης. Ο υπουργός Αμυνας του Βόρειου Βιετνάμ, Βο Νγκουγιέν Γκιάπ, ο οποίος είχε συλλάβει το φιλόδοξο σχέδιο της μαζικής και αιφνιδιαστικής επίθεσης των κομμουνιστικών δυνάμεων κατά την αργία του Τετ, ανέπτυσσε ήδη τα στρατεύματά του για να συντρίψει την αμερικανική βάση στο Κε Σαν και να καταλάβει τη Χουέ.

Τη νύκτα της 30ής Ιανουαρίου ένας προωθημένος λόχος Νοτιοβιετναμέζων κατείχε θέσεις κοντά στην όχθη του Αρωματισμένου Ποταμού, περίπου τέσσερα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Χουέ. Υπό την ηγεσία του υπολοχαγού Νγκουγιέν Θι Ταν οι 38 άνδρες παρέμεναν ακίνητοι στο σκοτάδι προσπαθώντας να ακούσουν ύποπτους θορύβους, όταν γύρω στις 22.00 άρχισαν να ακούγονται πυκνοί πυροβολισμοί από απόσταση.

Επρόκειτο για μια συμπλοκή μεταξύ Νοτίων πολιτοφυλάκων και μονάδων του τακτικού Βορειοβιετναμικού Στρατού. Σύντομα οι άνδρες του Ταν διέκριναν πολυάριθμες φιγούρες με τα χαρακτηριστικά αποικιακά κράνη των Βορειοβιετναμέζων να τρέχουν ανάμεσα στα δέντρα και ειδοποίησαν αμέσως το αρχηγείο του Τρουόνγκ στη Χουέ ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στην περιοχή.

Σε αντίθεση με τις θορυβώδεις και επιδεικτικές επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι αντάρτες Βιετκόνγκ και οι Βόρειοι στρατιώτες σε πολλές άλλες πόλεις και χωριά του Νότιου Βιετνάμ κατά τη μεγάλη κρούση του Τετ, η επιχείρηση για την κατάληψη της Χουέ υπήρξε αθόρυβη, ταχύτατη και σχεδόν απόλυτα επιτυχής.

Αρκετοί κομμουνιστές μαχητές είχαν παρεισφρύσει στον πληθυσμό από τις προηγούμενες ημέρες φορώντας πολιτικά ρούχα και λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 30ής Ιανουαρίου εμφάνισαν τις πραγματικές στολές και τα όπλα τους αναλαμβάνοντας καταιγιστική δράση. Ταυτοχρόνως άλλα στρατιωτικά τμήματα, όπως αυτό που αντιλήφθηκε ο λόχος του Ταν, έσπευσαν από τα περίχωρα για να ενωθούν με τους συναδέλφους τους που μάχονταν μέσα στην πόλη.

Οι κομμουνιστές δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να κυριεύσουν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Χουέ με εξαίρεση το μικρό αρχηγείο του Τρουόνγκ στην ακρόπολη. Η κυριαρχία τους ήταν σχεδόν απόλυτη και στο νότιο τμήμα της πόλης, όπου οχυρώθηκαν στη νομαρχία, στις φυλακές, στο νοσοκομείο και στα υπόλοιπα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Το μόνο τμήμα που απέτυχαν να καταλάβουν ήταν το συγκρότημα της MACV.

Ο Γκιάπ είχε ρίξει κατά της Χουέ εννέα τάγματα από την πρώτη κιόλας ημέρα: το 804, το Κ4Β και το Κ4C Τάγμα του 4ου Βορειοβιετναμικού Συντάγματος, το 800, το 802 και το 806 Τάγμα του 6ου Βορειοβιετναμικού Συντάγματος, το ανεξάρτητο 810 Τάγμα, το 12 και το “Κο Μπε” Τάγμα Μηχανικού, τα οποία συνέθεταν μια εντυπωσιακά ισχυρή δύναμη επιπέδου μεραρχίας! Οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν γρήγορα από πέντε ακόμα τάγματα: το 416 Τάγμα του 5ου Συντάγματος, το 4 και το 6 Τάγμα του 24ου Συντάγματος και το 7 και το 8 Τάγμα του 90ού Συντάγματος.

Στις 03.40 οι Βόρειοι πανηγύρισαν την κατάληψη της πόλης με την έπαρση της σημαίας τους, που έφερε ένα χρυσό άστρο σε μπλε και κόκκινο φόντο, πάνω στο αυτοκρατορικό ανάκτορο της παλαιάς ακρόπολης. Συνόδευσαν επίσης την τελετή με ένα εντυπωσιακό μπαράζ 12 ρουκετών των 122 mm που τις εκτόξευσαν εναντίον της MACV. Μια από αυτές έπληξε το κτίριο σκοτώνοντας και τραυματίζοντας αρκετούς άνδρες, μια άλλη κατέστρεψε ένα jeep στον περίβολο και οι υπόλοιπες αστόχησαν τελείως.

Η επίθεση αυτή ήταν ο προάγγελος της εφόδου που πραγματοποίησαν λίγο αργότερα 40 περίπου άνδρες του 804 Τάγματος πυροβολώντας συνεχώς προς τα παράθυρα και τις πόρτες του κτιρίου της MACV όπου βρίσκονταν οχυρωμένοι οι λιγοστοί Αμερικανοί. Ενας από τους αμυνόμενους που βρισκόταν στην κορυφή ενός ξύλινου πύργου άνοιξε πυρ με το πολυβόλο του θερίζοντας έξι Βορειοβιετναμέζους πριν σκοτωθεί από μια αντιαρματική ρουκέτα Β-40.

Έχοντας αποκρουστεί προς το παρόν οι Βόρειοι ανασυντάχθηκαν και προχώρησαν προς την πύλη του συγκροτήματος, η οποία φρουρείτο από μια ομάδα πεζοναυτών. Οι άνδρες εκείνοι κατάφεραν με εύστοχα πυρά να καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο τον εχθρό έως ότου εξουδετερώθηκαν επίσης από μια αντιαρματική ρουκέτα.

Δύο Αμερικανοί ταγματάρχες και ένας Αυστραλός συνάδελφός τους εκμεταλλεύθηκαν την πίστωση χρόνου που τους έδωσε η ηρωική άμυνα των πεζοναυτών στην πύλη, για να ανεβούν στον πάνω όροφο οπλισμένοι μόνο με τυφέκια και χειροβομβίδες.

Από εκεί μπορούσαν να διακρίνουν καθαρά 12 m χαμηλότερα τουλάχιστον 16 Βορειοβιετναμέζους να επιχειρούν ακόμα να πλησιάσουν το κτίριο κρατώντας εκρηκτικές ύλες. Ο ένας ταγματάρχης άρχισε να ρίχνει με ένα Μ16 εναντίον του εχθρού ενώ οι δύο σύντροφοί του εκτόξευαν χειροβομβίδες και σε λίγα λεπτά όλοι οι κομμουνιστές κείτονταν νεκροί γύρω από την πύλη.

Ταυτόχρονα με την επίθεση στο συγκρότημα της MACV το 800 Τάγμα των Βορείων άσκησε πίεση εναντίον των Νοτιοβιετναμέζων που παρέμεναν μέσα στην ακρόπολη, στο βόρειο τμήμα της πόλης. Η μόνη μάχιμη μονάδα που διέθετε ο Τρουόνγκ κοντά στο αρχηγείο του ήταν ο περίφημος αναγνωριστικός λόχος “Μαύροι Πάνθηρες” (“Χακ Βο”), οι οποίοι και εκτόξευσαν έναν καταιγισμό ρουκετών από τα φορητά αντιαρματικά LAW εναντίον των επιτιθέμενων προκαλώντας τους σοβαρές απώλειες.

Στο μεταξύ το 802 Τάγμα προσέβαλε το ίδιο το αρχηγείο αλλά συνάντησε σθεναρή αντίσταση από 200 περίπου άνδρες που κατόρθωσε να συλλέξει ο Τρουόνγκ επιστρατεύοντας όλο το διοικητικό προσωπικό των επιτελείων.

Στον τομέα της MACV οι Βόρειοι κινήθηκαν στα γύρω κτίρια καταλαμβάνοντας δεσπόζουσες θέσεις, αλλά δεν επιχείρησαν καμία νέα έφοδο κατά του μικρού αμερικανικού “Αλαμο” που αρνείτο πεισματικά να υποκύψει μπροστά στην αριθμητική τους υπεροχή. Ανδρες του Αμερικανικού Στρατού, των Πεζοναυτών και μια χούφτα Αυστραλοί ετοιμάστηκαν πυρετωδώς να αποκρούσουν πιθανή νέα επίθεση του εχθρού.

Κάτι συμβαίνει εκεί πέρα

Την ίδια ώρα το αρχηγείο των Πεζοναυτών στο Φού Μπάι δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στη Χουέ και ενώ το κύμα των κομμουνιστικών επιθέσεων επεκτεινόταν σε όλη τη χώρα σαρώνοντας τις μεγάλες πόλεις. Η σύγχυση σχετικά με τον αντικειμενικό σκοπό του εχθρού και την εκτίμηση του κέντρου βάρους των προσπαθειών του ήταν φυσικό επακόλουθο.

Ο ταξίαρχος των Πεζοναυτών Φόστερ Λα Χιού, βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του πολέμου της Κορέας, γνώριζε μόνο ότι η MACV στη Χουέ δεχόταν επίθεση από άγνωστο αριθμό ανδρών εχθρικού πεζικού κι έτσι αποφάσισε να στείλει άμεσα ενισχύσεις, αν και οι περισσότερες από τις διασκορπισμένες μονάδες τους ανέφεραν επίσης πως βρίσκονταν σε επαφή με τον εχθρό.

Στα χαρτιά, ο Λα Χιού διέθετε τις δυνάμεις του τακτικού συγκροτήματος “Χ-Ray”, δύναμης δύο συνταγμάτων (1ο και 5ο της 1ης Μεραρχίας Πεζοναυτών, καθένα με τρία τάγματα), αλλά οι ανάγκες φρούρησης διαφόρων κομβικών σημείων ήταν τόσο μεγάλες ώστε μόνο 4.000 πεζοναύτες του είχαν απομείνει ως άμεσα διαθέσιμοι.

Οι άνδρες αυτοί ήταν απελπιστικά λίγοι για να υπερασπιστούν το Φού Μπάι, να διατηρήσουν τον έλεγχο του Αυτοκινητόδρομου Αρ.1 και να σώσουν τη Χουέ ταυτόχρονα. Επιπλέον ο Λα Χιού είχε την απατηλή εντύπωση ότι η Χουέ είχε πέσει θύμα καταδρομικής επιχείρησης 50 περίπου Βορειοβιετναμέζων και δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή είχε καταληφθεί από τρία ολόκληρα συντάγματα!

Οι κομμουνιστές είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να καταλάβουν και να κόψουν τις γέφυρες σε όλο το μήκος του ζωτικού Αυτοκινητόδρομου Αρ. 1. Οι ανάγκες φρούρησης των στρατηγικών σημείων και η επαγρύπνηση για νέες επιθέσεις από άλλες κατευθύνσεις δέσμευαν τον κύριο όγκο των δυνάμεων του Λα Χιού και δεν του άφηναν διαθέσιμο παρά μόνο τον “Α” Λόχο του 1ου Τάγματος του 1ου Συντάγματος Πεζοναυτών (Α/1/1).

Ο επικεφαλής του Λόχου, λοχαγός Γκόρντον Μπάτσελερ, πληροφορήθηκε απλώς ότι “κάτι συμβαίνει εκεί πέρα” και ότι όφειλε να ενώσει τους 80 άνδρες του με μια δύναμη Νοτιοβιετναμέζων έξω από του Φού Μπάι και κατόπιν να κινηθεί οδικώς προς τη Χουέ για να παράσχει βοήθεια στο αμερικανικό προσωπικό και να εκδιώξει τον εχθρό.

Δυστυχώς για τον Μπάτσελερ ακόμα και ο λόχος του ήταν διασκορπισμένος, με μια διμοιρία να βρίσκεται στο Ντα Ναγκ και άλλες δύο στο Κουάνγκ Τρι. Ξεκίνησε ωστόσο στις 20.30 για την αποστολή του με τις εναπομείνασες τρεις διμοιρίες του σε φορτηγά και έχοντας ένα τετράδυμο βαρύ πολυβόλο των 0,50 in ως προπομπό και άλλο ένα στην ουρά της φάλαγγας.

Το προκαθορισμένο ραντεβού με τους Νοτιοβιετναμέζους δεν πραγματοποιήθηκε (αφού οι τελευταίοι ήταν άφαντοι) κι έτσι ο Μπάτσελερ διατάχθηκε να συνεχίσει μόνος του προς τη Χουέ και να επιδιώξει να ενωθεί στα βόρεια της πόλης με άλλο τμήμα των Νοτίων! Καθ’ οδόν οι πεζοναύτες συνάντησαν ένα άλλο αμερικανικό απόσπασμα το οποίο η Επίθεση του Τετ το είχε βρει σε φάση τυχαίας μετακίνησης.

Αυτό αποτελείτο από τέσσερα άρματα μάχης Μ-48, ένα jeep και έναν αυτοκινούμενο γερανό. Τα άρματα διέθεταν βέβαια μεγάλη ισχύ πυρός χάρη στα πυροβόλα των 90 mm και τα πολυβόλα των 0,50 in που έφεραν, αλλά θα ήταν εξαιρετικά τρωτά απέναντι στο εχθρικό πεζικό σε περίπτωση που εμπλέκονταν σε οδομαχίες.

Ο Μπάτσελερ είχε άμεση ανάγκη αύξησης της ισχύος πυρός του και αποφάσισε να εντάξει αυτή τη μικρή δύναμη στον Λόχο του. Λίγο πριν προσεγγίσει τη Χουέ ο λοχαγός έλαβε νέες διαταγές που τον καλούσαν να κινηθεί χωρίς χρονοτριβή προς τη MACV και η φάλαγγα υπάκουσε δεχόμενη σποραδικά πυρά ελεύθερων σκοπευτών.

Το πρώτο ενθαρρυντικό σημάδι ήταν ότι η γέφυρα Αν Κούου βρέθηκε σχεδόν άθικτη, αφού οι Βορειοβιετναμέζοι είχαν αποτύχει να την ανατινάξουν λόγω λανθασμένης τοποθέτησης των εκρηκτικών που χρησιμοποίησαν γι’ αυτόν τον σκοπό. Αν και τα εκρηκτικά κοίλου γεμίσματος είχαν ανοίξει μεγάλες οπές στον σκελετό της γέφυρας, δεν κατάφεραν να προκαλέσουν την κατάρρευσή της, αποδεικνύοντας πόση σημασία μπορεί να έχει η επαρκής εκπαίδευση ενός τακτικού στρατού για την έκβαση μιας εκστρατείας. Οι Βορειοβιετναμέζοι θα πλήρωναν ακριβά αυτό το σφάλμα.

Περνώντας τη γέφυρα οι πεζοναύτες διαπίστωσαν με τρόμο ότι ο δρόμος που ανοιγόταν μπροστά τους διερχόταν μεταξύ δύο σειρών από διώροφα σπίτια που έμοιαζαν σε αρχιτεκτονική με εκείνα των κινηματογραφικών ταινιών γουέστερν. Αν και από μακριά δεν διακρινόταν ούτε ίχνος ζωής, οι πεζοναύτες διαισθάνονταν ότι επρόκειτο για μια ιδανική θέση ενέδρας.

Έπρεπε όμως να διακινδυνεύσουν και να προχωρήσουν επειδή οι συνάδελφοί τους που βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στο κτίριο της ΜΑCV δεν θα μπορούσαν να αντέξουν για πολύ ακόμα. Οι άνδρες του Μπάτσελερ επιβιβάστηκαν στα Μ-48 και συνέχισαν προς τα εμπρός. Τότε δέχθηκαν βροχηδόν τα πυρά του εχθρού. Ακολούθησε μια απίστευτη μάχη κατά την οποία οι Βορειοβιετναμέζοι έβαλλαν κατά των αντιπάλων τους με τυφέκια και αντιαρματικές ρουκέτες ενώ οι πεζοναύτες απαντούσαν με τα M16 τους.

Τελικά όλα τα άρματα κατάφεραν να φθάσουν σώα στο άλλο άκρο του δρόμου όπου βρισκόταν μια μικρή πλατεία και κάτω από τους προστατευτικούς όγκους τους δόθηκαν οι πρώτες βοήθειες σε όσους είχαν τραυματιστεί. Η φάλαγγα συνέχισε να προωθείται, ο λοχαγός Μπάτσελερ τραυματίστηκε σοβαρά, ένας τραυματιοφορέας σκοτώθηκε ακαριαία και ένας ασυρματιστής είδε το πόδι του να κόβεται κάτω από το γόνατο.

Οι πεζοναύτες του Α/1/1 είχαν καθηλωθεί από την ισχυρή εχθρική αντίσταση και αδυνατούσαν να προχωρήσουν. Μόλις έπεσε το σκοτάδι το αρχηγείο του “Χ-Ray” στο Φού Μπάι συνειδητοποίησε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Α/1/1 και ο διοικητής του 1ου Τάγματος, αντισυνταγματάρχης Μάρκους Γκρέηβελ, οργάνωσε βιαστικά μια νέα δύναμη σωτηρίας.

Χρησιμοποιώντας μαχητές που του παραχώρησε το αδελφό 5ο Σύνταγμα (Λόχος “G” του 2ου Τάγματος) ο Γκρέηβελ συγκέντρωσε το απόσπασμά του, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και ένας στρατιωτικός ιερέας, ο υπολοχαγός Ρίτσαρντ Λυόν, και ξεκίνησε με μια φάλαγγα φορτηγών για να σώσει τους παγιδευμένους συναδέλφους του.

Αμέσως μετά τη γέφυρα Αν Κούου οι άνδρες του Γκρέηβελ αντίκρυσαν το θλιβερό θέαμα των κατεστραμμένων φορτηγών και λίγο αργότερα τους εξαντλημένους άνδρες του Α/1/1. Ο ιερέας άρχισε να έρπει από πληγωμένο σε πληγωμένο για να εξομολογήσει και να ευλογήσει τους ετοιμοθάνατους πεζοναύτες, όταν ξαφνικά, μάλλον πλημμυρισμένος από οργή, άρπαξε ένα Μ16 και άδειασε τον γεμιστήρα του προς την κατεύθυνση των κομμουνιστών!

Πολεμώντας με πείσμα οι πεζοναύτες κατάφεραν να φορτώσουν τους τραυματίες τους σε ένα από τα φορτηγά με σκοπό να τους μεταφέρουν στα μετόπισθεν. Ο πρώτος Αμερικανός που κάθησε στη θέση του οδηγού σκοτώθηκε ακαριαία από τα εχθρικά πυρά και ένα άλλος ανέλαβε να οδηγήσει το όχημα πίσω προς το Φού Μπάι.

Οι Αμερικανοί αγκιστρόνωνται στη MACV

Πυρά συνέχισαν να εκτελούνται κατά των πεζοναυτών από διάφορες κατευθύνσεις και ήταν δύσκολο να εξακριβώσει κάποιος ποιος έριχνε και από πού. Μέρος της φάλαγγας που είχε φέρει μαζί του ο Γκρέηβελ συνέχισε την κίνηση της προς τη MACV και αφού εξουδετέρωσε στον δρόμο της μια εχθρική θέση η οποία σφυροκοπούσε αλύπητα τα κτίρια του συγκροτήματος έφθασε τελικά ως τους πολιορκημένους λίγο πριν τις τρεις το μεσημέρι έχοντας ως αιχμή τον Λόχο G/2/5.

Μια ομάδα εθελοντών έσπευσε επίσης εκεί όπου παρέμενε καθηλωμένος ο Λόχος Α/1/1 και περισυνέλεξε σε ένα φορτηγό τους τραυματίες του. Αντιδρώντας με παρόμοιο τρόπο ο Νοτιοβιετναμέζος αντιστράτηγος Τρουόνγκ διοχέτευσε ενισχύσεις προς το αρχηγείο του καλώντας τις μονάδες της μεραρχίας του που βρίσκονταν κοντά στη Χουέ να σπεύσουν σε βοήθειά του. Ενα-ένα τα τάγματά του κατάφεραν έπειτα από σκληρές μάχες να διασπάσουν τον βορειοβιετναμικό κλοιό σε αρκετά σημεία και να φθάσουν ως την ακρόπολη εξασφαλίζοντας πλέον την επιτυχή άμυνα του αρχηγείου.

Όπως ήταν φυσικό, πρώτο μέλημα του Γκρέηβελ σε εκείνη τη φάση ήταν να προσπαθήσει να αποκαταστήσει την επαφή του με τον Τρουόνγκ. Ομως η απόπειρα προώθησης που έκαναν οι πεζοναύτες του προς τη γέφυρα Νγκουγιέν Χοάνγκ αποκρούστηκε από τα θεριστικά πυρά του εχθρού.

Την επομένη ο Γκρέηβελ επιχείρησε και πάλι να συνδεθεί με τους Νοτιοβιετναμέζους αλλά η αντίδραση του εχθρού αποδείχθηκε εκ νέου υπερβολικά ισχυρή. Αμερικανοί και Νοτιοβιετναμέζοι αντιλήφθηκαν σύντομα ότι το έργο της ανακατάληψης της Χουέ έπρεπε να το αναλάβουν από κοινού.

Οι πεζοναύτες θα εκκαθάριζαν τον νότιο τομέα της πόλης εξορμώντας από τη MACV, ενώ η απώθηση του εχθρού από την ακρόπολη και γενικά τον τομέα βόρεια του ποταμού θα ήταν ευθύνη των Νοτιοβιετναμέζων. Το αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας άλλωστε υποχρέωνε τους τελευταίους να αναλάβουν οι ίδιοι την απελευθέρωση της αρχαίας αυτοκρατορικής πρωτεύουσας του Βιετνάμ.

Η άφιξη των πρώτων ενισχύσεων από πλευράς πεζοναυτών και η οριστική διάσωση της MACV σήμαναν την αρχή του τέλους για τα κομμουνιστικά στρατεύματα που είχαν οχυρωθεί στη Χουέ. Με ορμητήριο και σταθερό στυλοβάτη της άμυνάς τους τη MACV οι πεζοναύτες άρχισαν σύντομα να συσσωρεύουν ενισχύσεις.

Χρησιμοποιώντας ένα γειτονικό γήπεδο ποδοσφαίρου ως ελικοδρόμιο δύο επιπλέον τάγματα πεζοναυτών εισήλθαν στη Χουέ συνοδευόμενα από θρυλικούς αξιωματικούς όπως ο συνταγματάρχης Στάνλεϋ Χιούζ, διοικητής του 1ου Συντάγματος Πεζοναυτών, και ο αντισυνταγματάρχης Έρνεστ Τσήθαμ, διοικητής του 2/5 Τάγματος. Αργά αλλά σταθερά οι πεζοναύτες εξασφάλισαν αρχικά την παρουσία τους στη MACV και έπειτα άρχισαν να διαχέονται μέσα στον λαβύρινθο των δρόμων της νέας πόλης.

