Οικονομικό κραχ: Bank of United 1930 και Lehman Brothers 2008

Mια κορυφαία τράπεζα της Ν. Υόρκης αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα. Οι αρχές προσπαθούν να πείσουν άλλες τράπεζες, οι οποίες είναι περισσότερο υγιείς να τη σώσουν προκειμένου να αποτρέψουν μία κατάρρευση η οποία θα προκαλούσε τεράστια προβλήματα. Τελικώς κανείς δεν αποφασίζει να την αγοράσει και η τράπεζα καταρρέει.

Γνωστή ιστορία, σωστά; Σας θυμίζει την Lehman Brothers; Oμως δεν είναι η Lehman η τράπεζα που αναφερόμαστε αλλά η Bank of United States η οποία κατέρρευσε το 1930.

Έως τον Μάιο του 1930 η αμερικανική αγορά είχε κατορθώσει να «καλύψει» το 50% των απωλειών της από την κρίση το φθινόπωρο του 1929. Οι New York Times, μάλιστα, δεν θεώρησαν ότι η κάθετη πτώση της αγοράς ήταν τόσο αξιόλογη ώστε να τη χαρακτηρίσουν ως το «Γεγονός της Χρονιάς» για το 1929 και προτίμησαν να επιλέξουν γι’ αυτήν την τιμή την πτήση του ναυάρχου Byrd πάνω από τον Νότιο Πόλο.

Όταν, δε, μία ομάδα κληρικών φρόντισε να επισκεφθεί τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Hoover τον Απρίλιο του 1929 προκειμένου να του τονίσουν ότι θα έπρεπε να επιταχύνει τα προγράμματα βελτίωσης των υποδομών των ΗΠΑ, εκείνος τους απάντησε «δυστυχώς, κύριοι, αργήσατε κατά 60 ημέρες. Η ύφεση είναι πλέον παρελθόν για τις ΗΠΑ».

Κατόπιν, όμως, στη χώρα ψηφίστηκε ο νόμος Smoot-Hawley, ο οποίος αφορούσε επιβολή υψηλών δασμών. Βάσει αυτού επιβλήθηκαν εξαιρετικά υψηλοί δασμοί σε 20.000 εισαγόμενα προϊόντα στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα η αγορά να γυρίσει σε πτωτική πορεία και οι καταρρεύσεις τραπεζών ξεκίνησαν εκ νέου. Κατά τη διάρκεια του 1929 καταγράφηκαν 659 καταρρεύσεις αμερικανικών τραπεζών. Αν και σήμερα αυτός ο αριθμός μοιάζει απίστευτος, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ήταν ουσιαστικά κοντά στο μέσο όρο των ετήσιων τραπεζικών καταρρεύσεων εκείνη την εποχή. Παράλληλα δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για μικρές τράπεζες, σε αγροτικές περιοχές, οι οποίες ήταν θύματα της ύφεσης που έπληττε τον αγροτικό κλάδο για σειρά ετών.

Μάλιστα το χρηματοοικονομικό σύστημα δεν θεωρούσε μέλη του τις συγκεκριμένες τράπεζες. Ο γερουσιαστής Carter Glass – ο οποίος είχε υπογράψει τον νόμο που δημιούργησε τη Federal Reserve το 1913 και ήταν επίσης «συντάκτης» του νόμου Glass-Steagall το 1933, βάσει του οποίου αναμορφώθηκε το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ – τόνισε σε δηλώσεις του ότι οι συγκεκριμένες τράπεζες ήταν «αμελητέα ποσότητα» και τις χαρακτήρισε ως «ενεχυροδανειστήρια τα οποία διοικούν μπακάληδες οι οποίοι αυτοχαρακτηρίζονται ως τραπεζίτες».

Ο αριθμός των τραπεζικών καταρρεύσεων το 1930 ήταν υψηλός, αλλά όχι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να προκαλεί έντονες ανησυχίες, τουλάχιστον έως τους δύο τελευταίους μήνες του έτους. Το τελευταίο δίμηνο του 1930, κατέρρευσαν ακόμη 600 τράπεζες, με αποτέλεσμα οι συνολικές πτωχεύσεις για το έτος να φθάσουν στις 1.352 τράπεζες. Η οικονομία εισήλθε σε κάθετη υποχώρηση της ανάπτυξής της και η «ύφεση» του Hoover μετατράπηκε στην επονομαζόμενη «Μεγάλη Yφεση», όρος ο οποίος συνδέθηκε άμεσα με τη δεκαετία του ‘Α30, αποτέλεσε τον βασικό της χαρακτηρισμό.

Η συμβολή της Bank of United States

Ο βασικός λόγος για τις συνεχιζόμενες τραπεζικές καταρρεύσεις ήταν, φυσικά, η χρεοκοπία της Bank of United States. Δεν επρόκειτο για μία μικρή, περιφερειακή τράπεζα. Hταν η τέταρτη μεγαλύτερη τράπεζα από πλευράς καταθέσεων της Ν. Υόρκης, της οικονομικής πρωτεύουσας των ΗΠΑ. Είχε 60 υποκαταστήματα και καταθέσεις ύψους 268 εκατ. δολαρίων (προκειμένου να κάνετε τη σύγκριση, ο κύκλος εργασιών της Fed το 1930 ήταν τέσσερα δισ. δολάρια). Είχε 450.000 καταθέτες, δηλαδή περίπου το 10% όσων διέθεταν καταθετικό, τραπεζικό λογαριασμό στη Ν. Υόρκη.

Ο μέσος καταθετικός λογαριασμός ήταν χαμηλότερος των 600 δολαρίων. Η Bank of United States δεν ήταν μία από τις «λαμπερές» τράπεζες της Ν. Υόρκης. Hταν γνωστή ως η τράπεζα των «στεγνοκαθαριστηρίων», καθώς οι περισσότεροι πελάτες της ήταν άνθρωποι που προέρχονταν από τη μεσαία τάξη ή την εργατική, εβραϊκής καταγωγής και εργαζόμενοι στην περίφημη Garment District. Επίσης ο τρόπος διοίκησής της δεν ήταν ο καλύτερος.

Ιδρύθηκε από τους Bernard Marcus και Saul Singer, οι οποίοι εργάζονταν στον κλάδο ενδυμάτων πριν γίνουν τραπεζίτες. Η επωνυμία της είχε επιλεχθεί επίτηδες ώστε να δίνει την αίσθηση ότι είχε άμεση σχέση με το αμερικανικό κράτος. (Σημειώνεται ότι η «μετάφραση» της επωνυμίας είναι Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών.)

Η επωνυμία είχε επιλεχθεί ώστε να δίνει την ψεύτικη αίσθηση στους μετανάστες ότι η τράπεζα ανήκε, ουσιαστικά, στην κρατική μηχανή των ΗΠΑ και ως εκ τούτου να τους προσελκύει. Ήταν υψηλά εκτεθειμένη σε στεγαστικά δάνεια (κυρίως δεύτερη ή τρίτη υποθήκη), ενώ η επενδυτική της μονάδα, η Bankus Corp., είχε βρεθεί στο στόχαστρο των αρχών ελέγχου για χειραγώγηση των μετοχών.

Με άλλα λόγια ήταν «μία προαναγγελθείσα καταστροφή», η οποία επήλθε μόλις η αμερικανική οικονομία άρχισε να υποχωρεί την άνοιξη του 1929. Αμέσως η Bank of United States εμφάνισε τα πρώτα της προβλήματα. Στο β’Α εξάμηνο του 1930, η μετοχή της είχε υποχωρήσει κάθετα, η ρευστότητά της ήταν μηδαμινή και τα κεφάλαιά της σχεδόν ανύπαρκτα. Ταυτόχρονα οι καταθέτες φρόντιζαν να αποσύρουν τα χρήματά τους. Αν και ήταν μέλος των τραπεζών που στηρίζονταν από τη Fed δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στα κεφάλαια βοήθειας γιατί τότε η χρήση των στεγαστικών δανείων ως εγγύηση δεν υπήρχε.

Στις 24 Νοεμβρίου 1930 – ημέρα Δευτέρα – ανακοινώθηκε ότι η Bank of United States θα συγχωνευόταν με μερικές μικρότερες αλλά υγιείς τράπεζες, ενώ προκειμένου να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση η πολιτεία της Ν. Υόρκης θα προσέφερε βοήθεια ύψους 30 εκατ. δολαρίων. Επικεφαλής της νέας τράπεζας που θα δημιουργούνταν θα ήταν ο J. Hebert Case, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Ν. Υόρκης.

Oμως μόλις οι υποψήφιοι αγοραστές εξέτασαν λεπτομερώς τα βιβλία της τράπεζας φρόντισαν να αποσυρθούν. Σε μία τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια, ο Joseph Broderick, ανεξάρτητος επιβλέπων του τραπεζικού συστήματος της Νέας Υόρκης, κάλεσε τους επικεφαλής άλλων τραπεζών σε μία συνάντηση, την Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 1930, προκειμένου να τις πείσει να πράξουν τα δέοντα προκειμένου να διασωθεί η Bank of United States και μαζί με αυτήν τα χρήματα χιλιάδων καταθετών.

Τους προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη κατάρρευσή της θα αποτελούσε απλά την αρχή ενός άκρως δυσάρεστου σπιράλ, που θα οδηγούσε στη χρεοκοπία τουλάχιστον 10 τραπεζών.

«Τους ζήτησα να άρουν την απόφασή τους και να προχωρήσουν στη συγχώνευση», θυμάται ο Broderick. «Μου απάντησαν ότι η απόφαση να αποχωρήσουν ήταν οριστική. Τότε τους απάντησα ότι έκαναν ένα τεράστιο, ιστορικό λάθος, το οποίο θα καταγραφόταν ως η χειρότερη απόφαση στην τραπεζική ιστορία της Ν. Υόρκης».

Την επόμενη ημέρα – 12 Δεκεμβρίου 1930 – ο κυβερνήτης της Ν. Υόρκης, Franklin D. Roosevelt, ανακοίνωσε την κατάρρευση της Bank of United States. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη τραπεζική χρεοκοπία στην ως τότε ιστορία των ΗΠΑ, η οποία βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όλης της υφηλίου.

Η αγορά κατέρρευσε επίσης. Αρκετοί στην Ευρώπη, παραπλανημένοι από την επωνυμία της τράπεζας, έσπευσαν να αποσύρουν τα κεφάλαια που είχαν σε αμερικανικά τραπεζικά ιδρύματα. Οι αποσύρσεις καταθέσεων άρχισαν να πέφτουν σαν χαλάζι και από άλλες τράπεζες, καθώς οι πολίτες ανησυχούσαν, θεωρώντας ότι κανένας όμιλος δεν είναι ασφαλής.

Υπάρχουν αρκετοί για να μοιραστούν τις ευθύνες, καθώς οι πράξεις τους οδήγησαν στην «Μεγάλη Yφεση» της δεκαετίας του ‘Α30. Η Fed δεν προχώρησε σε μείωση των επιτοκίων, παρά το γεγονός ότι το κραχ ήταν γεγονός. Ο Herbert Hoover υπέγραψε τον νόμο Smoot-Hawley που αύξανε τους δασμούς. Το κογκρέσο αύξησε – και μάλιστα σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο – τους φόρους προκειμένου να αυξήσει τα έσοδα και να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα.

Ποια ήταν η συμβολή της Wall Street στην ύφεση; Το γεγονός ότι άφησε να καταρρεύσει – χωρίς καν να νοιαστεί – η Bank of United States.