Οι διακοπές με το αγόρι σου είναι δοκιμασία ως ζευγάρι

Οι διακοπές με το αγόρι σου είναι δοκιμασία ως ζευγάρι

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Το σακ βουαγιάζ του ήταν μικρό. Ενώ η δική μου βαλίτσα θα μπορούσε να έχει πληρωθεί κάλλιστα με ένα ολόκληρο στεγαστικό δάνειο. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να με βάλει σε σκέψεις για τη συμβατότητα των διακοπών μας, σωστά; Λάθος.

Οι «διακοπές με το αγόρι σου» είναι μια δοκιμασία. Κι αν δεν είναι δοκιμασία οι πρώτες διακοπές μαζί, αυτό συμβαίνει διότι, όπως σε όλα τα «πρώτα» (πρώτη νύχτα μαζί, πρώτο weekend, πρώτη φορά που θα φας κάτι περίεργο, όπως σπαγγέτι μαρινάρα, μπροστά του κ.λπ.), διατηρείται ένα στοιχειώδες επίπεδο πολιτισμού.

Πρέπει να θάψεις τα βασικά σου ένστικτα στο ανήλιαγο κελάρι του «άσ’ το για μετά», να περάσεις ένα χέρι λούστρο στο πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό να πεις ή να κάνεις, να δείξεις τέλος πάντων την καλή εκδοχή του εαυτού σου, ακόμη κι αν χρειαστεί να την εφεύρεις για την περίσταση. Δεν είναι υποκριτικό – άλλωστε κι εκείνος φοράει τα καλά του για σένα. Έτσι μόνο περνάτε στο δεύτερο γύρο (διακοπών, weekend, μακαρονάδας κ.λπ.), όπου και αρχίζετε επιτέλους να γνωρίζεστε καλύτερα. Ή μάλλον να γνωρίζεστε, τελεία.

Και τώρα οι δυο μας

Oι πρώτες μου διακοπές με τον Μάνο είναι κάτι που θυμάμαι πολύ ωραία, αλλά θολά. Ίσως γιατί ήμασταν πιτσιρίκια και το μέρος δεν είχε σημασία. Ένα δωμάτιο μακριά απ’ όλους, μόνο για μας, ήταν αρκετό. Δηλαδή, και μια μεγάλη ντουλάπα θα έκανε δουλειά, παράπονο δεν θα είχαμε. Γι’ αυτό και καταλήξαμε σε δωμάτιο με διαστάσεις ντουλάπας, υποθέτω.

Περάσαμε δέκα μέρες στο δωμάτιο-ντουλάπα και πάνω στη μηχανή, κατά τις οποίες με θυμάμαι απλώς να χαμογελάω ηλιθιωδώς (που τώρα, αν μου πεις να περάσω δυο μέρες στο σετ ντουλάπα-δίκυκλο, θα ρίξω το κεφάλι πίσω και θα γελάσω απ’ το διάφραγμα, σαν τη Ζωή Λάσκαρη). Για τις δεύτερες διακοπές μας μαζί διαλέξαμε ένα mainstream προορισμό, τα Χανιά, και πήγαμε με παρέα. Σκοτωνόμασταν και τις δεκαπέντε μέρες που μείναμε εκεί, γεγονός που αποδώσαμε στην παρέα. Ασφαλώς.

Στην τρίτη προσπάθεια διακοπών ανσάμπλ, η αλήθεια αποκαλύφθηκε. Ενώ στην Αθήνα ήμασταν ένα νορμάλ ζευγάρι, με το που περνούσαμε τα διόδια προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, η όποια συνεννόηση μεταξύ μας έπαυε. Εκείνος ήθελε στις διακοπές του να χαλαρώσει, να έρθει κοντά στη φύση, να μην έχει κανένα πρόγραμμα.

Εγώ στις διακοπές μου ήθελα να κάθομαι συνεχώς σε μια ξαπλώστρα, να βρίσκομαι με παρέα, να ξενυχτάω και μετά πάλι απ’ την αρχή. Προσπαθώντας να συμβιβάσουμε τη διαφορά, αποφασίσαμε να περάσουμε το ιερό δεκαπενθήμερο του Αυγούστου στην Ελαφόνησο. (Μάλλον δεν είμαι πολύ καλή στα παζάρια.) Α, είπα ότι θα κάναμε και κάμπινγκ; (Εντάξει, είμαι ο χειρότερος εχθρός μου.)

Life is a beach

Με το που είδα την τεράστια παραλία, ομολογώ ότι ψήθηκα. Δεν χρειάζεται να περιγράψω πόσο όμορφη είναι και ειδικά τότε, το 1821, που δεν είχε πολύ κόσμο, ήταν ακόμη καλύτερη. Βγήκα από το αυτοκίνητο και ψήθηκα ξανά, αυτή τη φορά κυριολεκτικά. Στην παραλία δεν υπήρχε σκιά σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου ούτε και δέντρα – κάτι θλιβεροί θάμνοι μόνο, που χρησίμευαν ως WC όπως θα μάθαινα πολύ σύντομα. Εκτελώντας ένα συγκινητικό άλμα τριπλούν, έφυγα τσιρίζοντας προς το νερό, όπου έπεσα σαν μενίρ.

Αφού κατέβασα θερμοκρασία, είδα τον Μάνο να ξεφορτώνει το αυτοκίνητο και να στήνει τη σκηνή. Σε μια σπάνια στιγμή προθυμίας τον ρώτησα αν ήθελε βοήθεια. «Μπορείς να κρατήσεις λίγο αυτό το σίδερο;» με ρώτησε. «Πού;» ήταν η απάντησή μου. «Βάλε το πασαλάκι εκεί» είπε προσπαθώντας να μου αναθέσει μια πιο απλή αποστολή. «Πώς;» ήταν η συμβολή μου στη διαδικασία.

«Φέρε αν θες την τέντα» ήταν η τελευταία του απόπειρα να με κάνει πρόσκοπο. «Ποια;» ρώτησα με το χαμόγελο του Ιάπωνα τουρίστα που τον ρωτάνε πού είναι το Μπαλτάζαρ. «Προς τα δεξιά έχει μια καντίνα. Πας να πάρεις κανέναν καφέ;» με ρώτησε, καμουφλάροντας άλλες, πιο hard-core συστάσεις ως προς το πού να πήγαινα και τι να έκανα. Πήγα. Μέχρι να γυρίσω απ’ την καντίνα, είχα μαυρίσει, οι καφέδες είχαν ζεσταθεί και είχα εκνευριστεί από τη ματαιότητα της προσπάθειας να κρατήσω την πυρακτωμένη άμμο μακριά απ’ τις σαγιονάρες μου.

O Μάνος είχε ήδη στήσει τη σκηνή, μία τεράστια λευκή τέντα για να μην τηγανίζομαι και μία ωραία ξαπλώστρα για να μη σκεβρώσω απ’ τη στρωματσάδα. Ήταν σαφές ότι ήθελε να κάνει την εμπειρία όσο πιο φιλική προς εμένα γινόταν (πράγμα που σημαίνει ότι ήξερε ότι εγώ την έβλεπα από εχθρική έως και επιθετική, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα). Εκτίμησα την προσπάθεια και του πάσαρα το βραστό πλέον καφέ με ό,τι πιο κοντινό είχα σε χαμόγελο εκείνη τη στιγμή.

Έσο έτοιμη

Το βράδυ κοιμήθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε σκηνή και ο αφελής εαυτός μου το βρήκε μέχρι και ενδιαφέρον – είχαν έρθει κι άλλοι φίλοι, είχαμε κάνει χαζοσυζήτηση κάτω απ’ τα αστέρια, ωραία ήταν. Μόνο που και την άλλη μέρα ξύπνησα σε σκηνή για πρώτη φορά στη ζωή μου, γεγονός που σημαίνει ότι ήμουν ψυχολογικά απροετοίμαστη για ορισμένα πράγματα. Π.χ. δεν περίμενα να ξυπνήσω στις 7.15, λουσμένη στον ιδρώτα, διότι ο ήλιος είχε μετατρέψει την ιγκλού σκηνή σε σάουνα (άργησα να πιάσω το λεπτό χιούμορ του κατασκευαστή).

Δεν περίμενα επίσης ότι θα ξυπνούσα μόνη μου, διότι ο συνάνθρωπος που είχε κοιμηθεί μαζί μου είχε νιώσει το διακριτικό πρωινό τηγάνισμα νωρίτερα και βρισκόταν ήδη στη δεύτερη βουτιά. Επίσης με εκνεύρισε το ότι δεν είχα τρεχούμενο νερό, τουαλέτα, παγάκια και άλλα πράγματα, που πες με περίεργη, αλλά τα θεωρούσα δεδομένα στη ζωή του homo sapiens του 21ου αιώνα.

Oι μέρες περνούσαν κι εγώ παρατηρούσα τη χαρά του Μάνου. Του Μάνου που είναι παιδί της πόλης, όχι ο Μόγλης, και ξαφνικά απολάμβανε το χρονικό ταξίδι στη νεολιθική εποχή περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω. Παραδόξως, του άρεσε να ψαρεύει, γεγονός που αγνοούσα, ίσως γιατί το ψάρεμα δεν βολεύει στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, τουλάχιστον όχι αν αυτό που θες να πιάσεις είναι ψάρια.

Του άρεσε να κοιμάται νωρίς, να ακούει χαμηλά μουσική (είχαμε και γείτονες, που είχαν στήσει κοντά σ’ εμάς το τσαρδάκι τους), να παίζουμε τάβλι στην καντίνα πίνοντας τεκίλες απ’ το μεσημέρι (να και κάπου που τα βρίσκαμε), να πηγαίνουμε στη Χώρα για φαγητό, να κάνει νέους φίλους, του άρεσαν όλα. Ή σχεδόν όλα, γιατί η δική μου γκρίνια φαντάζομαι δεν πρέπει να ήταν πολύ διασκεδαστική.

Πίσω από τις καλαμιές

Όταν συνειδητοποίησα τη μοίρα μου για τις επόμενες ημέρες, με κατέκλυσε ένα είδος απελπισίας. Γιατί ενώ ο άνθρωπός μου χαιρόταν, εγώ ένιωθα σαν να περνούσα βασική εκπαίδευση για καταδρομέας. Ήθελα έπιπλα, να μπορώ να ακουμπάω. Ήθελα να μπορώ να περνάω και τρεις ώρες την ημέρα που δεν θα με έβλεπε κανείς και όχι υποχρεωτικά κλεισμένη στο ιγκλού-βραστήρα.

Ήθελα να μπορώ να πάω τουαλέτα σε ένα μέρος φτιαγμένο ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό και όχι στο λοφίσκο με τους θάμνους. Ήθελα να κοιμηθώ αργά και να ξυπνήσω το μεσημέρι, χωρίς να έχω χαζέψει απ’ τη ζέστη. Ήθελα να πιω ή να φάω κάτι που για αλλαγή δεν θα είχε άμμο μέσα. Βασικά, ήθελα να φύγω.

Oι καβγάδες που ρίξαμε στο ειδυλλιακό κατά τ’ άλλα αυτό περιβάλλον ήταν αναμενόμενοι. Με ρωτούσε γιατί είχα δεχτεί να πάω αφού ήμουν τόσο αρνητική, και η αλήθεια είναι ότι δεν είχα μια πειστική απάντηση, διότι δεν ήξερα πού ακριβώς πήγαινα, αλλά η άγνοια δεν είναι καλή δικαιολογία, άσε που περιέχει κι ένα ψήγμα ηλιθιότητας εκ μέρους αυτού που την επικαλείται, οπότε δεν την επικαλέστηκα.

Εγώ απ’ τη μεριά μου ήμουν έξαλλη, διότι είχα αφήσει την Αθήνα μ’ έναν άνθρωπο απ’ το down town και βρέθηκα να περνάω τις διακοπές μου με τον Ροβινσώνα Κρούσο. Δεν έδειχνε συμπόνια για το δράμα μου κι εγώ δεν συμμεριζόμουν τη χαρά του.

Oι δε φίλοι μας με θεωρούσαν κακομαθημένη, διότι ο Μάνος στην προσπάθειά του να μην υποφέρω από τις κακουχίες είχε στήσει μια σκηνή πέντε ατόμων, μια τέντα 3×3, γέμιζε κάθε μέρα το ψυγείο με πάγο, είχε βάλει ντουζιέρα για κάμπινγκ, ξύλινο τραπέζι, μέχρι και ειδική λάμπα για να διαβάζω το βράδυ είχε φροντίσει να έχουμε. Αλλά η γκρίνια, γκρίνια (πριν με κακοχαρακτηρίσεις, σε προκαλώ να ζήσεις δέκα μέρες χωρίς τοίχους και να μου τα πεις μετά).

Και τα μυαλά στα Μάταλα

Αυτό που δεν μπορούσα με τίποτα να χωνέψω ήταν το πώς γινόταν να έχουμε όλο το χρόνο κοινές συνήθειες και στο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου να θέλουμε τα ακριβώς αντίθετα πράγματα. Ήθελα να ξενυχτήσω, στην καντίνα έστω (απελπισμένη, λέμε); Ήθελε να κοιμηθεί. Ήθελε να πάρουμε ένα μπουκάλι κρασί, να το πιούμε το βράδυ δίπλα στο κύμα; Ήθελα να πιω υδροκυάνιο.

Έβρισκε συμπαθητικό ένα άσχετο ζευγάρι που γνωρίσαμε, το οποίο κάπνιζε στριφτά τσιγάρα, φορούσαν παρεό με το γιν και το γιανγκ κι έλεγαν συνέχεια κι οι δυο «εντάξει»; Εγώ το έβρισκα τυχερό που στις αποσκευές μου δεν είχα βάλει κανένα τσεκούρι.

Το αποκορύφωμα ήρθε ένα βράδυ, που έχουμε φτιάξει πια μια μεγάλη παρέα, φίλοι και άσχετοι μαζί, έχουμε ανάψει φωτιά και η κατάσταση έχει αρχίσει να παίρνει κλίση προς Μάταλα μεριά. Τους άσχετους τους βαριέμαι, αλλά δεν δίνω σημασία και μιλάω με μια φίλη μου. Ξαφνικά ένας εκ των ασχέτων, που προηγουμένως είχε δηλώσει ότι έπαιζε κρουστά, αρχίζει να κοπανάει ρυθμικά ένα ξύλο.