Οι ειδήσεις που έφθαναν από το υπόλοιπο Νότιο Βιετνάμ ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Επειτα από το αρχικό σοκ η Σαϊγκόν είχε εκκαθαριστεί από τον εχθρό ως τις 5 Φεβρουαρίου 1968 και το ίδιο συνέβαινε με όλα τα υπόλοιπα αστικά κέντρα που κτυπήθηκαν. Η μόνη πόλη που ξέφευγε από τον κανόνα ήταν η Χουέ.

Θανάσιμη πάλη απέναντι σε ένα καλά οχυρωμένο αντίπαλο

Στις 3 Φεβρουαρίου ο Τσήθαμ ανέλαβε προσωπικά τον συντονισμό των τριών λόχων του τάγματός του («Ϝ», «G» και «Η») με την αποστολή να εκκαθαρίσει τη νέα πόλη από τον εχθρό διαγράφοντας μία δυτική κίνηση και ξεκινώντας από τη MACV, ενώ το 1/1 Τάγμα του Γκρέηβελ θα τον κάλυπτε από τα νότια. Γρήγορα όμως ανακάλυψε ότι οι Βορειοβιετναμέζοι είχαν οχυρωθεί στην πόλη (κυρίως στα 11 οικοδομικά τετράγωνα που χώριζαν το συγκρότημα της MACV από το κανάλι Φού Καμ) χρησιμοποιώντας διάφορα ισχυρά ερείσματα ανά τακτά διαστήματα μεταξύ των οικοδομικών τετραγώνων.

Τα ερείσματα αυτά στηρίζονταν συνήθως σε ένα τριώροφο κτίριο με περιτοιχισμένο περίβολο. Οι κομμουνιστές τοποθετούσαν τους καλύτερους ελεύθερους σκοπευτές τους στα ψηλότερα πατώματα και τα πολυβόλα τους στο ισόγειο ή στον πρώτο όροφο. Γύρω από το κτίριο έσκαβαν πολυάριθμα ατομικά ορύγματα τοποθετώντας μέσα σε καθένα από αυτά έναν στρατιώτη εφοδιασμένο με τυφέκιο ΑΚ-47 και έναν εκτοξευτή αντιαρματικών ρουκετών RPG. Οι θέσεις των όλμων ήταν σκαμμένες βαθιά στη γη για να μην εντοπίζονται εύκολα και τα αποθέματα πυρομαχικών που διέθεταν ήταν άφθονα.

Επιπρόσθετα οι Βόρειοι διέθεσαν αρκετούς σκοπευτές και αντιαρματικές ομάδες στα μεταξύ των κύριων ερεισμάτων κτίρια ώστε να φθείρουν, να καθυστερήσουν και να αποπροσανατολίσουν τους επιτιθέμενους που θα προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο. Η πολλαπλή αυτή αμυντική ζώνη αποτελούσε μία αριστοτεχνικά στημένη παγίδα θανάτου, βασισμένη στην πεποίθηση ότι οποιαδήποτε επιχείρηση ανακατάληψης της Χουέ θα διεξαγόταν από νοτιοβιετναμικά στρατεύματα που θα βασίζονταν κυρίως σε άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού.

Οι κομμουνιστές υπολόγιζαν ότι μια τέτοια φάλαγγα θα επεδίωκε να προωθηθεί από τον μόνο αρκετά πλατύ δρόμο της νότιας πόλης, την οδό Λέι Λόυ, που ήταν παράλληλη με τη νότια όχθη του Αρωματισμένου Ποταμού. Καλά προετοιμασμένοι γι’ αυτό το ενδεχόμενο θα επέτρεπαν έξυπνα στους αντιπάλους τους να διεισδύσουν αρχικά σε κάποιο βάθος και έπειτα, αφού θα κατέστρεφαν τα οχήματα στην κεφαλή και στην οπισθοφυλακή της φάλαγγας, θα εξόντωναν την τελευταία με την ησυχία τους.

Δυστυχώς για τους Βόρειους η δύναμη ανακατάληψης της νότιας Χουέ δεν αποτελείτο από Νοτιοβιετναμέζους αλλά από σκληροτράχηλους Αμερικανούς πεζοναύτες. Αν και οι τελευταίοι βρέθηκαν να πολεμούν σε έναν στενό πυκνοδομημένο χώρο αντί για τις ζούγκλες, τα βουνά και την ύπαιθρο από όπου είχαν συνηθίσει ως τότε να ξετρυπώνουν τους Βιετκόνγκ, προσαρμόστηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και έμαθαν από την αρχή τους απαράβατους κανόνες των οδομαχιών.

Η μάχη μέσα στη Χουέ θα διεξαγόταν πολλές φορές σώμα με σώμα, οι μετακινήσεις θα γίνονταν με αστραπιαία ταχύτητα και με μικρά άλματα πηδώντας από το ένα πρόχειρο προκάλυμμα στο άλλο και οι πεζοναύτες θα καταριούνταν πολλές φορές την ανόητη διαταγή που απαγόρευε την εκτέλεση βολών από το πυροβολικό και την αεροπορία για να μην υποστούν ζημιές τα μνημεία.

Αντίθετα από ό,τι ανέμεναν οι Βόρειοι, οι Αμερικανοί δεν σκόπευαν να επιχειρήσουν να προωθηθούν με οχήματα αλλά επεδίωξαν από την αρχή να εκκαθαρίσουν την τοποθεσία με το πεζικό τους, ερχόμενοι σε μάχη εκ του συστάδην με τον οχυρωμένο εχθρό. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο οι πεζοναύτες απέκτησαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα αφού εξαπέλυσαν συντονισμένες επιθέσεις με τη μία μονάδα να καλύπτει την άλλη.

Ο Φεβρουάριος του 1968 έφερε πάνω από τη Χουέ μολυβένια σύννεφα, εκνευριστικό ψιλόβροχο και έναν σκυθρωπό ουρανό που μείωνε την ορατότητα των ιπτάμενων παρατηρητών, ωθώντας και τους πολεμιστές στο έδαφος να νιώθουν πιο βαρύ το μακάβριο έργο που έπρεπε να επιτελέσουν.

Οι Βορειοβιετναμέζοι αντιστάθηκαν γενναία ακόμα και απέναντι στους άρτια εκπαιδευμένους Αμερικανούς. Στην αρχή οι πεζοναύτες εφάρμοσαν την τυπική τακτική τους που είχαν διδαχθεί από τη βασική εκπαίδευση και η οποία υπαγόρευε συγκεκριμένα βήματα.

Πριν διασχίσουν έναν δρόμο που βρισκόταν κάτω από τα πυρά του εχθρού έπρεπε να ρίξουν καπνογόνα για να αποκρύψουν τις κινήσεις τους. Οι Βορειοβιετναμέζοι αντιλήφθηκαν τη σημασία του καπνού και διαθέτοντας άφθονα αυτόματα όπλα άνοιγαν πυρ στα τυφλά βάλλοντας προς προκαθορισμένα σημεία του δρόμου και προκαλώντας αρκετές απώλειες στους επιτιθέμενους.

Οι πεζοναύτες αναγκάστηκαν να αυτοσχεδιάσουν και να αλλάξουν τις τακτικές τους. Εκμεταλλευόμενοι την ανυπομονησία του εχθρού να ανοίγει πυρ όποτε έβλεπε σύννεφο καπνού, δεν χρησιμοποιούσαν πλέον τα καπνογόνα για κίνηση αλλά για να εντοπίσουν τα σημεία βολής του αντιπάλου.

