Ο Χαλασμός της Πρέβεζας (1798). Σφαγές αμάχων και λεηλασίες

Ο Χαλασμός της Πρέβεζας (1798). Σφαγές αμάχων και λεηλασίες

Στις 12 Οκτωβρίου 1798 τα στρατεύματα του Αλή Πασά εισήλθαν στην Πρέβεζα, αφού προηγουμένως είχαν εξουδετερώσει την ηρωική αντίσταση της γαλλικής φρουράς της πόλης. Επί δύο ημέρες η Πρέβεζα λεηλατείτο ανηλεώς από τους Αλβανούς του Αλή, οι οποίοι έκαψαν τα σπίτια των κατοίκων της που είχαν διαφύγει στις γύρω περιοχές για να γλιτώσουν. Το γεγονός αυτό έμεινε γνωστό στην ιστορία ως «ο χαλασμός της Πρέβεζας».

Με τη Συνθήκη του Πασάροβιτς (1718) παραχωρήθηκαν από τους Τούρκους στους Βενετούς η Πρέβεζα και η Βόνιτσα, την οποία οι Βενετοί είχαν καταλάβει από το 1684 Η Πρέβεζα, εξαιτίας των διωγμών που είχαν υποστεί οι κάτοικοί της από τους Τούρκους, ήταν σχεδόν έρημη. Οι Βενετοί, όμως, δεν ήθελαν μια ερειπωμένη έκταση, αλλά μια κατοικημένη πόλη, που θα τροφοδοτούσε με ζωή το κάστρο της. Για τον λόγο αυτόν κάλεσαν τους συμμάχους τους καπεταναίους από την Ακαρνανία, για να εποικίσουν την πόλη.

Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Πρέβεζα οι οικογένειες οκτώ οπλαρχηγών, με τα ένοπλα σώματά τους. Μετά την άφιξή τους η πόλη διαιρέθηκε σε οκτώ κλήρους, οι οποίοι παραχωρήθηκαν ως φέουδα στους οκτώ νέους ιδιοκτήτες τους. Στον πληθυσμό αυτόν προστέθηκαν αργότερα και άλλοι Ελληνες που έφθασαν από τα Επτάνησα, την Πελοπόννησο και άλλα μέρη, καθώς και ορισμένοι Ιταλοί ναυτικοί. Οι κάτοικοι της πόλης ασχολούντο κυρίως με την αλιεία, τη ναυτιλία που είχε αναπτυχθεί σε υποτυπώδη μορφή, καθώς και με την καλλιέργεια και τη συγκομιδή ελαιών, τις οποίες είχαν φυτεύσει με την προτροπή και τη βοήθεια των Βενετών.

Η Πρέβεζα κάτω από τη βενετική διοίκηση δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε σπουδαία πόλη ή σε σημαντικό λιμάνι. Μέσα στο γενικότερο κλίμα παρακμής που χαρακτήριζε καθόλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα το κράτος της Βενετίας (μετά την ανάδειξη της Αγγλίας και της Γαλλίας ως σπουδαίων ναυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο), οι διάφορες βενετικές κτήσεις φυτοζωούσαν.

Στην περίοδο αυτήν αναφέρεται και η παράδοση που θέλει τον αξιωματικό υπηρεσίας της βενετικής φρουράς της Πρέβεζας να παρουσιάζεται κάθε πρωί στον διοικητή του και να απαντά στερεότυπα στην ερώτησή του εάν υπάρχει κάτι ανακοινώσιμο από την υπηρεσία του, ως εξής: «Τίποτε, εξοχώτατε, παρά μόνο παχαίνομε τα καπόνια για την Αυτού Εξοχότητα».

Ωστόσο, η Πρέβεζα κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας ήταν η πρωτεύουσα του λεγόμενου Continente. Με τον όρο αυτόν οι Βενετοί ονόμαζαν τις κτήσεις τους στην Ηπειρο, στις οποίες, εκτός από την Πρέβεζα, περιλαμβάνονταν η Βόνιτσα, η Πάργα, η Σαγιάδα και το Βουθρωτό.
Η τελματώδης αυτή κατάσταση τερματίσθηκε το 1797, όταν ο Ναπολέων Βοναπάρτης εισέβαλε στη Βενετία, τιμωρώντας τη για τη φιλοαυστριακή της πολιτική, οπότε και κατήργησε το ολιγαρχικό της πολίτευμα και ανακήρυξε τη Δημοκρατία κατά το γαλλικό πρότυπο. Ο Ναπολέων προσπαθούσε να υλοποιήσει τα σχέδιά του για την επέκταση της γαλλικής επιρροής στη Μεσόγειο.

Με τη Συνθήκη του Καμποφόρμιο (18 Οκτωβρίου 1797) περιήλθαν στους Γάλλους τα νησιά του Ιονίου, καθώς και ορισμένες πόλεις των ηπειρωτικών ακτών που συγκροτούσαν το Continente, δηλαδή η Πρέβεζα, η Πάργα και το Βουθρωτό (στις οποίες εγκαταστάθηκε γαλλική φρουρά), όχι όμως η Βόνιτσα και η Σαγιάδα.

Τα σχέδια του Αλή Πασά

Οι στρατιωτικές και οι πολιτικές επιτυχίες των Γάλλων στην ανατολική Μεσόγειο οδήγησαν τον Αλή Πασά στην απόφαση να συνάψει φιλικές σχέσεις με αυτούς, για τη διασφάλιση των προσωπικών του συμφερόντων και επιδιώξεων. Από την άλλη πλευρά, ο Ναπολέων, όπως και οι Βενετοί, ήθελε να αποκαταστήσει δεσμούς φιλίας με τους πασάδες των ηπειρωτικών ακτών.

Έτσι, με τη γαλλική ανοχή, ο Αλής την άνοιξη του 1798 κατόρθωσε να φθάσει έως τη Νιβίτσα, λίγο έξω από το Βουθρωτό, απέναντι από την Κέρκυρα, αναγκάζοντας τον πληθυσμό των παραλιακών περιοχών να υποταχθεί σε αυτόν. Οι Γάλλοι δεν ανησυχούσαν από τη γειτνίαση με τις δυνάμεις του Αλή Πασά. Αντίθετα, μάλιστα, τη θεωρούσαν ευεργετική, αφού πίστευαν ότι θα τους προστάτευε από ενδεχόμενη τουρκική επίθεση.

Τον Μάιο του 1798 ο Ναπολέων άρχισε την εκστρατεία του με στόχο την Αίγυπτο και στις αρχές του καλοκαιριού (9-11 Ιουνίου) κατέλαβε τη Μάλτα. Ταυτόχρονα, υποκίνησε εξέγερση του πασά του Βιδινίου, Πασβάνογλου εναντίον του σουλτάνου, επιδιώκοντας παράλληλα να εξασφαλίσει την αδράνεια του Αλή Πασά στη σύγκρουση αυτήν. Ο Αλής, όμως, προς δυσαρέσκεια των Γάλλων, έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον του Πασβάνογλου, με την αιτιολογία ότι δεν μπορούσε να παραβεί τη διαταγή του σουλτάνου, αφού μάλιστα οι Γάλλοι αδυνατούσαν να του δώσουν τα ανταλλάγματα που τους ζητούσε (10.000 στρατιώτες και 100.000 τσεκίνια) για να απειθήσει.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας εναντίον του Πασβάνογλου ο Αλής προσπαθούσε να χρονοτριβήσει απέναντι των Γάλλων, ενώ εκείνοι, μη γνωρίζοντας τον ύπουλο χαρακτήρα του, ήλπιζαν ότι θα τον χρησιμοποιήσουν εναντίον της Πύλης. Γρήγορα, όμως, έγινε φανερό ότι τα γεγονότα δεν θα εξελίσσονταν σύμφωνα με τις προθέσεις των Γάλλων.

Η εκστρατεία του Ναπολέοντα εναντίον της Αιγύπτου προκάλεσε φόβους και ανησυχία στον Αλή Πασά, ο οποίος δεν έχασε την ευκαιρία να συνάψει ευκαιριακές συμμαχίες και φιλίες με τους μπέηδες και τους πασάδες των γειτονικών περιοχών, καθώς και με τους Σουλιώτες. Κατόπιν, η καταστροφή του γαλλικού στόλου στο Αμπουκίρ (1-2 Αυγούστου 1798), αλλά και η κήρυξη πολέμου (9 Σεπτεμβρίου 1798) από την Οθωμανική αυτοκρατορία εναντίον της Γαλλίας, εκτιμήθηκαν από τον Αλή ως ιδιαίτερα ευνοϊκές περιστάσεις για την κατάκτηση από αυτόν των πρώην βενετικών κτήσεων στις ηπειρωτικές ακτές, που βρίσκονταν πλέον υπό γαλλική κατοχή.

Κατά τον πόλεμο αυτόν, στο πλευρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν ταχθεί η Μεγάλη Βρετανία, η Νεάπολη, η Πορτογαλία και μετέπειτα η Ρωσία, που έθεσε ως όρο για τη συμμετοχή της την εκδίωξη των Γάλλων από τα Ιόνια νησιά και τα φρούρια της ηπειρωτικής ακτής.

Υλοποιώντας, λοιπόν, τα κατακτητικά του σχέδια, ο Αλή Πασάς, στις 6 Οκτωβρίου 1798, κατέλαβε το Βουθρωτό, παρά την ηρωική αντίσταση της γαλλικής φρουράς και των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι φεύγοντας ανατίναξαν το κάστρο του.

Η πτώση της Πρέβεζας

Αφού κατέλαβε το Βουθρωτό, ο Αλής στράφηκε εναντίον της Πρέβεζας. Οταν η γαλλική φρουρά της πόλης συνειδητοποίησε τις προθέσεις του βεζίρη -αυτός ήταν ο τίτλος που έφερε τότε- ήταν πλέον αργά. Παρόλα αυτά, προσπάθησε να προστατεύσει την Πρέβεζα, κατασκευάζοντας οχυρωματικά έργα, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης. Στην κατασκευή των οχυρών βοήθησαν τους Γάλλους και κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι όμως γρήγορα τους εγκατέλειψαν, επειδή πράκτορες του Αλή έσπειραν τον φόβο μεταξύ τους.

Στις 12 Οκτωβρίου 1798 χιλιάδες Αλβανοί (κατά μία μαρτυρία 4.000 πεζοί και 3.000 ιππείς) και μαζί τους οι περισσότεροι αρματολοί της περιοχής, με επικεφαλής τον ίδιον τον Αλή και τον γιο του Μουχτάρ, εμφανίσθηκαν στην περιοχή. Ο Γάλλος στρατηγός Λα Σαλσέτ (La Salcette) προσπάθησε να οργανώσει την άμυνά του με τις λιγοστές δυνάμεις που διέθετε, οι οποίες αποτελούντο από 700 Γάλλους, 200 μάχιμους κατοίκους της πόλης, ορισμένους Ελληνες αρματολούς και μόνο 70 Σουλιώτες, με επικεφαλής τον καπετάν Χρηστάκη, γιο του Σπύρου Καλόγερου, αρματολού της Λάμαρης.

Κατά τη μάχη που ακολούθησε, στο πλευρό του Αλή Πασά τάχθηκαν και οι Ελληνες αρματολοί, οι οποίοι προηγουμένως είχαν συμμαχήσει με τους Γάλλους. Στο πλευρό της γαλλικής φρουράς απέμειναν πλέον να πολεμούν μόνο η οικογένεια Βούλγαρη (γνωστή στην Πρέβεζα με το όνομα Γούργαρη) και 70 περίπου μαχητές, υπό τον οπλαρχηγό Ζαχαράκη, ο οποίος καταγόταν από την Καμαρίνα Πρεβέζης.

Οι Αλβανοί με ορμητική έφοδο διέσπασαν το κέντρο της γαλλικής δύναμης, αποκόπτοντας τη δεξιά της πτέρυγα, στην οποία βρίσκονταν οι δυνάμεις του Ζαχαράκη. Οι Γάλλοι αναγκάσθηκαν να συμπτυχθούν στα οχυρώματα και την τάφρο που βρίσκονταν προς την πλευρά του Ιονίου, περιμένοντας βοήθεια από την Πρέβεζα. Εκείνη, όμως, τη στιγμή, ο οπλαρχηγός Πάνος Τσαρλαμπάς, ο οποίος έναν μόλις χρόνο νωρίτερα είχε πρωτοστατήσει στην απόδοση της Πρέβεζας στη Γαλλία, θεώρησε προσφορότερη λύση να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης και να διαφύγει με τις δυνάμεις του στη Λευκάδα.

Οι Γάλλοι, με αφάνταστη γενναιότητα και ηρωισμό, διέσπασαν τον αλβανικό κλοιό χρησιμοποιώντας τις ξιφολόγχες τους και, αφού ενώθηκαν με τις ενισχύσεις που έφθασαν από την Πρέβεζα, άρχισαν να υποχωρούν προς την πόλη δίνοντας σκληρή μάχη και ελπίζοντας σε βοήθεια που θα ερχόταν διά θαλάσσης από τη Λευκάδα.

Πράγματι, γαλλικά ιστιοφόρα με ενισχύσεις φάνηκαν κάποια στιγμή στη θάλασσα. Ομως, ορισμένοι πράκτορες του Αλή Πασά, μόλις είδαν τον γαλλικό στόλο, έσπευσαν με βάρκες και άρχισαν να οδύρονται, να κλαίνε και να φωνάζουν ότι «έπεσε η Πρέβεζα». Ο επικεφαλής Γάλλος υπέθεσε ότι έφθασε αργά και διέταξε τον στόλο του να γυρίσει πίσω.

Οι περισσότεροι Γάλλοι έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ενώ λείψανα της γαλλικής φρουράς κατέφυγαν μέσα στην Πρέβεζα, όπου συνέχισαν τον αγώνα τους μέχρις εσχάτων. Οσοι απέμειναν (ο υπερασπιστής της πόλης Λα Σαλσέτ, επτά αξιωματικοί και λίγοι στρατιώτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν τραυματισμένοι) παραδόθηκαν. Οι Αλβανοί σκότωσαν τους αιχμάλωτους στρατιώτες, ενώ οι Γάλλοι αξιωματικοί υποχρεώθηκαν να κουβαλήσουν σε σάκους τα κομμένα κεφάλια των συναδέλφων τους και να βαδίσουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη, όπου τελικά έφθασαν μόνο ο Λα Σαλσέτ ετοιμοθάνατος και άλλοι δύο ή τρεις.

Η καταστροφή της Πρέβεζας

Ενώ τα στρατεύματα του Αλή Πασά εισέρχονταν στην Πρέβεζα, οι κάτοικοι εγκατέλειπαν την πόλη με κάθε τρόπο. Οι περισσότεροι προσπαθούσαν να περάσουν στο Ακτιο είτε με βάρκες είτε κολυμπώντας. Οι γαλλόφιλοι προύχοντες, με επικεφαλής τον παπά-Μαλτέζο, κατέφυγαν στη Λευκάδα. Οι ψαράδες της Πρέβεζας με τις οικογένειές τους κατέφυγαν στο Δέλτα που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Λούρο και Αραχθο (το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα γνωστά από την αρχαιότητα ιχθυοτροφεία, τον βάλτο της Ροδιάς, τις λιμνοθάλασσες Λογαρού, Τσουκαλού και Ροδιάς, καθώς και την Κορωνησία), στα μικρά νησάκια της περιοχής. Στην Πρέβεζα παρέμειναν μόνο οι οπαδοί του Αλή Πασά, που θεωρούσαν την επικράτηση του ως σωτηρία από τους Γάλλους, τους οποίους μισούσαν επειδή ήταν ετερόδοξοι.

Κατά την είσοδό τους στην Πρέβεζα οι Αλβανοί τη λεηλάτησαν ανηλεώς καίγοντας τα σπίτια των φυγάδων, τα οποία βρίσκονταν κυρίως στην είσοδο του λιμανιού. Η άλωση και η καταστροφή της πόλης που επακολούθησε έμειναν γνωστές στην ιστορία ως «χαλασμός της Πρέβεζας».

Στις 14 Οκτωβρίου 1798 εισήλθε θριαμβευτικά στην Πρέβεζα ο Αλή Πασάς, ο οποίος παρακολουθούσε τα διαδραματιζόμενα από το προάστιο Μύτικας. Αμέσως διέταξε την παύση των βιαιοπραγιών και των λεηλασιών, που διήρκεσαν συνολικά δύο ημέρες και πραγματοποιήθηκαν με τη συναίνεσή του. Οι Αλβανοί δώρισαν στον Αλή το άγιο δισκοπότηρο που άρπαξαν από την εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, το οποίο πλέον χρησιμοποιούσε για να πίνει ρακί. Παρά την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης, όμως, ο Αλής φοβόταν μήπως οι φυγάδες κάτοικοί της ανασυγκροτηθούν και απειλήσουν την κυριαρχία του.

Για τον λόγο αυτόν σκέφθηκε να τους επαναφέρει στην Πρέβεζα, εξαπατώντας τους και χρησιμοποιώντας για την εκτέλεση των δόλιων σχεδίων του τον μητροπολίτη Αρτας Ιγνάτιο. Ετσι, υπό την απειλή θανάτου, ανάγκασε τον Ιγνάτιο να γράψει μια επιστολή προς τους φυγάδες, με την οποία ο μητροπολίτης εγγυάτο τον σεβασμό της ζωής και της περιουσίας του ποιμνίου του που θα επέστρεφε στην Πρέβεζα από το Ακτιο και τις γύρω περιοχές. Μάλιστα, ο ίδιος ο Αλής ορκίσθηκε ενώπιον του μουφτή, θέτοντας το χέρι του στο Κοράνιο, ότι θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

Οι κάτοικοι της Πρέβεζας υπέφεραν στην ύπαιθρο, εξαιτίας της πείνας και των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν. Με ευκολία πίστεψαν τα λόγια του ιεράρχη και αποφάσισαν να επιστρέψουν, παρασυρόμενοι παράλληλα και από πράκτορες του Αλή που δρούσαν ανάμεσά τους και τους παρακινούσαν σε αυτό. Ετσι, επιβιβάσθηκαν στα πλοία που έστειλε ο Αλή Πασάς για τον σκοπό αυτόν, στα οποία επέβαινε ένοπλη φρουρά.

Ο στόλος, όμως, είχε μυστική εντολή να πλεύσει προς τη Σαλαώρα (ένα λιμάνι του Αμβρακικού) και όχι προς την Πρέβεζα. Εκεί περίμεναν τους φυγάδες ο στρατός του Αλή και ένας δήμιος. Ολοι οι άνδρες-αρχηγοί των οικογενειών αποκεφαλίσθηκαν, ενώ τα γυναικόπαιδα διασκορπίσθηκαν. Η παράδοση, μάλιστα, αναφέρει ότι ακόμη και ο δήμιος πέθανε από την υπερβολική κούραση.

Η παρακμή της Πρέβεζας

Στην Πρέβεζα, κατεστραμμένη πλέον από τις σφαγές, τις λεηλασίες και την πυρκαϊά, απέμειναν μόνο 1.000 άτομα και μέχρι την απελευθέρωση της πόλης (1912) οι γηγενείς κάτοικοι ποτέ δεν υπερέβησαν τους 4.000- 5.000. Ο Αλή Πασάς διόρισε διοικητή της πόλης τον Μπεκήρ Αγά, αρχηγό των ατάκτων Αλβανών στη μάχη της Νικόπολης, τον οποίον οι Πρεβεζάνοι αποκαλούσαν και «Τζογαδόρο» εξαιτίας του πάθους του για τη χαρτοπαιξία.

Ο νέος κυβερνήτης διοικούσε την πόλη αυταρχικά, αλλά και με κάποια επίφαση δικαιοσύνης, έχοντας ως συμβούλους τους εναπομείναντες στην πόλη φίλους του Αλή Πασά. Μεταξύ τους διακρινόταν η ισχυρή φυσιογνωμία του Κωνσταντίνου Λευκαδίτη, τον οποίον οι ντόπιοι αποκαλούσαν προδότη. Στο νέο καθεστώς προσχώρησε και ο Ιωάννης Γενοβέλης, επιφανής και πολύ μορφωμένος προύχοντας εκείνης της εποχής, καθώς και κάποιοι άλλοι εκπρόσωποι γνωστών οικογενειών της πόλης, όπως ο Δημήτριος Μόσχος, ο καπετάν Σταύρος Τζαμάρας, καθώς και ο καπετάν Γεώργιος Λώλος ή Κονεμένος, τον οποίον έθεσε υπό την προστασία του ο Αλέξιος Νούτσος, περιβόητος αυλικός του Αλή Πασά.

Όταν ο Νούτσος εισήλθε μαζί με τους πρώτους Αλβανούς στην Πρέβεζα, φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Κονεμένου και προστάτευσε τον ίδιον και ορισμένα μέλη της οικογένειάς του, τα οποία φυγάδευσε για μερικά χρόνια στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Κάποιες άλλες οικογένειες της πόλης, βοηθούμενες από όργανα του Αλή Πασά (πιθανότατα Ελληνες της Αυλής του) κατέφυγαν στη Ζάκυνθο, αφού το πλησιέστερο προς την Πρέβεζα νησί της Λευκάδας δεν παρείχε πλέον ασφαλή προστασία.

Μετά την Πρέβεζα, ο Αλής κατέλαβε χωρίς αντίσταση τη Βόνιτσα, ενώ πολιόρκησε και τη Λευκάδα. Ετσι, έγινε κύριος όλης της Ηπείρου, με εξαίρεση την Πάργα, η οποία εξακολουθούσε να αντιστέκεται στις πιέσεις του.

Οι Σουλιώτες και η στάση τους στη μάχη της Πρέβεζας

Όταν οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν ότι η σύγκρουση με τα στρατεύματα του Αλή Πασά ήταν αναπόφευκτη, προσπάθησαν να συμμαχήσουν με τους Σουλιώτες, προσβλέποντας στη βοήθειά τους κατά την επερχόμενη μάχη. Ηγετική φυσιογνωμία των Σουλιωτών την εποχή εκείνη ήταν ο αρματολός Γεώργιος Μπότσαρης, ο οποίος με την οικογένειά του ήλεγχε την περιοχή του Λούρου. Η συμφωνία, όμως, δεν κατέστη δυνατή εξαιτίας των υπερβολικών αξιώσεων του Μπότσαρη, ο οποίος φέρεται ότι είχε εξαγορασθεί με 100 πουγγιά από τον Αλή Πασά.

Οι ιστορικοί της μάχης της Πρέβεζας ισχυρίζονται (με σοβαρά επιχειρήματα) ότι, αν οι δυνάμεις του Μπότσαρη παρεμπόδιζαν και καθυστερούσαν τη διάβαση των στρατευμάτων του Αλή από τα στενά του Λούρου, οι Γάλλοι θα προλάβαιναν να οχυρώσουν την πόλη. Ωστόσο, η πιθανολογούμενη εξαγορά του Μπότσαρη δεν φαίνεται ότι ήταν ο μοναδικός λόγος για την αδιαφορία των Σουλιωτών και την αποχή τους από την άμυνα της Πρέβεζας. Υπήρχαν και άλλες αιτίες που τους ώθησαν να τηρήσουν ουδέτερη στάση στη σύγκρουση μεταξύ των Γάλλων και των στρατευμάτων του Αλή.

Συγκεκριμένα, το φθινόπωρο του 1798 ο ενωμένος ρωσοτουρκικός στόλος κατευθυνόταν εναντίον των γαλλικών κτήσεων του Ιονίου. Οι Σουλιώτες ήλπιζαν ότι οι Ρώσοι, παλαιοί τους σύμμαχοι, θα ήταν οι μελλοντικοί συγκυρίαρχοι (μαζί με τους Τούρκους) της ευρύτερης περιοχής του Ιονίου και των ηπειρωτικών ακτών.

Παράλληλα, την ίδια χρονική περίοδο, ένα άλλο, εξίσου σημαντικό, γεγονός συνέβαλε στη διάδοση αντιγαλλικού πνεύματος μεταξύ των ελληνικών πληθυσμών. Όταν η Πύλη κήρυξε πόλεμο εναντίον της Γαλλίας, ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ έστειλε εγκυκλίους προς το ποίμνιό του, που βρισκόταν εντός των ορίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και προς τους Επτανήσιους, με τις οποίες στηλίτευε τους Γάλλους ως «θεοστυγείς» και «αποστάτας του θεού» και συμβούλευε τους Ορθοδόξους να μη δελεασθούν από τις επαναστατικές ιδέες που οδηγούν στην αθεϊα, τις οποίες πρόβαλλε ο εχθρός της αυτοκρατορίας, και να μη συμπράξουν με αυτόν, αλλά να συνεργασθούν με τις συμμαχικές δυνάμεις για να διώξουν τους Γάλλους από τα Επτάνησα.

Ο γηραιός πολέμαρχος Μπότσαρης, τηρώντας ουδετερότητα, κράτησε (έστω και προσωρινά) τον χώρο επιρροής του ανέπαφο αποφεύγοντας μια γενικότερη σύγκρουση των Σουλιωτών με τον ισχυρό Αλή, ο οποίος μάλιστα ενεργούσε στο όνομα του σουλτάνου. Η παρουσία, βέβαια, μιας μικρής δύναμης Σουλιωτών, υπό τον καπετάν Χρηστάκη Καλόγερο, στην υπεράσπιση της Πρέβεζας, φανέρωνε για ακόμη μία φορά την αυτονομία, αλλά και την αυτενέργεια των σουλιώτικων γενών στον πόλεμο ή στην ειρήνη.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η απώλεια της Πρέβεζας στάθηκε καθοριστική για την τύχη των Σουλιωτών, καθώς ο κλοιός του πανούργου πασά γινόταν όλο και πιο έντονος γύρω από την περιοχή τους, αφού μόνο η Πάργα απέμεινε πλέον να αντιστέκεται στις επεκτατικές του βλέψεις.

Προηγούμενο άρθροΗ κατάληψη της Πύλου από τους Αθηναίους (425 π.Χ)
Επόμενο άρθροThe Dam Busters (1955)
Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι έξω φρενών. Ωστόσο έχω ακόμη σώας τας φρένας. Πλήττω αφόρητα όταν γράφω για συμβατικά θέματα. Πρόκληση για μένα είναι όταν ασχολούμαι με την ερευνητική αρθρογραφία και έχω να παραθέσω στοιχεία και πληροφορίες που δεν θα τις βρεις πουθενά αλλού.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