Οι Ελβετοί Φρουροί του Πάπα. Πέντε εκατονταετίες δίπλα του

Οι Ελβετοί Φρουροί του Πάπα. Πέντε εκατονταετίες δίπλα του

Από τα στρατιωτικά σώματα που εξακολουθούν να υφίστανται σήμερα στον πλανήτη μας, κανένα δεν μπορεί να συγκριθεί σε διάρκεια αδιάλειπτης παρουσίας με την Ελβετική Φρουρά του Πάπα, την οποία πολλοί χαρακτηρίζουν ως «τον μικρότερο στρατό του κόσμου στην υπηρεσία του μικρότερου κράτους του κόσμου».

Η Φρουρά αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα του Βατικανού και οι πολύχρωμες στολές της, που παραπέμπουν στον 16ο αιώνα, έλκουν τις φωτογραφικές μηχανές των επισκεπτών. Ωστόσο λίγοι γνωρίζουν πως η Ιστορία αυτού του σώματος περιλαμβάνει μερικές περιόδους σκληρών θυσιών και ότι η υπηρεσία σε αυτό ακόμη και σήμερα δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Το 1506, όταν ο άνεμος της Ιταλικής Αναγέννησης έστελνε τα πρώτα μηνύματα αισιοδοξίας στη μεσαιωνική Ευρώπη, έμελλε να συμβούν αρκετά σημαντικά γεγονότα τα οποία δεν θα περνούσαν απαρατήρητα ανά τους αιώνες. Την άνοιξη εκείνου του χρόνου ο πάπας Ιούλιος Β’ έθεσε τον θεμέλιο λίθο του οικοδομήματος που θα γινόταν αργότερα η περίλαμπρη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, βασισμένου σε σχέδια του φημισμένου αρχιτέκτονα Ντονάτο Μπραμάντε.

Ο νέος ναός θα αντικαθιστούσε τον παλαιότερο, ηλικίας τουλάχιστον 1.000 χρόνων, ο οποίος βρισκόταν στο σημείο όπου σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση είχε μαρτυρήσει ο απόστολος Πέτρος και αντιπροσώπευε τη φιλοδοξία του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να την οδηγήσει σε νέα ύψη παγκόσμιας ακτινοβολίας και δόξας.

Τον ίδιο χρόνο επίσης ο πάπας δεν παρέλειψε να ασχοληθεί με περισσότερο πρακτικά και άμεσα ζητήματα, όταν ανέλαβε στρατιωτική εκστρατεία προκειμένου να ανακαταλάβει ορισμένα εδάφη των λεγόμενων Παπικών Κρατών, τα οποία είχαν χαθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες και ανάμεσα στα οποία συγκαταλεγόταν η Μπολόνια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Ιταλία μετά τη Ρώμη.

Η επιχείρηση του Ιουλίου Β’ στέφθηκε από επιτυχία. Αμέσως μόλις κατελήφθη η Μπολόνια ο ιδιοφυής καλλιτέχνης Μιχαήλ Αγγελος επιφορτίστηκε με το έργο της δημιουργίας ενός τεράστιου ορειχάλκινου αγάλματος το οποίο θα αναπαριστούσε τον «πολεμιστή πάπα», αγέρωχο πάνω στο άλογό του. Ο ποντίφηκας εισήλθε όντως θριαμβευτικά στην πόλη, πλαισιωμένος από φανταχτερά ντυμένους και βαριά οπλισμένους φρουρούς τους οποίους είχε στρατολογήσει στην Ελβετία και είχε δεχθεί στη Ρώμη τον Ιανουάριο του 1506.

Η επιλογή Ελβετών στρατιωτών ως έμπιστων μισθοφόρων ήταν εκείνη την περίοδο απόλυτα λογική. Από τα τέλη του 13ου αιώνα ως και τον 18ο αιώνα οι Ελβετοί είχαν τη φήμη των πιο δεινών πολεμιστών της Ευρώπης, που διακρίνονταν για τη γενναιότητα και κυρίως για την αφοσίωσή τους. Δεκαπέντε χρόνια πριν ο Ιούλιος σχηματίσει τη δική του φρουρά, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΑ’ είχε κρίνει επίσης ότι χρειαζόταν μια έμπιστη σωματοφυλακή και την είχε δημιουργήσει με 100 επίλεκτους Ελβετούς (Garde de Cent Suisses).

Η επιλογή των Ελβετών μισθοφόρων φρουρών

Επί πολλούς αιώνες αργότερα, όλοι σχεδόν οι ευρωπαϊκοί στρατοί μιμούντο τις τακτικές και την εκπαίδευση των Ελβετών και πάσχιζαν να τους έχουν στο πλευρό τους ως πολύτιμους μισθοφόρους, σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη και η Ελβετική Ομοσπονδία να ανησυχήσει μήπως αυτοί οι σκληροτράχηλοι άνδρες χρησιμοποιηθούν κάποτε εναντίον της! Από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα μία σωματοφυλακή από Ελβετούς ισοδυναμούσε με τη σημερινή προστασία από ένα επίλεκτο σώμα ειδικών δυνάμεων όπως οι Βρετανοί SAS ή οι Αμερικανοί SEAL.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα φαίνεται παράξενο το ότι ο ο πάπας ασχολείτο με στρατιωτικά θέματα και οργάνωνε προσωπικούς στρατούς. Ομως η πραγματικότητα του 16oυ αιώνα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή της σύγχρονης εποχής και οι έννοιες της θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας ήταν συχνά αλληλένδετες και αδιαχώριστες. Η Καθολική Εκκλησία ήταν ένας ανεξάρτητος πρωταγωνιστής των πολιτικών πραγμάτων στη δυτική Ευρώπη και η δυνατότητά της να παρεμβαίνει εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο μπορούσε να υπερασπιστεί τη διοικητική έδρα της, που αποτελούσε και τον πυρήνα του κράτους της.

Συνεπώς η Ελβετική Φρουρά, όπως και τα υπόλοιπα στρατιωτικά σώματα τα οποία υπηρετούσαν τον πάπα, εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία του τελευταίου απέναντι στους ισχυρούς κοσμικούς του αντιπάλους. Δεν ήταν τυχαίο που οι Ελβετοί Φρουροί κέρδισαν σταδιακά τον τίτλο των Υπερασπιστών της Ελευθερίας της Εκκλησίας (Defensores ecclesiae libertatis).

Ο Ιούλιος Β’ είχε το ατυχές προνόμιο να βρεθεί στην κεφαλή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε μια από τις πλέον ταραγμένες περιόδους της Ιστορίας της. Είχε εκλεγεί για το αξίωμα του Ανώτατου Ποντίφηκα το 1503, σε ηλικία 60 ετών, όταν πλησίαζαν να συμπληρωθούν δύο περίπου αιώνες αναστάτωσης στους κόλπους του καθολικισμού, η οποία είχε ξεκινήσει τον 14ο αιώνα, όταν ο πάπας ήταν αυτοεξόριστος στην Αβινιόν υπό την προστασία του Γάλλου βασιλιά (μια περίοδος που η Καθολική Εκκλησία αποκαλεί «βαβυλώνια αιχμαλωσία»), και κατόπιν χειροτέρευσε με την ταυτόχρονη ανάδειξη δύο παπών το 1378.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οδήγησε τον οθωμανικό κίνδυνο ακόμη εγγύτερα στη δυτική Ευρώπη. Ωστόσο η Ρώμη εξακολουθούσε να απειλείται περισσότερο από τους χριστιανούς ηγεμόνες, οι οποίοι βρίσκονταν σε κατάσταση συνεχούς θανάσιμου ανταγωνισμού για την πρωτοκαθεδρία στη γηραιά ήπειρο.

Μέσα σε ένα τόσο ζοφερό διεθνές περιβάλλον ο Ιούλιος Β’ ήταν υποχρεωμένος να αναζητήσει κάποιο είδος στρατιωτικής προστασίας. Οι Ελβετοί ήταν η πρώτη επιλογή του επειδή, όπως σημείωνε εκείνη την περίοδο ο Μακιαβέλι, «υπερείχαν λόγω των αρχαίων θεσμών τους και της παντελούς έλλειψης ιππικού». Αναγκασμένοι να μάχονται πεζοί εναντίον υπέρτερων αντιπάλων, οι Ελβετοί είχαν εξελιχθεί σε εξαίρετους πολεμιστές και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν κατατροπώσει στρατούς εικοσαπλάσιους από τον δικό τους, σε τέτοιο σημείο ώστε να θεωρούνται οι «Νέοι Ρωμαίοι».

Από την εποχή που νίκησαν τον αυτοκρατορικό στρατό στο Μοργκάρτεν (1315) και στο Λάουπεν (1339), η φήμη τους εξαπλώθηκε τόσο πολύ ώστε έγιναν περιζήτητοι ως μισθοφόροι από όλα τα χριστιανικά βασίλεια. Στις αρχές του 16ου αιώνα τουλάχιστον 1.000.000 υπηρετούσαν σε ξένες Αυλές! Ακόμη και οι Γάλλοι, που δεν υστερούσαν σε όγκο στρατιωτικών δυνάμεων και εμπειρία, παραδέχονταν την ποιοτική ανωτερότητα των Ελβετών. Ο Πιέρ ντε Μπρατόμ έγραφε τον 16ο αιώνα: «Οταν έχουμε ένα ελβετικό τμήμα στις τάξεις μας, θεωρούμαστε ανίκητοι».

Οι Ελβετοί μάχονταν πεζοί, στοιχισμένοι σε πυκνές διατάξεις, φορώντας θωράκιση στο σώμα και κράνος και χειριζόμενοι με τα δύο χέρια είτε μια μακρά λόγχη είτε την αλεβάρδα, ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι το οποίο κατέληγε σε συνδυασμένη κεφαλή πελέκεως και δόρατος, το οποίο διέθετε επίσης έναν γάντζο με τον οποίο μπορούσε κάποιος να αρπάξει έναν ιππότη και να τον γκρεμίσει από το άλογό του.

Στις μάχες εκ του συστάδην οι Ελβετοί χρησιμοποιούσαν τα κοντά ξίφη Katzbalger (οι περίφημοι «γατογδάρτες»), που είχαν μήκος 75 ως 85 εκατοστών και ζύγιζαν από ένα ως δύο κιλά. Ο πάπας Ιούλιος Β’ είχε την ευκαιρία να θαυμάσει από κοντά τις μεγάλες μαχητικές ικανότητες των Ελβετών, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον Γάλλο βασιλιά Κάρολο Ζ’ τη Νάπολη, το 1491. Γνώριζε επίσης τον άνθρωπο που θα τον βοηθούσε να οργανώσει ένα μισθοφορικό τμήμα από αυτούς τους εξαίρετους πολεμιστές.

Ο κληρικός Πέτερ φον Χερτενστάιν είχε χρησιμοποιηθεί και παλαιότερα σε ειδικές αποστολές για λογαριασμό διαφόρων παπών, από την εποχή του Ιννοκέντιου Η’. Ο Ιούλιος τον κάλεσε στα τέλη του 1505 και αφού του εξήγησε τι ακριβώς επιθυμούσε, εκείνος ήλθε σε επαφή με τον Κάσπαρ φον Ζίλενεν, έναν μακρινό συγγενή του που φημιζόταν για τη στρατιωτική κατάρτιση και την ανδρεία του. Ο Ζίλενεν δέχθηκε να στρατολογήσει ένα τμήμα Ελβετών για λογαριασμό του πάπα και ο Ιούλιος με τη σειρά του τον όρισε πρώτο διοικητή αυτής της επίλεκτης σωματοφυλακής.

Η Ελβετική Δίαιτα (κοινοβούλιο) ενέκρινε επίσης το αίτημα του Βατικανού, αλλά περιόρισε τον αριθμό των ανδρών που θα μπορούσαν να στρατολογηθούν από 200 σε 150. Οι πολεμιστές αυτοί βάδισαν προς τη Ρώμη μέσα στον χειμώνα και έφθασαν στην Αγία Πόλη στις 22 Ιανουαρίου 1506, περνώντας από την Πόρτα ντελ Πόπολο. Στρατωνίστηκαν σε ειδικό καταυλισμό που είχε ετοιμάσει ο πάπας κοντά στην κατοικία του.

Για την κατάληψη της Μπολόνια, το ίδιο έτος, ο Ιούλιος χρησιμοποίησε άλλους 3.000 Ελβετούς μισθοφόρους, αλλά η ολιγάριθμη Παπική Ελβετική Φρουρά (ΠΕΦ – Pontificia Helvetiorum Cohors) αποτελούσε έκτοτε τον προσωπικό του στρατό, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα όταν ο πάπας αποφάσισε να εισέλθει στην εχθρικά διακείμενη πόλη της Περούτζια μόνο με τη Φρουρά του, προκαλώντας την ανησυχία των συμβούλων του οι οποίοι θεώρησαν αυτή την ενέργεια ως παρακινδυνευμένη.

Ο πάπας ικανοποιήθηκε από την απόδοση των Ελβετών μισθοφόρων και κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να πείσει τη Δίαιτα να του εγκρίνει τη στρατολόγηση ακόμη περισσότερων. Σημαντικό ρόλο διεδραμάτισε ο Ελβετός επίσκοπος Μάθιου Σίνερ, ένας ικανότατος και μορφωμένος άνθρωπος τον οποίο η Αγία Εδρα αξιοποίησε ως μεσολαβητή προς την Ελβετία. Ο Σίνερ προκάλεσε βαθιά εντύπωση στους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης με την οξυδέρκεια και τη ρητορική του δεινότητα και ο βασιλιάς Φραγκίσκος Α’ παραδέχθηκε κάποτε πως «η ευγλωττία του καρδινάλιου προκάλεσε μεγαλύτερη ανησυχία και κίνδυνο από όλες τις λόγχες των Ελβετών».

Χάρη στην παρέμβασή του οι Ελβετοί πείσθηκαν να επιτρέψουν στο Βατικανό να στρατολογήσει 6.000 πολεμιστές τους, υπό τον όρο ότι δεν θα τους χρησιμοποιούσε ποτέ εναντίον της πατρίδας τους!

Με αυτές τις πολύτιμες ενισχύσεις ο Ιούλιος Β’ αναδείχθηκε νικητής στην Παβία το 1512 και τον ίδιο χρόνο ανακήρυξε τους Ελβετούς «Υπερασπιστές της Ελευθερίας της Εκκλησίας». Απένειμε επίσης στην πιστή του Φρουρά δύο λάβαρα. Το ένα έφερε τα παπικά κλειδιά του Βατικανού και τον θυρεό των Παπικών Κρατών μαζί με την επιγραφή «Dominus mihi adiutor; non timebo quid faciat mihi homo» (Ο Κύριος είναι βοηθός μου – δεν θα φοβηθώ οτιδήποτε μπορεί να πράξει εναντίον μου άνθρωπος) και το άλλο έφερε τον θυρεό της οικογένειας του πάπα (ντέλα Ρόβερε). Επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή δόξας των Ελβετών μισθοφόρων. Ενας Βενετός ιστορικός έγραψε εκείνη την εποχή: «Οι Ελβετοί καθίστανται όλο και πιο επίφοβοι για πολλούς, όπως τα λιοντάρια ανάμεσα στους λύκους».

Όταν ο Ιούλιος απεβίωσε, τον Φεβρουάριο του 1513, η διαδοχή στον παπικό θρόνο έγινε αντικείμενο ανηλεούς ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες οικογένειες της Ιταλίας εκείνη την περίοδο, τους Μεδίκους και τους Κολόνα. Ο πάπας Λέων Ι’, που έλαβε τα ηνία της Καθολικής Εκκλησίας, ήταν το ακριβώς αντίθετο του προκατόχου του, φιλειρηνικός και πράος. Ομως δεν τόλμησε να στερηθεί τις υπηρεσίες της ΠΕΦ.

Τον χρόνο που ανέλαβε τα καθήκοντά του ως ποντίφηκας, οι Γάλλοι αισθάνθηκαν ότι τους δινόταν η ευκαιρία να επεκτείνουν τον έλεγχό τους στη βόρεια Ιταλία και κατέλαβαν το Μιλάνο, κάτι που συνιστούσε άκρως προκλητική ενέργεια για το Βατικανό. Ο πάπας ελίχθηκε απεγνωσμένα στο διπλωματικό πεδίο δοκιμάζοντας όλες τις πιθανές συμμαχίες που θα μπορούσαν να αναγκάσουν τους Γάλλους σε υποχώρηση, αλλά τελικά δέχθηκε την πρακτική βοήθεια μόνο των Ελβετών, οι οποίοι στάθηκαν δίπλα του κατά τη μάχη του Μαρινιάνο το 1515.

Η σύγκρουση εκείνη κατέληξε σε πρωτοφανή πανωλεθρία για τα ελβετικά όπλα, ίσως λόγω της προδοσίας εκ μέρους των Βενετών, με αποτέλεσμα να σφαγούν 12.000 άνδρες της παπικής πλευράς – οι περισσότεροι Ελβετοί. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ελβετικό στράτευμα υπέστη τόσο τρομακτική ήττα. Ο Γάλλος βασιλιάς έγραψε αργότερα στη μητέρα του εντυπωσιασμένος: «Επί 2.000 χρόνια κανένας δεν έχει δει μια τόσο σκληρή και σφοδρή μάχη». Η βαριά ήττα έπεισε τους Ελβετούς να αποτραβηχτούν στη χώρα τους και να μην πολεμήσουν ποτέ πάλι ως έθνος έξω από τα σύνορά της.

Η επική μάχη της 6ης Μαΐου 1527 και η λεηλασία της Ρώμης

Δεκάδες χιλιάδες Ελβετοί θα εξακολουθούσαν επί αιώνες να πολεμούν ως μισθοφόροι για λογαριασμό άλλων κρατών. Η επόμενη μάχη της ΠΕΦ διεξήχθη το 1517 στο Ρίμινι, όπου μαζί με τα άλλα παπικά στρατεύματα απώθησε τις δυνάμεις του δούκα του Ουρμπίνο έπειτα από σκληρή μάχη η οποία διήρκεσε τέσσερις ώρες. Εκεί, ωστόσο, έπεσε μαχόμενος ο διοικητής της ΠΕΦ, φον Ζίλενεν, και ανέκυψε για πρώτη φορά το ζήτημα της διαδοχής του.

Η εύρεση ενός κατάλληλου προσώπου δεν ήταν καθόλου εύκολη, αφού αυτό έπρεπε να συνδυάζει τις στρατιωτικές ικανότητες με την αριστοκρατική καταγωγή και το φημισμένο όνομα. Ετσι το Βατικανό κατέληξε στον Μάρκους Ρέιστ, ο οποίος είχε χρηματίσει δήμαρχος της Ζυρίχης το 1505 και είχε τραυματιστεί σοβαρά στο Μαρινιάνο.

Ο Ρέιστ όμως ήταν ήδη 62 ετών και παρόλο που δεν μπορούσε να αρνηθεί να υπηρετήσει την Αγία Εδρα, δεν επιθυμούσε να λείπει από την πατρίδα του για πολύ. Ετσι έπειτα από ένα διάστημα έξι ετών κατά το οποίο άσκησε τυπικά τα καθήκοντα του διοικητή της ΠΕΦ, προφασίστηκε σοβαρή ασθένεια και μεταβίβασε το αξίωμά του στον γιο του, Κάσπαρ.

Ο Κάσπαρ Ρέιστ αποδείχθηκε ικανότατος διοικητής και επέδειξε εξαιρετική δραστηριότητα στην αναδιοργάνωση της Ελβετικής Φρουράς και στην αποκατάσταση της πειθαρχίας στις τάξεις της, η οποία είχε χαλαρώσει ανησυχητικά. Στο μεταξύ τον πάπα Λέοντα Ι’ διαδέχθηκε το 1521 ο Αδριανός ΣΤ’, ολλανδικής καταγωγής, ο οποίος διέλυσε αρκετά από τα μισθοφορικά τμήματα που βρήκε και σίγουρα θα έπραττε το ίδιο με την ΠΕΦ αν δεν τον απέτρεπε σύσσωμο το συμβούλιο των καρδιναλίων, που τόνισε την πολύτιμη συμβολή της Φρουράς στη διατήρηση της ανεξαρτησίας και του κύρους του Βατικανού.

Η θητεία του Αδριανού στην κορυφαία θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έληξε με τον θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1523. Το ποίμνιό του είχε δυσαρεστηθεί από την ανικανότητά του να αντιδράσει απέναντι στις επιχειρήσεις των Τούρκων στο Βελιγράδι και στη Ρόδο, αλλά και στις αξιώσεις που ήγειρε ο νέος ηγεμόνας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Κάρολος Ε’. Ο πάπας Κλήμης Η’, ο οποίος διαδέχθηκε τον Αδριανό, προερχόταν από την οικογένεια των Μεδίκων. Παρά την πνευματικότητα και τη φιλομάθειά του αποδείχθηκε ανήμπορος να χειριστεί την ανελέητη πάλη εξουσίας των Ευρωπαίων ηγεμόνων στο πολιτικό πεδίο.

Η αυτοκρατορία που κυβερνούσε ο Κάρολος Ε’, ήταν η πρώτη από την εποχή του Καρλομάγνου που έθετε σοβαρή υποψηφιότητα για την ένωση ολόκληρης της Ευρώπης κάτω από το σκήπτρο της. Ο βασιλιάς είχε στον έλεγχό του την Ισπανία και την αυτοκρατορία των Αψβούργων, αλλά και την Ολλανδία, η οποία σε πλούτη μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την Ιταλία.

Οι στόχοι του Καρόλου από την εποχή που ανήλθε στον θρόνο ήταν τρεις: α) Να ανακόψει την προέλαση των Τούρκων προς την κεντρική Ευρώπη. β) Να σταματήσει την άνοδο της Γαλλίας, την οποία αντιλαμβανόταν ως μοναδικό αξιόλογο αντίπαλό του. γ) Να περιορίσει τον Λουθηρανισμό, ο οποίος πίστευε ότι θα του δημιουργούσε προβλήματα στη Γερμανία. Σχεδόν αμέσως ο Κάρολος στράφηκε κατά του πάπα Κλήμεντος, τόσο επειδή ο τελευταίος δεν εκινείτο για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους και τους αιρετικούς, όσο και διότι δεν δίστασε να συμμαχήσει με τη Γαλλία, τη Βενετία και το Μιλάνο προκειμένου να θέσει φραγμό στην κυριαρχία του.

Έπειτα από τη συντριπτική νίκη του σε βάρος των Γάλλων στην Παβία, το 1525, ο Κάρολος έκρινε πως οι περιστάσεις ήταν ώριμες για να υποτάξει τον πάπα. Ακολούθησαν δύο χρόνια έντονης διπλωματικής δραστηριότητας, κατά την οποία οι δύο πλευρές ελίσσονταν για να εξασφαλίσουν συμμάχους και πόρους για τη συντήρηση των δυνάμεών τους. Τα ταμεία του Βατικανού όμως ήταν άδεια και η ίδια η ΠΕΦ απλήρωτη επί μήνες, γεγονός που υποχρέωνε τους άνδρες της να αναζητούν συμπληρωματικές εργασίες κατά τον ελεύθερο χρόνο τους.

Ο ανταγωνισμός των Μεδίκων και των Κολόνα είχε φθάσει επίσης σε πολύ υψηλό επίπεδο, με βιαιοπραγίες σε βάρος των αμάχων, κάτι που ώθησε τη Ζυρίχη να απαιτήσει τον Ιανουάριο του 1527 την ανάκληση όλων των Ελβετών μισθοφόρων οι οποίοι βρίσκονταν στην υπηρεσία του πάπα. Προς τιμή τους οι Ελβετοί Φρουροί αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον ποντίφηκα σε μια τέτοια περίσταση και αποφάσισαν να τον υπερασπιστούν με κάθε κόστος.

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Κάρολος συνέχισε να προσεταιρίζεται τα Παπικά Κράτη και να προχωρεί απειλητικά προς Νότο, δείχνοντας ξεκάθαρα πως σκόπευε να καταλάβει την ίδια τη Ρώμη. Η Ελβετική Φρουρά ήταν η μόνη που μπορούσε πλέον να προβάλει κάποια αντίσταση. Ολοι γνώριζαν πως αυτό θα ήταν μάταιο απέναντι στην αριθμητική υπεροχή του εχθρού. Παρόλα αυτά κανένας Φρουρός δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Η μάχη που διεξήχθη από τα ξημερώματα της 6ης Μαϊου 1527 ήταν φονικότατη.

Οι αρχικές επιθέσεις των φανατισμένων αυτοκρατορικών στρατευμάτων, στα οποία οι διοικητές τους είχαν υποσχεθεί πλούσια λάφυρα από τη λεηλασία της Ρώμης, αποκρούστηκαν με βαριές απώλειες και χάθηκαν πέντε λάβαρα. Οι εισβολείς συνέχισαν να πραγματοποιούν εφόδους κατά κύματα, κυρίως στον τομέα του Σάντο Σπίριτο, όπου πίστευαν ότι βρισκόταν το αδύνατο σημείο της παπικής άμυνας.

Πάνω στη σύγχυση της μάχης ο διοικητής των αυτοκρατορικών τμημάτων, δούκας του Μπουρμπόν, σκοτώθηκε από βολή αρκεβουζίου καθώς προσπαθούσε να ανέβει στα τείχη με μία σκάλα και ο υποδιοικητής, Τζιάν ντ’ Ούρμπινα, τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο από τη λόγχη κάποιου Φρουρού.

Σύντομα η γραμμή των τειχών παραβιάστηκε και οι συμπλοκές συνεχίστηκαν κοντά στον ναό του Αγίου Πέτρου, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Βία ντέλε Φορνάτσι. Αρκετοί από τους Ιταλούς που μάχονταν μέχρι τότε λιποψύχησαν και τράπηκαν σε φυγή προσπαθώντας να σώσουν τις οικογένειές τους. Ομως η Ελβετική Φρουρά και ένας αριθμός πολιτοφυλάκων της Ρώμης παρέμειναν ακλόνητοι και έδωσαν την ύστατη μάχη τους από την Πόρτα ντέλε Φορνάτσι μέχρι το Κάμπο Σάντο, όπου και αποδεκατίστηκαν από τον πολυπληθέστερο εχθρό. Ο Ρέιστ τραυματίστηκε σοβαρά και οι σύντροφοί του τον μετέφεραν στην κατοικία του.

Έτσι βρισκόταν ανήμπορος στο κρεβάτι του λίγο αργότερα, όταν οι αυτοκρατορικοί στρατιώτες εισέβαλαν στο κτίριο και τον θανάτωσαν. Η σύζυγός του, που ήταν παρούσα στην αποτρόπαια σκηνή, προσπάθησε να τον καλύψει με το σώμα της για να τον σώσει, αλλά η λύσσα των Ισπανών ήταν τόσο μεγάλη ώστε της έκοψαν τρία δάκτυλα καθώς σκότωναν τον άνδρα της. Κατά τη μάχη έπεσαν μέχρις ενός οι 147 Ελβετοί Φρουροί οι οποίοι είχαν πολεμήσει μαζί με τον διοικητή τους, αφού όμως σκότωσαν περίπου 900 εισβολείς.

Την ώρα που διεξαγόταν ο απελπισμένος αγώνας στους δρόμους του Βατικανού, ο πάπας τελούσε Θεία Λειτουργία συνοδευόμενος από 42 Φρουρούς. Οι άνδρες αυτοί αντιλήφθηκαν τα όσα δραματικά συνέβαιναν λίγο μακρύτερα και έσπευσαν να φυγαδεύσουν τον ποντίφηκα, μέσω ενός μυστικού περάσματος, στον πύργο Καστέλ Σαντ Αντζελο, που ακόμη εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με τους ισχυρούς πέτρινους τοίχους του.

Από εκεί τα υπολείμματα της ΠΕΦ έβαλαν καταιγιστικά εναντίον των αυτοκρατορικών στρατευμάτων με πυροβόλα, αρκεβούζια και βαλλιστρίδες, προκαλώντας τους πολλές απώλειες και αποτρέποντας την είσοδό τους στο τελευταίο προπύργιο του Βατικανού.

Ένας από τους άνδρες που συμμετείχαν στις λυσσαλέες μάχες για τη σωτηρία του πάπα ήταν και ο περίφημος καλλιτέχνης Μπενβενούτο Τσελίνι, ο οποίος περιέγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του (με μεγάλη δόση υπερβολής) τον αποφασιστικό ρόλο που διεδραμάτισε στην απόκρουση του εχθρού. Γύρω από το Καστέλ Σαντ’ Αντζελο η Ρώμη είχε παραδοθεί στο μένος των ανδρών του αυτοκρατορικού στρατού, οι οποίοι προέβαιναν σε φρικτές πράξεις βίας κατά του άμαχου πληθυσμού και σε λεηλασίες, ίσως επειδή είχε χαλαρώσει η πειθαρχία τους λόγω των απωλειών των διοικητών τους.

Καρδινάλιοι και άλλοι ανώτατοι κληρικοί βασανίστηκαν και θανατώθηκαν πριν οι στρατιώτες συνειδητοποιήσουν ότι θα ήταν πιο επικερδές να τους ανταλλάξουν με λύτρα. Ολοι οι ασθενείς του νοσοκομείου Σάντο Σπίριτο θανατώθηκαν, όπως και τα παιδιά του ορφανοτροφείου Πιετά.

Οι ναοί του Βατικανού και της Ρώμης λεηλατήθηκαν άγρια. Ούτε οι ξένες πρεσβείες δεν γλίτωσαν από τη μανία των νικητών. Μοναχές και γυναίκες ευγενών οικογενειών βιάστηκαν και κατόπιν πωλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα, 500 άνδρες εκτελέστηκαν στην Αγία Τράπεζα του ναού του Αγίου Πέτρου, τάφοι συλήθηκαν, ιερά σκεύη πετάχτηκαν στον βούρκο και η Βασιλική του Αγίου Πέτρου και η Καπέλα Σιξτίνα μετατράπηκαν σε στάβλους. Λουθηρανοί στρατιώτες σκότωσαν έναν ηλικιωμένο ιερέα επειδή αρνήθηκε να μεταλάβει έναν γάιδαρο και οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχθηκαν σε όλη την πόλη υπερέβησαν ακόμη κι εκείνα που είχαν διαπράξει οι Τούρκοι σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η επιβίωση της Ελβετικής φρουράς

Η δραματική άλωση της Ρώμης από έναν χριστιανικό στρατό προκάλεσε σημαντική ηθική ζημιά και στον ίδιο τον αυτοκράτορα Κάρολο. Ο τελευταίος απέφυγε να θίξει τον πάπα αλλά τον κατέστησε κυριολεκτικά όμηρό του, κλεισμένο στο κάστρο Σαντ’ Αντζελο. Τον υποχρέωσε επίσης να διαλύσει την ΠΕΦ και να την αντικαταστήσει με μία σωματοφυλακή αποτελούμενη από Γερμανούς και Ισπανούς πολεμιστές. Ο πάπας αντέδρασε δραπετεύοντας από τη φυλακή του τον Δεκέμβριο του 1527 και αναζητώντας καταφύγιο σε άλλες ιταλικές πόλεις. Τελικά οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβασμό και ο Κλήμης έστεψε επίσημα τον Κάρολο στη Μπολόνια ως νέο Ρωμαίο αυτοκράτορα το 1530.

Στο μεταξύ η είδηση για τη θυσία της ΠΕΦ στη Ρώμη είχε συγκλονίσει την Ελβετία, όπου οι αντιδράσεις υπήρξαν ποικίλες. Η Ζυρίχη βρισκόταν ήδη υπό την επιρροή προτεσταντικών κινημάτων και στο εξής έπαψε να αποτελεί την κύρια περιοχή στρατολόγησης μισθοφόρων πιστών στον πάπα, παραχωρώντας τη θέση της στη Λουκέρνη, η οποία αποτελούσε το λίκνο του καθολικισμού στη χώρα.

Ο πάπας Παύλος Γ’, που διαδέχθηκε τον Κλήμεντα το 1534, έβλεπε με συμπάθεια την ιδέα ανασύστασης της ΠΕΦ, αλλά δεν τόλμησε να προχωρήσει σε πρακτικά βήματα από φόβο μήπως παρεξηγηθεί η στάση του από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εδωσε, όμως, το 1537 την άδεια στους καρδινάλιους Φιλονάρντι και Αρντιντζέλι να στρατολογήσουν 500 Ελβετούς μισθοφόρους για την άμυνα του Βατικανού απέναντι στους Τούρκους.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του Φιλονάρντι ο πάπας ανέθεσε στους ιππότες Τζιρόλαμο Φράνκο και Αμπερτ Ρόσιν να δημιουργήσουν μία νέα Φρουρά, με την πρόφαση ότι προοριζόταν για καθήκοντα επιτήρησης της τάξης στην Μπολόνια. Τον Ιανουάριο του 1542 150 επίλεκτοι Ελβετοί υπό τον Γιόστ φον Μπερόλντινγκεν, του καντονιού Ούρι, βάδισαν ως τη Μπολόνια και έξι χρόνια αργότερα ανέλαβαν και πάλι τυπικά τα καθήκοντά τους στη Ρώμη, ως η επίσημη Φρουρά του Βατικανού, με διοικητή τον 38χρονο Γιόστ φον Μέγκεν, ανιψιό του επιφανούς και έντονα θρησκευόμενου δήμαρχου της Λουκέρνης.