Η προσφιλέστερη τεχνική των πεζοναυτών ήταν να ρίχνουν ένα καπνογόνο μέσα στον δρόμο, να επισημαίνουν τις θέσεις από όπου προέρχονταν τα εχθρικά πυρά κι έπειτα, αφού μετακινούσαν προσεκτικά ένα βαρύ ΠΑΟ των 106 mm, να εκτοξεύουν με αυτό ένα βλήμα προς την εχθρική θέση. Ενώ οι Βόρειοι έσκυβαν για να αποφύγουν τα θραύσματα και το ωστικό κύμα της έκρηξης, μία ομάδα πεζοναυτών διέσχιζε γρήγορα τον δρόμο κρυμμένη από τον καπνό και τη σκόνη που δημιουργούσαν τα αέρια της πυροδότησης του βαρέος όπλου.

Έχοντας προσεγγίσει πλέον το κτίριο όπου βρισκόταν ο εχθρός οι πεζοναύτες άνοιγαν μεγάλες οπές στους τοίχους με τα ισχυρά εκρηκτικά τους, μέσα από τις οποίες ξεχύνονταν για να εκκαθαρίσουν κάθε οίκημα δωμάτιο προς δωμάτιο και όροφο προς όροφο. Στην αρχή οι Βορειοβιετναμέζοι προσπαθούσαν να συμπτυχθούν εγκαταλείποντας τα οικήματα από την πίσω πλευρά, όταν αντιλαμβάνονταν ότι οι Αμερικανοί παραβίαζαν την εμπρόσθια είσοδο.

Οι πεζοναύτες όμως βρήκαν αντίδοτο και γι’ αυτή την τακτική φροντίζοντας να ρίχνουν πυρά όλμων πίσω και εκατέρωθεν του κτιρίου λίγο πριν εξαπολύσουν την έφοδό τους, αποκόπτοντας έτσι τους υπερασπιστές του σπιτιού μέσα στη «φωλιά» τους και στερώντας τους οποιαδήποτε οδό διαφυγής. Χρησιμοποιούσαν επίσης τακτικά τα ερπυστριοφόρα οχήματα Ontos, καθένα από τα οποία μετέφερε έξι σωλήνες ΠΑΟ τους οποίους μπορούσε να πυροδοτήσει ταυτόχρονα, σε μία εκκωφαντική ομοβροντία.

Η Νότια Χουέ καθαρίζετε

Παρά τις αντίξοες συνθήκες και τις θαυμάσιες θέσεις που κατείχε ο εχθρός οι πεζοναύτες κατάφεραν να κυριεύσουν στις 4 Φεβρουαρίου το πανεπιστήμιο, στις 5 τη νομαρχία και στις 6 του μήνα τις φυλακές και το νοσοκομείο.

Ο Τσήθαμ θεωρούσε πως αυτά τα διαδοχικά άλματα ήταν αποφασιστικά και είχαν σωρευτικό αποτέλεσμα: «Όταν καταλάβαμε το κτίριο της νομαρχίας σπάσαμε τη σπονδυλική τους στήλη. Ηταν η πιο σκληρή αποστολή». Οι στρατιώτες του Ανόι κρατούσαν τις θέσεις τους με μία αυτοθυσία που δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει τον θαυμασμό, αρνούμενοι να υποχωρήσουν έστω και κατ’ ελάχιστο.

Οι Αμερικανοί έπρεπε να τους εξοντώνουν κυριολεκτικά έναν – έναν από σπίτι σε σπίτι και από πολυβολείο σε πολυβολείο. Οι Βόρειοι δεν περιορίζονταν όμως μόνο στην παθητική άμυνα. Εκτόξευαν συχνές και επικίνδυνες αντεπιθέσεις για να συλλάβουν τους πεζοναύτες εκτός ισορροπίας.

Τις νύκτες τολμηροί Βορειοβιετναμέζοι σέρνονταν αθέατοι ως τις αμερικανικές γραμμές για να τοποθετήσουν εκρηκτικά και να κατασκευάσουν απίθανες ναρκοπαγίδες. Το ηθικό των πεζοναυτών παρέμενε ακμαιότατο, αν και οι απώλειές τους πολλαπλασιάζονταν.

Με την πάροδο των ημερών το αρχικό πείσμα έδωσε τη θέση του στη στωικότητα και την καρτερία. Ενας πεζοναύτης που περίμενε το ελικόπτερο για να μεταφερθεί σε κάποιο οργανωμένο νοσοκομείο ρωτήθηκε από έναν δημοσιογράφο: «Πόσες φορές έχεις τραυματιστεί;». Και απάντησε αδύναμα: «Σήμερα;».

Ενώ οι πεζοναύτες διεξήγαν απεγνωσμένες μάχες σώμα με σώμα στη νότια Χουέ κερδίζοντας τον μεγαλύτερο τομέα της νέας πόλης, τμήματα της 1ης Μεραρχία Ιππικού (Αεροκίνητης) του δυναμικού υποστράτηγου Τζων Τόλσον είχαν εμπλακεί σε σκληρό αγώνα κατά του εχθρού στα δυτικά. Σκοπός αυτού του ελιγμού ήταν να αποκοπούν οι κομμουνιστικές δυνάμεις που βρίσκονταν μέσα στη Χουέ από κάθε εξωτερική ενίσχυση.

Έτσι το 2/12 Τάγμα της Μεραρχίας, το μόνο που κατορθώθηκε να εξοικονομηθεί από τις μάχες οι οποίες διεξάγονταν στα υπόλοιπα μέτωπα, μεταφέρθηκε με ελικόπτερα σε μία ζώνη προσγείωσης 10 km βορειοδυτικά της πόλης, από όπου ξεκίνησε την απρόσμενη αντεπίθεσή του. Λίγες μέρες αργότερα η 1η Μεραρχία Ιππικού ενέπλεξε στη μάχη άλλα τρία τάγματά της και ο αγώνας που έδωσε ήταν τόσο σκληρός ώστε σε μία φάση βρέθηκε αντιμέτωπη ακόμα και με μία μαζική έφοδο 1.500 Βορειοβιετναμέζων.

Εξαιτίας της πολιτιστικής σημασίας της Χουέ οι κανόνες εμπλοκής απαγόρευαν εξ αρχής στα αμερικανικά στρατεύματα να εκτελέσουν αεροπορικό βομβαρδισμό ή πυρά βαρέων πυροβόλων εναντίον στόχων μέσα στην πόλη.

Η απαγόρευση αυτή άρθηκε όταν η μάχη πλησίαζε στο τέλος της, γεγονός που υποχρέωσε τους πεζοναύτες να πολεμήσουν τον εχθρό επί ολόκληρες εβδομάδες και να τον ξετρυπώσουν από τις καλά οργανωμένες θέσεις του χρησιμοποιώντας μόνο τα όπλα που μπορούσαν να μεταφέρουν με τα χέρια τους.

Ακόμα κι έτσι όμως κατάφεραν να ολοκληρώσουν την ανακατάληψη της νότιας Χουέ μέσα σε 10 ημέρες, σε αντίθεση με τους Νοτιοβιετναμέζους που είχαν σημειώσει απογοητευτικά μικρή πρόοδο στον βόρειο τομέα. Ο εχθρός που είχε οχυρωθεί μέσα στην ακρόπολη είχε αποδειχθεί εξαιρετικά ισχυρός αντίπαλος για την 1η Μεραρχία του Τρουόνγκ και οι Νότιοι καθηλώθηκαν ανήμποροι να τον εκτοπίσουν από εκεί.

Η διστακτική προέλαση των Νότιο-βιετναμέζων

Η επίθεση του Τρουόνγκ είχε προσκρούσει στα ίδια σχεδόν προβλήματα με εκείνα που αντιμετώπισαν οι πεζοναύτες στον Νότο, με τη διαφορά ότι οι Νοτιοβιετναμέζοι στερούντο του κατάλληλου επιθετικού πνεύματος και της ικανότητας αυτοσχεδιασμού για να βρουν γρήγορα λύσεις.

Οι κομμουνιστές στρατιώτες που υπερασπίζονταν την ακρόπολη ήταν καλά οπλισμένοι, κατείχαν άριστα επιλεγμένες αμυντικές θέσεις και είχαν τη δυνατότητα να ανεφοδιάζονται σχεδόν ανεμπόδιστα με άνδρες και υλικό από τις δυτικές προσβάσεις της πόλης. Επιπλέον αρκετοί από τους Νοτιοβιετναμέζους στρατιώτες κατάγονταν από τη Χουέ και υποχρεώνονταν να καταστρέψουν τα ίδια τα σπίτια τους προκειμένου να εκτοπίσουν τον εχθρό, γεγονός που είχε εξελιχθεί σε σοβαρό ψυχολογικό κώλυμα.

Σε μία χαρακτηριστική περίπτωση ένας Αυστραλός σύμβουλος παρακολούθησε έναν Νοτιοβιετναμέζο παρατηρητή πυροβολικού ο οποίος διατάχθηκε να καθοδηγήσει τα πυρά ώστε να καταστρέψει το σπίτι του, μέσα στο οποίο βρισκόταν ακόμα η οικογένειά του. «Τον παρακολούθησα να δίνει τις εντολές βολής με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του. Δύο μέρες αργότερα σκοτώθηκε από τους Βορειοβιετναμέζους και μπορώ να πω ότι ο θάνατος απετέλεσε μάλλον λύτρωση γι’ αυτόν», έλεγε αργότερα ο Αυστραλός.

Οι Νοτιοβιετναμέζοι πολέμησαν σκληρά και με ηρωισμό, κατέλαβαν αρκετές φορές καίρια εδαφικά σημεία αλλά έχασαν και πάλι τα περισσότερα από αυτά εξαιτίας των σφοδρών αντεπιθέσεων των Βορείων. Το 4/3 Τάγμα των Νοτίων προσπάθησε επτά φορές με ισάριθμες εφόδους να εισχωρήσει στο εσωτερικό της ακρόπολης αλλά αποκρούστηκε, ενώ μία άλλη μονάδα που εισήλθε στη μάχη με 12 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού είδε οκτώ από αυτά να καταστρέφονται μέσα σε λίγες ώρες.

Έπειτα από μία εβδομάδα σκληρών συγκρούσεων οι Νοτιοβιετναμέζοι κατέρρευσαν, το ηθικό τους έπεσε και έπαψαν να επιτίθενται, περιοριζόμενοι σε παθητική άμυνα γύρω από το αρχηγείο τους. Ο Αμερικανός ταγματάρχης Γουέην Σουίνσον, που είχε συμμετάσχει στην αρχική μάχη γύρω από τη MACV και ανέλαβε αργότερα καθήκοντα συνδέσμου με τους Νοτιοβιετναμέζους, σημείωσε τις εξής εντυπώσεις από την πρώτη επαφή που είχε μαζί τους:

«Αν και πολλοί Νοτιοβιετναμέζοι στρατιώτες έχουν σκοτωθεί και αρκετοί άλλοι έχουν πολεμήσει με εξαιρετικό θάρρος, μετά την τέταρτη ημέρα της κομμουνιστικής επίθεσης οι απώλειές τους μειώθηκαν δραστικά και ο ρυθμός των επιχειρήσεών τους μπορεί να χαρακτηριστεί ότι ακολουθούσε το δόγμα «Μη κινείσθε, μην υφίστασθε περισσότερες απώλειες».

Η εκπόρθηση της Ακρόπολης

Αν και θα προτιμούσε να ανακαταλάβει την ακρόπολη με δικά του στρατεύματα για προφανείς λόγους εθνικής υπερηφάνειας, ο Τρουόνγκ διαπίστωσε από τις 9 Φεβρουαρίου ότι κάτι τέτοιο ήταν πλέον αδύνατο και αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή των Αμερικανών για να διεκπεραιώσει την αποστολή του στον βόρειο τομέα της Χουέ.

Ευτυχώς για τους συμμάχους που μάχονταν στην πόλη, οι βορειοβιετναμικές μεραρχίες οι οποίες είχαν εμπλακεί ήδη σε αγώνα λίγο βορειότερα, στο Κε Σαν, βρίσκονταν ακόμα καθηλωμένες εκεί από την απρόσμενα πεισματική αντίσταση των πεζοναυτών της φρουράς του.

Με την έξοχη στάση τους οι πεζοναύτες είχαν φράξει αποτελεσματικά τον προσφορότερο δρόμο που θα μπορούσε να ακολουθήσει η μάζα στρατευμάτων του Γκιάπ προκειμένου να κατέλθει και να βοηθήσει τους αμυνόμενους συναδέλφους της στη Χουέ. Χωρίς την άμεση ενίσχυσή τους με άνδρες και υλικό οι Βόρειοι στη Χουέ δεν θα μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα άντεχαν για πολύ ακόμα.

Στις 10 Φεβρουαρίου η ηγεσία του Ανόι αποφάσισε να καταφύγει σε μία σπασμωδική ενέργεια, αποσύροντας 2.500 μαχητές της από την πολιορκία του Κε Σαν και μεταφέροντάς τους χωρίς τα βαριά όπλα και τα άρματά τους (μέσω του γειτονικού Λάος) προς τη Χουέ, όπου έφθασαν από τα δυτικά.

Με δύο τάγματα πεζοναυτών (1/1 και 2/5) να δίνουν αψιμαχίες με τα τελευταία υπολείμματα των Βορειοβιετναμέζων στο νότιο τμήμα της πόλης, η αμερικανική διοίκηση έριξε στον αγώνα στις 11 Φεβρουαρίου και ένα τρίτο, το 1/5 Τάγμα. Το Τάγμα που αναχώρησε από το Φού Λοκ διατάχθηκε να επιχειρήσει την ανακατάληψη της ακρόπολης και αφού παραχώρησε τα καθήκοντα φρούρησης της βάσης του σε τμήματα της 101 Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας μεταφέρθηκε με ελικόπτερα ως το Φού Μπάι.

Εκεί ο στρατηγός Λα Χίου συναντήθηκε με τον διοικητή της νεοαφιχθείσας μονάδας, ταγματάρχη Ρόμπερτ Τόμσον, στον οποίο ξεκαθάρισε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι θα έπρεπε να λαμβάνει διαταγές μόνο από τον συνταγματάρχη Χιούζ που συντόνιζε τις επιχειρήσεις των πεζοναυτών στη Χουέ και σε καμία περίπτωση από τους Νοτιοβιετναμέζους.

Στέλνοντας τον Λόχο «Β» του 1/5 Τάγματος να προσγειωθεί με τη βοήθεια ελικοπτέρων δίπλα στο αρχηγείο του Τρουόνγκ, μέσα στην ακρόπολη, ο Τόμσον προώθησε το υπόλοιπο Τάγμα του οδικώς από το Φού Μπάι ως τη MACV. Εκεί το επιβίβασε σε μικρά σκάφη του Ναυτικού, τα οποία ακολούθησαν κατόπιν τον κατάρρου του Αρωματισμένου Ποταμού και αποβίβασαν τελικά τους πεζοναύτες κοντά σε μία πρόχειρη αποβάθρα στο Μπάο Βινχ, απ’ όπου στις 12 Φεβρουαρίου πέρασαν απέναντι στο βορειότερο άκρο της ακρόπολης.

Με τον ίδιο τον Τόμσον επικεφαλής οι πεζοναύτες προχώρησαν πεζοί προς το αρχηγείο των Νοτιοβιετναμέζων. Γρήγορα συνάντησαν αρκετούς πολίτες που έτρεξαν προς το μέρος τους χειρονομώντας απεγνωσμένα και προειδοποιώντας τους με τα φτωχά αγγλικά τους ότι λίγα τετράγωνα νοτιότερα ο εχθρός τους είχε στήσει ενέδρα.

Ο Τόμσον βρέθηκε σε δίλημμα αφού δεν γνώριζε ποιον δρόμο θα έπρεπε πλέον να ακολουθήσει για να φθάσει στο αρχηγείο της Μεραρχίας του Τρουόνγκ. Πάλι μερικοί από τους πολίτες προθυμοποιήθηκαν να οδηγήσουν προς τα εκεί τους άνδρες του μέσα από ασφαλή διαδρομή. Σε λίγες ώρες το 1/5 Τάγμα Πεζοναυτών είχε φθάσει στον προορισμό του και επανενώθηκε με τον «Β» Λόχο του.

Οι Αμερικανοί δεν έχασαν χρόνο και στις 08.15 της 13ης Φεβρουαρίου εξαπέλυσαν τη μεθοδική επίθεσή τους απωθώντας προοδευτικά τους Βορειοβιετναμέζους προς τον Αρωματισμένο Ποταμό. Έλαβαν επίσης με ανακούφιση την άδεια των ντόπιων συμμάχων τους να χρησιμοποιήσουν βαρύτερα όπλα και έκαναν άμεση χρήση αυτού του πλεονεκτήματος καλώντας επανειλημμένα τα αεροσκάφη Phantom να ρίξουν τις βόμβες των 277 kg πάνω στις θέσεις του εχθρού και το πυροβολικό να στείλει οβίδες των 8 in στους πιο ισχυρούς προμαχώνες των Βορείων. Η πίεση που δέχονταν οι Βόρειοι ήταν πλέον αφόρητη.

Στις 16 Φεβρουαρίου έχασαν τον διοικητή τους, που σκοτώθηκε από πυρά πυροβολικού. Ο αντικαταστάτης του ζήτησε αμέσως από τους ανωτέρους του έγκριση για σύμπτυξη αλλά εκείνοι του το αρνήθηκαν ζητώντας του να πολεμήσει μέχρις εσχάτων. Οι μάχες συνεχίστηκαν με αγριότητα και από τις δύο πλευρές. Στις 21 Φεβρουαρίου τέσσερα τάγματα της αμερικανικής 1ης Μεραρχίας Ιππικού (Αεροκίνητης) προσέβαλαν αποτελεσματικά τη βάση διοίκησης και ανεφοδιασμού των Βορείων στο δάσος Λα Τσου, δυτικά της Χουέ.

Πλήττοντας τη βάση με πυρά πυροβολικού και αεροσκαφών και εξαπολύοντας κατόπιν εναντίον της μία σαρωτική έφοδο πεζικού η Μεραρχία εξουδετέρωσε αυτό το πολύτιμο στήριγμα τον Βορειοβιετναμέζων και πέτυχε να απομονώσει πλήρως τα εχθρικά τμήματα που μάχονταν ακόμα στην ακρόπολη της Χουέ. Ο Βορειοβιετναμέζος διοικητής έλαβε τελικά την άδεια να υποχωρήσει στις 23 Φεβρουαρίου. Η απεγνωσμένη έξοδος των ανδρών του συνετρίβη από τα διαλυτικά πυρά του αμερικανικού πυροβολικού.

Ως το Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 1968 οι πεζοναύτες μπορούσαν να καυχηθούν ότι είχαν επανακτήσει τον έλεγχο σε ολόκληρη τη Χουέ και δεν απέμενε πλέον παρά να ξεριζώσουν την τελευταία εστία αντίστασης μερικών στρατιωτών του εχθρού που είχαν παγιδευτεί στο αυτοκρατορικό ανάκτορο και αρνούντο να παραδοθούν. Λίγο πριν οι πεζοναύτες του νεοαφιχθέντος Λόχου «D» του 3/5 Τάγματος ετοιμαστούν για την τελική τους έφοδο, ειδοποιήθηκαν ότι έπρεπε να περιμένουν και ότι το έργο θα το ανελάμβανε ο επίλεκτος Λόχος «Μαύροι Πάνθηρες» του Νοτιοβιετναμικού Στρατού.

Οι τελευταίοι εξόρμησαν κατά των τειχών του ανακτόρου ουρλιάζοντας πολεμικές κραυγές και μεταφέροντας σκάλες για να υπερπηδήσουν το εμπόδιο. Πέτυχαν να περάσουν ορμητικά πάνω από το τείχος και να εκκαθαρίσουν χωρίς σημαντικές απώλειες το εσωτερικό του ανακτόρου, όπου είχαν απομείνει ελάχιστοι εξαντλημένοι ένοπλοι κομμουνιστές.

Λίγο αργότερα οι «Μαύροι Πάνθηρες» υπέστειλαν τη σημαία του Ανόι από τη θέση όπου κυμάτιζε επί 26 ημέρες και ύψωσαν τη σημαία του Νότιου Βιετνάμ στον μεγάλο ιστό της ακρόπολης που ήταν ορατός από κάθε σημείο της πόλης, σηματοδοτώντας έτσι τη λήξη της φοβερής μάχης.

Η Χουέ θανάσιμα πληγωμένη

Η πόλη είχε σωθεί προσωρινά αλλά έφερε τρομερά τραύματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο οι Αμερικανοί πεζοναύτες κατανάλωσαν κατά τη μάχη 1.000.000 φυσίγγια των 5,56 mm (τυφέκια Μ16), 550.000 φυσίγγια των 7,62 mm (πολυβόλα Μ60), 49.000 βλήματα όλμων, 4.200 οβίδες αρμάτων, 12.300 χειροβομβίδες, χιλιάδες άλλα μεγαλύτερα βλήματα και ρουκέτες και 800 kg εκρηκτικών C4, ενώ το Ναυτικό προσέθεσε 4.780 δικές του οβίδες στο πλαίσιο παροχής πυρών υποστήριξης. Οι ζημιές ήταν τεράστιες.

Περίπου 10.000 σπίτια είχαν καταστραφεί ολοσχερώς ή σε μεγάλο βαθμό (σχεδόν το 40% του συνόλου των οικημάτων) και τουλάχιστον 116.000 κάτοικοι κατέφυγαν ως πρόσφυγες σε ασφαλέστερες γειτονικές περιοχές. Οταν η μάχη κόπασε η κυβέρνηση του Νότιου Βιετνάμ έσπευσε να παράσχει ουσιαστική βοήθεια στον πληθυσμό της Χουέ θέτοντας σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα ανακούφισης των πληγέντων και ανασυγκρότησης της πόλης, διάρκειας 90 ημερών.

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση της Χουέ Αμερικανοί και Νοτιοβιετναμέζοι ανακάλυψαν με φρίκη το τι είχαν προκαλέσει οι στρατιώτες των Βορείων στον άμαχο πληθυσμό της πόλης. Οι κομμουνιστές είχαν φθάσει στη Χουέ εφοδιασμένοι με μακροσκελείς καταλόγους «αντιδραστικών» που υποστήριζαν τη νοτιοβιετναμική κυβέρνηση ή την αμερικανική παρουσία στη χώρα και επιδόθηκαν σε μαζικές εκκαθαρίσεις σκοτώνοντας δίχως έλεος ακόμα και γυναικόπαιδα.

Από τις 4 Φεβρουαρίου το ραδιόφωνο του Ανόι ανακοίνωνε ότι τα στρατεύματά του, που είχαν καταλάβει τη Χουέ, είχαν «μαντρώσει και τιμωρήσει δεκάδες σκληρούς πράκτορες», είδηση που προκάλεσε την πρώτη έντονη ανησυχία στον κόσμο για την πιθανή έκταση των αντιποίνων.

Όταν τα ονόματα των καταλόγων, που περιελάμβαναν 1.892 δημόσιους υπάλληλους, 38 αστυνομικούς και 70 άλλους «τύραννους του λαού», εξαντλήθηκαν, οι φανατικοί κομμουνιστές συνέχισαν το όργιο σφαγής αδιάκριτα πλέον με τη βοήθεια και ορισμένων συμπαθούντων φοιτητών από το πανεπιστήμιο της πόλης.

Η αιματοχυσία έφθασε σε τέτοιο βαθμό βαρβαρότητας ώστε ο στρατιωτικός διοικητής των βορειοβιετναμικών δυνάμεων κατοχής διέταξε την παύση των εκτελέσεων. Κατά τους επόμενους 18 μήνες ανακαλύφθηκαν 2.800 πτώματα σε ομαδικούς τάφους. Πολλά είχαν ακρωτηριαστεί βάναυσα. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν ένας Αμερικανός πολίτης, τρεις Γερμανοί γιατροί και δύο Γάλλοι ιεραπόστολοι.

Οι απώλειες των Βορείων κατά τη μάχη της Χουέ υπολογίζονται σε 5.113 νεκρούς μέσα στην πόλη και 3.000 περίπου στα περίχωρα. Εκείνοι που αιχμαλωτίστηκαν δεν ξεπερνούσαν τους 89. Αντίστοιχα ο Νοτιοβιετναμικός Στρατός είχε 384 νεκρούς και 1.800 τραυματίες. Οι πεζοναύτες ανέφεραν ότι είχαν 147 πεσόντες και 857 σοβαρά τραυματισμένους άνδρες που είχαν ανάγκη περίθαλψης σε νοσοκομεία.

Από τους αριθμούς αυτούς προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι Βορειοβιετναμέζοι τακτικοί στρατιώτες είχαν πολεμήσει με θαυμαστή καρτερία, σιδερένια πειθαρχία και τυφλή αφοσίωση στον σκοπό τους περιμένοντας την άφιξη των ενισχύσεων από το Κε Σαν, οι οποίες δεν ήλθαν ποτέ. Ολόκληρη η φιλόδοξη Επίθεση του Τετ αποδείχθηκε ένα δαπανηρό στρατιωτικό φιάσκο για το Βόρειο Βιετνάμ, το οποίο είχε μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες 32.000 νεκρούς και 5.800 αιχμαλώτους.

Το χειρότερο ήταν πως το Ανόι κατέστρεψε λόγω της απρονοησίας του το καλά κρυμμένο δίκτυο των Βιετκόνγκ, το οποίο εγκαταλείποντας τον υπονομευτικό ρόλο του και εξερχόμενο στο φως της ημέρας δέχθηκε ένα τόσο συντριπτικό πλήγμα ώστε δεν μπόρεσε ποτέ να ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του.

Στο εξής οι κομμουνιστές θα έπρεπε να βασίζονται όλο και περισσότερο στον τακτικό Βορειοβιετναμικό Στρατό για να συνεχίσουν τον πόλεμο και θα χρειάζονταν άλλα επτά χρόνια εμφύλιας σφαγής για να φθάσει το τέλος της μεγαλύτερης σε διάρκεια σύρραξης του 20ού αιώνα.

Πολυβόλο Μ60: ΤΟ δυνατό όπλο του αμερικανικού πεζικού

Τόσο οι άνδρες του Αμερικανικού Στρατού, όσο και οι Πεζοναύτες των ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ το πολυβόλο Μ60 των 7,62 mm ως βασικό όπλο παροχής πυρών υποστήριξης σε επίπεδο ομάδας ή διμοιρίας. Το Μ60 εισήλθε σε υπηρεσία μόλις το 1961 και δεν έχει κερδίσει τυχαία από τους πολεμιστές το προσωνύμιο “το γουρούνι”: είναι όντως ανθεκτικό, στιβαρό και αξιόπιστο. Λειτουργεί με τη μέθοδο των αερίων. Χάρη στον εξαιρετικά ευφυή σχεδιασμό του εξολκέα του κλείστρου και την άνετη κίνηση που εκτελεί αυτό το εξάρτημα μέσα στη θαλάμη του Μ60 σπάνια παρουσιάζει εμπλοκές, κερδίζοντας έτσι την εμπιστοσύνη των στρατιωτών.

Αν και παρουσίασε κάποια μικρά προβλήματα εμπλοκής στο Βιετνάμ, κυρίως λόγω της λάσπης και της άμμου που εισέρχονταν στον μηχανισμό του αλλά και εξαιτίας των μέτριων σκοπευτικών του και της κακής θέσης στήριξης του δίποδα, το Μ60 μεταφερόταν εύκολα αφού ζύγιζε μόνο 10,4 kg, σχεδόν 30% λιγότερο από ένα πολυβόλο Βrowning M1919 των 0,30 in του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το συνολικό μήκος του φθάνει τα 110 cm. Μπορειãνα πλήξει τον στόχο με έναν εντυπωσιακό καταιγισμό 550 βολίδων το λεπτό σε απόσταση 980 m.

Τα συνεχή πυρά του, είτε στηριζόταν στον δίποδά του, είτε στον τρίποδα Μ122, αύξαναν τότε κατακόρυφα την ισχύ πυρός του αμερικανικού πεζικού, ιδίως κατά τις οδομαχίες.

Το Μ60 παράγει έναν χαρακτηριστικό ήχο που επιτρέπει την αναγνώρισή του από φίλους και εχθρούς. Εκείνη την περίοδο το έθετε σε λειτουργία ο πολυβολητής, που επιλεγόταν συνήθως ανάμεσα στους πιο μεγαλόσωμους και δυνατούς άνδρες ώστε να μπορεί να αντέξει τόσο την ανάκρουση του όπλου, όσο και το βάρος των πυρομαχικών (συνήθως 200 φυσίγγια των 7,62 mm) που έπρεπε να μεταφέρει, τα οποία μαζί με το όπλο ζύγιζαν συχνά περισσότερο από 30 kg.

Όταν έβαλλε ο άνδρας αυτός είχε δίπλα του τον βοηθό χειριστή που μετέφερε άλλα 400 φυσίγγια και φρόντιζε για την αδιάκοπη τροφοδοσία του Μ60 με πυρομαχικά. Συνήθως εκτελούντο κοφτές ριπές των 6 ή 7 βολίδων που τρόμαζαν και καθήλωναν τον εχθρό, αφού ήταν σε θέση να κομματιάσουν μικρά δένδρα και να διαλύσουν την ανθρώπινη σάρκα.

Οι πολυβολητές έπρεπε να είναι αρκετά προσεκτικοί διότι η ανάκρουση του όπλου ήταν τόσο δυνατή ώστε μπορούσε να εξαρθρώσει τον ώμο όπου στηριζόταν το κοντάκι. Η αντικατάσταση μιας κάννης που είχε υπερθερμανθεί από την εφεδρική, που πάντα μετέφερε μαζί του το στοιχείο του πολυβόλου, γινόταν με σχετική ευκολία και μόνο με τη χρήση θερμομονωτικών γαντιών από αμίαντο.

Στα χέρια ενός έμπειρου πολυβολητή το Μ60 μπορούσε να αναχαιτίσει μόνο του ολόκληρη επίθεση του εχθρού και αυτός ήταν ο λόγος που οι χειριστές του αποτελούσαν πάντα τον πρώτο στόχο του αντιπάλου, αφού αντιπροσώπευαν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος πυρός (συνήθως δύο πολυβόλα ανά διμοιρία των 42 ανδρών).

Έτσι δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι πολλοί πολυβολητές που πολέμησαν στο Βιετνάμ κέρδισαν μερικά από τα κυριότερα παράσημα για ανδρεία. Ως το 1985 είχαν κατασκευαστεί περισσότερα από 250.000 πολυβόλα αυτού του τύπου που υπηρετούσαν στους στρατούς 30 χωρών. Σήμερα οι Αμερικανοί Πεζοναύτες έχουν αντικαταστήσει το Μ60 από το περίφημο βελγικό ΜΑG με την ονομασία Μ240.