Μια ελεύθερη γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα

Μια ελεύθερη γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα

H Μαρία Ναυπλιώτου είναι ένα παράδειγµα σοβαρής ηθοποιού που δεν είναι καθόλου παρεξηγηµένη µε την οµορφιά. Θέλει να φαίνεται φροντισµένη και ωραία, έχει φιλοδοξίες, και όταν διαφωνεί στη διαδικασία της πρόβας, το κάνει για το καλό της παράστασης. Ο φυσικός της χώρος είναι η σκηνή, από τα 12 της χρόνια, όταν ακόµη χόρευε. Άλλαξε καριέρα, αλλά όχι και επαγγελματικό χώρο, όταν µεταπήδησε στην υποκριτική. Η απόφαση της δείχνει µια ελεύθερη γυναίκα, όπως και η Κάρµεν, που θα παιχθεί ξανά, µετά τον αναπάντεχο καλοκαιρινό θρίαµβο.

Το καλοκαίρι ανεβάσαµε την Κάρµεν στην εσωτερική αυλή ενός σπιτιού που προφανώς φιλοξενούσε µικρές βιοτεχνίες και µαγαζάκια», θυµάται. «Ακόµη και τώρα υπάρχει ένας ξεχασµένος τυπογράφος, κι ένα αριστουργηµατικό ψυγείο κρεάτων που θες να το πάρεις σπίτι σου. Είχαµε την πρόθεση να στήσουµε την παράσταση σε µια αλάνα, αλλά όταν βρήκαµε το συγκεκριµένο χώρο ενθουσιαστήκαµε. Η Κάρµεν άρεσε, κι εµείς την απολαύσαµε. Για µένα ήταν τροµερά απελευθερωτικό να παίζω µια σκοτεινή, ακατέργαστη γυναίκα, χωρίς φραγµούς και αναστολές.

Στη νουβέλα του Προσπέρ Μεριµέ, την οποία πήρε ο Μπιζέ για να µετατρέψει σε όπερα 30 χρόνια αργότερα, η Κάρµεν ήταν ένα εξωφρενικό πλάσµα, κλέφτρα, αλήτισσα, κοπέλα και παιδί, µέλος συµµορίας, φόνισσα, πιστή αλλά και άστατη, µε σύζυγο φυλακισµένο αρχιµαφιόζο, µια γυναίκα που ο ταξιδευτής Μεριµέ λέγεται ότι συνάντησε στην πραγµατικότητα – κι αν δεν ήταν η Κάρµεν, ήταν κάποια σαν κι αυτή, µια τσιγγάνα που ζούσε στην Ισπανία, µε ρίζες από τη Βοηµία – εξ ου και το La Boheme και η µποέµικη, νοµαδική ζωή ως ρεύµα αργότερα. Στην όπερα έχει ένα στιλιζάρισµα, παίζει ανάµεσα σε δυο άνδρες. Στη νουβέλα, ούτε ξέρεις µε πόσους έχει πάει, δεν καταλαβαίνει Θεό.

Η απόγνωσή της βγαίνει στη σεξουαλική διεκδίκηση. Ένα άπιαστο πουλί που πληρώνει την ελευθερία του µε το θάνατό του. Δε θελήσαµε να την ερµηνεύσουµε καθόλου σαν «ντάµα», αλλά σαν ένα αλητάκι, ένα κορίτσι µε φουστάκια, αρβύλες και τσιγγάνικα ρούχα. Στην Αθήνα τη βάλαµε στο φυσικό της περιβάλλον, στο Μεταξουργείο, όπου µπορούν να συµβούν τα πάντα». Ρωτάω για την ανταπόκριση, τις αντιδράσεις των θεατών, κι εκείνη θυµάται ιδιαίτερα τη σύνθεσή τους, ένα ετερόκλητο σµάρι που µπορεί να φέρει σ’ έναν απρόσµενο χώρο η περιέργεια. «Οι κάτοικοι της περιοχής, δηλαδή οικονοµικοί µετανάστες, πόρνες, προαγωγοί, αλλά και οικογενειάρχες και νέα παιδιά, έρχονταν να δουν την παράσταση έξω από το χώρο.

Τα σχόλια ήταν απίθανα!» Κι ενώ στο χειµερινό ανέβασµα όλος ο θίασος επαναδιαπραγµατεύεται τα στοιχεία της παράστασης, µια παλιότερη σκέψη του σκηνοθέτη της, Στάθη Λιβαθινού, για το είδος και την ποιότητα θεάτρου που µπορεί να παράγει κάθε χώρα, οδηγεί τη Μαρία Ναυπλιώτου στον προβληµατισµό για την ουσιαστική έλλειψη του θεάτρου στην Ελλάδα:

«Υπάρχουν λίγοι συγγραφείς, λίγα έργα και ελάχιστες παραστάσεις όπου οι άνθρωποι κατανοούν τι συµβαίνει κάπου αλλού. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρόβληµα ταλέντου, αλλά παιδείας. Και πριν από την κατάσταση που βρισκόµαστε, η πολιτεία δε φρόντισε ποτέ να προσφέρει συστηµατική παιδεία, αλλά µόνο ένα ανοργάνωτο σύστηµα που αλλάζει συνέχεια. Δεν υπάρχει Ακαδηµία Τεχνών – τα αλληλοσυγκρουόµενα συµφέροντα δεν επιτρέπουν τη δηµιουργία της.

Οι Έλληνες δε µεταλλασσόµαστε στο εξωτερικό, απλά εκεί µας δίνεται καλύτερη γνώση και εργαλεία. Όσο για τη θεατρική µέθοδο, δεν την έχουµε πρωτογενώς, τη δανειζόµαστε. Ο Λιβαθινός πήγε στη Ρωσία, άλλος στη Γερµανία. Όλοι συνεχίζουν να δουλεύουν έχοντας ξοδέψει πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Εδώ γεννήθηκε η τραγωδία, µα δε γνωρίζουµε πώς να την ανεβάσουµε µε δικά µας µέσα.

Σε µια παράσταση µπαλέτου στην Κωνσταντινούπολη, εξεπλάγην µε το επίπεδό τους, και εκ των υστέρων έµαθα ότι στη δεκαετία του ’50 τους δίδαξαν τεχνική χορού οι Ρώσοι. Βέβαια, οι ίδιοι επέτρεψαν στους ξένους να τους τη µάθουν, θεωρώντας το σηµαντικό και χρήσιµο. Εδώ δε συµβαίνει κάτι τέτοιο. Δε θέλω να ανοίξω κι εγώ την ψαλίδα που µας θέλει Θεούς ή σκουπίδια, µέτριοι άνθρωποι είµαστε τις περισσότερες φορές».

Μιλάµε για την απογοήτευση λαµπερών, ευφυών ανθρώπων όπως ο Δαντών, που συλλαµβάνουν τροµερές ιδέες και πλήττουν µέχρι αυτοκτονίας όταν βλέπουν την κατάρρευσή τους, και το πρόσωπό της φωτίζεται όταν θυµάται κεφάλαια από τη γαλλική ιστορία, µιλώντας ταυτόχρονα για το σήµερα. Ο Θάνατος του Δαντών του Γκέοργκ Μπίχνερ, η δεύτερη παράστασή της, και πάλι µε σκηνοθέτη τον Λιβαθινό, «Είναι σα να πέφτει πυρηνική βόµβα, έχει άµεση πολιτική σηµασία», εξηγεί. «Ακούγοντας τον Τζούµα ένα πρωινό στο ραδιόφωνο να σχολιάζει τις σφαγές στην Αίγυπτο, ανατρίχιασα γιατί χρησιµοποίησε µια φράση παρόµοια µ’ αυτήν του Μπίχνερ – “Ως πότε θα είµαστε βρώµικοι και µατωµένοι”».

Όταν χόρευε µικρή, έµαθε να µαθητεύει. Τώρα συνεχίζει, γνωρίζοντας πως δεν πρέπει να επαναπαύεται. «Η επιλογή ενός έργου για µένα είναι πάντα οι άνθρωποι, τι σηµαίνει σήµερα ένα έργο, πόσο σπουδαίο είναι κάτι, αν µ’ αφήνει άναυδη, αν µου προκαλεί δονήσεις» λέει, προσθέτοντας πως σαφώς και τη ενδιαφέρουν οι ρόλοι, µε την έννοια του υλικού.

«Με τον Λιβαθινό µιλάµε αυτήν τη γλώσσα του υλικού, πώς µέσα σ’ ένα ρόλο µπορούµε να καλλιεργήσουµε έναν χαρακτήρα, για να προσεγγίσεις, να υπάρξεις, να γλιστρήσεις και να αναπτύξεις περισσότερο τα τεχνικά σου µέσα. Δε λέω πως είµαι υπεράνω και δε µ’ ενδιαφέρει ένας καλός πρώτος ρόλος.

Παλαιότερα µε απασχολούσε να βουτήξω µέσα σ’ ένα ρόλο και να τον ζήσω. Τώρα καταλαβαίνω πως είναι κάπως αφελές, παιδικό, ναρκισσιστικό, ένα πρώτο επίπεδο. Χρειάζεται να πάρεις το απόσταγµα και να τον ανεβάσεις, να χρησιµοποιήσεις τον εαυτό σου για να τον αποδώσεις, να είναι ο εαυτός σου ο καµβάς σου. Για τη Ζυλί χρησιµοποιώ αδρές γραµµές για να φτιάξω µια διαδικασία για να φτάσω κάπου, να µην τα δώσω όλα από την αρχή. Δύσκολα πράγµατα στην Τέχνη αυτά…

Το έργο είναι πάρα πολύ δύσκολο, µε απλή δοµή, ένα αριστούργηµα. Δουλέψαµε ατελείωτες ώρες. Η παράσταση µε τον Στάθη ολοκληρώνεται ακόµη και στη γενική δοκιµή, υπάρχει πάντα µια δηµιουργική ένταση στις πρόβες».

Έργα όπως η Κάρµεν και ο Θάνατος του Δαντών εµπλουτίζουν την προσωπικότητα ενός ερµηνευτή, γεννώντας υπαρξιακά ερωτήµατα. «Νοµίζω πως η ανθρώπινη µοίρα είναι µια τραγωδία», συµπεραίνει η Μαρία. «Το ότι η ζωή µας δεν έχει κανένα νόηµα, εκτός αν εµείς πασχίζουµε να της το δώσουµε, η φθορά, το γήρας, η γνώση πως θα πεθάνουµε είναι µια τραγωδία. Η ζωή είναι γλυκιά, ναι, αλλά έχουµε αγωνίες και άγχη. Μεγαλώνεις, γερνάς, αποχαιρετάς κάθε στιγµή κάτι που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Τα οικονοµικά και όλα τα υπόλοιπα είναι τα µεγάλα άλλοθί µας. Ο άνθρωπος είναι κατά βάση αδηφάγο ον. Η σκοτεινιά και η απληστία, η καταστροφή, ο φόνος, προπατορικά αµαρτήµατα, συνεχίζουν να υπάρχουν, και όσο δεν καλύπτονται και καταπραΰνονται µέσα από την αγάπη, δηµιουργούν δικτάτορες και παρανοϊκούς, χτυπάνε το αδύνατο σηµείο µας και µας χειραγωγούν. Ένας κύκλος στην ιστορία συµβαίνει πάντα, ανάταση και κατάρρευση. Δεν ξέρω πως ο άνθρωπος µπορεί να φτάσει σ’ ένα επίπεδο κατανόησης και να σταµατήσει αυτό. Και στις προσωπικές σχέσεις, ενώ θέλεις να κάνεις το καλό, γίνεσαι ανεξέλεγκτος από όλα που κατοικούν µέσα µας, µένεις έκπληκτος µε τη συµπεριφορά σου».

Συνεχίζει επαναφέροντας το αιώνιο ζήτηµα της µαθητείας σε προσωπικό επίπεδο. «Το καλό για µένα είναι όταν προσπαθώ, µε µεγάλο κόπο πολλές φορές, να ακούσω τους άλλους, να είµαι συµπονετική, να βρω µέσα µου την καλοσύνη. Διαλύονται σπίτια για µικροπράγµατα, ας πούµε αν πρέπει να συµφωνήσουµε να πάµε µια εκδροµή την Κυριακή, σαν να πρόκειται να λύσουµε το µεσανατολικό. Βέβαια, πάντα είχε ανάγκη ο κόσµος να ξεφορτώσει το πρόβληµά του. Διάβασα ένα δοκίµιο του Γιάλοµ πάνω στη σηµασία της εξοµολόγησης, το ρόλο των ιερέων που στις µέρες µας έχουν αναλάβει οι ψυχαναλυτές. Τεράστιο κεφάλαιο να µπορείς ν’ ακούς και να µην κρίνεις. Από εκεί και πέρα µπορείς να δηµιουργήσεις µια ουσιαστική σχέση. Κι όταν, επίσης, µάθεις να ζητάς συγνώµη µετά από ένα λάθος…»

Προηγούμενο άρθροΗ Σιδηρά Κυρία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου
Επόμενο άρθροFeedly Android App: Smarter News Reader
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