Oι υπόλοιποι παίρνουν μπρος και αρχίζουν όλοι να κοπανάνε ρυθμικά ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, χαμογελώντας μακαρίως. Κάποιος είπε κάτι για «καλές δονήσεις» και νομίζω ότι αυτή ήταν η στιγμή που σηκώθηκα διακριτικά και πήγα προς τη θάλασσα, με την πρόθεση να πέσω να πνιγώ. O Μάνος με πλησίασε να με ρωτήσει τι έχω, αλλά η μουσική υπόκρουση ήταν πιο σαφής απάντηση από οτιδήποτε κι αν έλεγα.

Δεν θέλει κόπο, θέλει τρόπο

«Δεν ταιριάζουμε» του είπα κλαψουρίζοντας. «Εσένα σου αρέσει όλο αυτό. Εγώ πραγματικά υποφέρω». Ακολούθησε μια μεγάλη συζήτηση περί του πόσο ανεκτικοί πρέπει να είμαστε με τους άλλους – μάθημα στο οποίο ομολογουμένως βρίσκομαι πάντα κάτω απ’ τη βάση.

Αλλά αυτό δεν θα άλλαζε σε μία μέρα, τουλάχιστον όχι εκείνη τη μέρα. Η ζωή μας στην Αθήνα ήταν όντως κοινή, στις διακοπές όμως, που κάνεις πραγματικά ό,τι θέλεις, γιατί δεν είχαμε καμία σχέση; «Τι θες από τις διακοπές σου;» με ρώτησε κάποια στιγμή. «Να ξεκουραστώ και να διασκεδάσω. Oπωσδήποτε» απάντησα.

«Εγώ θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που κάνω όλο το χρόνο» είπε εκείνος. «Και να μην έχω κανένα “οπωσδήποτε”». Fair enough, σκέφτηκα, ανακουφισμένη που όλο αυτό το σύνδρομο του χαρούμενου ναυαγού ήταν ένα διάλειμμα και για εκείνον και όχι το πραγματικό του κάλεσμα. Στο κάτω κάτω προσπάθησε να με κάνει μέρος αυτού που ήθελε, όσο πιο βολικά γινόταν για μένα. «Δεν σου ζητάω να κάνεις τίποτα» μου είπε. «Μπορείς να χαλαρώσεις λίγο μήπως πραγματικά διασκεδάσεις; Κι αν δεις ότι δεν γίνεται, φεύγουμε όποτε θέλεις».

Τελικά μείναμε στην Ελαφόνησο 13 ημέρες. Στα θετικά των διακοπών αυτών μπορώ να βάλω το πιο τέλειο μαύρισμα που έχω κάνει ποτέ, το υπέροχο δέρμα που είχα κάνει από το συνεχές πίλινγκ με την άμμο και, last but not least, κάποια πολύ όμορφα βράδια με τον Μάνο, εντός και εκτός του ιγκλού μας, που τη νύχτα ήταν πιο συμπαθητικό. Και το πιο ωραίο είναι ότι δεν νιώθω πως συμβιβάστηκα.

Ίσως να βοήθησε ότι την επόμενη χρονιά εκείνος βρέθηκε με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που δεν περίμενε και το ξόδεψε με χαρά στις πιο μπουρζουά διακοπές που έχουμε κάνει ποτέ. Στη Μύκονο, που σιχαίνεται.

Για χάρη μου. Και δεν γκρίνιαξε ποτέ. Ηθικό δίδαγμα: Όταν περπατάς με κάποιον στη ζωή, σίγουρα θα βρεθείς και σε μέρη όπου δεν θα πήγαινες ποτέ μόνη σου. Ή αυτό ή τελικά, αν δείξεις υπομονή στις δυσκολίες της ζωής (και του κάμπινγκ), κάποια στιγμή θα ανταμειφθείς. Διάλεξε και πάρε.

Διακοπές για όλους

Στην κοινή ζωή ενός ζευγαριού πολλές φορές ο συμβιβασμός είναι η καλύτερη λύση. Έτσι, και στις διακοπές συζητήστε τι θέλετε να κάνετε και πού και προσπαθήστε να φτιάξετε ένα πλάνο που να σας καλύπτει και τους δύο, έστω κι αν αυτό σημαίνει να «μοιράσετε» το χρόνο σας.

Προηγούμενο άρθροΠιθανό σημάδι Αλτσχάιμερ η αδύναμη όσφρηση
Επόμενο άρθροΟικογενειακές υποθέσεις και διενέξεις
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας