Οι μικρομεσαίοι μπαίνουν δυναμικά στο Διαδίκτυο

Η είσοδος στο 2002 συνοδεύτηκε από πολλές ανησυχίες αλλά και προσδοκίες για τη ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών. Eπειτα από μία εντυπωσιακή ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία, ήδη από τα τέλη του 2000 παρουσιάστηκαν νέα δεδομένα τα οποία δημιούργησαν έντονο προβληματισμό.

Η διάχυτη αισιοδοξία του 1999 – αρχές 2000, έδωσε τη θέση της στον σκεπτικισμό σχετικά με τις προοπτικές του κλάδου. Αιτία αποτέλεσαν οι εξελίξεις που δρομολογήθηκαν μετά τις υπερεπενδύσεις για την αγορά αδειών τρίτης γενιάς (3G) που, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, δεν συμβάδιζαν με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της αγοράς. Παρά τους κλυδωνισμούς που παρατηρήθηκαν διεθνώς, η ελληνική αγορά έδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και διατήρησε σε σημαντικό βαθμό τη θέση της.

Σημαντική επίδραση στην εικόνα του κλάδου διαδραμάτισαν οι θεσμικές αλλαγές κατά τα προηγούμενα χρόνια. Σταθμό απετέλεσε η απελευθέρωση της σταθερής τηλεφωνίας που ξεκίνησε στις 1/1/01 (Ν. 2867/2000), η οποία συνοδεύτηκε από πληθώρα ρυθμιστικών και κανονιστικών αποφάσεων εκ μέρους της υπεύθυνης αρχής (ΕΕΤΤ). Οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη δώσει σημαντική ώθηση στην επιχειρηματικότητα στον κλάδο και επέδρασαν ισχυρά στην αγορά σε τομείς όπως:

α. η αύξηση των επιλογών των καταναλωτών,
β. η ταχεία προσφορά νέων – σύγχρονων υπηρεσιών,
γ. η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, και
δ. η συμπίεση τιμών.

Συμπερασματικά, ο κλάδος βρίσκεται σε κομβικό σημείο. Η διαφοροποίηση του επιχειρηματικού σκηνικού, ο αυξημένος ανταγωνισμός, οι τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και η ενισχυμένη προσφορά, δημιουργούν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σκηνικό μέσα στο οποίο αναμένονται ανακατατάξεις προς όφελος του τελικού καταναλωτή.

Η δομή του κλάδου

Η αγορά των τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα έχει αποκτήσει και τρίτο άξονα εντός του 2002 και διαχωρίζεται πλέον ως εξής:

α. σταθερή τηλεφωνία (ΟΤΕ),
β. σταθερή τηλεφωνία (εναλλακτικοί φορείς), και
γ. κινητή τηλεφωνία.

Οικονομικά αποτελέσματα του συνόλου της αγοράς τηλεπικοινωνιών

Για το 2002, η ελληνική αγορά τηλεπικοινωνιών παρουσίασε ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Ο κύκλος εργασιών του κλάδου αυξήθηκε με ρυθμό 13,9%, έναντι αύξησης 9,8 % το 2001 και 15,8% το 2000. Η αύξηση του κύκλου εργασιών προέρχεται κατά τεκμήριο από την κινητή τηλεφωνία που εξακολουθεί να αναπτύσσεται και δευτερευόντως από τους εναλλακτικούς φορείς σταθερής τηλεφωνίας που καταγράφουν πωλήσεις ύψους 98 εκατ. και αποσπούν μερίδιο αγοράς 1,5%.

Παρ’ όλο που οι πωλήσεις της σταθερής τηλεφωνίας (ΟΤΕ) εξακολουθούν να ξεπερνούν τις πωλήσεις της κινητής τηλεφωνίας, το μερίδιό τους στο σύνολο της αγοράς έχει πέσει στο 52,3% ακολουθώντας σταθερά πτωτική πορεία. Η πτωτική πορεία οφείλεται στην έντονη ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και όχι σε ουσιαστική συρρίκνωση των μεγεθών του ΟΤΕ, ο οποίος δείχνει να διατηρεί την ηγετική του θέση, αν και σχετικά αποδυναμωμένος. Σημειώνεται πάντως ότι για πρώτη φορά εντός του 2002 ο ΟΤΕ κατέγραψε, ουσιαστικά, στασιμότητα πωλήσεων (αύξηση 0,15%).

Όσον αφορά τα κέρδη στην αγορά τηλεπικοινωνιών έφτασαν τα 1.188 εκ. το 2002, αυξημένα κατά 0,8% σε σχέση με το 2000. Η άνοδος της κερδοφορίας είναι σαφώς υποδεέστερη από την αντίστοιχη των πωλήσεων, λόγω κυρίως της σημαντικής μείωσης που παρατηρήθηκε στα αποτελέσματα του ΟΤΕ και δευτερευόντως λόγω των ζημιών των εναλλακτικών φορέων παροχής σταθερής τηλεφωνίας. Η αύξηση των κερδών της κινητής τηλεφωνίας δεν εξισορρόπησε την εικόνα παρά το ότι ακολούθησε ικανοποιητικούς ρυθμούς (26,9% αύξηση συγκριτικά με το 2001).

Σημειώνεται ότι κατά το 2002 τα κέρδη της κινητής τηλεφωνίας υποσκέλισαν για πρώτη φορά τα κέρδη της σταθερής τηλεφωνίας σε σημαντικό μάλιστα βαθμό. Πρέπει να τονισθεί ότι η συνολική εικόνα του κλάδου επηρεάζεται επιπρόσθετα από την απουσία ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσης για τους εναλλακτικούς φορείς κατά το 2001.

Αν και αρκετές από τις εταιρίες είχαν δημοσιεύσει στοιχεία, δεν χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη καθώς η ουσιαστική δραστηριοποίησή τους στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών ξεκίνησε εντός του 2002. Επιπλέον, ορισμένοι φορείς είτε ξεκίνησαν εμπορική δραστηριότητα εντός του 2003 (π.χ. Tellas) είτε περιλαμβάνουν και άλλες δραστηριότητες (Forthnet: ISP, Lannet: κλωστοϋφαντουργία), με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται ακόμη περισσότερο η συνολική εικόνα.

Τηλεπικοινωνίες και Χρηματιστήριο Αθηνών

Ήδη από το 2000 ο κλάδος τηλεπικοινωνιών στην Ελλάδα βρέθηκε στη δίνη των κλυδωνισμών των εταιριών τηλεπικοινωνιών που παρατηρήθηκε σε όλη την Ευρώπη, με αποτέλεσμα να υπάρξουν μεγάλες απώλειες στις μετοχικές αξίες των τριών μεγάλων εταιριών (ΟΤΕ, Vodafone/Panafon, Telestet).

Εντός του 2001, ο ΟΤΕ αυξάνει την κεφαλαιοποίησή του καθώς διέθετε εξαιρετική χρηματοοικονομική κατάσταση, η θετική του όμως εικόνα αντιστράφηκε εντός του 2002, καθώς τα προβλήματα των διεθνών επενδύσεών του, οδήγησαν σε επιδείνωση των χρηματοοικονομικών του μεγεθών και τελικά της κεφαλαιοποίησής του.

Σταθερά ανοδική πορεία εμφανίζει η Cosmote, με μοναδική εξαίρεση το 2002, όπου όμως η πτώση της μετοχής χαρακτηρίζεται μικρή συγκριτικά με τον ανταγωνισμό. Αξιοσημείωτη είναι η βελτιωμένη εικόνα της κεφαλαιοποίησης της Telestet εντός του 2002, καθώς φάνηκε να ανακάμπτει και να βελτιώνει τα μεγέθη και την κερδοφορία της. Oσον αφορά την πορεία των μετοχών εντός του 2003, εμφάνισαν

εντυπωσιακή απόδοση με εξαίρεση τον ΟΤΕ (που παρουσίασε μικρή κάμψη) και την Cosmote, που βελτίωσε την κεφαλαιοποίησή της, αν και σε μικρότερο βαθμό από το σύνολο της αγοράς. Είναι προφανές ότι οι εταιρίες του Oμίλου του ΟΤΕ δεν ακολούθησαν την άνοδο της αγοράς λόγω των ζημιών που επέφεραν οι διεθνείς επενδύσεις τους και της σχετικής αβεβαιότητας για τη μελλοντική τους πορεία.

