Οι τρεις πόλεμοι στην Βιρμανία: Βρετανοί εναντίον Βιρμανών

Οι τρεις πόλεμοι στην Βιρμανία: Βρετανοί εναντίον Βιρμανών

Η κατάκτηση της Ινδίας έφερε τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αντιμέτωπους με το γειτονικό βασίλειο της Βιρμανίας, το οποίο ήταν αρκετά ισχυρό και φιλόδοξο. Οι επεκτατικές βλέψεις των Βιρμανών και στη συνέχεια των Βρετανών οδήγησε στη σύγκρουση μεταξύ τους. Οι τρεις πολέμου που διεξήχθησαν μέσα σε διάστημα 60 χρόνων, από τους οποίους ο πρώτος ήταν ο πιο αιματηρός και γενικά όλοι αυτοί οι πόλεμοι είχαν ως αποτέλεσμα την προσάρτηση του Βιρμανικού Βασιλείου στην αυτοκρατορία στην οποία ο ήλιος δεν έδυε ποτέ.

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου η Βρετανία είχε αρχίσει να θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας μεγάλης αποικιακής αυτοκρατορίας. Η κατάκτηση της Ινδίας είχε αποφέρει στους Βρετανούς μια μεγάλη πηγή πλούτου αλλά και ανθρώπινου δυναμικού και είχε ανοίξει τον δρόμο για την επέκτασή τους και σε άλλες περιοχές της Ασίας.

Στα ανατολικά σύνορα της Ινδίας βρισκόταν η επαρχία του Ασσάμ, η οποία, αν και τυπικά είχε περιέλθει υπό βρετανικό έλεγχο, κατοικείτο από άγριες ορεσίβιες φυλές που ήταν εχθρικές προς τους Βρετανούς. Πέρα από την επαρχία του Ασσάμ εκτεινόταν το βιρμανικό βασίλειο, το οποίο αποτελούσε μια ισχυρή και υπολογίσιμη δύναμη στην περιοχή της νοτιο- ανατολικής Ασίας.

Η Βιρμανία (από το 1989 ονομάζεται Μιανμάρ) είναι η μεγαλύτερη χώρα της χερσονήσου της Ινδοκίνας. Συνορεύει με την Ινδία και το Μπαγκλαντές στα δυτικά, με την Κίνα στα βόρεια και στα βορειο-ανατολικά και στα ανατολικά με το Λάος και την Ταϋλάνδη, που τον 19ο αιώνα ονομαζόταν Σιάμ. Στα νοτιοδυτικά βρέχεται από τον κόλπο της Βεγγάλης και τη θάλασσα του Ανταμάν.

Οι Βιρμανοί φυλετικά προέρχονται από επιμιξία μεταξύ ινδονησιακών και μογγολικών φυλών, δέχθηκαν δε σημαντική επίδραση από τον ινδικό πολιτισμό. Ασπάσθηκαν τον βουδισμό Θεραβάντα (η θεωρία των παλαιών), γι’ αυτό στη χώρα τους υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός από παγόδες, οικοδομήματα που συνδέονται με τη λατρεία του Βούδα.

Η χώρα αυτή κατοικείται από διάφορες εθνότητες και το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της χαρακτηρίζεται από την αλληλοδιαδοχή δυναστειών και βασιλείων και τη σύγκρουση δύο κυρίως εθνοτήτων, των Βιρμανών και των Μον.

Οι πρώτοι είχαν εγκατασταθεί στις βόρειες και στις κεντρικές περιοχές της χώρας και οι δεύτεροι στον νότο. Η πρώτη βιρμανική δυναστεία ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα από το βασίλειο του Παγκάν, το οποίο τον 13ο αιώνα υπέκυψε ύστερα από τις επιδρομές των Μογγόλων. Δεύτερη ήταν η δυναστεία Τοουνγκού, η παρακμή της οποίας, στις αρχές του 18ου αιώνα, επέτρεψε στους Μον να κυριαρχήσουν για μικρό διάστημα σε ολόκληρη τη Βιρμανία.

Στα μέσα του 18ου αιώνα πρόβαλε η μορφή ενός ικανού στρατιωτικού ηγέτη, ο οποίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Βιρμανών με το όνομα Αλαουνγκπάυα (ο μεγάλος βασιλιάς ή έμβρυο Βούδας) και το 1757 νίκησε οριστικά τους Μον και κατέλαβε τις νότιες περιοχές της χώρας.

Η ένταση στις σχέσεις των Βιρμανών με τους Βρετανούς άρχισε εκείνη την περίοδο, όταν ο Αλαουνγκπάυα κατέστρεψε το 1759 μια εμπορική βάση των Βρετανών στο Νεγκράις (περιοχή της νότιας Βιρμανίας) επειδή πίστευε ότι βοηθούσαν τους Μον.

Ο Αλαουνγκπάυα, ο οποίος πέθανε το 1760, υπήρξε ο ιδρυτής της βιρμανικής δυναστείας των Κονμπάουγκ, η οποία ήταν και η τελευταία πριν από τη βρετανική κατάκτηση. Οι διάδοχοι του Αλαουνγκπάυα, οι οποίοι ανάμεσα στο 1765 και στο 1769 απέκρουσαν τέσσερις κινεζικές εισβολές στο βιρμανικό έδαφος, προχώρησαν σε μια σειρά από κατακτητικούς πολέμους καταλαμβάνοντας το 1766 το Τενασερίμ από το Σιάμ, το 1784 το βασίλειο του Αρακάν και το 1813 το Μανιπούρ.

Αυτή η προέλαση τούς έφερε στα ανατολικά σύνορα της βρετανικής Ινδίας και κατέστησε αναπόφευκτη τη σύγκρουση με τη βρετανική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών (που είχε τότε τον έλεγχο της Ινδίας). Εκείνη την περίοδο οι Βρετανοί ήταν απασχολημένοι με άλλες συγκρούσεις σε διάφορες περιοχές της Ινδίας, καθώς δεν είχαν σταθεροποιήσει ακόμα την κυριαρχία τους σε ολόκληρη τη χώρα.

Έτσι προσπάθησαν αρχικά να προσεγγίσουν τους Βιρμανούς με τη διπλωματία και απέστειλαν αντιπροσώπους στη χώρα τους, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Βιρμανοί μάλιστα κατηγορούσαν τους Βρετανούς ότι τα εδάφη που είχαν υπό τον έλεγχό τους αποτελούσαν βάσεις για επαναστάτες από το Αρακάν.

Το 1819 ανήλθε στον βιρμανικό θρόνο ο Μπαγκιντάου, ο οποίος συνέχισε την επεκτατική πολιτική των προκατόχων του και την ίδια χρονιά κατέλαβε το Ασσάμ. Τον Σεπτέμβριο του 1823 οι Βιρμανοί επιτέθηκαν εναντίον της βρετανικής φρουράς που βρισκόταν στο νησί Σαπούρι, κοντά στην ινδική παραμεθόρια περιοχή του Τσίταγκονγκ.

Τον Ιανουάριο του 1824 επίσης βιρμανικές δυνάμεις από το Μανιπούρ και το Ασσάμ επιτέθηκαν εναντίον του Καχάρ, το οποίο τελούσε υπό βρετανική προστασία. Αυτές οι εξελίξεις προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση των Βρετανών. Τον Μάρτιο του 1824 ο Βρετανός κυβερνήτης της Ινδίας, λόρδος Αμχερστ, κήρυξε τον πόλεμο στη Βιρμανία.

Α’ Βιρμανικός πόλεμος (1824-1826)

Ο Βρετανικός Στρατός συνοδευόμενος από την αίγλη που είχε αποκτήσει ως ο νικητής των Ναπολεοντείων πολέμων και σίγουρος για την ποιότητα της εκπαίδευσης και του οπλισμού του, πίστευε ότι θα πετύχαινε μια εύκολη νίκη και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτή η πεποίθηση γινόταν ακόμα μεγαλύτερη από το γεγονός ότι οι Βιρμανοί μάχονταν στην πλειοψηφία τους με δόρατα και ξίφη (νταχ), αν και στον οπλισμό τους περιλαμβανόταν και ένας αριθμός από μουσκέτα και πυροβόλα. Οι τελευταίοι συνήθιζαν να χρησιμοποιούν στη μάχη ελέφαντες, που αφθονούσαν στην περιοχή, και πάνω τους τοποθετούσαν μικρά πυροβόλα.

Οι Βρετανοί σχεδίαζαν να πλήξουν τους Βιρμανούς σε δύο μέτωπα. Το πρώτο βρισκόταν στο Αρακάν και στο Ασσάμ, περιοχές τις οποίες είχαν καταλάβει πρόσφατα οι Βιρμανοί. Η κύρια προσπάθειά τους όμως ήταν να οργανώσουν μια ναυτική εκστρατεία και να επιτεθούν από τη θάλασσα στη σημαντική πόλη Ρανγκούν, στα νότια της χώρας.

Στο πρώτο μέτωπο οι Βρετανοί αρχικά αιφνιδιάστηκαν. Μια δύναμη περίπου 30.000 Βιρμανών υπό τη διοίκηση του πιο ικανού στρατηγού της χώρας, του Μάχα Μπαντούλα, που είχε διατεθεί με σκοπό να βαδίσει εναντίον του Τσίταγκονγκ, ανέτρεψε έναν μικρό σχηματισμό ινδικών στρατευμάτων (Σεπόυς) στην περιοχή Ραμού στις 17 Μαϊου 1824.

Οι Βρετανοί αντέδρασαν οχυρώνοντας την Τσίταγκονγκ και επιτέθηκαν στο Αρακάν με δυνάμεις που προέρχονταν κυρίως από τον στρατό της ινδικής επαρχίας της Βεγγάλης. Οι Βιρμανοί δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν την αρχική τους επιτυχία και τα βρετανικά στρατεύματα, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μόρισον, μέχρι το καλοκαίρι του 1825 είχαν απωθήσει τους αντιπάλους τους από το Αρακάν και το Ασσάμ.

Στο άλλο μέτωπο ο βρετανικός στόλος κατέπλευσε στον ποταμό Ρανγκούν, δίπλα στην ομώνυμη πόλη, στις 11 Μαϊου 1824. Ο Βρετανικός Στρατός, υπό τη διοίκηση του στρατηγού σερ Αρτσιμπαλντ Κάμπελ, αποτελείτο από περίπου 10.600 άνδρες και περιελάμβανε στρατεύματα κυρίως από το Μαντράς (περιοχή της νοτιοανατολικής Ινδίας), τόσο ευρωπαϊκά όσο και ινδικά.

Τα πλοία των Βρετανών που εισήλθαν στο στόμιο του ποταμού Ρανγκούν δέχτηκαν κάποια πυρά πυροβολικού από τις όχθες, τα οποία ανταπέδωσαν με σφοδρότητα. Οταν τρία βρετανικά συντάγματα αποβιβάστηκαν στην ξηρά διαπίστωσαν ότι οι μόνοι που υπήρχαν στην περιοχή ήταν μερικοί πυροβολητές, οι οποίοι είχαν σκοτωθεί από την προηγούμενη ανταλλαγή πυρών με τον στόλο, ενώ ολόκληρος ο πληθυσμός είχε εγκαταλείψει τη Ρανγκούν.

Μέσα στην πόλη υψωνόταν επιβλητικά, φθάνοντας τα 150 μέτρα ύψος, η ιερή βουδιστική παγόδα των Βιρμανών, η Σουέ Νταγκόν. Λέγεται ότι στη συγκεκριμένη παγόδα πριν από πολλούς αιώνες δύο Βιρμανοί έμποροι, που ήταν αδέλφια, είχαν θάψει οκτώ τρίχες από το κεφάλι του Βούδα μετά τον θάνατο του δασκάλου τους. Το κτίριο ήταν καλυμμένο από χρυσό και πολύτιμους λίθους, των οποίων η λάμψη προκάλεσε το δέος αλλά και τον θαυμασμό των Βρετανών.

Η αρχική ευφορία των Βρετανών για την εύκολη κατάληψη της Ρανγκούν γρήγορα εξαφανίστηκε. Ο Κάμπελ δεν είχε στη διάθεσή του υποζύγια ούτε επαρκείς προμήθειες επειδή ήλπιζε ότι οι κάτοικοι θα τον υποδέχονταν ως ελευθερωτή τους (στις νοτιο-ανατολικές περιοχές κατοικούσαν οι Μον) και θα του χορηγούσαν εφόδια και μέσα μεταφοράς.

Οι δυνάμεις του βρίσκονταν σε μια έρημη πόλη στην αρχή της περιόδου των μουσώνων, χωρίς τη δυνατότητα εύρεσης τροφής ή μέσων μεταφοράς. Σύντομα η αποπνικτική ζέστη και οι καταρρακτώδεις βροχές των μουσώνων άρχισαν να επιφέρουν τα πρώτα πλήγματα στις δυνάμεις του Κάμπελ. Η δυσεντερία και η ελονοσία άρχισαν να θερίζουν και η Ρανγκούν μετατράπηκε σε ένα απέραντο νοσοκομείο.

Ο Κάμπελ σχεδίαζε να κινηθεί με πλοιάρια μέσω του ποταμού Ιραουάντι (ο ποταμός των ελεφάντων) προς την Αβα, τη βιρμανική πρωτεύουσα, αλλά τα οχυρά που είχαν κατασκευάσει οι Βιρμανοί κατά μήκος του ποταμού καθιστούσαν το εγχείρημα αδύνατο. Επρόκειτο για κατασκευές από κορμούς δένδρων εξοπλισμένες με πυροβόλα, τα οποία ποιοτικά υστερούσαν, αλλά αριθμητικά ήταν πολύ περισσότερα από όσα υπολόγιζαν οι Βρετανοί.

Οι Βιρμανοί επιπλέον είχαν στη διάθεσή τους έναν μικρό στόλο από λέμβους τις οποίες χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά στρατευμάτων. Οι πεδιάδες γύρω από τη Ρανγκούν καλύπτονταν από πυκνή και σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα και συχνά τα στρατεύματα μπορούσαν να κινηθούν μόνο μέσω του ποταμού Ρανγκούν.

Κατά τους μήνες που ακολούθησαν σημειώθηκαν σποραδικές συγκρούσεις ανάμεσα στα βρετανο- ινδικά στρατεύματα και στους Βιρμανούς γύρω από τη Ρανγκούν. Σημαντική ήταν για τους Βρετανούς η κατάληψη, στις 10 Ιουνίου, μιας οχυρωμένης θέσης των Βιρμανών στο χωριό Κεμεντίν, λίγο έξω από τη Ρανγκούν.

Ένα μεγάλο μέρος της βρετανικής δύναμης διατέθηκε για τη μεταφορά των βαρέων πυροβόλων λόγω της έλλειψης υποζυγίων. Η μάχη για την κατάληψη του οχυρού υπήρξε σκληρή αλλά άνιση, επειδή οι Βιρμανοί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα βρετανικά πυροβόλα τα οποία έβαλλαν από την ξηρά αλλά και από τις κανονιοφόρους που έπλεαν στο ποτάμι.

Το οχυρό έπεσε ύστερα από έφοδο του βρετανικού πεζικού, οι απώλειες του οποίου ανήλθαν σε δύο νεκρούς και 40 τραυματίες. Οι Βιρμανοί που το υπεράσπιζαν εξοντώθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 140 νεκρούς.

Από τον Ιούλιο ως τον Οκτώβριο οι βρετανικές θέσεις στη Ρανγκούν δεν αντιμετώπισαν κάποια ιδιαίτερη απειλή από τους Βιρμανούς, γεγονός το οποίο ο Κάμπελ αξιοποίησε. Τον Αύγουστο ο τελευταίος έστειλε μια μικρή βρετανική δύναμη να καταλάβει το νησί Συριάμ στο στόμιο του ποταμού Πεγκού. Στις 29 Οκτωβρίου άλλη μια βρετανική δύναμη περίπου 500 ανδρών επιτέθηκε εναντίον της ισχυρά οχυρωμένης Μαρταμπάν, την οποία υπεράσπιζαν 4.000 Βιρμανοί.

Η πόλη κατελήφθη την επόμενη μέρα ύστερα από έφοδο. Οι βρετανικές απώλειες ανήλθαν σε έξι νεκρούς και 15 τραυματίες, ενώ οι Βιρμανοί είχαν 50 νεκρούς. Οι Βρετανοί κατέλαβαν επίσης τις πόλεις Μεργκουί και Ταβόι, θέτοντας έτσι υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη την ακτή του Τενασερίμ.

Η κατάσταση για τους Βρετανούς έγινε κρίσιμη όταν στα τέλη Νοεμβρίου του 1824 μια βιρμανική δύναμη περίπου 60.000 ανδρών υπό τη διοίκηση του στρατηγού Μπαντούλα (ο οποίος είχε ανακληθεί από το Αρακάν) κατέφθασε στη Ρανγκούν. Η δυνάμη του Κάμπελ εξαιτίας των απωλειών (κυρίως από τις ασθένειες) είχε μειωθεί στους 5.000 άνδρες. Οι Βιρμανοί πολύ σύντομα δημιούργησαν οχυρωμένα χαρακώματα τα οποία επέκτειναν προς τις βρετανικές γραμμές.

Παράλληλα εξαπέλυσαν λυσσώδεις επιθέσεις κατά των Βρετανών, ιδιαίτερα στο Κεμεντίν. Αυτές αποκρούστηκαν, χωρίς όμως να υπάρξει βελτίωση της κατάστασης στο βρετανικό στρατόπεδο. Τότε ο Κάμπελ αποφάσισε να παραπλανήσει τους αντιπάλους και διέταξε τους άνδρες του να μειώσουν στο ελάχιστο τον ρυθμό των πυρών τους.

Οι Βιρμανοί πίστεψαν ότι ο εχθρός είχε αρχίσει να κάμπτεται και να αποχωρεί, γι’ αυτό αιφνιδιάστηκαν απόλυτα όταν στις 15 Δεκεμβρίου οι Βρετανοί αντεπιτέθηκαν με δύναμη 1.300 ανδρών και ανέτρεψαν τις οχυρωμένες θέσεις τους. Οι απώλειες των Βρετανών ήταν 17 νεκροί και 118 τραυματίες.

Ο Κάμπελ ύστερα από εκείνη την επιτυχία και έχοντας λάβει ενισχύσεις αποφάσισε στις αρχές Φεβρουαρίου του 1825 να προχωρήσει βορειότερα προς την πόλη Προμέ. Χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο τμήματα. Το πρώτο, στο οποίο ηγείτο ο ίδιος, προχωρούσε από την ξηρά με κατεύθυνση το Προμέ.

Το δεύτερο τμήμα, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Κότον, θα έπλεε με τον στολίσκο μέσω του ποταμού Ιραουάντι σκοπεύοντας στην κατάληψη της πόλης Ντάνουμπιου. Την πόλη αυτή υπεράσπιζε μια βιρμανική δύναμη περίπου 15.000 ανδρών. Μεγάλος αριθμός των Βιρμανών έφερε μουσκέτα. Στη διάθεσή τους υπήρχαν και αρκετά πυροβόλα. Η επίθεση των Βρετανών εναντίον των βιρμανικών θέσεων αρχικά αποκρούστηκε.

Όταν ο Κάμπελ ενημερώθηκε γι’ αυτή την εξέλιξη στις 11 Μαρτίου, έσπευσε να βοηθήσει τον Κότον. Η δύναμή του έφθασε έξω από την πόλη στις 25 Μαρτίου. Το ίδιο βράδυ 2.000 περίπου Βιρμανοί με τη χρησιμοποίηση ελεφάντων βγήκαν από τις θέσεις τους προσπαθώντας να υπερφαλαγγίσουν τους Βρετανούς. Εκείνοι όμως δεν αιφνιδιάστηκαν και εξαπολύοντας σφοδρό πυρ ανάγκασαν τους αντιπάλους τους να υποχωρήσουν.

Οι συντονισμένες βρετανικές επιθέσεις που ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες και η χρήση των πυροβόλων και των ρουκετών τα οποία διέθεταν οι Βρετανοί, προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους Βιρμανούς (ανάμεσα στις οποίες ήταν και ο ίδιος ο Μπαντούλα). Στις 2 Απριλίου οι Βρετανοί κατέλαβαν το Ντάνουμπιου χωρίς αντίσταση, καθώς οι Βιρμανοί είχαν αποχωρήσει κατά τη διάρκεια της νύκτας.

Στην κατοχή τους περιήλθε σημαντικός αριθμός σιδερένιων και ορειχάλκινων πυροβόλων αλλά και ποσότητες πυρομαχικών, τα οποία άφησαν πίσω τους οι Βιρμανοί. Οι συνολικές απώλειες των Βρετανών στο Ντάνουμπιου από τις 25 Μαρτίου ως τις 2 Απριλίου ήταν 7 νεκροί και 42 τραυματίες.

Ο Κάμπελ συνέχισε την προέλαση προς το Προμέ, το οποίο κατελήφθη στις 25 Απριλίου 1825. Οι δυνάμεις του παρέμειναν εκεί κατά τη διάρκεια των μουσώνων. Για άλλη μια φορά το ανθυγιεινό κλίμα και οι σποραδικές επιθέσεις των Βιρμανών προκάλεσαν σημαντικές απώλειες στα βρετανο-ινδικά στρατεύματα.

Στα τέλη Νοεμβρίου οι Βιρμανοί συγκέντρωσαν ισχυρές δυνάμεις, περίπου 50.000 άνδρες, σε μικρή απόσταση από το Προμέ, το οποίο υπεράσπιζε μια δύναμη 3.000 Βρετανών και 2.000 Ινδών. Στη σύνθεση του βιρμανικού στρατού, ο οποίος αποτελείτο από δυνάμεις πεζικού και ιππικού, περιλαμβάνονταν και 10.000 πολεμιστές Σαν, μια φιλοπόλεμη εθνότητα που κατοικούσε στα βορειοδυτικά της χώρας.

Ο Κάμπελ περίμενε μερικές ημέρες την επίθεση των Βιρμανών στο Προμέ. Οταν αυτή δεν έγινε, αποφάσισε να κινηθεί την 1η Δεκεμβρίου εναντίον των εχθρικών θέσεων. Σε απόσταση περίπου 10 χιλιομέτρων από το Προμέ ένα τμήμα του στρατού του, δύναμης 1.700 ανδρών, εισήλθε σε ένα δίκτυο οχυρών τα οποία φαίνονταν έρημα. Οι Βρετανοί αιφνιδιάστηκαν όταν δέχθηκαν τα σφοδρά πυρά μιας ισχυρής βιρμανικής δύναμης που φάνηκε μέσα από τα οχυρά.

Σύντομα όμως ανασυντάχθηκαν και εξαπολύοντας έφοδο με την ξιφολόγχη κατάφεραν να κάμψουν τη βιρμανική αντίσταση. Οι Βιρμανοί υποχώρησαν αφήνοντας πίσω τους 300 νεκρούς. Οι βρετανικές απώλειες ανήλθαν σε 18 νεκρούς και 36 τραυματίες.

Οι Βιρμανοί τις επόμενες ημέρες μετέφεραν τις θέσεις τους στο Μαλούν, από όπου στις 26 Δεκεμβρίου ζήτησαν διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Οταν έγινε φανερό ότι ήθελαν να κερδίσουν χρόνο για να συνεχίσουν τον πόλεμο, ο Κάμπελ συνέχισε την προέλασή του στις 19 Ιανουαρίου 1826 και απώθησε τις βιρμανικές δυνάμεις από το Μαλούν. Στις 9 Φεβρουαρίου νίκησε τους Βιρμανούς σε μικρή απόσταση από την Αβα. Η νέα ήττα υποχρέωσε τους Βιρμανούς να ζητήσουν συνθηκολόγηση.

Ο βασιλιάς τους, Μπαγκιντάου, υπέγραψε τη συνθήκη του Γιανταμπού (24 Φεβρρουαρίου 1826), με βάση την οποία οι Βιρμανοί παραχωρούσαν στους Βρετανούς το Αρακάν, το Ασσάμ, το Μανιπούρ και την ακτή του Τενασερίμ και συμφωνούσαν να καταβάλουν πολεμική αποζημίωση και να αφήσουν ελεύθερη τη διεξαγωγή του βρετανικού εμπορίου στο έδαφός τους. Οταν ικανοποιήθηκαν αυτές οι απαιτήσεις τα βρετανικά στρατεύματα αποχώρησαν.

Ο Α’ Βιρμανικός Πόλεμος προκάλεσε σημαντικές απώλειες στα βρετανο-ινδικά στρατεύματα (ιδιαίτερα εξαιτίας των ασθενειών), οι οποίες έφθασαν τους 15.000 άνδρες. Οι Βρετανοί άρχισαν τον πόλεμο πιστεύοντας ότι θα πετύχαιναν μια εύκολη νίκη. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι δεν είχαν επαρκή γνώση της χώρας εναντίον της οποίας εκστράτευαν, χαρακτηριστικές δε ήταν οι ελλείψεις τους σε εφόδια και μέσα μεταφοράς.

Αντιμετώπισαν επιπλέον έναν αντίπαλο ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις προέβαλε ισχυρή αντίσταση, ιδιαίτερα μέσα από τις οχυρωμένες θέσεις του, δυσκολεύοντας έτσι τη βρετανική προέλαση. Η τελική επικράτηση των Βρετανών οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον ανώτερο εξοπλισμό τους συγκριτικά με τον απαρχαιωμένο οπλισμό των Βιρμανών, αλλά και στον μεγάλο αριθμό ανδρών που μπορούσε να αντληθεί από την Ινδία. Η βρετανική νίκη αποδυνάμωσε σημαντικά τη Βιρμανία και οδήγησε στην εξάπλωση της βρετανικής επιρροής στην περιοχή.

Β’ Βιρμανικός πόλεμος. Η κατάκτηση της Νότιας Βιρμανίας (1852-1853)

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την υπογραφή της συνθήκης η οποία τερμάτισε τον Α’ Βιρμανικό Πόλεμο, οι διάδοχοι του Μπαγκιντάου άρχισαν να επιδεικνύουν τα αντι-βρετανικά τους αισθήματα. Τo 1851 o κυβερνήτης της Ρανγκούν, Μάουνγκ Οκ, κατηγόρησε τους Βρετανούς ιδιοκτήτες δύο εμπορικών πλοίων για φόνο και τους επέβαλε υπέρογκο χρηματικό πρόστιμο.

Τούτο το γεγονός αλλά και γενικότερα η εχθρική στάση των Βιρμανών προς τους Βρετανούς εμπόρους οδήγησε τους τελευταίους να ζητήσουν την παρέμβαση του κυβερνήτη της Ινδίας. Εκείνη την περίοδο κυβερνήτης ήταν ο λόρδος Ντάλουσι. Εκείνος έστειλε στη Ρανγκούν τον αρχιπλοίαρχο Λάμπερτ με τρία πολεμικά πλοία προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα.

Ο Λάμπερτ απαίτησε από τον Βιρμανό βασιλιά Παγκάν Μιν την αντικατάσταση του κυβερνήτη της Ρανγκούν και την καταβολή αποζημίωσης στους εμπόρους που είχαν κατηγορηθεί. Ο Βιρμανός μονάρχης υπό την απειλή των βρετανικών πλοίων μπροστά στη Ρανγκούν υπέκυψε και αποδέχθηκε τις βρετανικές απαιτήσεις. Ο Βρετανός αρχιπλοίαρχος ζήτησε τότε από τον νέο κυβερνήτη να δεχθεί μια αντιπροσωπεία Βρετανών αξιωματικών.

Όταν εκείνοι έφθασαν στην οικία του κυβερνήτη οι υπηρέτες τους ανακοίνωσαν ότι δεν μπορούσε να τους δεχθεί επειδή κοιμόταν. Ο Λάμπερτ θεωρώντας προσβλητική αυτή τη συμπεριφορά αντέδρασε στις 6 Ιανουαρίου 1852 καταλαμβάνοντας τα πλοία του Βιρμανού βασιλιά στον ποταμό Ρανγκούν και κηρύσσοντας σε κατάσταση αποκλεισμού τους ποταμούς Ρανγκούν, Μπασέιν και Σαλουήν.

Οι Βιρμανοί απάντησαν ανοίγοντας πυρ κατά των βρετανικών πλοίων, τα οποία ανταπέδωσαν με επιτυχία τα πυρά. Ο λόρδος Ντάλουσι ενημερώθηκε γι’ αυτές τις εξελίξεις και απέστειλε στις 15 Μαρτίου 1852 στον βασιλιά Παγκάν Μιν ένα τελεσίγραφο, με το οποίο του ζητούσε να σταματήσουν οι παρενοχλήσεις των βρετανικών πλοίων και η κακή μεταχείριση των Βρετανών εμπόρων. Οι Βιρμανοί δεν έστειλαν απάντηση και έτσι οι Βρετανοί αποφάσισαν να εκστρατεύσουν για δεύτερη φορά εναντίον της Βιρμανίας.

Στις αρχές Απριλίου ο βρετανικός στόλος, αποτελούμενος από 18 πλοία, κατευθύνθηκε προς τη Ρανγκούν. Ο στρατός που επέβαινε αποτελείτο από δυνάμεις πεζικού και πυροβολικού και περιελάμβανε ευρωπαϊκά και ινδικά συντάγματα από το Μαντράς και τη Βεγγάλη. Η συνολική δύναμη ήταν περίπου 8.000 άνδρες.

Η διοίκηση είχε ανατεθεί στον στρατηγό Χένρυ Γκόντγουιν. Πριν επιτεθεί εναντίον της Ρανγκούν ο Γκόντγουιν αποφάσισε να πλήξει πρώτα την πόλη Μαρταμπάν, απέναντι από τη Μουλμέιν, πρωτεύουσα της επαρχίας Τενασερίμ. Οταν τα βρετανικά πλοία έφθασαν μπροστά από τα οχυρά των Βιρμανών δέχθηκαν τα πυρά των αμυνομένων. Οι Βρετανοί απάντησαν με σφοδρό κανονιοβολισμό. Ακολούθησε απόβαση στρατιωτικών τμημάτων, τα οποία κατέλαβαν την πόλη γρήγορα και με μικρές απώλειες.

Στις 11 Απριλίου ο βρετανικός στόλος προσέγγισε τη Ρανγκούν. Αφού βομβάρδισε τα παράκτια οχυρά των Βιρμανών σύντομα τα έκανε να σιγήσουν. Την επόμενη μέρα οι Βρετανοί αποβίβασαν δύο ταξιαρχίες, από τις οποίες η πρώτη ενεπλάκη άμεσα στις πολεμικές επιχειρήσεις και η δεύτερη παρείχε υποστήριξη. Από τις 12 ως τις 14 Απριλίου διεξήχθησαν σφοδρές μάχες στη Ρανγκούν, ιδιαίτερα γύρω από την ιερή παγόδα των Βιρμανών, τη Σουέ Νταγκόν.

Το κτίριο βρισκόταν πάνω σε ύψωμα το οποίο οι Βιρμανοί υπεράσπιζαν με πυροβόλα και μουσκέτα. Οι Βρετανοί αρχικά έβαλαν εναντίον της παγόδας με το πυροβολικό τους, χωρίς να κάμψουν τη βιρμανική αντίσταση. Ακολούθησε τότε μαζική έφοδος του πεζικού. Οι Βρετανοί στο τέλος υπερίσχυσαν. Οι απώλειές τους ανήλθαν σε 17 νεκρούς και 132 τραυματίες. Οι Βιρμανοί ύστερα από την απώλεια της Ρανγκούν αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν βορειότερα.

Ο στρατηγός Γκόντγουιν ύστερα από την παρέλευση ενός περίπου μήνα αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον του Μπασέιν, μιας σημαντικής πόλης στο νότιο Αρακάν. Η πόλη αυτή ήταν ισχυρά οχυρωμένη και την υπεράσπιζε βιρμανική δύναμη 7.000 ανδρών. Ο βρετανικός στολίσκος (που μετέφερε 800 άνδρες) επιτέθηκε εναντίον της. Οι Βρετανοί κατέλαβαν το Μπασέιν ύστερα από έφοδο στις 19 Μαϊου. Στις 3 Ιουνίου 1852 οι δυνάμεις του Γκόντγουιν κατέλαβαν το Πεγκού, ύστερα από σκληρή μάχη γύρω από την παγόδα Σουέ Μάου ντάου.

Στη συνέχεια προχώρησαν μέσω του ποταμού Ιραουάντι και στις 9 Οκτωβρίου περιήλθε στην κατοχή τους το Προμέ. Στις αρχές Δεκεμβρίου ο λόρδος Ντάλουσι πληροφόρησε τον βασιλιά Παγκάν Μιν ότι το νότιο τμήμα της χώρας του αποτελούσε πλέον βρετανική κτήση και ότι κάθε προσπάθεια περαιτέρω αντίστασης θα σήμαινε την ολοκληρωτική καταστροφή του βασιλείου του. Οι Βιρμανοί τότε υπέκυψαν. Στις 20 Ιανουαρίου 1853 ανακοινώθηκε από τους Βρετανούς η προσάρτηση της νότιας Βιρμανίας,που τερμάτισε τον Β’ Βιρμανικό Πόλεμο χωρίς την υπογραφή κάποιας συνθήκης.

Ο Β’ Βιρμανικός Πόλεμος σήμανε την αρχή του τέλους για το βιρμανικό βασίλειο. Οι Βρετανοί με μια γρήγορη σχετικά προέλαση και με το πλεονέκτημα του ανώτερου εξοπλισμού τους είχαν νικήσει πάλι τους Βιρμανούς και είχαν θέσει υπό τον έλεγχό τους το νότιο τμήμα της χώρας. Οι Βιρμανοί, αν και στη συγκεκριμένη σύγκρουση διέθεταν μεγαλύτερο αριθμό τυφεκίων, είχαν δυνάμεις και μαχητικότητα που υπολείπονταν αρκετά από εκείνες του πρώτου πολέμου. Η παρακμή του βασιλείου ήταν πλέον φανερή. Το ολοκληρωτικό κτύπημα δεν θα αργούσε να έλθει.

Γ’ Βιρμανικός πόλεμος. Η κατάκτηση της Βόρειας Βιρμανίας (1885)

Ο βασιλιάς Παγκάν Μιν, ο οποίος είχε κυβερνήσει αυταρχικά και με σκληρότητα (λέγεται ότι εξόντωσε περίπου 6.000 υπηκόους του), ανατράπηκε τον Φεβρουάριο του 1853. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του, Μιντόν Μιν. Ο Μιντόν αποδείχθηκε προοδευτικός βασιλιάς. Εδωσε μια τελευταία αναλαμπή στο βιρμανικό βασίλειο, που είχε πια περιοριστεί στο βόρειο τμήμα της χώρας.

Αν και αρχικά δεν αποδέχθηκε την προσάρτηση του νότιου τμήματος της Βιρμανίας, στη συνέχεια προσπάθησε να διατηρήσει καλές σχέσεις με τους Βρετανούς. Το 1857 μετέφερε την πρωτεύουσα της χώρας στη Μανταλέϋ, μια πόλη που είχε δημιουργήσει ο ίδιος και έφερε αυτό το όνομα επειδή το κέντρο της σχημάτιζε μια τέλεια βουδιστική Μαντάλα (μυστικιστικό σχέδιο το οποίο υιοθετούσαν στα πολλά θρησκευτικά βουδιστικά οικοδομήματα).

Το 1867 προχώρησε στη σύναψη μιας εμπορικής συνθήκης με τους Βρετανούς, που τους έδινε το δικαίωμα να έχουν εμπορική δραστηριότητα σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Μιντόν επίσης επεδίωξε να φέρει το βιρμανικό βασίλειο σε μεγαλύτερη επαφή με τον έξω κόσμο. Το 1872 φιλοξένησε στη Μανταλέυ την πέμπτη μεγάλη βουδιστική σύνοδο.

Ο Μιντόν είχε πολλές γυναίκες και παιδιά. Πέθανε το 1878 χωρίς να ορίσει διάδοχο. Στον θρόνο κατάφερε να αναρριχηθεί ο νεαρός γιος του, πρίγκηπας Θιμπάου, αν και είχε κατώτερη θέση στην ιεραρχία. Η έναρξη της βασιλείας του Θιμπάου ήταν ιδιαίτερα αιματηρή. Ο νέος βασιλιάς, που βρισκόταν υπό την επιρροή της γυναίκας του, Σουπαλαγιάτ (με την εύνοια αυτής και της μητέρας της είχε ανέλθει στον θρόνο), εξόντωσε τον Φεβρουάριο του 1879 μεγάλο αριθμό συγγενών του για να μην υπάρχουν διεκδικητές του θρόνου.

Οι σφαγές σε περιόδους διαδοχής δεν ήταν άγνωστες στο βιρμανικό βασίλειο. Η συγκεκριμένη όμως ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Ανάμεσα στα θύματα, που έφθασαν τα 80, υπήρχαν και 18 αδέλφια και αδελφές του Θιμπάου. Λέγεται ότι κάποια από αυτά θανατώθηκαν με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο. Ετάφησαν ζωντανά μέσα σε έναν μεγάλο λάκκο και στη συνέχεια ποδοπατήθηκαν από ελέφαντες.

Οι σφαγές αυτές προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των Βρετανών. Εκείνο, όμως, που τους εξόργισε ιδιαίτερα τα επόμενα χρόνια ήταν οι διπλωματικές επαφές του Θιμπάου με τους Γάλλους, ανταγωνιστές τους στην αποικιακή εξάπλωση. Οι Γάλλοι εκείνη την περίοδο είχαν αρχίσει να επεκτείνουν την επιρροή τους σε άλλες περιοχές της νοτιο-ανατολικής Ασίας.

Ο Θιμπάου τον Μάρτιο του 1882 έστειλε μια επίσημη αποστολή στο Παρίσι με σκοπό την υπογραφή συνθήκης με τη Γαλλία. Ο Βιρμανός μονάρχης είχε επίσης την πρόθεση να επιτρέψει στους Γάλλους να κατασκευάσουν μια σιδηροδρομική γραμμή ανάμεσα στη Μανταλέυ και στο γαλλικό αποικιακό λιμάνι της Χαϊφόνγκ στο Ανάμ (Βόρειο Βιετνάμ). Αλλο ένα γεγονός που προκαλούσε τη βρετανική αντίδραση ήταν η μονοπωλιακή πολιτική του Θιμπάου, η οποία περιόριζε σημαντικά τη δραστηριότητα των Βρετανών εμπόρων, που εποφθαλμιούσαν τα πλούσια κοιτάσματα ρουμπινιών στο βόρειο τμήμα της χώρας.

Η αφορμή για την έκρηξη του Γ’ Βιρμανικού Πολέμου ήταν η επιβολή ενός τεραστίου προστίμου από τον Θιμπάου στην εμπορική εταιρία Βομβάης-Βιρμανίας, με την κατηγορία της απάτης σε βάρος του βιρμανικού βασιλείου. Αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν τον νέο κυβερνήτη της Ινδίας, λόρδο Ντάφεριν, να αποστείλει στις 22 Οκτωβρίου 1885 τελεσίγραφο με το οποίο απαιτούσε από τον Θιμπάου την προστασία των Βρετανών υπηκόων και των βρετανικών συμφερόντων.

Οι Βρετανοί ζητούσαν, εκτός από την ανάκληση του προστίμου, τη διευκόλυνση του εμπορίου τους μέσω Βιρμανίας με την Κίνα, αλλά και να έχουν συμβουλευτικό ρόλο στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Ουσιαστικά είχαν την πρόθεση να καταστήσουν προτεκτοράτο τους το υπόλοιπο τμήμα του βιρμανικού βασιλείου. Ο Θιμπάου κάθε άλλο παρά υποχώρησε. Στις 7 Νοεμβρίου παρότρυνε τους υπηκόους του «να πετάξουν» τους Βρετανούς στη θάλασσα και παράλληλα ανακοίνωσε στους Βρετανούς την απόρριψη του τελεσιγράφου τους.

Οι Βρετανοί προχώρησαν στη συγκρότηση τριών ταξιαρχιών υπό τη διοίκηση του στρατηγού Χάρυ Πρέντεργκαστ, με σκοπό την ανατροπή του Θιμπάου. Το στράτευμά τους, που αποτελείτο από ευρωπαϊκές και ινδικές δυνάμεις του Μαντράς, αριθμούσε περίπου 10.000 άνδρες με σημαντικό αριθμό πυροβόλων και 24 πολυβόλα. Η αναμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή των Βρετανών σε συνδυασμό με την ταχύτατη προέλασή τους δεν άφησε πολλά περιθώρια αντίδρασης στους Βιρμανούς.

Το βιρμανικό βασίλειο βρισκόταν σε παρακμή και δεν είχε την ισχύ της περιόδου του πρώτου πολέμου. Επίσης ο Βιρμανικός Στρατός ήταν μειωμένης σύνθεσης (περίπου 15.000 άνδρες και ο απαρχαιωμένος οπλισμός δεν του επέτρεπε να προβάλει σοβαρή αντίσταση. Οι ίδιοι οι Βρετανοί, που είχαν εκτιμήσει τις μαχητικές ικανότητες των Βιρμανών κατά τον πρώτο πόλεμο, χαρακτήρισαν τον Βιρμανικό Στρατό της τελευταίας περιόδου του βασιλείου ως ένα απείθαρχο σύνολο το οποίο είχε ροπή στις λιποταξίες.

Οι Βρετανοί χρησιμοποίησαν έναν στολίσκο από ατμόπλοια και πλέοντας από τη Ρανγκούν μέσω του ποταμού Ιραουάντι εξουδετέρωσαν στις 15 και στις 16 Νοεμβρίου πολλά από τα παρόχθια πυροβολεία των Βιρμανών. Στις 17 Νοεμβρίου διεξήχθη η πιο σημαντική μάχη του πολέμου, όταν οι Βρετανοί έπληξαν τις ισχυρά οχυρωμένες θέσεις των Βιρμανών στην πόλη Μίνχα. Η επίθεση κατά των Βιρμανών εξαπολύθηκε από μια ινδική ταξιαρχία που είχε την υποστήριξη του πυροβολικού από τα ατμόπλοια.

Στη σύντομη αλλά σκληρή σύγκρουση που ακολούθησε οι Βιρμανοί ηττήθηκαν με απώλειες 170 νεκρούς και 276 αιχμαλώτους. Αρκετοί πνίγηκαν στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν από το ποτάμι. Οι απώλειες των Ινδών ήταν 4 αξιωματικοί και 26 οπλίτες νεκροί. Οι Βρετανοί συνέχισαν την προέλασή τους. Στις 26 Νοεμβρίου 1885, καθώς τα στρατεύματά τους πλησίαζαν στην παλαιά πρωτεύουσα Αβα, ο Θιμπάου αποφάσισε να παραδοθεί και διέταξε τον στρατό του να καταθέσει τα όπλα.

Στις 28 Νοεμβρίου κατελήφθη η Μανταλέυ και λεηλατήθηκαν τα βασιλικά ανάκτορα. Οι Βρετανοί προσάρτησαν το βόρειο τμήμα της Βιρμανίας την 1η Ιανουαρίου 1886 (ως δώρο στη βασίλισσα Βικτωρία). Ο Θιμπάου εξορίστηκε στην Ινδία. Με αυτό τον τρόπο η βρετανική αποικιακή κυριαρχία εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα.

Η βρετανική νίκη, που επιτεύχθηκε σύντομα και εύκολα, δεν έφερε την ειρήνη στη Βιρμανία. Αρκετοί Βιρμανοί στρατιώτες στους οποίους είχε επιτραπεί να διατηρήσουν τον οπλισμό τους, σχημάτισαν ανταρτικές ομάδες και συνέχισαν τον πόλεμο κατά των Βρετανών. Οι αντάρτες (ντάκοϊτς) οπλισμένοι με μουσκέτα και ξίφη, ακολουθούσαν διάφορους αρχηγούς, που τους αποκαλούσαν μπο (συνταγματάρχες), και εξαπέλυαν επιθέσεις σε χωριά και πόλεις της Βιρμανίας.

Η αντιμετώπιση τους δεν ήταν εύκολη, τόσο εξαιτίας της φύσης του εδάφους στο οποίο δρούσαν, όσο και λόγω του ότι αυτές οι ομάδες ήταν ανεξάρτητες μεταξύ τους και χωρίς κεντρική διοίκηση. Η ευθύνη για την εξουδετέρωση των ανταρτών, τους οποίους οι Βρετανοί χαρακτήριζαν συνολικά ως ληστές, χωρίς να διαχωρίζουν τα εγκληματικά στοιχεία από τους πατριώτες, ανατέθηκε στον στρατηγό σερ Φρέντερικ Ρόμπερτς.

Ο Ρόμπερτς οργάνωσε ένα δίκτυο από φυλάκια και χρησιμοποίησε μικρές, ελαφρά εξοπλισμένες ομάδες (κυρίως από Ινδούς και μέλη τοπικών φυλών) που επιχειρούσαν μέσα στη ζούγκλα. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Βρετανών στη Βιρμανία διήρκεσαν αρκετά χρόνια (υπήρξαν σημαντικές απώλειες από τις μάχες και τις ασθένειες), μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1890, οπότε απέκτησαν πλήρως τον έλεγχο της χώρας και την κατέστησαν ινδική επαρχία.

Συμπέρασμα

Τον 19ο αιώνα η Ινδία αποτέλεσε το ορμητήριο των Βρετανών για πολλούς πολέμους στην ευρύτερη περιοχή. Οι Βιρμανικοί Πόλεμοι, που διεξήχθησαν στα ανατολικά σύνορα της υπό βρετανική κατοχή Ινδίας, δεν απέκτησαν την ίδια φήμη με τους πολέμους των Βρετανών στα βορειοδυτικά σύνορα, κυρίως στο Αφγανιστάν. Διεξήχθησαν όμως εναντίον ενός αντιπάλου ο οποίος τουλάχιστον κατά τον Α’ Πόλεμο αποδείχθηκε αρκετά ισχυρός και αξιόμαχος. Ως προς εκείνη τη σύγκρουση μπορεί να θεωρηθεί ότι η βιρμανική επεκτατικότητα προκάλεσε τη βρετανική αντίδραση.

Ωστόσο οι δύο πόλεμοι που ακολούθησαν έγιναν για την προάσπιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή. Τα οικονομικά κίνητρα διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην κατάληψη της Βιρμανίας, καθώς η χώρα ήταν πολύ πλούσια σε δάση με δένδρα τηκ αλλά και σε πολύτιμους λίθους, κυρίως ρουμπίνια. Οι Βρετανοί με τον Γ’ Πόλεμο ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Βιρμανίας επειδή δεν ήθελαν πλέον να υπάρχει ένα ανεξάρτητο βασίλειο στην περιοχή και επιθυμούσαν να ανακόψουν την επέκταση των Γάλλων, οι οποίοι είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν σημαντικά εδάφη της νοτιοανατολικής Ασίας.

Η Βιρμανία υπήρξε πεδίο σκληρών μαχών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στους Βρετανούς και στους Ιάπωνες. Οι τελευταίοι την κατείχαν από το 1942 ως το 1945. Τότε αρκετοί Βιρμανοί συνεργάστηκαν με τους Ιάπωνες εναντίον των Βρετανών. Η χώρα στη συνέχεια επανήλθε στη βρετανική κυριαρχία. Απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1948.

Οι ελέφαντες στη Βιρμανία ως σύμβολα δύναμης και καλής τύχης

Οι λαοί της νοτιο-ανατολικής Ασίας από την αρχαιότητα περιέβαλλαν με μεγάλη εκτίμηση και θαυμασμό τους ελέφαντες, που αφθονούσαν στην περιοχή τους. Τα ζώα αυτά χρησιμοποιήθηκαν σε πολεμικές επιχειρήσεις από όλα σχεδόν τα βασίλεια της νοτιο-ανατολικής Ασίας, το βασίλειο των Χμερ στην Καμπότζη, τη Βιρμανία και το Σιάμ. Για τους βασιλείς της Βιρμανίας και του Σιάμ είχε μεγάλη σημασία η κατοχή πολλών ελεφάντων, ιδιαίτερα λευκών, επειδή οι τελευταίοι θεωρούντο σύμφωνα με τον θρύλο σύμβολα ιερής δύναμης και καλοτυχίας.

Οι βασιλικοί λευκοί ελέφαντες δεν ελάμβαναν μέρος στον πόλεμο αλλά απολάμβαναν στα ανάκτορα τις φροντίδες των αξιωματούχων του βασιλιά. Οταν ένας λευκός βασιλικός ελέφαντας πέθαινε, αυτό προμήνυε συμφορές για τον βασιλιά και το βασίλειό του. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Θιμπάου, του τελευταίου Βιρμανού μονάρχη, ο οποίος στόλισε τον ετοιμοθάνατο αγαπημένο του λευκό ελέφαντα με κοσμήματα αμύθητης αξίας προκειμένου να διώξει τα κακά πνεύματα.

Όταν ο ελέφαντας πέθανε, οι οιωνοσκόποι του βασιλιά προέβλεψαν ότι το βασίλειο θα αντιμετώπιζε μεγάλες συμφορές, πλημμύρες, σεισμούς και επιδημίες. Η καταστροφή ήλθε τελικά αλλά από τους Βρετανούς, οι οποίοι ανέτρεψαν τον Θιμπάου και κατέλαβαν το βιρμανικό βασίλειο.