Ο Σρέντερ πλαγιοκοπείται στα αριστερά του

Μπορεί να γίνουν τα πράγματα χειρότερα για τον καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ (Gerhard Schroeder) και τους κεντροαριστερούς του σοσιαλδημοκράτες (SPD); H δημοφιλία του μοιάζει περισσότερο με ότι θα περίμενε κανείς από μία υποψηφιότητα του Μπους (Bush) για την προεδρία της Γαλλίας. Η άγαρμπη κεντροδεξιά ,Αγγελα Μέρκελ (Angela Merkel) των χριστιανοδημοκρατών -και βασική αντίπαλος του Σρέντερ στις εκλογές του φθινοπώρου- έχει αυξανόμενη απήχηση και νέο χτένισμα.

Επιπλέον ο καγκελάριος απειλείται τώρα από μία αριστερίστικη συμμαχία, που τη συναποτελούν ένας πρώην ανατολικογερμανός κομμουνιστής -που μόλις βγήκε, φρέσκος-φρέσκος, από το νοσοκομείο, μετά από μία επικίνδυνη καρδιακή προσβολή και μία εγχείριση στον εγκέφαλο- και ένα πρώην πρωτοπαλλήκαρο των σοσιαλδημοκρατών και μισητό αντίπαλο του Σρέντερ, που έχει μία καταπληκτική συνταγή: προωθεί την αριστερόστροφη πολιτική του χρησιμοποιώντας, σχεδόν αποκλειστικά, δεξιά λαϊκιστική ρητορική.

Να λοιπόν οι Γκρέγκορ Γκίζι (Gregor Gyzi) (ο κομμουνιστής) και Όσκαρ Λαφοντέν (Oskar Lafontaine) (ο ναρκισσιστής) με το νέο τους κόμμα, που έχει την προσωρινή ονομασία «linksbuendnis» ή «αριστερή συμμαχία».

Αν και δε διαθέτουν τίποτα που να μοιάζει αρκετά με προεκλογικό πρόγραμμα, οι δύο διάσημοι πολιτικοί σχηματίζουν ένα τέλειο ζευγάρι.

Αφού πέρασε χρόνια σαν ο μετα-ψυχροπολεμικός διανοούμενος ηγέτης του μετα-κομμουνιστικού κόμματος του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» (PDS), ο Γκίζι είναι ιδιαίτερα αγαπητός στην πρώην ανατολική Γερμανία.

Στις εκλογές του 2002, το κόμμα του πήρε εκεί ένα εντυπωσιακό 17%.

Από την άλλη, ο Λαφοντέν ήταν επικεφαλής του SPD και μετά υπουργός οικονομίας του Σρέντερ, όταν εκείνος κατέλαβε την καγκελαρία, το 1998.

Μετά, ξαφνικά, χάθηκαν κι οι δυο από το προσκήνιο.

Αφού ηγήθηκε της κοινοβουλευτικής ομάδας του PDS στην ομοσπονδιακή βουλή κι έγινε υπουργός οικονομίας στο Βερολίνο, το 2001, ο Γκίζι παραιτήθηκε από όλα του τα αξιώματα, αφήνοντας σε πολλούς την εντύπωση πως ενδιαφερόταν μάλλον να κάνει αντιπολίτευση, παρά να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες.

Εξαφανίστηκε από τη δημόσια θέα και κρύφτηκε στη δικηγορική του εταιρεία -κι από εκεί στο νοσοκομείο.

Τον Λαφοντέν ακολουθούν παρόμοιες αμφιβολίες, σε ότι αφορά την πολιτική του υπευθυνότητα.

Μετά από λίγους μήνες στην κυβέρνηση Σρέντερ, παραιτήθηκε απροσδόκητα, το Μάρτιο του 1999, από όλα του τα αξιώματα.

Λίγο καιρό μετά δημοσίευσε ένα βιβλίο, όπου έκανε ορισμένες πικρές διαπιστώσεις για τους πρώην πολιτικούς του φίλους.

