Ναυμαχία του Αρτεμισίου: Η νίκη των Ελλήνων κατά του Ξέρξη

Ναυμαχία του Αρτεμισίου: Η νίκη των Ελλήνων κατά του Ξέρξη

Η μάχη των Θερμοπυλών αποτελεί μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της Ελληνικής ιστορίας την ημέρα που οι Σπαρτιάτες και οι θεσπιείς αντιμετώπισαν ηρωικά τις βαρβαρικές ορδές, ο ενωμένος ο στόλος των Ελλήνων νικούσε τον περσικό στην είσοδο του μαλιακού κόλπου. Η ήττα των περσών, αν και δεν ήταν συντριπτική, υπήρξε καθοριστική για τη συνέχεια του ναυτικού αγώνα.

Από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. στην περιοχή του Αιγαίου διαφαινόταν η προοπτική μιας σύγκρουσης ανάμεσα στην Περσική Αυτοκρατορία και τις ελληνικές πόλεις- κράτη. Οι Πέρσες, έχοντας υποτάξει το Βασίλειο των Λυδών, κατέλαβαν και τις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας και αργότερα επέκτειναν την κυριαρχία τους και στα γειτονικά νησιά.

Στις πόλεις αυτές επιβλήθηκαν τυραννικά καθεστώτα από ανθρώπους έμπιστους της περσικής Αυλής. Η περσική διοίκηση όμως, ο τοπικός σατράπης που είχε την έδρα του στις Σάρδεις και η βασιλική Αυλή της χώρας, είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν δύσκολο να κρατήσει τα εδάφη της Ιωνίας όσο στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου παρέμεναν ελεύθερες άλλες ελληνικές πόλεις.

Την αντίληψη αυτή επιβεβαίωσαν τα γεγονότα της Ιωνικής Επανάστασης που εξερράγη το 499 π.Χ., οπότε η Αθήνα και η Ερέτρια προσέφεραν βοήθεια στις μικρασιατικές πόλεις που προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τον περσικό ζυγό. Η αντίδραση της Περσικής Αυτοκρατορίας δεν άργησε να εκδηλωθεί. Λίγα χρόνια μετά την καταστολή της Ιωνικής Επανάστασης, το 492 π.Χ., ένας στόλος με επικεφαλής τον Μαρδόνιο προσπάθησε να εισβάλει στην Ελλάδα παραπλέοντας τις ακτές της Μακεδονίας αλλά διαλύθηκε από τρικυμία στα ανοικτά του Αθω στη Χαλκιδική.

Η αποτυχία αυτή, που οφειλόταν στη μανία της θάλασσας, κατέστησε τους Πέρσες πολύ προσεκτικούς και επιφυλακτικούς απέναντι σε όλες τις μελλοντικές ναυτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στο Αιγαίο. Το 490 π.Χ. ένας άλλος περσικός στόλος με στρατηγούς τον Δάτη και τον Αρταφέρνη διέσχισε το Αιγαίο πλέοντας αυτή τη φορά μέσω των Κυκλάδων απευθείας στην Εύβοια, όπου κατέστρεψε την Ερέτρια, τιμωρώντας έτσι τους κατοίκους της για τη βοήθεια που είχαν προσφέρει στην Ιωνική Επανάσταση.

Στη συνέχεια οι Πέρσες έπλευσαν προς την Αττική και αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα, όπου Αθηναίοι και Πλαταιείς τους συνέτριψαν υπό την ηγεσία του Μιλτιάδη. Η νέα αποτυχία δεν απογοήτευσε τον Πέρση βασιλιά Δαρείο. Μάλιστα τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει ότι η κατάκτηση της Ελλάδας θα απαιτούσε μια πολύ καλύτερα οργανωμένη εκστρατεία και κυρίως περισσότερες στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις.

Αμέσως μετά τον Μαραθώνα ο Δαρείος άρχισε να καταστρώνει μεγαλεπήβολα σχέδια για την επόμενη επίθεση κατά των Ελλήνων, αλλά ταραχές σε άλλα σημεία της αυτοκρατορίας του τον εμπόδισαν να τα υλοποιήσει. Μετά από δέκα χρόνια, το 480 π.Χ., και ενώ ο Δαρείος είχε πεθάνει, ο γιος και διάδοχός του Ξέρξης ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει τα σχέδια του πατέρα του.

Η προετοιμασία της περσικής εισβολής

Σύμφωνα με το περσικό σχέδιο ο πολυάριθμος στρατός της αυτοκρατορίας θα περνούσε στην Ευρώπη από τον Ελλήσποντο και από εκεί θα βάδιζε μέσω Θράκης και Μακεδονίας προς την κυρίως Ελλάδα. Οι ναυτικές δυνάμεις που τον ακολουθούσαν θα έπλεαν κοντά στις θρακικές και στις μακεδονικές ακτές ώστε να διατηρούν συνεχή επαφή μαζί του.

Μεγάλο πρόβλημα για τη μετακίνηση των ναυτικών δυνάμεων του Ξέρξη αποτελούσαν το ακρωτήριο του Αθω και οι επικίνδυνες καταιγίδες που εκδηλώνονταν στην περιοχή. Οι Πέρσες δεν λησμονούσαν ότι εκεί είχε καταστραφεί ο στόλος του Μαρδόνιου και ήθελαν να αποτρέψουν ένα παρόμοιο ενδεχόμενο.

Εξάλλου σε αυτή την εκστρατεία, παρά το ότι ο στρατός τους δεν μεταφερόταν με πλοία όπως κατά τις προηγούμενες, το ναυτικό τους είχε αναλάβει ζωτικό ρόλο, εξασφαλίζοντας την επικοινωνία του στρατού με την αυτοκρατορία. Η διατήρηση της επικοινωνίας αυτής ήταν ιδιαίτερα σημαντική, επειδή τον περσικό στρατό συνόδευε ο ίδιος ο βασιλιάς Ξέρξης. Γι’ αυτό κατασκευάστηκε διώρυγα στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Αθω, στο σημείο όπου ενώνεται με τον κυρίως κορμό της Χαλκιδικής και σχηματίζεται ένας πολύ στενός ισθμός.

Τις ναυτικές δυνάμεις των Περσών αποτελούσαν κυρίως φοινικικά πλοία αλλά και ελληνικά από τις πόλεις της Μικράς Ασίας και τα γειτονικά νησιά. Οπως ήταν φυσικό οι Πέρσες δεν είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στα ελληνικά πληρώματα, λόγω της επανάστασης που είχαν επιχειρήσει το 499 π.Χ. αλλά και του γεγονότος ότι θα έπρεπε να πολεμήσουν με ομοεθνείς τους.

Είναι αλήθεια ότι μεταξύ των Ελλήνων που υπηρετούσαν στον περσικό στόλο πολλοί επιθυμούσαν την ελευθερία των πόλεών τους. Αλλοι όμως υπηρέτησαν πιστά τον Ξέρξη μέχρι το τέλος της εκστρατείας, είτε από συμφέρον, είτε επειδή θεωρούσαν ότι ήταν αδύνατη η ήττα μιας τόσο μεγάλης δύναμης όπως αυτή που είχε συγκεντρωθεί για την υποταγή της Ελλάδας.

Η οργάνωση των Ελλήνων

Όταν οι κάτοικοι των πόλεων-κρατών της νότιας Ελλάδας πληροφορήθηκαν ότι ο περσικός στρατός προσέγγιζε, τρομοκρατήθηκαν λόγω του μεγέθους του. Πολλοί πίστεψαν ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη και προτίμησαν να παραμείνουν ουδέτεροι ή να δηλώσουν υποταγή στους Πέρσες.

Όσες πόλεις αποφάσισαν να αντισταθούν, κρίνοντας ότι μόνο με συνεργασία μεταξύ τους θα είχαν ελπίδες να επιτύχουν, οργάνωσαν συνέδριο στην Κόρινθο για να συντονίσουν τη δράση τους. Βάση γι’ αυτή τη συγκέντρωση ελληνικών πόλεων αποτέλεσε η συμμαχία που είχαν ιδρύσει οι Σπαρτιάτες με επικεφαλής την πόλη τους και μέλη αρκετές πόλεις της Πελοποννήσου. Αρχικός σκοπός της συμμαχίας ήταν η προστασία της Σπάρτης από τις επιθέσεις του Αργους, όμως λόγω των εξελίξεων χρησιμοποιήθηκε για να ενώσει τους Πελοποννήσιους εναντίον των Περσών.

Άλλες ελληνικές πόλεις από τη Στερεά Ελλάδα δέχθηκαν να συνεργαστούν με τη σπαρτιατική συμμαχία και έτσι δημιουργήθηκε η πρώτη μεγάλη συμμαχία μεταξύ των ελληνικών πόλεων με σκοπό την αποτροπή εξωτερικής εισβολής. Στις επίσημες αποφάσεις της συμμαχίας τα μέλη της εμφανίζονταν με τον τίτλο «Οι Έλληνες» και ήταν απόλυτα ισότιμα μεταξύ τους. Κάθε πόλη διέθετε τους δικούς της αντιπροσώπους (πρόβουλους) και η γνώμη της μπορούσε να ακουστεί ανεξάρτητα από το μέγεθος του πληθυσμού της, την έκτασή της ή τις δυνάμεις που μπορούσε να προσφέρει στην κοινή υπόθεση.

Η Σπάρτη εξασφάλισε την πρωτοκαθεδρία σε στρατιωτικά θέματα και ορίστηκε ότι οι διοικητές των στρατιωτικών και των ναυτικών δυνάμεων της συμμαχίας θα ήταν Σπαρτιάτες. Το γεγονός ότι η Σπάρτη δεν εκμεταλλεύθηκε την περσική εισβολή για να επιβάλει την ηγεμονία της στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις και αποδέχθηκε να είναι όλα τα μέλη της συμμαχίας ισότιμα, αποδεικνύει αυξημένη πολιτική διορατικότητα μπροστά στον έσχατο κίνδυνο που απειλούσε την ελευθερία των Ελλήνων.

Παρά την τυπική ισότητα μερικές πόλεις ξεχώρισαν λόγω της δύναμής τους ή της δυνατότητας να επηρεάζουν και άλλες πόλεις της συμμαχίας. Η Σπάρτη προσέφερε τα πιο αξιόμαχα στρατιωτικά τμήματα και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της συμμαχίας αποτελείτο από τις δυνάμεις της ίδιας και των Πελοποννήσιων συμμάχων της. Η Αθήνα προσέφερε το μεγαλύτερο μέρος του στόλου της και είχε την υποστήριξη των κληρούχων που είχε εγκαταστήσει στην Εύβοια και των πιστών συμμάχων της από τη Βοιωτία, των Πλαταιών και των Θεσπιών.

Η Κόρινθος προσέφερε και αυτή μεγάλο μέρος του στόλου της και είχε την υποστήριξη των αποικιών της που εντάχθηκαν στη συμμαχία, της Λευκάδας, της Ποτίδαιας, του Ανακτόριου και της Αμβρακίας. Οι στρατιωτικές δυνάμεις των Ελλήνων ανέρχονταν σε 40.000 βαριά οπλισμένους οπλίτες και άλλους 70.000 ελαφρά οπλισμένους. Οι ναυτικές δυνάμεις της ελληνικής συμμαχίας αποτελούντο από 400 τριήρεις και μικρότερο αριθμό πεντηκόντορων, ελαφρύτερων πλοίων με πενήντα κουπιά. Οι μισές περίπου από τις τριήρεις ανήκαν στους Αθηναίους.

Οι Έλληνες είχαν πλεονέκτημα στις συγκρούσεις σώμα με σώμα επειδή η βαριά πανοπλία του Έλληνα οπλίτη τον προστάτευε από τα περισσότερα πλήγματα που μπορούσαν να του προκαλέσουν οι ελαφρά οπλισμένοι Πέρσες. Το πλεονέκτημα αυτό όμως χανόταν σε ανοικτό έδαφος, όπου το περσικό ιππικό και οι τοξότες μπορούσαν να αναπτυχθούν και να δράσουν ελεύθερα. Η ελληνική συμμαχία διέθετε ελάχιστο ιππικό διότι η Θεσσαλία, περιοχή φημισμένη για τα άλογα και τους ιππείς της, προτίμησε να δηλώσει υποταγή στους Πέρσες.

Γι’ αυτό αποφασίστηκε οι Ελληνες να υπερασπίζονται στενά σημεία, όπου οι Πέρσες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το ιππικό τους, ενώ ο ελληνικός στόλος θα τους υποστήριζε εμποδίζοντας τα περσικά πλοία να μεταφέρουν δυνάμεις στα νώτα των ελληνικών.

Οι προετοιμασίες των αντιπάλων

Ως προς το μέγεθος του περσικού στόλου έχουν γίνει διάφοροι υπολογισμοί, πολλοί από τους οποίους είναι υπερβολικοί. Σύμφωνα με τον Αισχύλο στην τραγωδία «Πέρσες» και τον Ηρόδοτο οι Πέρσες διέθεταν 1.207 σκάφη, από τα οποία τα 207 είχαν ταχύτητα και ευελιξία ανάλογες των ελληνικών τριήρεων. Ο υπολογισμός αυτός φαίνεται να είναι και ο ορθότερος.

Ο Ηρόδοτος όμως αναφέρει επιπλέον 3.000 μικρότερα σκάφη, πεντηκόντορους και τριακόντορους, δηλαδή πλοία με πενήντα ή τριάντα κουπιά, και άλλα βοηθητικά για τη μεταφορά εφοδίων, στρατιωτών και ίππων. Μια άλλη πηγή αναφέρει 850 ιππαγωγά πλοία επιπλέον των 3.000 ελαφρών σκαφών.

Τα σκάφη αυτά χρειάζονταν για να επανδρωθούν περισσότερους από μισό εκατομμύριο ναύτες, κωπηλάτες και στρατιώτες. Μαζί με τους άνδρες των βοηθητικών υπηρεσιών το σύνολο των ανθρώπων που απασχολούσε ο περσικός στόλος ανερχόταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, σε ένα εκατομμύριο. Ο αριθμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως υπερβολικός.

Κατά την πορεία και τις επιχειρήσεις ο περσικός στόλος έχασε μερικά σκάφη με αποτέλεσμα να μην είναι εύκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός εκείνων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στο Αρτεμίσιο και αργότερα στη Σαλαμίνα. Η ηγεσία του περσικού στόλου είχε ανατεθεί στον Αχαιμένη, ο οποίος διοικούσε τα αιγυπτιακά πλοία, και στον Αριαβίγνη, που διοικούσε τα ιωνικά και τα καρικά.

Στα πλοία υπήρχαν Πέρσες κυβερνήτες και περσικά στρατιωτικά αποσπάσματα για τις επιθέσεις σε αντίπαλα πλοία αλλά και για να αποτρέψουν ενδεχόμενη ανταρσία των πληρωμάτων. Τα μεγαλύτερα προβλήματα που θα αντιμετώπιζαν οι Πέρσες στον στόλο τους θα οφείλονταν στην απειρία των αξιωματικών τους στη θάλασσα και στην έλλειψη πίστης από τα πληρώματα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είχαν στρατολογηθεί χωρίς τη θέλησή τους και δεν συμμερίζονταν τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Ξέρξη.

Αρχικά υποστηρίχθηκε η ιδέα οι Ελληνες να αντισταθούν στο στενό των Τεμπών. Ωστόσο επειδή οι Θεσσαλοί δήλωσαν υποταγή στους Πέρσες αυτό ήταν αδύνατο. Ετσι προτιμήθηκε να αφήσουν τους Πέρσες να διασχίσουν τη Θεσσαλία και να τους εμποδίσουν στο στενό των Θερμοπυλών. Ο ελληνικός στόλος μετακινήθηκε στο Αρτεμίσιο, στη βόρεια Εύβοια, για να εμποδίσει τον περσικό στόλο να εισέλθει στον Μαλιακό κόλπο και να κτυπήσει τους υπερασπιστές των Θερμοπυλών.

Η θέση ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή διότι προστατευόταν από τους νότιους ανέμους από τα βουνά της Εύβοιας και από τους βόρειους από τον ορεινό όγκο του Πηλίου στις απέναντι ακτές της Μαγνησίας. Το ενδεχόμενο να επιχειρούσαν οι Πέρσες τον περίπλου της Εύβοιας για να εμφανιστούν στην Αττική ή στις Θερμοπύλες μέσω του Ευβοϊκού κόλπου αποκλείστηκε, επειδή ήταν βέβαιο ότι ο Ξέρξης δεν θα διακινδύνευε τον στόλο σε μια επιχείρηση που χρειαζόταν πορεία σε ανοικτή θάλασσα. Για άλλη μια φορά ο φόβος μιας καταστροφής ανάλογης εκείνης που είχε υποστεί ο Μαρδόνιος στον Αθω διαμόρφωσε την τακτική των Περσών.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο στο Αρτεμίσιο έπλευσε όλος ο αθηναϊκός στόλος. Η πληροφορία αυτή αντιφάσκει με ένα αθηναϊκό ψήφισμα που βρέθηκε σε επιγραφή στην Τροιζήνα, περιοχή όπου κατέφυγαν Αθηναίοι πρόσφυγες όταν καταλήφθηκε η πόλη τους από τους Πέρσες μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες, και αναφέρει ότι οι Αθηναίοι, πριν αναχωρήσουν τα πλοία τους για το Αρτεμίσιο, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους.

Αν αυτό συνέβη, σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αμφισβητούσαν το ενδεχόμενο να ηττηθούν οι Πέρσες στις Θερμοπύλες, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει καμία ανάλογη ένδειξη. Ο Ηρόδοτος, αντίθετα, αναφέρει ότι η Αθήνα εγκαταλείφθηκε βιαστικά, αφού έγινε γνωστό ότι οι Πέρσες πέρασαν τις Θερμοπύλες. Σύμφωνα με την ίδια επιγραφή οι Αθηναίοι δεν έστειλαν όλα τα πλοία τους στο Αρτεμίσιο αλλά μόνο τα μισά, περίπου εκατό.

Τα υπόλοιπα τα κράτησαν στον Σαρωνικό, επειδή φοβήθηκαν μήπως τελικά οι Πέρσες επιχειρήσουν τον περίπλου της Εύβοιας για να τους επιτεθούν. Κρίνοντας από την κατάσταση και τις δυνατότητες που υπήρχαν φαίνεται ότι οι πληροφορίες του Ηροδότου είναι περισσότερο ορθές. Πιθανώς η επιγραφή της Τροιζήνας δημιουργήθηκε αργότερα για προπαγανδιστικούς λόγους. Είναι ορθότερο να δεχθούμε ότι στο Αρτεμίσιο πολέμησε το μεγαλύτερο μέρος (και όχι το μισό) του αθηναϊκού στόλου.

Οι αντίπαλοι στο Αρτεμίσιο

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ο ελληνικός στόλος στο Αρτεμίσιο αριθμούσε αρχικά 271 τριήρεις και εννέα πεντηκοντόρους. Οι Αθηναίοι συμμετείχαν με 127 τριήρεις και είχαν διαθέσει άλλες 20 για να επανδρωθούν από Χαλκιδείς. Από την καταγραφή απουσιάζουν οι υπόλοιπες 53 τριήρεις των Αθηναίων, οι οποίες έμειναν μάλλον στον Εύριπο για να χρησιμοποιηθούν ως εφεδρεία.

Οι ναυτικές επιχειρήσεις άρχισαν με την αποστολή τριών ελληνικών πλοίων στον Θερμαϊκό κόλπο για αναγνώριση. Αυτά τα πλοία συναντήθηκαν με δέκα περσικά στα ανοικτά της Σκιάθου και τελικά αιχμαλωτίστηκαν, γεγονός που τραυμάτισε βαριά το ηθικό των ελληνικών πληρωμάτων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Ελληνες αρχικά υποχώρησαν στο στενό του Ευρίπου και ύστερα αποφάσισαν να επιστρέψουν στο Αρτεμίσιο.

Είναι όμως πιθανότερο να μη μετακινήθηκε όλος ο στόλος αλλά μόνο η μοίρα των 53 αθηναϊκών τριήρων που είχε ρόλο εφεδρείας. Σκοπός αυτής της κίνησης ήταν η φύλαξη του στενού που χωρίζει την Εύβοια από τη Βοιωτία ώστε να αποτραπεί αιφνιδιασμός από τον εχθρό, αν οι Πέρσες κατόρθωναν τον περίπλου της Εύβοιας από την πλευρά του Αιγαίου.

Τον Ιούλιο άρχισαν οι κύριες επιχειρήσεις, καθώς ο περσικός στρατός έφθασε στις Θερμοπύλες και το περσικό ναυτικό στη Μαγνησία, απέναντι από το Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες αγκυροβόλησαν στο σημείο μεταξύ της Κασταναίας και του ακρωτηρίου της Σηπιάς. Επειδή τα πλοία τους ήταν πάρα πολλά, κατέστη αδύνατο να βρουν όλα θέση στην ακτή και έτσι παρατάχθηκαν σε οκτώ επάλληλες σειρές κατά μήκος της.

Ενώ βρίσκονταν σε αυτή την ευάλωτη θέση έπληξε τον στόλο τους μια ξαφνική θαλασσοταραχή, η οποία κράτησε τρεις μέρες, με αποτέλεσμα να χάσουν μερικά σκάφη. Η εξέλιξη αυτή ενθάρρυνε τα ελληνικά πληρώματα και πολλοί πίστεψαν ότι αποτελούσε απόδειξη της εύνοιας των θεών προς τους Ελληνες.

Ακολούθως οι Πέρσες μετέφεραν τον στόλο τους στις Αφέτες. Κατά τη σύγχυση που επικράτησε εκείνο το διάστημα 15 περσικά σκάφη απομακρύνθηκαν από τον υπόλοιπο στόλο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Ελληνες. Για την ακριβή θέση των Αφετών έχουν ειπωθεί διάφορα. Υποστηρίχθηκε ότι βρίσκονταν μέσα στον Παγασητικό ή νότια από το Τρίκερι, το πιθανότερο όμως είναι να πρόκειται για τον σημερινό όρμο της Ανδριαμής, βορειοανατολικά του Αρτεμισίου, στο νότιο μέρος της χερσονήσου των Παγασών.

Το μέγεθος του περσικού στόλου κλόνισε το ηθικό πολλών στην ελληνική πλευρά. Ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι αλλά και άλλοι Πελοποννήσιοι ζήτησαν να υποχωρήσουν στον ισθμό. Αν γινόταν αυτό θα έμεναν απροστάτευτοι οι υπερασπιστές των Θερμοπυλών και υπήρχε ο κίνδυνος πολλές πόλεις της Στερεάς, βλέποντας τους συμμάχους τους να τις εγκαταλείπουν, να κατέληγαν στην υποταγή στους Πέρσες. Τελικά αποφασίστηκε να παραμείνει ο στόλος στο Αρτεμίσιο για όσο θα συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες.

Η απόπειρα παγίδευσης των Ελλήνων

Οι αρχηγοί του περσικού στόλου αποφάσισαν να αποκλείσουν τους Ελληνες στο Αρτεμίσιο έστω και αν αυτό προϋπέθετε να ριψοκινδυνεύσουν τον περίπλου της Εύβοιας. Μια μοίρα από 200 περσικά σκάφη διατάχθηκε να επιχειρήσει τον περίπλου μυστικά. Οταν τα πλοία αυτά θα έφθαναν στον Εύριπο, θα ειδοποιούσαν τον περσικό στόλο να επιτεθεί εναντίον των Ελλήνων. Οι τελευταίοι θα υποχωρούσαν προς τη Χαλκίδα, όπου θα τους περίμεναν τα πλοία τα οποία θα είχαν ολοκληρώσει τον περίπλου της Εύβοιας.

Οι Έλληνες πληροφορήθηκαν το σχέδιο των Περσών από τον φημισμένο δύτη Σκυλλία τον Σκιωναίο, ο οποίος κάλυψε κολυμπώντας την απόσταση από τις Αφέτες στο Αρτεμίσιο, περίπου 18 χλμ., για να τους ειδοποιήσει. Σύμφωνα με μια άποψη μάλιστα ο Σκυλλίας καταδύθηκε στις Αφέτες και αναδύθηκε στο Αρτεμίσιο. Ο Ηρόδοτος προτιμά την πιο πειστική εκδοχή ότι ο περίφημος δύτης χρησιμοποίησε βάρκα.

Ο Σκυλλίας ενημέρωσε επίσης για τις βαριές ζημιές που είχαν υποστεί οι Πέρσες από την πρόσφατη καταιγίδα. Στο Αρτεμίσιο οι Ελληνες αποφάσισαν να υποχωρήσουν τη νύκτα στον Εύριπο για να μη κυκλωθούν. Σκοπός τους ήταν να αναζητήσουν εκεί τα 200 περσικά πλοία και να τα εξουδετερώσουν πριν αυτά προλάβουν να τους κυκλώσουν.

Με το σχέδιο της υποχώρησης ήταν αντίθετος ο Θεμιστοκλής, αρχηγός του αθηναϊκού στόλου και σε μεγάλο βαθμό οργανωτής και δημιουργός της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης (μετά τη μάχη του Μαραθώνα είχαν ανακαλυφθεί κοιτάσματα αργύρου στο Λαύριο. Ο Θεμιστοκλής είχε πείσει τους συμπολίτες του να εκμεταλλευθούν τα κέρδη για την κατασκευή στόλου και να μη τα λάβουν με τη μορφή κρατικού επιδόματος, όπως αρχικά σχεδίαζαν.

Έτσι όταν επανεμφανίστηκε η περσική απειλή η Αθήνα ήταν έτοιμη να την αντιμετωπίσει με τον στόλο της). Με την παρότρυνση του Θεμιστοκλή οι Ελληνες επιχείρησαν το απόγευμα μια δοκιμαστική επίθεση κατά των Περσών για να διαπιστώσουν τις ικανότητες και την τακτική τους. Εκείνοι όταν είδαν τα ελληνικά πλοία να επιτίθενται έλπισαν σε μια εύκολη νίκη, λόγω του μικρού αριθμού των αντίπαλων σκαφών.

Τα περσικά πλοία απέπλευσαν συναντήθηκαν με τα ελληνικά στο μέσο περίπου της απόστασης που χώριζε τα αγκυροβόλια των αντιπάλων και κατόρθωσαν να βρεθούν γύρω από αυτά. Ομως οι ελληνικές τριήρεις, με άριστο συντονισμό, σχημάτισαν κύκλο με τα έμβολά τους προς την εξωτερική πλευρά, έτοιμες να αντιμετωπίσουν την εχθρική επίθεση.

Στη συνέχεια άρχισαν επίθεση προσπαθώντας να διασπάσουν τον περσικό κλοιό και να βρεθούν στα νώτα των περσικών πλοίων. Η σύγκρουση κράτησε μέχρι τη δύση του ηλίου, οπότε οι δύο αντίπαλοι χωρίστηκαν. Για τους Ελληνες η επιχείρηση αυτή στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία και 30 περίπου περσικά πλοία αιχμαλωτίστηκαν. Ετσι αποφασίστηκε να μην υποχωρήσουν.

Η απόφαση για την αποφυγή της υποχώρησης υπήρξε σωστή. Τη νύκτα επικράτησαν θυελλώδεις άνεμοι και τα 200 περσικά πλοία που προσπαθούσαν να περιπλεύσουν την Εύβοια ναυάγησαν σε μια επικίνδυνη ακτή η οποία λεγόταν Κοίλα. Η θύελλα προκάλεσε καταστροφές και στα περσικά πλοία που βρίσκονταν στις Αφέτες, μεταξύ των άλλων και επειδή παρέσυρε τα ναυάγια της προηγούμενης μέρας προς το μέρος τους. Την επομένη τα 53 αθηναϊκά σκάφη που βρίσκονταν ως εφεδρεία στον Εύριπο έπλευσαν προς το Αρτεμίσιο μεταφέροντας την είδηση της καταστροφής της περσικής μοίρας.

Μετά από αυτή την αποτυχία οι Πέρσες εγκατέλειψαν την ιδέα να επιχειρήσουν τον περίπλου της Εύβοιας και επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στο Αρτεμίσιο. Επειδή τα πλοία τους είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές από τη θαλασσοταραχή της προηγούμενης νύκτας αποφάσισαν να μην επιχειρήσουν τίποτα μέχρι να τις αποκαταστήσουν.

Έτσι η πρωτοβουλία πέρασε στους Ελληνες, οι οποίοι το απόγευμα της ίδιας μέρας άρχισαν νέα επίθεση κατά των Περσών. Εκείνοι αυτή τη φορά δεν απέπλευσαν αλλά παρέμειναν αγκυροβολημένοι στις Αφέτες. Ο ελληνικός στόλος κατόρθωσε να πλησιάσει και χωρίς αντίσταση να καταστρέψει τα πλοία των Κιλίκων, που βρίσκονταν στην εξωτερική πλευρά του όρμου. Καθώς βράδιαζε ο ελληνικός στόλος επέστρεψε με ταχύτητα στο Αρτεμίσιο. Οι Πέρσες δεν αποπειράθηκαν να τον καταδιώξουν λόγω της προχωρημένης ώρας.

Η τελική σύγκρουση στο Αρτεμίσιο

Την επομένη οι Πέρσες επιχείρησαν να λάβουν και πάλι την πρωτοβουλία και στο μέσο της ημέρας απέπλευσαν από τις Αφέτες με ολόκληρο τον στόλο τους. Οι Ελληνες προτίμησαν να μην πλεύσουν μέχρι το μέσο του στενού αλλά να παραμείνουν στο Αρτεμίσιο ώστε να εκμεταλλευθούν τη στενότητα του χώρου. Και οι δύο στόλοι παρατάχθηκαν αντιμέτωποι σε σχήμα ημικυκλίου. Οι Πέρσες προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Ελληνες προς το μέσο του στενού για να επιχειρήσουν να τους κυκλώσουν πάλι ή να τους ωθήσουν προς την ακτή και να τους αποκλείσουν εκεί.

Εκείνοι όμως φρόντισαν τα άκρα της παράταξής τους να βρίσκονται πολύ κοντά στην ακτή, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο κύκλωσής τους. Η σύγκρουση που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Προκλήθηκαν βαριές απώλειες και στις δύο πλευρές, χωρίς να αναδειχθεί νικητής. Τα μισά από τα πλοία των Αθηναίων υπέστησαν ζημιές, ενώ πέντε ελληνικά σκάφη αιχμαλωτίστηκαν από τα αιγυπτιακά πλοία του περσικού στόλου.

Μεταξύ των Ελλήνων εκείνη την ημέρα διακρίθηκε ο Αθηναίος Κλεινίας, πατέρας του Αλκιβιάδη. Τα ευκίνητα ελληνικά πλοία προκάλεσαν σημαντικές φθορές στα περσικά, τα οποία όμως λόγω του όγκου τους κατόρθωσαν να διατηρήσουν την παράταξή τους και να αποφύγουν την ήττα. Ουσιαστικά κερδισμένοι αναδείχθηκαν οι Ελληνες, επειδή κατόρθωσαν για μια ακόμα φορά να πετύχουν τον στόχο τους, να εμποδίσουν την είσοδο των Περσών στον Μαλιακό κόλπο.

Μετά το τέλος της ναυμαχίας έφθασε στο ελληνικό αγκυροβόλιο μια τριακόντορος με τον Αθηναίο Αβρώνιχο, γιο του Λυσικλή, ο οποίος ανήγγειλε την ελληνική ήττα στις Θερμοπύλες και τον ηρωικό θάνατο των υπερασπιστών του στενού. Οι Ελληνες αποφάσισαν να αποχωρήσουν αμέσως, ώστε να αποφύγουν τον κίνδυνο να κυκλωθούν. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένας λόγος να παραμείνουν τα πλοία στο Αρτεμίσιο.

Η άμυνα των Θερμοπυλών, την οποία υποστήριζαν, είχε καταρρεύσει. Κατά την αποχώρηση ο Θεμιστοκλής φρόντισε ώστε τα πλοία του να πλησιάσουν όλα τα σημεία όπου υπήρχε πόσιμο νερό και επομένως ήταν ενδεχόμενο να πραγματοποιήσουν στάση τα πλοία του περσικού στόλου για να ανεφοδιαστούν, για να αφήσει μηνύματα στους Ιωνες και στους υπόλοιπους Ελληνες που βρίσκονταν στον περσικό στόλο.

Με αυτά τους ζητούσε να μην πολεμούν με πάθος τους ομοεθνείς τους, να προσπαθούν σε κάθε ευκαιρία να δημιουργήσουν προβλήματα στους Πέρσες και να πείσουν τους Κάρες, που διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους Ελληνες της Μικράς Ασίας και ήταν σε έναν βαθμό εξελληνισμένοι, να πράξουν το ίδιο. Ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο που είχαν αυτές οι εκκλήσεις στα ελληνικά και στα καρικά πληρώματα του περσικού στόλου, σίγουρα αύξησαν κατά πολύ τη δυσπιστία των Περσών απέναντί τους.

Από το Αρτεμίσιο οι Ελληνες έφυγαν ουσιαστικά νικητές, αν και υποχώρησαν. Είχαν επιτύχει να εμποδίσουν τη διάβαση του περσικού στόλου όσο αυτό ήταν απαραίτητο για τη συνέχιση των χερσαίων επιχειρήσεων και είχαν προκαλέσει στους Πέρσες βαριές απώλειες. Συνολικά οι Πέρσες κατά τις επιχειρήσεις αλλά και εξαιτίας των καταιγίδων που έπληξαν τον στόλο τους απώλεσαν περίπου τα μισά από τα πολεμικά τους σκάφη, γεγονός που μετέβαλε πολύ την αναλογία δυνάμεων πριν από τη μεγάλη σύγκρουση στα νερά της Σαλαμίνας.

Επιπλέον το ηθικό των ελληνικών πληρωμάτων ήταν εξαιρετικά υψηλό, επειδή διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να νικήσουν τους Πέρσες χάρη στην ανώτερη τακτική τους και στην ταχύτητα και στην ευκινησία που διέκρινε τις τριήρεις σε σύγκριση με τα δυσκίνητα σκάφη των αντιπάλων. Στα νερά του Αρτεμισίου δεν κρίθηκε η ελευθερία των Ελλήνων, αλλά σίγουρα άνοιξε ο δρόμος για την επιτυχία της Σαλαμίνας.

Προηγούμενο άρθροFiat Stilo: Προφέρεται εύκολα!
Επόμενο άρθροGiuseppe Arcimboldo: Ο ζωγράφος που εμπνεύστηκε από τα φρούτα
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