Ο φορολογικός χάρτης στα προγράμματα των υποψηφίων για την προεδρία των ΗΠΑ

Mε την αγορά ακινήτων υπό κατάρρευση, τις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις σε κρίση, τις μετοχές να διολισθαίνουν κάθετα και τα σύννεφα της ύφεσης να συγκεντρώνονται απειλητικά, θα έλεγε κανείς ότι η Wall Street ενδιαφέρεται σφοδρά για το εάν είναι ο Τζον Μακ Κέιν ή ο Μπάρακ Ομπάμα ο καταλληλότερος υποψήφιος για να μανουβράρει το πλοίο μέσα στην καταιγίδα.

Ωστόσο συνεντεύξεις που είχαμε με δεκάδες διαχειριστές κεφαλαίων, οικονομολόγους και αναλυτές τους τελευταίους μήνες, καταδεικνύουν ότι, αν και οι περισσότεροι θα αισθάνονταν πιο άνετα με έναν Ρεπουμπλικανό υποψήφιο, η συντριπτική πλειονότητα εκτιμά ότι κανένας από τους δύο άνδρες δεν έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει την οικονομία περισσότερο από τον άλλον.

Η συντριπτική πλειονότητα κάνει, όμως, λάθος.

Ο Μακ Κέιν και ο Ομπάμα παρουσιάζουν στους ψηφοφόρους διαφορετικές απόψεις για το ποια μορφή θα πρέπει να έχει η οικονομία και ειδικότερα η φορολογική δομή του έθνους.

Η δηλωμένη άποψη του Ομπάμα είναι ότι ο καλύτερος τρόπος για να αναζωογοννηθεί η Αμερική είναι με αυξήσεις των φόρων στους πλούσιους και επαναδιανομή του πλούτου στους φτωχούς και τη μεσαία τάξη. Ο Μακ Κέιν, αντιθέτως, θα διατηρήσει όλες τις φορολογικές περικοπές του προέδρου Bush, μεταξύ των οποίων και εκείνες που αφορούν τους εύπορους, και θα μειώσει αισθητά τους επιχειρηματικούς φόρους, με στόχο την τόνωση των εταιριών επενδύσεων και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η άποψη που θα πρυτανεύσει θα έχει βαθιές επιπτώσεις για την οικονομία την επόμενη δεκαετία. Eάν πρυτανεύσει η άποψη του Ομπάμα, θα είναι για το χειρότερο. Αν και οι προτάσεις και των δύο υποψηφίων έχουν τα υπέρ και τα κατά τους, του Ομπάμα δείχνει να έχει μάλλον αρκετά «κατά». Δεν θα έχετε καμία αμφιβολία γι’Ααυτό, εάν ανήκετε στο υψηλότερο 1% των εισοδηματιών-φορολογούμενων.

Σύμφωνα με το μη κομματικό Κέντρο Φορολογικής Πολιτικής, το σχέδιο Ομπάμα θα αυξήσει το μέσο φορολογικό βάρος γι’Α αυτήν την πληθυσμιακή ομάδα κατά 93.709 δολάρια, στα 652.890 δολάρια. Με το πρόγραμμα του Μακ Κέιν, το βάρος θα μειωθεί κατά 48.862 δολαρια στα 510.319 δολάρια.

Τα όσα όμως διακυβεύονται είναι πολύ περισσότερα από τον φόρο που θα πληρώσει κάθε πολύ πλούσιος Αμερικανός. Με τον εναρμονισμό του μικτού εισοδήματος στα 2 τρισ. δολάρια ή 1,6 εκατ. δολ. κατά κεφαλήν, το 1% του πληθυσμού με τα υψηλότερα εισοδήματα καλύπτει πάνω από το 20% του συνόλου του ακαθάριστου εισοδήματος.

Και αυτοί είναι οι άνθρωποι οι οποίοι κατά κανόνα ρίχνουν πολλά από τα λεφτά τους στις επιχειρήσεις –είτε πρόκειται για οικογενειακές τους δραστηριότητες είτε για μετοχές blue-chip– για να μην αναφέρουμε τις καταναλωτικές τους δαπάνες και τα ταξίδια τους. Με άλλα λόγια, μια μείωση του εισοδήματός τους θα καταφέρει επιπλέον πλήγμα σε σε μια οικονομία που ήδη παραπαίει.

Το πρόβλημα θα επιδεινωθεί με τη θέση του Ομπάμα στους φόρους επί των κερδών κεφαλαίου και μερισμάτων: θα τους αυξήσει αμφότερους. Επίσης θα έχει πιο σκληρή στάση έναντι της ακίνητης περιουσίας απ’Α όσο ο Mακ Kέιν.

Είναι λες και ο Ομπάμα θέλει να επαναλάβει τα λάθη της διακυβέρνησης Χούβερ. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Κραχ, ο Χέρμπερτ Χούβερ αύξησε τον ανώτατο φόρο εισοδήματος στο 63% από 25% και αύξησε και τους εταιρικούς φόρους, σημειώνει ο Μάικλ Aρονσταϊν, διευθύνων επενδυτικός σύμβουλος της Oscar Gruss & Son στη Νέα Υόρκη. Με αυτή την κίνηση αφαίμαξε τα απαραίτητα επενδυτικά κεφάλαια από τις αγορές, καθυστερώντας την ανάκαμψη.

Βεβαίως, οι φόροι δεν είναι το μόνο κομμάτι των οικονομικών προγραμμάτων του Ομπάμα και του Μακ Κέιν και η οικονομία δεν είναι το μόνο ζήτημα στις εκλογές. Το Barron’s, καταδεικνύοντας την αδυναμία του φορολογικού προγράμματος του Ομπάμα, δεν λαμβάνει θέση έναντι της συνολικής του υποψηφιότητας ή του Μακ Κέιν. Η πολιτική όμως του Barron’s δεν είναι να «ευλογεί» υποψηφίους. Θεωρούμε, πάντως, ότι οι φόροι είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία και τις αγορές, και οι θέσεις του Ομπάμα έχουν προβληματικές επιπτώσεις.