Από τότε σταδιοδρόμησε στα «τοκ σόου», εμφανιζόμενος όποτε τα μίνιτα χρειάζονταν έναν οξύ επικριτή των μεταρρυθμίσεων του Σρέντερ.

Τώρα όμως επανήλθαν αμφότεροι στο προσκήνιο: ο Γκίζι στα ηνία του PDS (αφού σηματοδότησε την επιστροφή του επιτρέποντας στην εφημερίδα «Μπιλντ» να δημοσιεύσει τις χειρουργικές του ουλές) και ο Λαφοντέν στο ρόλο του επικεφαλής των δυτικογερμανών αριστερών, γνωστών και ως «εκλογική συνεργασία για τη δουλειά και την κοινωνική δικαιοσύνη» (WASG), αφού πρώτα εγκατέλειψε το SPD, τη μέρα ακριβώς που ο Σρέντερ ζήτησε πρόωρες εκλογές.

Μαζί τώρα παίρνουν στις δημοσκοπήσεις 9%: περισσότερο από τους «πράσινους», περισσότερο από τους «φιλελεύθερους», πολύ περισσότερο από το 5%, που είναι το όριο για την εκπροσώπησή τους στη γερμανική βουλή.

Οι οπαδοί τους μοιάζει να αντιπροσωπεύουν μία γερή φέτα από πρώην σοσιαλδημοκράτες οπαδούς τους, που ο Σρέντερ και το SPD δεν θα ξαναδούν.

Μερικοί βιάζονται να παρομοιάσουν το φαινόμενο Γκίζι-Λαφοντέν με το «σύνδρομο Ράλφ Νέιντερ» (Ralph Nader), από τον Αμερικάνο πολιτικό που συνέβαλε καθοριστικά στην ήττα του Αλ Γκορ (Al Gore) στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2000, στη μάταιή του προσπάθεια να επιβάλει το υπανάπτυκτο αμερικάνικο «πράσινο κόμμα» στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Αυτή όμως η «νέα» αριστερά, εκφράζει εδώ, περισσότερο από κάθε τι άλλο, την βαθιά δυσαρέσκεια της αριστεράς για την αργή θανάτωση κοινωνικών προγραμμάτων που λειτουργούσαν επί δεκαετίες.

Οι περικοπές στα επιδόματα ανεργίας, το πάγωμα των συντάξεων και τα πλήγματα που επέβαλε τα τελευταία επτά χρόνια η κυβέρνηση Σρέντερ στα περίφημα «δια βίου» κοινωνικά προγράμματα, αποδείχτηκαν ιδιαίτερα επώδυνα και εξαιρετικά αντιδημοφιλή.

Οι σοσιαλδημοκράτες του Σρέντερ έχασαν δεκάδες χιλιάδες μέλη, παρά την σταθεροποίησή του αριθμού των κομματικών μελών από το Μάιο.

Μία χρυσή ευκαιρία λοιπόν, δίχως άλλο, για την «αριστερή συμμαχία».

Σύμφωνα με το σχέδιο, ο Γκίζι θα κάνει τα συνηθισμένα του μαγικά με τους απογοητευμένους ανατολικογερμανούς ψηφοφόρους και ο Λαφοντέν -χάρη στην αναγνωρισιμότητά και το χάρισμά του- θα αναλάβει να μαζέψει ένα σοβαρό ποσοστό δυσαρεστημένων εργαζομένων στη δύση.

Με άλλα λόγια, ο Γκίζι έχει στρωμένη δουλειά, ενώ ο Λαφοντέν θα πρέπει να δουλέψει σκληρότερα.

Έχει μάλιστα δώσει ήδη ορισμένα αλάνθαστα σημάδια για το δρόμο που σκέφτεται να ακολουθήσει.

Ο Λαφοντέν μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε ακραίο λαϊκιστή, του τύπου του Γιοργκ Χάιντερ (Joerg Haider) ή του Πιμ Φόρτουιν (Pim Fortuyn).

