Οι επενδυτές εγκαταλείπουν… στη μέση της «μάχης»

Mε δεδομένο ότι το Πεντάγωνο έχει εκτοξεύσει σε δυσθεώρητα ύψη τον προϋπολογισμό του, τους Ρεπουμπλικάνους –πάντα σκληροπυρηνικούς σε ό,τι αφορά ασφάλεια και άμυνα– να έχουν κατακτήσει όλες τις «καρέκλες» σε Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά και την πολυαναμενόμενη επίθεση ενάντια στο Ιράκ (με ή χωρίς τη συμβολή των συμμάχων), το λογικό δεν είναι οι μετοχές των αμερικανικών αμυντικών ομίλων να έχουν φτάσει σε εντυπωσιακά επίπεδα;

Εάν η λογική αποτελούσε το βασικό χαρακτηριστικό των χρηματαγορών, τότε η απάντηση θα ήταν «ναι». Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες, με αποτέλεσμα οι μετοχές εταιριών κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων αλλά και των επονομαζόμενων «έξυπνων» βομβών να χάνουν την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των επενδυτών.

Ταυτόχρονα, παρά το γεγονός ότι τα θέματα ασφάλειας και αύξησης των αμυντικών δαπανών διατηρούνται στην «ημερήσια διάταξη» στην παγκόσμια ατζέντα της υφηλίου, οι αναλυτές αλλά και οι διαχειριστές κεφαλαίων υπογραμμίζουν με απόλυτη αυτοπεποίθηση ότι οι εν λόγω μετοχές –οι οποίες έχουν καταγράψει εντυπωσιακή πορεία την τελευταία διετία– δεν πρόκειται να συνεχίσουν να αποδίδουν «τρελά κέρδη» σε όσους τις επιλέξουν.

Aλλωστε η εντυπωσιακή πορεία ξεκίνησε το 2000, λόγω των προεκλογικών υποσχέσεων για αύξηση των αμυντικών δαπανών, ενώ ενισχύθηκε και από την κατακόρυφη προσγείωση των μετοχών υψηλής τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών. Αποτέλεσμα;

Η στροφή των επενδυτών στις «αμυντικές πλευρές των χρηματαγορών», πλευρές στις οποίες ανήκουν και οι όμιλοι κατασκευής πολεμικού υλικού (η κατ’ ευφημισμόν «αμυντικές εταιρίες»). Ως εκ τούτου, μετοχές ομίλων όπως οι Lockheed Martin, Boeing, Northrop Grumman, General Dynamics αλλά και λιγότερο γνωστών εταιριών διαπραγματεύονται σε επίπεδα πρωτόγνωρα για την τρέχουσα κατάσταση των αμερικανικών –και όχι μόνο– χρηματαγορών.

Eνας ακόμη παράγοντας ενίσχυσης των αμυντικών μετοχών υπήρξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, και οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Επιπρόσθετα το κογκρέσο πρόσφατα υπερψήφισε τον νέο αμυντικό προϋπολογισμό για το 2003, ύψους 393 δισ. δολαρίων, δηλαδή μια αύξηση της τάξης σχεδόν του 15%.

Παρά, όμως, από τις παραπάνω «προσπάθειες», οι μετοχές κορυφαίων αμυντικών ομίλων δεν έχουν κατορθώσει να διατηρηθούν στα επίπεδα που βρίσκονταν έως το α’ εξάμηνο του 2002. Hδη οι μετοχές της Lockheed Martin –του μεγαλύτερου, ουσιαστικά ομίλου των Ηνωμένων Πολιτειών– έχουν υποχωρήσει περισσότερο από 30% από τα υψηλότερα επίπεδά τους, διαπραγματευόμενες πλησίον των 50,35 δολαρίων.

Ανάλογη πορεία καταγράφουν αυτές της Boeing –του δεύτερου κατά σειρά αμυντικού ομίλου της υπερδύναμης– οι οποίες «προσγειώθηκαν» κατά 38% στα 31,50 δολάρια, αντικατοπτρίζοντας, όμως, και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο όμιλος στον κλάδο της πολιτικής αεροπορίας, όπου η ευρωπαϊκή Airbus μοιάζει –παρά τις έντονες πιέσεις κορυφαίων Αμερικανών κυβερνητικών αξιωματούχων– να κερδίζει όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά πολιτικών αεροσκαφών.

Η τρίτη κατά σειρά εταιρία, Northrop Grumman, δεν κατόρθωσε να «ξεφύγει της τάσης», με τις μετοχές να αποδυναμώνονται κατά 32% στα 91,81 δολάρια, πιεζόμενες, όμως, και από τη συνεχιζόμενη «μάχη» του ομίλου να αποκτήσει την εταιρία TRW.

Την «αντίστροφη μέτρηση» ακολουθούν η Raytheon, με υποχώρηση μετοχών 38%, η General Dynamics με 29% και οι σχετικώς μικρότεροι όμιλοι όπως ο L-3 Communications Holding με υποχώρηση κατά 35% στα 42,90 δολάρια.

Οι «αιτίες» της πτώσης

Μια εκ των βασικών «δικαιολογιών» που χρησιμοποιούν αναλυτές και επενδυτές είναι η ακόλουθη: «Mετά τόσα χρόνια ανοδικής πορείας, οι συγκεκριμένες μετοχές είναι εξαιρετικά ακριβές, έχοντας, μάλιστα, πολύ μικρά περιθώρια περαιτέρω ανόδου». Για παράδειγμα η Lockheed Martin διαπραγματεύεται κατά 20 φορές υψηλότερα από τα προβλεπόμενα κέρδη της για το επόμενο έτος, δηλαδή έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον «μέσο όρο» που μπορεί να «ανεχθεί» η αγορά την τρέχουσα περίοδο.

Παράλληλα αρκετοί θεσμικοί επενδυτές έχουν φροντίσει να ρευστοποιήσουν τα κέρδη τους από «αμυντικές επενδύσεις», τοποθετώντας τα στις «ταλαιπωρημένες» μετοχές υψηλής τεχνολογίας, με την ελπίδα ότι «κάποια στιγμή θα ανακάμψουν». Και όπως δείχνει η πορεία μετοχών εταιριών όπως οι Microsoft και Cisco Systems, μεταξύ άλλων, μοιάζουν να επιβεβαιώνουν τις ελπίδες των επενδυτών που έχουν αρκετά κεφάλαια.

«Eχει γίνει σαφές ακόμη και στους πλέον αδαής επενδυτές ότι η πορεία του αμυντικού προϋπολογισμού των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορεί να συνεχίσει την ανοδική της πορεία», επισημαίνει στη «Wall Street Journal», ο Kurt Schansinger, διαχειριστής κεφαλαίων της Merrill Lynch Balanced Capital fund, η οποία διαθέτει τεράστιο αριθμό μετοχών των General Dynamics και Raytheon. «Οι συγκεκριμένες εταιρίες δεν αναμένεται να κερδίσουν περισσότερα κεφάλαια από τον αμυντικό προϋπολογισμό των Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αγγίξει ακόμη υψηλότερα επίπεδα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία βρίσκεται σε συνεχή αμφιταλάντευση», τονίζει ο Kurt Schansinger.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες για πρώτη φορά εμφανίζουν έλλειμμα στο εμπορικό τους ισοζύγιο από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ένα έλλειμμα βοηθούμενο από το υψηλό κόστος των στρατιωτικών αποστολών αλλά και τη συνεχή άνοδο των αμυντικών δαπανών. Ακόμη και το ενδεχόμενο πολέμου ενάντια στο Ιράκ δεν φαίνεται ότι ενισχύει τις οικονομικές προοπτικές των αμυντικών ομίλων.

Μάλιστα ο George Shapiro, κορυφαίος αναλυτής του αμυντικού κλάδου της Salomon Smith Barney, πραγματοποίησε έρευνα, βάσει της οποίας αποδεικνύεται ότι το ποσοστό των Αμερικανών οι οποίοι υποστηρίζουν στρατιωτική επίθεση ενάντια στο Ιράκ (προς «γνώση και συμμόρφωση» του Σαντάμ Χουσεΐν) έχει υποχωρήσει στο 50% από το εντυπωσιακό 80% που ήταν κατά τη διάρκεια του 2001 (με πολύ πιο «νωπές» τις μνήμες της 11ης Σεπτεμβρίου).

Εν κατακλείδι –όπως όλα υποδεικνύουν– η επιμονή του Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους να επιβάλει την άποψή του σε φίλους και εχθρούς σχετικά με το Ιράκ δεν δημιουργεί προβλήματα μόνο στις σχέσεις του με παραδοσιακούς συμμάχους (όπως η Γερμανία) αλλά και στους αμυντικούς ομίλους της χώρας του.