ΟΤΕ και σταθερή τηλεφωνία

Στον κλάδο σταθερής τηλεφωνίας η Ελλάδα βρίσκεται αρκετά ψηλά συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Eνωσης όσον αφορά τον αριθμό των συνδέσεων ανά 100 κατοίκους. Υπάρχουν περίπου 5,8 εκατομμύρια συνδρομητές ή 53 συνδέσεις ανά 100 κατοίκους (Πηγή: ITU, 2003), ενώ το σύνολο της Ευρωπαϊκής Eνωσης βρίσκεται στις 56 συνδέσεις ανά 100 κατοίκους.

Η πορεία της ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ αποτελεί κρίσιμη παράμετρο των εξελίξεων στον χώρο. Ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1996, οπότε και ο ΟΤΕ εισήχθη στο ΧΑΑ (IPO). Eκτοτε, με σειρά ενεργειών (δημόσιες προσφορές, έκδοση μετατρέψιμων ομολογιακών δανείων), μειώθηκε σταδιακά η συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου, για να φθάσει σήμερα (2003) να ελέγχει το 33,8% (διάγραμμα 2.1). Σήμερα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια σε μεγάλο βαθμό, αν και το ελληνικό Δημόσιο διατηρεί μερίδιο ικανό να καθορίζει τις εξελίξεις και να διαμορφώνει την πολιτική του.

Διεθνείς Επενδύσεις

Σειρά επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν χωρίς συνεκτική επιχειρηματική λογική δημιουργούν προβλήματα στην αναπτυξιακή πορεία του οργανισμού, πιέζοντας τη χρηματοοικονομική του εικόνα και κατά συνέπεια την τιμή της μετοχής του. Οι επενδύσεις της Cosmorom, της Αρμενίας, και δευτερευόντως της Ουκρανίας, της Υεμένης και της Ιορδανίας βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων και αναμένεται να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού.

Το πλεονέκτημα που απέκτησε ο Οργανισμός (συγκριτικά με άλλες εταιρίες της Δυτικής Ευρώπης) όταν απέφυγε την αλόγιστη σπατάλη για τις άδειες τρίτης γενιάς (3-G), εξανεμίστηκε εν μέρει από την αποτυχία επενδυτικών κινήσεών του. Η έγκαιρη και επιτυχημένη απεμπλοκή του αποτελεί προτεραιότητα που θα του επιτρέψει να επιτύχει τις προσδοκώμενες συνέργιες, να βελτιώσει την αποδοτικότητα του ομίλου και τελικά την αξία που του αποδίδουν οι αγορές.

Ανταγωνισμός και πόλεμος τιμών

Πέρα από τα προβλήματα στις διεθνείς αγορές, ο Oμιλος του ΟΤΕ αντιμετωπίζει ιδιαίτερα αυξημένο ανταγωνισμό στην ελληνική αγορά. Μετά την απελευθέρωση της σταθερής τηλεφωνίας, οι εναλλακτικοί φορείς απέκτησαν σταδιακά σημαντικό μερίδιο.

Οι εναλλακτικοί φορείς κινητής τηλεφωνία έχουν αποσπάσει σχεδόν το 5% της κίνησης του ΟΤΕ (Στοιχεία Οκτωβρίου 2002), αυξάνοντας το μερίδιό τους ταχύτατα. Σύμφωνα, δε, με στοιχεία από αγορές της Δυτικής Ευρώπης, το μερίδιο του εθνικού φορέα μπορεί να μειωθεί έως και στο 60% της κίνησης τρία χρόνια μετά την πρώτη απελευθέρωση των αγορών. Υπό αυτές τις συνθήκες η επόμενη περίοδος αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο όσον αφορά το μερίδιο του ΟΤΕ όσο και την επίδραση επί των πωλήσεων και της κερδοφορίας του.

Η ενίσχυση του ανταγωνισμού οδήγησε σε πτώση των τιμών των υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας. Η πτώση των τιμών πήρε σταδιακά χαρακτηριστικά “πολέμου τιμών”, με αποκορύφωμα την περίοδο των Χριστουγέννων 2002, οπότε ο ΟΤΕ προσέφερε κόστος αστικής κλήσης για όλες τις υπεραστικές κλήσης, οδηγώντας σε παρέμβαση της ΕΕΤΤ που θεώρησε ότι η προσφορά έθιγε τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού καθώς το κόστος διασύνδεσης των εναλλακτικών φορέων δεν τους άφηνε περιθώρια να παρέχουν αντίστοιχες προσφορές.

Ο ανταγωνισμός θα κορυφωθεί κατά τη χρονική στιγμή που ο καταναλωτής θα μπορεί να μεταφέρει τον αριθμό του χωρίς να πληρώνει πάγιο στον ΟΤΕ. Παρά το γεγονός ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο παρέχει αυτή τη δυνατότητα, δεν αναμένεται να αποτελέσει σύντομα μια απτή πραγματικότητα. Οι επενδύσεις που απαιτούνται από την πλευρά των εναλλακτικών φορέων προκειμένου να παρέχουν την παραπάνω δυνατότητα είναι ιδιαίτερα υψηλές και δύσκολα οι εναλλακτικοί φορείς θα αναλάβουν το σχετικό επιχειρηματικό ρίσκο.

Η θέση του ΟΤΕ είναι ακόμη ισχυρή και διαθέτει τα μεγέθη, την τεχνογνωσία και τις αναγκαίες επενδύσεις για να διατηρήσει την κυρίαρχή του θέση. Επιπλέον, εξακολουθεί να έχει υγιή χρηματοοικονομική εικόνα, παρά τους κλυδωνισμούς της διεθνούς αγοράς και την επιδείνωση βασικών μεγεθών του κατά τα τελευταία δύο χρόνια.

Η μελλοντική εικόνα του οργανισμού θα κριθεί από την ικανότητά του να μειώσει αποτελεσματικά τα λειτουργικά του έξοδα, ώστε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον οξυμένο ανταγωνισμό χωρίς να συμπιέσει περαιτέρω την κερδοφορία του, αλλά κυρίως από την ορθολογικοποίηση του χαρτοφυλακίου των διεθνών επενδύσεών του. Εφόσον αντιμετωπίσει με επιτυχία τις δύο παραπάνω προκλήσεις μπορεί να διασφαλίσει τον ρόλο του στην ελληνική αγορά αλλά και να ισχυροποιηθεί ο διεθνής – περιφερειακός του ρόλος.

Κλάδος σταθερής τηλεφωνίας και εναλλακτικοί φορείς

Το 2002 είναι ουσιαστικά η πρώτη χρονιά δραστηριοποίησης των εναλλακτικών φορέων παρότι αρκετοί είχαν δημοσιεύσει αποτελέσματα ήδη από το 2001. Στη μελέτη έχουν συμπεριληφθεί οι εταιρίες (δεν περιλαμβάνεται η Tellas καθώς ξεκίνησε τις εμπορικές της δραστηριότητες εντός του 2003):

α. Forthnet,
β. Lannet,
γ. Telepassport,
δ. Teledome,
ε. ACN,
στ. Αlgonet,
ζ. Vivodi,
η. Net One,
θ. Intraconnect, και
ι. Starcom.

Η Forthnet (μερίδιο κλάδου εναλλακτικών φορέων: 28,44%) και η Lannet (μερίδιο 28,42%) είναι οι μεγαλύτερες εταιρίες όσον αφορά τον κύκλο εργασιών ακολουθούμενες σε απόσταση από την Telepassport (μερίδιο 13,61%). Oσον αφορά την κερδοφορία, θετικά αποτελέσματα έχουν μόνο η Telepassport και η Teledome με 1.024 χιλ. ευρώ και 72 χιλ. ευρώ αντίστοιχα. Ο κλάδος των εναλλακτικών φορέων είναι ακόμη ζημιογόνος στο σύνολό του καθώς δεν έχει αποκτήσει την κρίσιμη μάζα και επιπλέον καταγράφει υψηλές αποσβέσεις από τις επενδύσεις που πραγματοποίησε στο πρόσφατο παρελθόν. Οι ζημίες των εναλλακτικών φορέων διευρύνθηκαν σημαντικά το 2002, καθώς ο κλάδος αυτός διπλασίασε τα έσοδά του.

Οι εναλλακτικοί φορείς είχαν ικανοποιητική πορεία κατά το 2002 δεδομένου ότι ήταν η πρώτη χρονιά δραστηριοποίησης. Πήραν σημαντικό μερίδιο της κίνησης και κατέγραψαν ικανοποιητικές πωλήσεις. Παρ’ όλα αυτά, τα οικονομικά τους αποτελέσματα και οι χρηματοοικονομικοί δείκτες τους υστερούν καθώς οι υψηλές αποσβέσεις συμπιέζουν τα αποτελέσματα. Ιδιαίτερα κρίσιμος παράγοντας για την επίτευξη κερδοφορίας και την τελική επιβίωσή τους είναι η απόκτηση κρίσιμης μάζας.

Hδη ορισμένες από τις εταιρίες δείχνουν να είναι κοντά σε αυτό τον στόχο. Στον βαθμό που καταφέρουν να αποσπάσουν επιπρόσθετα μερίδια από τον ΟΤΕ, θα βρεθούν κοντά στην κερδοφορία. Η τρέχουσα οικονομική χρήση (2003) θα είναι κρίσιμη και θα δείξει την πραγματική θέση του κλάδου και τις τελικές προοπτικές σε ένα ολοένα ανταγωνιστικότερο περιβάλλον.

Συμπεράσματα

Το 2001 ο ρυθμός ανάπτυξης του κλάδου δεν ξεπέρασε το 11% επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις για επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης και τους προβληματισμούς μετά τις υπερεπενδύσεις για την τρίτη γενιά κινητής τηλεφωνίας (3- G). Το 2002, όμως, ο κλάδος επιτάχυνε και έφθασε ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 13,9%. Η αύξηση προήλθε κατά κύριο λόγο από την κινητή τηλεφωνία και δευτερευόντως από ένα νέο υποκλάδο που εμφανίστηκε, τους εναλλακτικούς φορείς σταθερής τηλεφωνίας.

Στη σταθερή τηλεφωνία τα φαινόμενα κορεσμού της αγοράς είναι ισχυρότερα από ποτέ, καθώς η πελατειακή βάση δείχνει στάσιμη ενώ ο ανταγωνισμός από την κινητή τηλεφωνία και τους εναλλακτικούς φορείς συμπιέζει τις τιμές και τα περιθώρια κέρδους. Η κινητή τηλεφωνία παρουσιάζει σαφώς υψηλότερο δυναμικό, με τις πωλήσεις να αυξάνουν κατά 29,9% και την κερδοφορία κατά 27%.

Ωστόσο και για την κινητή τηλεφωνία επικρατεί προβληματισμός καθώς η διείσδυση έχει ξεπεράσει το 80% και τα περιθώρια επέκτασης σε πελάτες υψηλής προστιθέμενης αξίας δείχνουν ασφυκτικά. Επιπρόσθετα, δεν διαφαίνεται στο άμεσο μέλλον η προοπτική παροχής νέων υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ. υπηρεσίες 3-G) που θα έδιναν ώθηση στον κλάδο.

Το 2002 χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια του ΟΤΕ να διατηρήσει τη δεσπόζουσα θέση του στη σταθερή τηλεφωνία. Η προσπάθεια του κατά το 2002 δεν καρποφόρησε καθώς οι πωλήσεις έμειναν στάσιμες και η κερδοφορία συμπιέστηκε ισχυρά. Οι αιτίες εντοπίζονται στον αυξημένο ανταγωνισμό, την πτώση των τιμών και τις ζημιογόνες διεθνείς επενδύσεις του. Σημαντικό στοιχείο κατά το 2002 αποτελεί και η δυναμική εμφάνιση των εναλλακτικών φορέων σταθερής τηλεφωνίας που με επιθετική πολιτική έχουν προσελκύσει σημαντικό μέρος της πελατειακής βάσης και δείχνουν ικανοί να αποφέρουν κέρδη στο εγγύς μέλλον.

Προοπτικές του κλάδου

Οι προοπτικές της ζήτησης υπηρεσιών είναι σίγουρα θετικές (διεθνώς όσο και στην Ελλάδα), όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπερκαλύψουν την ταχύτατη αύξηση της προσφερόμενης χωρητικότητας. Αποτέλεσμα της υπερπροσφοράς και του αυξανόμενου ανταγωνισμού θα είναι η περαιτέρω πτώση των τιμών των υπηρεσιών και η συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους.

Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον πόλεμο τιμών που παρατηρήθηκε στα τέλη του 2002 και ο οποίος προκάλεσε την παρέμβαση της ΕΕΤΤ, καθώς θεωρήθηκε ότι στρεβλώνει τον υγιή ανταγωνισμό. Oσον αφορά τις εταιρίες της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα, η Telestet δείχνει να ανακάμπτει από τη μέτρια χρηματοοικονομική εικόνα που παρουσίαζε τα προηγούμενα έτη και ανταγωνίζεται αποτελεσματικά την Vodafone και την Cosmote, παρά τη σαφώς μικρότερη πελατειακή της βάση. H Cosmote έχει πλέον καθιερωθεί την πρώτη θέση όσον αφορά στην πελατειακή βάση και την κερδοφορία ενώ η Vodafone διατηρεί σε γενικές γραμμές την υγιή της εικόνα. Συνολικά, ο κλάδος δείχνει υγιής και σε θέση να αντεπεξέλθει στις διαμορφούμενες συνθήκες του εντεινόμενου ανταγωνισμού.

Η επιδεινούμενη εικόνα όσον αφορά τις πωλήσεις και τα κέρδη ανά πελάτη αναμένεται να συνεχισθεί για τα επόμενα χρόνια, ενώ η δραστηριοποίηση νέων εταιρικών σχημάτων θα αναγκάσει τις εταιρίες να δώσουν βαρύτητα σε προγράμματα διατήρησης της πελατειακής τους βάσης (customer loyalty) και σε μεθόδους ελέγχου των λειτουργικών εξόδων τους.

Στους εναλλακτικούς φορείς, η απόκτηση κρίσιμης μάζας είναι προϋπόθεση για μια επιτυχημένη πορεία. Προς το παρόν, η Forthnet, η Lannet, η Telepassport, η Teledome και η Tellas δείχνουν ικανότερες να πετύχουν τους στόχους τους και να αποτελέσουν υπολογίσιμες μονάδες στο μέλλον. Η κερδοφορία της Telepassport και της Teledome αποτελούν ευχάριστες εκπλήξεις για ένα τόσο νέο χώρο και εκπέμπουν αισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον. Πρέπει να τονισθεί όμως ότι η επιβίωση του χώρου εξαρτάται ισχυρά από τον βαθμό που η ΕΕΤΤ θα επιβάλει συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και θα αποτρέψει κινήσεις μονοπωλιακού χαρακτήρα από τον ΟΤΕ.

Η θέση ισχύος που έχει ο ΟΤΕ στην αγορά, η ευρεία πελατειακή του βάση, η διεθνής του παρουσία και, κυρίως, το ότι διαθέτει μοναδικές στην Ελλάδα τεχνολογικές υποδομές, τον καθιστούν κύριο παίκτη στον χώρο. Εφόσον κατορθώσει να ελέγξει αποτελεσματικά τις διεθνείς του επενδύσεις και να τις καταστήσει κερδοφόρες και εφόσον τα προγράμματα μείωσης των λειτουργικών του εξόδων αποδώσουν, θα επανέλθει σε ρυθμούς ανάπτυξης τόσο στις πωλήσεις όσο και στην κερδοφορία.

Μπορεί να έχει χάσει μέρος από το συγκριτικό πλεονέκτημα που απέκτησε όταν απέφυγε τις υπερεπενδύσεις κατά τη “χρυσή εποχή” των αδειών 3-G, αλλά αποτελεί υπολογίσιμη μονάδα διεθνώς και έχει τις προδιαγραφές να ανακάμψει ισχυρά.