Ο Γιόστ φον Μέγκεν ήταν ένας ιδιαίτερα χαρισματικός άνδρας, ο οποίος είχε τεράστια μόρφωση, μιλούσε άπταιστα εννέα γλώσσες και είχε ταξιδέψει επί αρκετά χρόνια από τους Αγίους Τόπους μέχρι τη δυτική Ευρώπη. Αν και δεν είχε προηγούμενη στρατιωτική εμπειρία, αναδιοργάνωσε την ΠΕΦ, επέβαλε αυστηρή πειθαρχία στις τάξεις της και έθεσε πολύ αυστηρά κριτήρια κατάταξης για τους στρατιώτες της, υπηρετώντας συνολικά τέσσερις ποντίφηκες. Ηταν επίσης ο πρώτος διοικητής της ΠΕΦ που πέθανε στην κατοικία του από φυσικά αίτια και όχι από εχθρικό χέρι.

Μετέπειτα από μισό αιώνα εξαντλητικών μαχών και αναστάτωσης η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εισήλθε σε μια περίοδο σχετικής ηρεμίας, αν και δεν έλειψαν οι διεθνείς κρίσεις, όπως η μάχη των παπικών κατά των Ισπανών στο Παλιάνο (1557). Το Βατικανό κατέβαλε κατά το ίδιο διάστημα μεγάλες προσπάθειες να αυξήσει την επιρροή του στα ελβετικά καντόνια και να ανακόψει την πρόοδο του προτεσταντισμού, πράγμα που κατάφερε σε μεγάλο βαθμό. Ιδιαίτερα η σχέση συμφέροντος που αναπτύχθηκε μεταξύ της Αγίας Εδρας και του καντονιού της Λουκέρνης, συνετέλεσε ώστε όλοι οι διοικητές της ΠΕΦ κατά το διάστημα 1592 – 1878 να προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή της Ελβετίας.

Η σχέση Βατικανού – Ελβετίας δοκιμάστηκε σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη. Η σπουδαιότερη είναι εκείνη του 1564, οπότε ο πάπας Πίος Δ’ ζήτησε από τη Δίαιτα να εγκρίνει τη στρατολόγηση 6.000 μισθοφόρων για την προστασία των παπικών εδαφών από τους Ουγενότους στη Γαλλία, αλλά και από τους Τούρκους. Οι Ελβετοί καθυστέρησαν να ικανοποιήσουν το αίτημα, ζητώντας από το Βατικανό να ρυθμίσει τις παλαιότερες οφειλές του προς τους μισθοφόρους.

Σε ένδειξη καλής θέλησης απαίτησαν να καταβληθεί ένα μεγάλο ποσό σε ίδρυμα εκτός των ορίων των Παπικών Κρατών. Την εποχή που διεξάγονταν οι σκληρές διαπραγματεύσεις, πέθανε ο διοικητής της ΠΕΦ, Κάσπαρ Λέο φον Ζίλενεν, και ο Πίος Δ’, για να πιέσει από τη δική του πλευρά, ανακοίνωσε ότι σκόπευε να ορίσει ως νέο διοικητή έναν Ιταλό, τον Γκαμπριέλε Σερμπελόνι.

Οι Ελβετοί διαμαρτυρήθηκαν έντονα και οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμβιβασμό: τα οφειλόμενα χρήματα κατατέθηκαν σε τράπεζα του Μιλάνου και η Αγία Εδρα συμφώνησε να θέσει στο εξής ως απαράβατο όρο κατάταξης στην ΠΕΦ την ελβετική καταγωγή. Η επίτευξη συμφωνίας με τους Ελβετούς σημειώθηκε την κατάλληλη στιγμή προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη επιθετικότητα των Οθωμανών στη Μεσόγειο.

Ο πάπας Πίος Ε’ κατόρθωσε να συγκροτήσει μια ισχυρή συμμαχία χριστιανικών κρατών για την απόκρουση των Τούρκων. Μέρος των Ελβετών Φρουρών συμμετείχε στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), όπου είχε έναν νεκρό και μερικούς ελαφρά τραυματίες αλλά σημείωσε ανδραγαθήματα, όπως ήταν η κυρίευση δύο τουρκικών σημαιών από τον Φρουρό Χανς Νέλι, ο οποίος τις έστειλε στη Λουκέρνη και έλαβε ως αντάλλαγμα μεγάλη χρηματική αμοιβή και τον τίτλο του επίτιμου δημότη της πόλης.

Η νίκη επί των Τούρκων σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου δύο αιώνων κατά την οποία η ΠΕΦ δεν έζησε άλλα συνταρακτικά γεγονότα (εν μέρει επειδή τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των θρησκευτικών πολέμων έπεισαν τους Ευρωπαίους ηγεμόνες να συνάψουν την Ειρήνη της Βεστφαλίας, το 1648, με την οποία το κράτος απέκτησε για πρώτη φορά σαφή υπεροχή έναντι της θρησκείας). Στο εξής ο ρόλος του πάπα έγινε λιγότερο κοσμικός και η επιρροή του στα πολιτικά πράγματα άρχισε να φθίνει.

Η δυναστεία των Αλτισχόφεν

Η διαδοχή διοικητών της ΠΕΦ γνώρισε τις δικές της διακυμάνσεις. Τον Γιόστ Ζέγκεσερ φον Μπρούνεγκ διαδέχθηκε το 1592 ο γιος του, Στέφαν Αλεξάντερ, ο οποίος κατέχει μέχρι σήμερα το ρεκόρ μακροβιότερης θητείας στην κεφαλή της Ελβετικής Φρουράς (37 χρόνια!). Επειτα από 23χρονη θητεία των ευγενών Νικόλαους και Γιόστ Φλεκενστάιν, ακολούθησε εκείνο που στην Ιστορία της ΠΕΦ αποκαλείται «Η Δυναστεία των Αλτισχόφεν», η οποία έμελλε να καλύψει περισσότερους από τρεις αιώνες!

Πρώτος κρίκος αυτής της εντυπωσιακής αλυσίδας διαδόχων ήταν ο Γιόχαν Ρούντολφ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν. Ανέλαβε τα ηνία της ΠΕΦ σε μια εποχή έντονων αλλαγών, κατά την οποία η Φρουρά έχανε πλέον τον ρόλο της ως στρατιωτική μονάδα και περιοριζόταν όλο και περισσότερο σε αμιγώς τελετουργικά καθήκοντα.

Το Βατικανό αποφάσισε να περικόψει τον αριθμό των Ελβετών Φρουρών από 200 σε 120 και η πειθαρχία άρχισε να χαλαρώνει, λόγω έλλειψης πολεμικών περιπετειών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν βαλβίδες ανακούφισης της πίεσης. Κατά παράδοση τα μέλη της ΠΕΦ ήταν τα μόνα που εξαιρούντο στη Ρώμη από την καταβολή φόρων για την αγορά κρασιού και τα περιστατικά σύγκρουσης μεθυσμένων Φρουρών με αστυνομικούς άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Υπήρχε σαφής ανάγκη αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού της Φρουράς.

Ο πρώτος που αντιμετώπισε σοβαρά αυτό το ζήτημα ήταν ο Γιόχαν Κόνραντ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, ο οποίος ανέλαβε διοικητής της ΠΕΦ το 1712, αφού η θέση είχε μείνει κενή επί οκτώ χρόνια! Επέμεινε να διαβάζονται επανειλημμένα στους Φρουρούς τα καθήκοντά τους και η τήρησή τους να γίνεται με θρησκευτική ευλάβεια. Ο διάδοχός του, Φραντς Λούντβιχ, προχώρησε σε μια πιο βαθιά εξυγιαντική τομή, απομακρύνοντας από τα καταλύματα της ΠΕΦ όλους τους συγγενείς των ανδρών, οι οποίοι με τα χρόνια είχαν αυξηθεί σε τέτοιο σημείο ώστε να καθίσταται δυσχερής η τέλεση των καθηκόντων της Φρουράς! Ο ίδιος καθιέρωσε επίσης τον κανόνα που ισχύει μέχρι σήμερα και ο οποίος απαιτεί από τον Φρουρό να είναι άγαμος μέχρι την ημέρα που θα λάβει βαθμό αξιωματικού.

Την ίδια εποχή στον παπικό θρόνο βρέθηκαν άνθρωποι οι οποίοι διακρίνονταν από αξιόλογη μόρφωση, τιμιότητα και βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα (όπως ο Βενέδικτος ΙΔ’, ο Κλήμης ΙΓ’ και ο Κλήμης ΙΔ’), όμως δεν ήταν σε θέση να αντιδράσουν στα ανατρεπτικά επαναστατικά ρεύματα που άρχισαν να εμφανίζονται από τα μέσα του 18oυ αιώνα στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία. Η καταιγίδα ξέσπασε τελικά κατά τη διάρκεια της θητείας του Πίου ΣΤ’ στο πηδάλιο της Καθολικής Εκκλησίας.

Η έλλειψη διπλωματικότητας εκ μέρους αυτού του ποντίφηκα, έφερε σε δύσκολη θέση την καθολική κοινότητα της Γαλλίας και προκάλεσε την αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της Επανάστασης, η οποία κορυφώθηκε με την εκστρατεία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στη βόρεια Ιταλία το 1796. Αν και ο Βοναπάρτης είχε εντολή από το Διευθυντήριο να φθάσει μέχρι τη Ρώμη, και αν χρειαζόταν, να ανατρέψει τον πάπα, εκείνος, αφού συνέτριψε τους Αυστριακούς στην κοιλάδα του Πάδου, προτίμησε να έλθει σε συνεννόηση με τα Παπικά Κράτη και να διορίσει πρεσβευτή της Γαλλίας στο Βατικανό τον ίδιο τον αδελφό του, Ιωσήφ.

Πολύ σύντομα οι Γάλλοι έδειξαν τις πραγματικές τους προθέσεις και ενθάρρυναν στη Ρώμη τις διαδηλώσεις πολιτών με φιλοεπαναστατικά αισθήματα, με πρόφαση την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα. Τα παπικά στρατεύματα αντέδρασαν ανοίγοντας πυρ κατά του πλήθους και σκοτώνοντας δύο διαδηλωτές. Οταν αντιπροσωπεία των επαναστατών επισκέφθηκε τον Ιωσήφ στις 28 Δεκεμβρίου 1797, οι Ελβετοί Φρουροί σκότωσαν έναν Γάλλο αξιωματικό ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος κρατώντας ξίφος. Το Διευθυντήριο είχε πλέον το κατάλληλο πρόσχημα για να επιχειρήσει την κατάληψη της πόλης, κάτι που επιτεύχθηκε αναίμακτα στις 13 Φεβρουαρίου 1798.

Ο νέος φρούραρχος της πόλης, στρατηγός Λουί- Αλεξάντρ Μπερτιέ, κατέλαβε το Καστέλ Σαντ’ Αντζελο, αφόπλισε τις παπικές δυνάμεις και συνέλαβε τους διοικητές τους. Στις 15 Φεβρουαρίου ο πάπας ενημερώθηκε ότι δεν ήταν πλέον κυβερνήτης της πόλης και ανακηρύχθηκε επίσημα η Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Την επομένη Γάλλοι στρατιώτες αντικατέστησαν την ΠΕΦ στον ρόλο της προσωπικής φρουράς του πάπα και η γαλλική σημαία κυμάτισε πάνω από την Αγία Εδρα. Ο 82χρονος ποντίφηκας υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την πόλη και να εξοριστεί στη Γαλλία. Μεταξύ των 19 προσώπων που επετράπη να τον συνοδεύσουν ήταν και ο διοικητής της ΠΕΦ, Φραντς Αλόις Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν.

Ο Ελβετός διοικητής ανέφερε όλα τα γεγονότα στην κυβέρνησή του, στη Λουκέρνη. Την ίδια εποχή η Ελβετία βρισκόταν σε παρόμοια αναταραχή, με τους επαναστάτες να αποσπούν τον έλεγχο σε διάφορα καντόνια και αργότερα στην ίδια τη Βέρνη, όπου κήρυξαν την ίδρυση της Ελβετικής Δημοκρατίας. Το γαλλικό επαναστατικό κύμα όμως είχε εξαπλωθεί πολύ και άρχισε να χάνει την ορμή του. Ο πάπας Πίος ΣΤ’ πέθανε εξόριστος στη Βαλένς.

Οι Αυστριακοί επανέκτησαν σχετικά σύντομα τον έλεγχο της βόρειας Ιταλίας και τον Νοέμβριο του 1799 οργάνωσαν ένα κονκλάβιο καρδιναλίων στη Βενετία, το οποίο ανακήρυξε ως νέο πάπα τον Πίο Ζ’, που εισήλθε θριαμβευτικά στη Ρώμη στις 3 Ιουλίου 1800. Λίγο νωρίτερα ο Ναπολέων είχε κερδίσει μια νέα μεγάλη νίκη σε βάρος των Αυστριακών στο Μαρέγκο, αλλά αρκέστηκε στη σύναψη μιας συμφωνίας (Κονκορδάτο) με τον πάπα, επιτρέποντάς του να διατηρήσει μια σχετική αυτονομία και αρκετά από τα εδάφη των Παπικών Κρατών.

Έχοντας απομακρύνει τον εξωτερικό κίνδυνο και επιθυμώντας να κατοχυρώσει συμβολικά την ανεξαρτησία του, ο Πίος Ζ’ ζήτησε από την οικογένεια Αμ Ριν της Λουκέρνης να τον βοηθήσει να ανασυστήσει το ταχύτερο την ΠΕΦ. Εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα. Η δεύτερη αναγέννηση της ΠΕΦ βοηθήθηκε επίσης από το γεγονός ότι 36 πρώην Φρουροί και πέντε αξιωματικοί είχαν παραμείνει στη Ρώμη κατά τη διάρκεια της ταραγμένης διετίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πυρήνας της νέας Φρουράς.

Ο Καρλ Λέοντεγκαρ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν ορίστηκε νέος διοικητής και σύντομα πέτυχε να διπλασιάσει τον αριθμό των ανδρών του. Ηταν φανερό όμως πως η ΠΕΦ δεν συνιστούσε σοβαρό εμπόδιο για τους Γάλλους, σε περίπτωση που αυτοί επεδίωκαν πάλι να επιβάλουν το καθεστώς της αρεσκείας τους στη Ρώμη. Η ώρα αυτή ήλθε το 1809, όταν ο Ναπολέων αποφάσισε να ενσωματώσει την Ιταλία στη Γαλλική Αυτοκρατορία και να κηρύξει τη Ρώμη «ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη», θέτοντας τον πάπα υπό την άμεση εξουσία του.

Τα γαλλικά στρατεύματα εισέβαλαν για μια ακόμη φορά στα παπικά εδάφη και όταν έφθασαν στα διαμερίσματα του πάπα στο Κυρινάλιο, εκείνος διέταξε τους Φρουρούς του να αποφύγουν την αιματοχυσία και να καταθέσουν τα όπλα. Με τον τρόπο αυτό ο πάπας βάδισε και πάλι στην εξορία και η ΠΕΦ διαλύθηκε.

Οι τύχες του Ναπολέοντα, όμως, άρχισαν να ακολουθούν την κατιούσα μετά την εισβολή του στην Ισπανία και την ολέθρια εκστρατεία στη Ρωσία. Οταν τον Απρίλιο του 1814 υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο του και να αυτοεξοριστεί στη νήσο Ελβα, ο πάπας βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στη Ρώμη και να ανασυστήσει την ΠΕΦ, υπό τον διοικητή που είχε πριν διαλυθεί, πέντε χρόνια πρωτύτερα.

Ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας έδειξε μεγάλη γενναιοψυχία απέναντι στην οικογένεια του Ναπολέοντα, παρέχοντας άσυλο σε αρκετά μέλη της που κινδύνευαν να υποστούν τις συνέπειες της πτώσης του προστάτη τους. Η μητέρα του Ναπολέοντα, Λετίσια, οι αδελφοί του Λουκιανός και Ιωσήφ, η αδελφή του Ελσα και πολλοί αξιωματικοί του Γαλλικού Στρατού, βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στο Βατικανό μετά την κατάρρευση της εφήμερης αυτοκρατορίας του Βοναπάρτη.

Η ενοποίηση της Ιταλίας και η φυλάκιση του Πάπα στο Βατικανό

Η επόμενη δύσκολη στιγμή της ΠΕΦ ήλθε την εποχή που ολόκληρη η Ευρώπη συνταρασσόταν από ένα νέο κύμα επαναστατικού πυρετού. Στις 15 Νοεμβρίου 1848 άνδρες ενός ιταλικού τιμητικού αγήματος δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον κόμη Πελεγκρίνο Ρόσι, ο οποίος είχε μόλις αναλάβει καθήκοντα ως πρωθυπουργός των Παπικών Κρατών. Η δολοφονία αυτή είχε για την Ιταλία τις ίδιες σχεδόν επιπτώσεις με τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.

Την επομένη ένα οργισμένο πλήθος πολιόρκησε το Κυρινάλιο, που αποτελούσε εκείνη την εποχή μία από τις θερινές κατοικίες του ποντίφηκα. Ο τρόμος ο οποίος είχε απλωθεί στη Ρώμη ήταν τόσο μεγάλος, ώστε μόνο δύο καρδινάλιοι τόλμησαν να μείνουν στο πλευρό του πάπα Πίου Θ’ και κάθε προσπάθεια να ηρεμήσει το πλήθος γινόταν δεκτή με καταιγισμό πυροβολισμών. Ο γραμματέας του ποντίφηκα, επίσκοπος Πάλμα, σκοτώθηκε από βολίδα τυφεκίου όταν τόλμησε να κοιτάξει έξω από ένα παράθυρο. Ο ίδιος ο πάπας κινδύνευσε σοβαρά. Προστατευόταν μόνο από 70 Ελβετούς Φρουρούς υπό τον διοικητή τους, ενώ άλλοι 50 είχαν παραμείνει στο Βατικανό.

Οι Φρουροί απέκρουσαν αρκετές απόπειρες των διαδηλωτών να εισέλθουν διά της βίας στο ανάκτορο και, όταν τελικά τα πράγματα έγιναν κρίσιμα, πυροβόλησαν πάνω από τα κεφάλια του πλήθους τρέποντάς το σε άτακτη φυγή.

Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή της εξέγερσης. Το παράδοξο είναι ότι εκδηλώθηκε κατά την περίοδο της θητείας του πάπα Πίου Θ’, ο οποίος ήταν πολύ πιο προοδευτικός και ανεκτικός από τον αυστηρό προκάτοχό του, Γρηγόριο ΙΣΤ’. Οταν το πλήθος διαλύθηκε από τα πυρά της ΠΕΦ, διαδόθηκε η φήμη πως οι Ελβετοί είχαν ανοίξει πυρ εν ψυχρώ και είχαν δολοφονήσει αδίστακτα Ιταλούς. Ετσι όλες οι γειτονιές της Ρώμης συγκλονίστηκαν από τις ιαχές «Κάτω ο πάπας! Θάνατος στους Ελβετούς!». Οι διαδηλωτές που απαιτούσαν άμεσο εκδημοκρατισμό της χώρας, πέτυχαν να συλλάβουν τον διοικητή της ΠΕΦ, Φραντς Ξάβερ Λέοπολντ Μάγιερ φον Σάουενζεε.

Όταν του έθεσαν το απλό ερώτημα «Με ποιον είσαι; Με τον λαό ή τον πάπα;», εκείνος απάντησε: «Είμαι με το καθήκον». Η απάντηση μπορεί να ήταν αντάξια ενός ευγενούς και τίμιου στρατιώτη αλλά εξόργισε το πλήθος, το οποίο έδεσε τον Μάγιερ μπροστά στην κάννη ενός πυροβόλου και ετοιμάστηκε να το πυροδοτήσει.

Εκείνος δεν έχασε την ψυχραιμία του και φώναξε: «Γνωρίζω αυτό το πυροβόλο, είναι το Σαν Πιέτρο. Οταν θα ρίξει, η Ιστορία θα καταγράψει ότι στις 16 Νοεμβρίου 1848 οι Ρωμαίοι σκότωσαν έναν γενναίο αξιωματικό ο οποίος μαζί με 25 συντρόφους του κυρίευσε αυτό το πυροβόλο από τους Αυστριακούς στη Βιτσέντσα». Τα λεγόμενά του ήταν αληθή.

Ο Μάγιερ είχε διακριθεί στη Βιτσέντσα και είχε τιμηθεί από τον πάπα με το παράσημο της Τάξης του Αγίου Γρηγορίου για την ανδρεία του, ενώ 400 Ελβετοί είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης. Ακούγοντας αυτά τα λόγια οι διαδηλωτές βρέθηκαν σε δίλημμα: επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την κοσμική εξουσία του πάπα, από την άλλη πλευρά όμως μισούσαν περισσότερο τους Αυστριακούς και δεν θεωρούσαν σωστό να θανατωθεί ένας ήρωας πολέμου. Ετσι αποφάσισαν να τον κρατήσουν αιχμάλωτο μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Υπό την πίεση των μαζικών διαδηλώσεων ο πάπας Πίος Θ’ αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει αρκετές παραχωρήσεις στον λαό και υπέκυψε στο αίτημα να διαλυθεί η ΠΕΦ, επειδή οι πολίτες της Ρώμης δεν μπορούσαν να ανεχθούν να σκοτώνονται από ξένους μισθοφόρους. Οι Ελβετοί Φρουροί αντικαταστάθηκαν από τους Πολιτοφύλακες της Ρώμης. Ο πάπας τέθηκε ουσιαστικά σε κατ’ οίκον περιορισμό. Σύντομα όμως κατάφερε να δραπετεύσει εισερχόμενος κρυφά στην άμαξα του Βαυαρού πρέσβυ και μετέβη στην παραθαλάσσια πόλη Γκαέτα, η οποία βρίσκεται νότια της Ρώμης και τότε αποτελούσε τμήμα των εδαφών του Βασιλείου των Δύο Σικελιών.

Εκεί συναντήθηκε μαζί του ο Μάγιερ, τον Ιανουάριο του 1849, και ανέλαβε την αποστολή να περιδιαβεί την Ιταλία καλώντας σε βοήθεια διάφορα ελβετικά σώματα, ώστε να επανέλθει ο πάπας στο Βατικανό. Η αποστολή του απέτυχε πλήρως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του. Τελικά η βοήθεια προς τον πάπα ήλθε από τα γαλλικά στρατεύματα του στρατηγού Σαρλ Ουντινό, τα οποία κατατρόπωσαν εκείνα των Γαριβαλδινών και εισήλθαν στη Ρώμη στις 3 Ιουλίου 1849.

Ο Μάγιερ έφθασε στην Αιώνια Πόλη δύο ημέρες αργότερα και αμέσως εργάστηκε δραστήρια για την ανασύσταση της ΠΕΦ. Την ίδια εποχή το καντόνι της Λουκέρνης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ανακαλούσε όλους τους Ελβετούς μισθοφόρους που υπηρετούσαν τότε στην Ευρώπη. Ογδόντα έξι άνδρες της ΠΕΦ συνέταξαν κοινή επιστολή με την οποία ζητούσαν από την κυβέρνησή τους να εξαιρέσει την υπηρεσία στην προστασία του πάπα και να μη τη συγχέει με τα υπόλοιπα μισθοφορικά καθήκοντα.

Η Λουκέρνη ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα και τους επέτρεψε να συνεχίσουν την υπηρεσία τους. Ο πάπας, ευγνώμων για τις υπηρεσίες που του προσέφερε η πιστή του Ελβετική Φρουρά, αντάμειψε τον Μάγιερ με τον τίτλο του ιππότη και κάθε μέλος της Φρουράς με ένα ειδικό «μετάλλιο πίστης», καθώς και γενναία αύξηση του μισθού.

Επρόκειτο για έναν προσωρινό θρίαμβο του κοσμικού παπικού κράτους. Από το 1860 ως το 1870 η ως τότε χωρισμένη Ιταλία άρχισε να ενώνεται υπό το σκήπτρο του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ, του οίκου της Σαβοϊας, και η διαδικασία αυτή σήμανε την αρχή του τέλους για την κοσμική εξουσία του ποντίφηκα. Ιταλοί μοναρχικοί, με τη βοήθεια των Γάλλων, υποχρέωσαν με αρκετούς αγώνες τους Αυστριακούς να αποσυρθούν από τη Λομβαρδία, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την ενοποίηση της Ιταλίας.

Οι Γαριβαλδινοί από τον νότο και οι μοναρχικοί από τον βορρά απελευθέρωσαν τη χώρα από τον εχθρικό ζυγό. Ωστόσο η Ρώμη εξακολούθησε να κατέχεται από γαλλικά στρατεύματα και ο πάπας να είναι ουσιαστικά φυλακισμένος στη μικρή περιοχή που αποτελεί σήμερα το Βατικανό. Η ΠΕΦ, υπό την ηγεσία του Λέοπολντ φον Ζόνενμπεργκ, ανέλαβε εκείνο το διάστημα ευρύτερα αστυνομικά καθήκοντα, φέροντας βαρύτερο οπλισμό και αφήνοντας κατά μέρος τις παραδοσιακές αλεβάρδες.

Μία ομάδα αξιωματικών της τραυματίστηκε το 1867 από βόμβα που έριξαν εναντίον της άγνωστοι στην Πιάτσα Κολόνα και στις 4 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου η ΠΕΦ συμμετείχε στο πλευρό των Γάλλων σε μια μάχη κατά των Γαριβαλδινών, κατά την οποία σκοτώθηκαν 1.400 από τους τελευταίους.

Ο πάπας παρασημοφόρησε ολόκληρη τη Φρουρά για την ανδρεία της. Παράλληλα φρόντισε να αντιδράσει και με πιο έμμεσο τρόπο: συγκάλεσε μία οικουμενική σύνοδο καθολικών επισκόπων, η οποία τον Ιούλιο του 1870 υπερψήφισε την περίφημη απόφαση για το «αλάθητο» του πάπα. Το 1871 το Ιταλικό Κοινοβούλιο ψήφισε ειδικά προνόμια για το Βατικανό, αλλά ο πάπας αρνήθηκε να δεχθεί τη νομιμότητά τους.

Ο ταραγμένος 20ος αιώνας

Τον Ζόνενμπεργκ διαδέχθκε στην ηγεσία της ΠΕΦ ο Λούις Μάρτιν ντε Κουρτέν, ένας ήρωας της μάχης της Βιτσέντσα, ο οποίος εξόπλισε τους Φρουρούς με τυφέκια Remington και βελτίωσε σημαντικά τις συνθήκες διαβίωσής τους, δημιουργώντας, μεταξύ άλλων, μία μουσική μπάντα και μία βιβλιοθήκη για να αξιοποιούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Ο ντε Κουρτέν ήταν ο πρώτος διοικητής μετά το 1548 που δεν προερχόταν από το καντόνι της Λουκέρνης και εκείνος ο οποίος οδήγησε την ΠΕΦ στον 20ό αιώνα.

Όταν η υγεία του κλονίστηκε, το 1901, παραιτήθηκε από το αξίωμά του και αποσύρθηκε στο Νανσύ, όπου απεβίωσε το 1939 σε ηλικία 104 ετών! Η ΠΕΦ συνέχισε να επιτελεί τα καθήκοντά της σε σχετική ηρεμία, μέχρι την ανάληψη της διοίκησής της από τον Γιούλς Ρέποντ, το 1910. Ο αξιωματικός αυτός ήταν ένας έμπειρος στρατιωτικός, που πίστευε ακράδαντα ότι η Ευρώπη εισερχόταν σε πολεμική δίνη και ότι η ΠΕΦ έπρεπε να είναι πανέτοιμη να ανταποκριθεί σε νέες απαιτήσεις.

Η εκπαίδευση των Φρουρών στα όπλα αναβαθμίστηκε και έγινε τόσο εντατική, ώστε άρχισαν να εκδηλώνονται παράπονα σε βάρος του Ρέποντ, που κατηγορείτο ότι είχε μετατρέψει το Βατικανό σε πεδίο ασκήσεων.

Η κατάσταση έφθασε σε σημείο «βρασμού’ τον Ιούλιο του 1912, όταν ο Ρέποντ επέβαλε στην ΠΕΦ κοπιώδεις ασκήσεις λογχομαχίας, βολές τυφεκίων και αναρριχήσεις στις στέγες των κτιρίων, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της για πραγματικές επιχειρήσεις εναντίον πιθανών εισβολέων. Μερικοί από τους Φρουρούς αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις υπηρεσίες τους και τιμωρήθηκαν με ποινή φυλάκισης δύο μηνών.

Η ένταση ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο οπλισμός της ΠΕΦ κλειδωνόταν για λόγους ασφαλείας και ο Ρέποντ οπλοφορούσε συνεχώς. Κάτω από αυτή την πρωτοφανή πίεση η ΠΕΦ στασίασε και μία επιτροπή της επέδωσε στον καρδινάλιο Μέρι ντελ Βαλ ένα έγγραφο με έξι αιτήματα:

  1. Να καθαιρεθεί ο Ρέποντ
  2. Να αυξηθεί ο αριθμός του προσωπικού από 80 σε 100 για να ρυθμίζονται ευκολότερα οι υπηρεσίες.
  3. Οι αξιωματικοί να εκλέγονται από τους Φρουρούς.
  4. Να αρθούν οι περιορισμοί για την επίσκεψη των Φρουρών σε καταστήματα και οινοπωλεία.
  5. Να γίνει άμεση διακοπή της εξαντλητικής στρατιωτικής εκπαίδευσης και επιστροφή στα παραδοσιακά καθήκοντα.
  6. Να μη τιμωρηθεί κανένας από εκείνους που στασίασαν. Ο ντελ Βαλ φυσικά δεν μπορούσε να αποδεχθεί όλα αυτά τα αιτήματα, αλλά κατάφερε να πείσει τον πάπα Πίο Ι’ να μην προχωρήσει στην απόφαση του για την κατάργηση της ΠΕΦ.

Εκείνο το διάστημα έγινε επίσης η σκέψη να αλλάξει ο τρόπος στρατολόγησης και να επιτρέπεται πλέον η είσοδος, στη Φρουρά, καθολικών ανεξαρτήτως εθνικότητας. Επειτα από ωριμότερη σκέψη η Αγία Εδρα έκρινε πως οι σχέσεις της με την Ελβετία ήταν πολύ στενές και σημαντικές για να τις διαταράξει με την κατάργηση ενός τόσο μακρόχρονου παραδοσιακού θεσμού.

Η ανταρσία της ΠΕΦ αντιμετωπίστηκε με ηπιότερα μέσα, αλλά ο Ρέποντ συνέχισε να διατηρεί καθεστώς αυστηρής πειθαρχίας. Οταν εξερράγη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ελβετία ανακάλεσε 50 Φρουρούς για υπηρεσία στον εθνικό στρατό. Το γεγονός αυτό ώθησε την υπόλοιπη Φρουρά να εκτελεί με μεγάλο κόπο τις προγραμματισμένες υπηρεσίες της. Η ΠΕΦ ήταν πλέον εξοπλισμένη με τυφέκια Mauser και έφερε νέες, σύγχρονες στολές.

Το 1927 απέκτησε το δικό της μνημείο στον χώρο του Βατικανού, όταν ο πάπας Πίος Ι’ έδωσε εντολή για την ανέγερση μία στήλης που θα τιμούσε τη θυσία των 147 Ελβετών Φρουρών πριν από 400 χρόνια. Το 1929 η κατάσταση βελτιώθηκε για τη Φρουρά, με την υπογραφή της Συνθήκης του Λατερανού. Τότε ρυθμίστηκαν επακριβώς οι σχέσεις του ιταλικού κράτους με την Αγία Εδρα, οι οποίες εξακολουθούν να παραμένουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα. Οι πόρτες των Λεοντείων Τειχών άνοιξαν και οι Ελβετοί Φρουροί άρχισαν να έρχονται σε μεγαλύτερη επαφή με το κοινό και να καταλαμβάνουν δεσπόζουσα θέση κατά τις επισκέψεις επισήμων προσώπων.

Η επόμενη κρίση που κλήθηκε να διαχειριστεί η ΠΕΦ συνέβη το 1943, όταν η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Σικελία και στην ηπειρωτική Ιταλία προκάλεσε την ταχεία κατάρρευση του καθεστώτος του Μουσολίνι. Μπροστά στον κίνδυνο να προχωρήσει η Ιταλία σε υπογραφή ανακωχής με τους Συμμάχους, ο Χίτλερ κινήθηκε αστραπιαία και έστειλε τις στρατιωτικές του δυνάμεις να καταλάβουν την Ιταλική χερσόνησο, αφοπλίζοντας τα ιταλικά στρατεύματα.

Οι Γερμανοί εμφανίστηκαν στη Ρώμη στις 11 Σεπτεμβρίου 1943 και αμέσως έθεσαν υπό τον έλεγχό τους όλα τα στρατηγικά σημεία της ιταλικής πρωτεύουσας. Φυσικά οι Ελβετοί Φρουροί δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αντισταθούν για πολύ απέναντι στις ισχυρότατες γερμανικές δυνάμεις. Απλώς η διαρκής παρουσία τους καθιστούσε σαφή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας ακόμη και κατά τον 20ό αιώνα.

Όταν ο πάπας Πίος ΙΒ’ διέταξε την ΠΕΦ να μην προβάλει αντίσταση σε περίπτωση γερμανικής εισβολής στο Βατικανό, ο διοικητής της Φρουράς, Χάινριχ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, αισθάνθηκε πως κάτι τέτοιο ερχόταν σε τόσο μεγάλη αντίθεση με τις παραδόσεις της μονάδας ώστε απαίτησε να λάβει γραπτή διαταγή!

Παρά τον φόβο που υπήρχε στην Αγία Εδρα για το ενδεχόμενο βίαιης γερμανικής ενέργειας σε βάρος της (μερικές πηγές αναφέρουν ότι ο Χίτλερ είχε διατάξει τον στρατηγό των SS Καρλ Βολφ να καταστρώσει σχέδιο απαγωγής του πάπα!), οι Γερμανοί στρατιώτες που περιπολούσαν κοντά στα Λεόντεια Τείχη σεβάστηκαν απόλυτα την κυριαρχία του μικροσκοπικού κρατιδίου και συχνά συζητούσαν με τους γερμανόφωνους Ελβετούς Φρουρούς.

Οι Γερμανοί δεν έκρυβαν την έκπληξή τους για το γεγονός ότι το Βατικανό προστατευόταν μόνο από ένα αρχαίο τείχος και μερικές δεκάδες τυφεκιοφόρους. Είπαν μάλιστα στους Ελβετούς ότι περίμεναν να βρουν ένα Βατικανό με μηχανοκίνητη φρουρά και αεροπορία! Οι δυνάμεις κατοχής πάντως ναρκοθέτησαν όλες τις γέφυρες που οδηγούσαν στο Βατικανό και έκλεισαν τη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, από φόβο μήπως τα πλήθη των Ρωμαίων αμάχων αναζητήσουν κάποια στιγμή καταφύγιο εκεί, δημιουργώντας ανεξέλεγκτη κατάσταση.

Ακολούθησε μια περίοδος μεγάλου κινδύνου για το Βατικανό, ιδιαίτερα λόγω της αεροπορικής επιδρομής των Συμμάχων, που έγινε τον Νοέμβριο και προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε διάφορα κτίριά του. Την ίδια εποχή η έλλειψη τροφίμων στη Ρώμη ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακόμη και οι Ελβετοί Φρουροί λάμβαναν μόνο 150 γραμμάρια ψωμί την ημέρα, όταν οι συνάδελφοί τους στον Ελβετικό Στρατό απολάμβαναν μερίδες 500 γραμμαρίων. Η ΠΕΦ όμως δεν στερήθηκε ποτέ το υπέροχο λευκό κρασί που ήταν αποθηκευμένο στο Καστέλι Ρομάνι και αποτελούσε παραδοσιακά ένα εξαιρετικό δώρο της Αγίας Εδρας προς τους πιστούς υπηρέτες της.

Η Ρώμη απελευθερώθηκε στις 5 Ιουνίου 1944. Ο φον Αλτισχόφεν έδωσε το 1957 τη θέση του στον Ρόμπερτ Νίνλιστ, έναν πρώην συνταγματάρχη του Ελβετικού Στρατού και καθηγητή φιλοσοφίας. Δύο χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ο τελευταίος τραυματίστηκε από έναν Φρουρό του οποίου είχε εισηγηθεί την απόλυση, επειδή, όπως είχε αποδειχθεί, ο νεαρός έπασχε από επιληψία.

Ο Νίνλιστ και η ΠΕΦ το 1962 ήταν υπεύθυνοι για την ασφάλεια εκατοντάδων καρδιναλίων που έφθασαν στη Ρώμη για τη δεύτερη οικουμενική σύνοδο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εκείνον τον χρόνο μία βόμβα εξερράγη στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, χωρίς να προκαλέσει θύματα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1965 στην κύρια πύλη του Βατικανού. Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο πάπας Παύλος ΣΤ’ αποφάσισε να καταργήσει όλα τα σώματα ασφαλείας της Αγίας Εδρας με εξαίρεση την ΠΕΦ και από τότε οι Ελβετοί Φρουροί έχουν το προνόμιο να αποτελούν τους μοναδικούς σωματοφύλακες του προκαθήμενου του καθολικισμού.

Τον ίδιο χρόνο εκδηλώθηκε η πρώτη σοβαρή απόπειρα δολοφονίας πάπα, όταν κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Παύλου ΣΤ’ στη Μανίλα ο Κολομβιανός Μπέντζαμιν Μεντόζα έφθασε πολύ κοντά του κρατώντας ένα μεγάλο μαχαίρι και εξουδετερώθηκε από τις δυνάμεις ασφαλείας.

Ο Φραντς Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, τελευταίος εκπρόσωπος της παλαιάς ονομαστής δυναστείας διοικητών, ήταν διοικητής της ΠΕΦ όταν ο Τούρκος υπήκοος Μεχμέτ Αλί Αγκτσά αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’ στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, στις 13 Μαϊου 1981. Εκείνη την ημέρα ο ποντίφηκας χαιρετούσε το πλήθος ευρισκόμενος στο ειδικό όχημά του και συνοδευόμενος από Ελβετούς Φρουρούς ντυμένους με πολιτικά, όταν δέχθηκε δύο βολίδες από το πιστόλι του επίδοξου δολοφόνου του.

Το αποτέλεσμα της επίθεσης θα ήταν ίσως μοιραίο, αν η ΠΕΦ δεν είχε φροντίσει να αναβαθμίσει τα μέτρα ασφαλείας του ποντίφηκα κατά την προηγούμενη δεκαετία και δεν είχε διατηρήσει ανοικτές διόδους διαφυγής και μεταφοράς του τραυματισμένου πάπα στην Πολυκλινική Τζεμέλι της Ρώμης.

Η σύγχρονη Ελβετική φρουρά

Η σημερινή ΠΕΦ ακολουθεί τους κανόνες που έθεσε ο πάπας Παύλος ΣΤ’, ένας ανήσυχος άνθρωπος ο οποίος είχε βαθιά πεποίθηση για την ανάγκη εκσυγχρονισμού της λειτουργίας του Βατικανού. Σύμφωνα με τα όσα ισχύουν από το 1976, η ΠΕΦ υπάγεται απευθείας στον ποντίφηκα, σε αντίθεση με το Σώμα Ασφαλείας που υπάγεται στην πολιτική κυβέρνηση του κρατιδίου (Governatorato). Συνεπώς ο διοικητής της ΠΕΦ επιλέγεται από τον πάπα και είναι πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του.

Η οργάνωση και η δομή της Φρουράς είναι αρκετά παράδοξη. Παρόλο που η δύναμή της σήμερα αριθμεί μόλις 134 άτομα και είναι επιπέδου λόχου, της έχει απονεμηθεί ο τίτλος του συντάγματος από τον πάπα Πίο Θ’ (το 1852). Ετσι ο διοικητής της (σήμερα ο Ελμαρ Τέοντορ Μέντερ) φέρει τον βαθμό του συνταγματάρχη και ο υποδιοικητής (σήμερα ο Ζαν Ντανιέλ Πιτελούντ) τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Κάτω από αυτούς τους αξιωματικούς βρίσκονται κατά σειρά ο στρατιωτικός ιερέας της μονάδας, πατέρας Αλόις Γιέλε (ο οποίος φέρει εθιμοτυπικά τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη), τρεις άλλοι αξιωματικοί (ο ταγματάρχης Πέτερ Χάσλερ και οι λοχαγοί Φρόβιν Μπάχμαν και Πίνο Κόκο), ο επιλοχίας Κρίστοφ Γκραφ, 30 άλλοι υπαξιωματικοί και 99 αλεβαρδοφόροι.

Η ΠΕΦ διαρθρώνεται σε τρεις λόχους, από τους οποίους οι δύο είναι κυρίως γερμανόφωνοι και ο ένας γαλλόφωνος – αυτό το στοιχείο αντικατοπτρίζει και την εθνοτική σύνθεση της ίδιας της Ελβετίας, όπου το 70% μιλά γερμανικά, το 20% γαλλικά και το 10% ιταλικά.

Θεωρητικά οι τρεις λόχοι απλοποιούν το θέμα των υπηρεσιών, καθώς οι άνδρες καθενός γνωρίζουν ότι έχουν δύο ημέρες υπηρεσία και μία ελεύθερη. Ομως οι αφίξεις υψηλών επισκεπτών στο Βατικανό είναι τόσο συχνές, ώστε τις περισσότερες φορές οι λόχοι πρέπει να παρατείνουν κατά πολύ τα ωράρια και τις ημέρες υπηρεσίας.

Οι βασικές προϋποθέσεις για ένταξη στην ΠΕΦ είναι σχετικά λίγες, αλλά αρκετές για να περιορίσουν το πλήθος των υποψηφίων σε έναν πολύ στενό κύκλο. Ο υποψήφιος Φρουρός θα πρέπει να είναι Ελβετός πολίτης, ηλικίας μεταξύ 19 και 30 ετών και να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στον στρατό της αλπικής χώρας.

Θα πρέπει επίσης να είναι άγαμος (εξαιρούνται μόνο οι αξιωματικοί της ΠΕΦ), καλός πιστός της Καθολικής Εκκλησίας και να διαθέτει σχετική συστατική επιστολή από τον δήμαρχο και τον επίσκοπο της περιοχής του, με την οποία να πιστοποιούνται το ήθος και το ακέραιο του χαρακτήρα του. Από πλευράς φυσιολογίας η ΠΕΦ θέτει ένα ελάχιστο όριο ύψους 1,74 m για τους άνδρες της, ώστε να έχουν επιβλητικό παράστημα, και απορρίπτει όσους έχουν χρόνιες παθήσεις ή χρήζουν τακτικής ιατρικής φροντίδας.

Οι υποψήφιοι Φρουροί είναι συνήθως νεαροί Ελβετοί που έχουν σχετικά ανεπτυγμένο θρησκευτικό συναίσθημα και επιθυμούν να ζήσουν μια μοναδική περιπέτεια στη ζωή τους, αφιερώνοντας δύο χρόνια στην προστασία του πάπα, πριν αποφασίσουν για το επαγγελματικό μέλλον ή τις σπουδές τους. Πολλοί από αυτούς έχει τύχει να ακούσουν διηγήσεις συμπατριωτών τους που υπηρέτησαν στην ΠΕΦ και θεωρούν αυτή την περίοδο της ζωής τους ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Οι νεοσύλλεκτοι καταφθάνουν τρεις φορές τον χρόνο (συνήθως με τραίνο) από την Ελβετία και αρχικά πρέπει να αρκεστούν στα κατώτερης ποιότητας καταλύματα της ΠΕΦ, αφού οι καλύτεροι μονόκλινοι και δίκλινοι θάλαμοι ανήκουν δικαιωματικά στα παλαιότερα μέλη. Πριν ο υποψήφιος κριθεί άξιος για να ενταχθεί στην ΠΕΦ, υφίσταται μια σειρά δοκιμασιών στις οποίες αξιολογείται η γνώση του επί των όπλων (με εκτέλεση βολών και επίδειξη λύσης – αρμολόγησης τυφεκίου σε κοντινό πεδίο βολής της αστυνομίας στη Ρώμη), καθώς και η ψυχική του ισορροπία και κοινωνικότητα.

Ταχύρρυθμα προγράμματα εκμάθησης της ιταλικής και της αγγλικής γλώσσας υλοποιούνται για ευνόητους λόγους, εφόσον τα καθήκοντα του Φρουρού απαιτούν να έρχεται σχεδόν σε καθημερινή επαφή με επισκέπτες και προσκυνητές από ολόκληρο τον κόσμο. Μετά τα δραματικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 το Βατικανό αντιλήφθηκε πως οι ανάγκες ασφαλείας έχουν αυξηθεί πολύ στο σύγχρονο περιβάλλον και δέχθηκε τη βοήθεια της ιταλικής αστυνομίας και των υπηρεσιών πληροφοριών, για τον σωματικό έλεγχο των επισκεπτών και την επιτήρηση της περιοχής γύρω από το Βατικανό με τεχνολογικά μέσα που θα ήταν αδύνατο να διαθέτει η ΠΕΦ.

Οι Φρουροί άρχισαν να εκπαιδεύονται στις πολεμικές τέχνες, οι οποίες ως τότε δεν θεωρούντο αναγκαίες, και ενίσχυσαν τον οπλισμό τους με μικρά φορητά όπλα, όπως είναι τα πιστόλια SIG των 9 mm που χρησιμοποιεί και ο Ελβετικός Στρατός.

Η ορκωμοσία των νέων Φρουρών γίνεται μια φορά τον χρόνο το απόγευμα της 6ης Μαϊου, όταν εορτάζεται η επέτειος της ηρωικής αντίστασης της ΠΕΦ το 1527. Ολόκληρη η Φρουρά παρίσταται νωρίτερα στην ειδική λειτουργία που τελείται προς τιμή της και μετά την ορκωμοσία ο πάπας δέχεται το προσωπικό της, καθώς και τους οικείους των νεοσυλλέκτων, σε ειδική ακρόαση στη Σάλα Κλημεντίνα του Βατικανού.

Το παράδοξο είναι πως, λόγω αυτού του τυπικού, στην ορκωμοσία συμμετέχουν συχνά άνδρες οι οποίοι υπηρετούν ήδη στην ΠΕΦ αρκετούς μήνες, έχουν εκτελέσει εκατοντάδες ώρες υπηρεσιών και πλησιάζουν να συμπληρώσουν το ήμισυ της θητείας τους, η οποία είναι τουλάχιστον διετής.

Ένας καρδινάλιος απαγγέλλει τα καθήκοντα της Φρουράς σε όλες τις γλώσσες που ομιλούνται στην Ελβετία και κατόπιν ο επιλοχίας φωνάζει κάθε όνομα χωριστά. Ο νεοσύλλεκτος ακούγοντας το όνομά του απαντά «παρών», κτυπά τη βάση της αλεβάρδας στο έδαφος και τη δίνει στον διπλανό του.

Κατόπιν κάθε νέος Φρουρός περνά μπροστά από τη χαμηλωμένη σημαία της ΠΕΦ, κρατά το ένα άκρο της και υψώνοντας το δεξί χέρι με τρία δάκτυλα ανοικτά (συμβολισμός της Αγίας Τριάδας) δίνει τον προβλεπόμενο όρκο: «Ορκίζομαι ότι θα υπηρετώ πιστά και έντιμα τον Ανώτατο Ποντίφηκα…(αναφέρει το όνομα του πάπα) και τους νόμιμους διαδόχους του και ότι θα αφιερωθώ σε αυτούς με όλη μου τη δύναμη, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή μου υπερασπίζοντάς τους, αν χρειαστεί. Αναλαμβάνω τα ίδια καθήκοντα έναντι του Ιερού Κολεγίου των Καρδιναλίων, όποτε η Εδρα χηρεύει. Επιπλέον υπόσχομαι στον διοικητή και στους άλλους ανωτέρους μου σεβασμό, πίστη και υπακοή. Ορκίζομαι! Ο Θεός και οι Προστάτες Αγιοι βοήθειά μου».

Η ΠΕΦ έχει αναπτύξει αρκετούς διαφορετικούς τρόπους υποδοχής ξένων επισήμων, σύμφωνα με ένα πολύπλοκο πρωτόκολλο που ακολουθείται στο Βατικανό. Η υπηρεσία 16 ωρών ημερησίως δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο. Οι Ελβετοί Φρουροί συχνά στερούνται τον επαρκή ύπνο, όταν τις νυκτερινές σκοπιές διαδέχονται νέα καθήκοντα εθιμοτυπίας το αμέσως επόμενο πρωί.

Τουλάχιστον 30 ένστολοι Φρουροί παρίστανται κάθε Τετάρτη στην παραδοσιακή ακρόαση του πάπα προς τους απλούς ανθρώπους, ενώ αρκετοί άλλοι κυκλοφορούν με πολιτικά ανάμεσα στο πλήθος για να ερευνούν για κάποια ύποπτη κίνηση ή είναι ακροβολισμένοι με κιάλια και όπλα σε καίρια σημεία για να επιτηρούν τον χώρο. Όταν ο πάπας αποσύρεται για τις θερινές διακοπές του στο Καστέλ Γκοντόλφο, λίγο έξω από τη Ρώμη, συνοδεύεται από 17 Φρουρούς.

Πολλοί πιστεύουν σήμερα ότι η ΠΕΦ είναι ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο που διατηρείται στο Βατικανό για τουριστικούς λόγους. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι άνδρες της επιτελούν πολύ σοβαρά καθήκοντα ασφαλείας και είναι άριστα εκπαιδευμένοι γι’ αυτόν τον σκοπό και απόλυτα αφοσιωμένοι στην αποστολή τους.

Η ανταμοιβή τους για τις υπηρεσίες που παρέχουν σχετίζεται περισσότερο με την ηθική τους ικανοποίηση και λιγότερο με τις οικονομικές απολαβές ή τις προοπτικές σταδιοδρομίας. Η ΠΕΦ μπορεί να καυχάται ότι κατά τα 500 χρόνια του βίου της δεν έχει δολοφονηθεί ούτε ένας πάπας. Οι κίνδυνοι που απειλούν σήμερα την Αγία Εδρα δεν είναι μικρότεροι από εκείνους του παρελθόντος, ίσως δε τα προσεχή χρόνια να αποδειχθούν μεγαλύτεροι από κάθε άλλη φορά.

Οι διοικητές της παπικής Ελβετικής φρουράς

Από την ίδρυσή της, το 1506, ως σήμερα η ΠΕΦ έχει διοικηθεί από 33 αξιωματικούς, των οποίων η θητεία κυμάνθηκε από 10 ημέρες μέχρι 37 χρόνια! Στη συνέχεια παρατίθενται τα ονόματα, το καντόνι καταγωγής και το διάστημα της θητείας τους:

  1. Κάσπαρ φον Ζίλενεν, Ούρι (1506-1517)
  2. Μάρκους Ρέιστ, Ζυρίχη (1518-1524)
  3. Κάσπαρ Ρέιστ, Ζυρίχη (1524-1527)
  4. Γιόστ φον Μέγκεν, Λουκέρνη (1548-1559)
  5. Κάσπαρ Λέο φον Ζίλενεν, Λουκέρνη (1559-1564)
  6. Γιόστ Ζέγκεσερ φον Μπρούνεγκ, Λουκέρνη (1566-1592)
  7. Στέφαν Αλεξάντερ Ζέγκεσερ φον Μπρούνεγκ, Λουκέρνη (1592-1629)
  8. Νικόλαους Φλεκενστάιν, Λουκέρνη (1629-1640)
  9. Γιόστ Φλεκενστάιν, Λουκέρνη (1640-1652)
  10. Γιόχαν Ρούντολφ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1652-1657)
  11. Λούντβιχ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1658-1686)
  12. Φραντς Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1686-1696)
  13. Γιόχαν Κάσπαρ Μάιρ φον Μπάλντεγκ, Λουκέρνη (1696-1704)
  14. Γιόχαν Κόνραντ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1712-1727)
  15. Φραντς Λούντβιχ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1727-1754)
  16. Γιοστ Ιγκνατς Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1754-1782)
  17. Φραντς Αλόις Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1783-1798)
  18. Καρλ Λέοντεγκαρ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1800-1834)
  19. Μάρτιν Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1835-1847)
  20. Φραντς Ξάβερ Λέοπολντ Μάγιερ φον Σάουενζεε, Λουκέρνη (1847-1860)
  21. Λέοπολντ φον Ζόνενμπεργκ, Λουκέρνη (1860-1878)
  22. Λούις Μάρτιν ντε Κουρτέν, Βάλις (1878-1901)
  23. Λέοπολντ Μάγιερ φον Σάουενζεε, Λουκέρνη (1901-1910)
  24. Γιούλς Ρέποντ, Φράιμπουργκ (1910-1921)
  25. Αλόις Χίρσμπιλ, Γκραουμπίντεν (1921-1935)
  26. Γκέοργκ φον Ζούρι ντ’ Ασπρεμοντ, Ζόλοτουρν (1935-1942)
  27. Χάινριχ Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1942-1957)
  28. Ρόμπερτ Νίνλιστ, Λουκέρνη (1957-1972)
  29. Φραντς Πφάιφερ φον Αλτισχόφεν, Λουκέρνη (1972-1982)
  30. Ρόλαντ Μπούχς, Φράιμπουργκ (1982-1998)
  31. Αλόις Εστερμαν (1998)
  32. Πίους Ζεγκμύλερ, Σαίν Γκάλεν (1998-2002)
  33. Ελμαρ Τέοντορ Μέντερ, Σαίν Γκάλεν (2002- )

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗ ΕΣΤΕΡΜΑΝ

Μία από τις χειρότερες στιγμές της ΠΕΦ σημειώθηκε το 1998, όταν δύο ημέρες πριν από τη μεγάλη γιορτή της 6ης Μαϊου, ο διοικητής της, συνταγματάρχης Αλόις Εστερμαν, βρέθηκε νεκρός στην οικία του μαζί με τη σύζυγό του, Γκλάντις Μέζα Ρομέρο, και τον δεκανέα της Φρουράς Σέντρικ Τόρναϊ. Η είδηση, όπως ήταν φυσικό, συντάραξε την Ιταλία και πραγματοποίησε τον γύρο του κόσμου.

Η έρευνα από την πλευρά του Βατικανού έδειξε ότι δράστης του εγκλήματος ήταν ο Τόρναϊ, όμως η αιτία της αποτρόπαιας πράξης δεν διευκρινίστηκε. Πιθανώς ο Ελβετός Φρουρός είχε χολωθεί λόγω μιας επίπληξης που δέχθηκε από τον Εστερμαν για μη έγκαιρη επιστροφή του στον στρατώνα μετά από άδεια ή διότι δεν είχε τιμηθεί με την ειδική εύφημη μνεία έπειτα από τριετή υπηρεσία. Επίσης είναι πιθανό να έπασχε από κάποια ψυχική πάθηση η οποία επιδεινώθηκε από την αυστηρή πειθαρχία στις