Το κράτος οφείλει, πέταξε τις προάλλες, να προστατεύει τους Γερμανούς πατεράδες και τις μητέρες από το να τους παίρνουν τη δουλειά οι ξένοι.

Ο όρος μάλιστα που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τους «ξένους» (fremdarbeiter), είναι ταμπού στη Γερμανία.

Έτσι ακριβώς τους αποκαλούσε ο Χίτλερ (Hitler).

Σημαίνει άραγε αυτό πως ο Λαφοντέν μπέρδεψε τη γλώσσα του;

Κάθε άλλο.

Μία γρήγορη ματιά στο τελευταίο του βιβλίο, αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.

Σε αυτό, όπως γράφει η «Ντι Τζάιτ» μιλάει για την «υποχρεωτική μετανάστευση» που επιβλήθηκε με το ζόρι στο έθνος από την ελίτ της Γερμανίας.

Σκοπεύει να στερήσει τη γερμανική υπηκότητα από όλους όσοι «δεν μιλούν γερμανικά, δεν πληρώνουν φόρους και δε χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος».

Κι ανησυχεί για το γεγονός πως, σε 50 χρόνια, στις ΗΠΑ δε θα υπάρχει πια πλειοψηφία λευκών.

Κοντολογίς, φαίνεται πως την ώρα που ο Γκίζι παραμένει πιστός στην εκλογική του βάση, των ανατολικογερμανών πρώην κομμουνιστών, ο Λαφοντέν προσπαθεί να μαζέψει αριστεριστές, δεξιούς και όποιον άλλον αισθάνεται ανασφάλεια ή δυσαρέσκεια από το γεγονός πως αναγκάζεται να μοιράζεται το μετρό με τον Τούρκο γείτονά του.

Δεν είναι ακόμα σαφές αν η «αριστερή συμμαχία» θα πετύχει εκλογικά.

Τα δύο κόμματα πέρασαν μεγάλο διάστημα των προηγούμενων εβδομάδων με τσακωμούς για το πώς θα ονομάζονται και κανένα δε φαίνεται ιδιαίτερα πρόθυμο να αλλάξει το όνομά του.

Όπως αποκάλυψε το «Σπίγκελ» η εκλογική συμμαχία αντιμετωπίζει ακόμα και ορισμένα νομικά προβλήματα για την κάθοδό της στις εκλογές.

Και υπάρχουν και στα δύο κόμματα άνθρωποι που υποστηρίζουν πως οι δύο σχηματισμοί δεν έχουν και πολλά κοινά σημεία.

Για τον Σρέντερ όμως, είναι τεράστιος ο κίνδυνος να περικυκλωθεί προεκλογικά, από την ,Αγγελα Μέρκελ στα δεξιά του και την «αριστερή συμμαχία» στα αριστερά του.

Αν οι εκλογές γίνονταν σήμερα, θα έπαιρνε ένα χλωμό 27%, έναντι του 46% των χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ.

Το SPD δεν έχει ακόμα καταλήξει πώς να αντιδράσει σε αυτή την κατάσταση.

Υποτίθεται πως το κόμμα πιστεύει, ακόμα και σήμερα, πως μπορεί να φτάσει το 40% στις εκλογές.

Κι όμως, καθώς στο αριστερό τμήμα του πολιτικού φάσματος στριμώχνονται το SPD, οι «πράσινοι» και η «αριστερή συμμαχία», οι μέρες της κυριαρχίας των σοσιαλδημοκρατών μοιάζουν τελειωμένες.

Σύμφωνα με τους πολιτικούς παρατηρητές, το κόμμα οδεύει προς τη ριζική του συρρίκνωση.

Προηγούμενο άρθροΗ μάχη για το ωράριο
Επόμενο άρθρο«Λερναία ύδρα» η φοροδιαφυγή, δεν καταπολεμάται
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας