Μήπως καταστρέφεται η πολιτιστική μας κληρονομιά;

Μήπως καταστρέφεται η πολιτιστική μας κληρονομιά;

Κατά καιρούς, βγαίνουν πολλοί στην τηλεόραση, δηλαδή τη μεγάλη πλατεία του χωριού, και διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι καταστρέφεται η πολιτιστική μας κληρονομιά, προφανώς για να ευαισθητοποιήσουν το ευρύ κοινό και τους πολιτικούς της χώρας μας, ώστε να ληφθούν μέτρα, προκειμένου να διασωθεί η ιστορία αυτού του τόπου.

Αυτή είναι η θετική πλευρά της υπόθεσης, διότι αποδεικνύεται ότι υπάρχουν κάποιοι ευσυνείδητοι άνθρωποι στην Ελλάδα που νοιάζονται πραγματικά για την πολιτιστική μας κληρονομιά. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη πλευρά που θα διαβάσετε παρακάτω.

Είναι κοινό μυστικό πως κάποιες κυβερνήσεις στο παρελθόν χρησιμοποιούσαν το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο για να αποχαρακτηρίζουν τους αρχαιολογικούς χώρους και κατόπιν να τους παραδίδουν –ενδεχομένως με το αζημίωτο,– σε εργολάβους για να χτίζουν μεζονέτες, σε λατόμους για να σκάβουν, σε οδοποιούς για να μπαζώνουν αρχαία και να στρώνουν άσφαλτο. Επίσης, υπάρχει έντονη φημολογία πώς οι παλιές κυβερνήσεις διαχειρίζονταν, στο ημίφως κονδύλια δισεκατομμυρίων ευρώ, όχι τελικά για να προστατεύσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά, αλλά για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα.

Σωπάτε! Γίνονταν ποτέ τέτοια πράγματα; Αδιανόητο, πρωτοφανές!

Λοιπόν, όσοι ανοιχτομάτηδες τα διαπιστώνουν αυτά κατάπληκτοι είναι, το πιθανότερο, άσχετοι. Ή γνωρίζουν και υποκρίνονται. Διότι η πολιτιστική μας κληρονομιά σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη καταστραφεί!

Κύλησε πολύ νερό στους τοίχους βυζαντινών ναών, κάτω από τα τοξωτά γεφύρια στην Ήπειρο, μέσα στα γκρεμισμένα ελαιοτριβεία και τα σαπωνοποιεία, για να αποδεχτεί η ελληνική διανόηση πρώτα, και η πολιτεία δεύτερη και καταϊδρωμένη, πως μόλις από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, ότι κληρονομιά είναι και τα ταπεινά προϊστορικά κεραμικά εργαστήρια, τα εργαλεία ξυλοναυπηγών από τις Σποράδες, όπως και οι διάφοροί γλωσσικοί διάλεκτοι πέρα από την ελληνική γλώσσα – βλέπε τσακώνικα, βλάχικα και αρβανίτικα τουλάχιστον. Από τα κατάλοιπα τωνπροϊστορικών οικισμών μέχρι τα μνημεία της βιομηχανικής αρχαιολογίας, από τα βυζαντινά ή οθωμανικά μνημεία μέχρι τον λεγόμενο «άυλο πολιτισμό» (τα παραδοσιακά δρώμενα, τα έθιμα, τα τραγούδια, τη λαϊκή ιατρική, τα παραδοσιακά επαγγέλματα κ.λπ.) όλες οι νεοελληνικές κυβερνήσεις έχουν να επιδείξουν ελάχιστα εύσημα διάσωσης της πολύπαθης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Να τα πάρουμε ένα προς ένα;

  • Στην αρχαιολογία, το κακό ξεκινάει από τους αρχαιολογικούς χώρους που οι περισσότεροι είναι ξέφραγα αμπέλια. Αναδεικνύονται λίγοι, για λόγους βιτρίνας, όπως η Ακρόπολη, η Κνωσός, η Δήλος και η Βεργίνα, ενώ οι υπόλοιποι αφήνονται στην τύχη τους. Γιατί; Προφανώς για να διευκολύνεται η διαδικασία αποχαρακτηρισμού και τσιμεντοποίησης με το αζημίωτο.
  • Στην αρχιτεκτονική, «παραδοσιακή κληρονομιά» και πρότυπο είναι τα άχαρα λευκά τσιμεντόκουτα με τα βαμμένα μπλε πορτοπαράθυρα που έχουν εξαπλωθεί σαν γάγγραινα σε όλα τα νησιά. Α, και η αποθέωση των αστικών νεοκλασικών, όρος που χωράει πολλή συζήτηση, καθώς επερχόταν η λαίλαπα της πολυκατοικίας και της χυδαίας καραμανλικής αντιπαροχής.
  • Στα νεότερα μνημεία, πλούσιοι ιδιωτικοί φορείς έδωσαν από το 1980 και μετά πνοή σε βιομηχανικά κτίρια στο Λαύριο, την Ερμούπολη, τη Λέσβο. Η Μελίνα και οι διάδοχοί της κήρυξαν διατηρητέα πετρόχτιστα σχολεία όπως αυτό των Κορυσχάδων, γεφύρια, κοινοτικά κτίρια. Ό,τι πρόλαβαν αποχαρακτήρισαν επί Ζαχόπουλου. Άλλα δεν εξετάσθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων· τελευταία ήττα ο ιστορικός κινηματογράφος των Σερρών Οντεόν, με ενδιαφέροντα στοιχεία art deco.
  • Στον άυλο πολιτισμό, η Unesco υποχρεώνει την Ελλάδα να προστατεύσει τις ιδιαίτερες πολιτισμικές εκφράσεις Πομάκων, τουρκόφωνων και δίγλωσσων της Κεντρικής Μακεδονίας, την παραδοσιακή οργανοποιία, το πολυφωνικό τραγούδι κ.λπ. Στην πράξη «κληρονομιά» είναι κυρίως οι χοροί του Λυκείου Ελληνίδων! Το κράτος χρηματοδοτεί τοπικά σωματεία, συλλόγους, θεατρικές, μουσικές και χορευτικές ομάδες, με κριτήρια αδιαφανή. Επί βασιλείας Ζαχόπουλου προστέθηκε ένα επιπλέον κριτήριο: η σκανδαλώδης (;) ροή χρημάτων σε φορείς της Βόρειας Ελλάδας.
  • Στην ιστοριογραφία κυριαρχεί ακόμη η εθνικιστική οπτική του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου για την αλυσίδα «Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νεότεροι Χρόνοι». Λες και οι αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν καθόρισαν τίποτα απολύτως, λες και τα ελλαδικά ιερά των Aιγυπτίων θεών, οι εβραϊκές συναγωγές ή οι μουσουλμανικοί τεκέδες δεν αξίζουν μια δεκάρα, λες και κατακτητικοί τυχοδιωκτισμοί, όπως η άθλια μικρασιατική εκστρατεία (δίπλα σε λαμπρές υπερβάσεις, όπως το έπος της Εθνικής Αντίστασης στην Κατοχή) είναι ασήμαντες λεπτομέρειες.
  • Στην Εκπαίδευση, κυρίως την Πρωτοβάθμια και τη Μέση, έχει συντελεστεί το μεγαλύτερο κακό. Ερώτηση: Τι εστί πολιτιστική κληρονομιά στα σχολεία μας; Απάντηση: Είναι ένα φάντασμα που διαβρώνει τις συνειδήσεις των μαθητών με τις ελληναράδικες εθνικές επετείους, τις στρατοκρατικές παρελάσεις, τους κακοπληρωμένους και παραδομένους στη μοίρα εκπαιδευτικούς. Αφήνει πίσω του μισομορφωμένους, «άψητους» πολίτες, περήφανους για ένα παρελθόν το οποίο ουσιαστικά αγνοούν, χαμένους σε ένα παγκοσμιοποιημένο ανταγωνιστικό περιβάλλον που συνεχώς αλλάζει.

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι στατική έννοια. Ανανεώνεται αδιάκοπα μέσα από τις ανησυχίες των νέων καλλιτεχνών και τη διαπολιτισμικότητα. Μάλλον καλύτερη αντίληψη από εμάς για την πολιτιστική τους κληρονομιά είχαν οι αγράμματοι αρβανίτες χωρικοί της Ελευσίνας, που μέχρι το 1801 άναβαν ευλαβικά καντηλάκια δίπλα σε ένα μισοχωμένο στις κοπριές αρχαίο άγαλμα της θεάς Δήμητρας. Της στόλιζαν το κεφάλι με στάχυα, πίστευαν ότι σε αυτήν οφείλεται η ευφορία των χωραφιών τους.

Όταν ο άγγλος περιηγητής και αρχαιοκάπηλος Έντουαρντ Ντάνιελ Κλαρκ, με δωροδοκίες και άθλιες μεθοδεύσεις, «αγόρασε» το άγαλμα από τους Τούρκους, εκείνοι οι ταπεινοί άνθρωποι είδαν με δέος έναν ταύρο να λύνεται, να χτυπάει για λίγο το άγαλμα με τα κέρατά του και μετά να ορμά μουγκανίζοντας στην πεδιάδα της Ελευσίνας. Θρήνησαν την «κυρά-Δήμητρα» και κυριεύτηκαν από τον φόβο ότι δεν θα τους δώσει πια η γη καρπούς. Πράγματι, για τα πέντε επόμενα χρόνια, μέχρι το 1805, όπως γράφει ο μακαρίτης Κυριάκος Σιμόπουλος στο μνημειώδες έργο του «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα» (τ. Γ1, σσ. 73-77), η Ελευσίνα είχε κακές σοδειές. Έτυχε, θα πουν οι ορθολογιστές, μάλλον κι εμείς μαζί τους.

Προηγούμενο άρθροΠως θα ενδώσει σε ό,τι και να τον βάλεις να κάνεις
Επόμενο άρθροGattaca (1997) Άποψη για την ταινία
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας