Ωραίος καιρός σήμερα, ε;

Ωραίος καιρός σήμερα, ε;

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Νομίζω ότι όταν κατασκευαστεί το τσιπάκι που, όταν σου αρέσει κάποιος, θα σε κάνει να φέρεσαι σαν άνθρωπος και όχι σαν βλάκας, ο δημιουργός του θα βγάλει πολλά λεφτά.

Είμαι λοιπόν με αυτόν τον τύπο και καθόμαστε σε ένα φανταστικό μπαρ, η νύχτα είναι υπέροχη, όσο πιο πολύ τον κοιτάζω τόσο περισσότερο μου αρέσει και ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι πρέπει να του αποδείξω πως δεν είμαι ηλίθια, γιατί εδώ και μία ολόκληρη ώρα δεν έχω πει λέξη εκτός από κάτι «χμ» και «ναι, αυτό ακριβώς».

Μου αρέσει πολύ αυτός ο τύπος και δεν έχει κάνει τίποτε περίεργο μέχρι τώρα. Αντιθέτως, λέει τα σωστά πράγματα και κάνει τις σωστές κινήσεις και γενικά έχω λιώσει. Προσπαθώ να μην πιω πολύ, για να μην αρχίσω τις βλακείες, αλλά δεν ξέρω πού να βάλω τα χέρια μου και έτσι καπνίζω το ένα τσιγάρο μετά το άλλο σαν νευρωτική. Μου λέει τέλειες ιστορίες κι εγώ απλώς κουνάω το κεφάλι μου χαμογελώντας βλακωδώς.

Και όμως, εγώ είμαι εκείνη που μιλάει συνήθως. Ειδικά στους άντρες. Μιλάω, λέω ατάκες όλη την ώρα, είμαι εξπέρ στο small talk, φλερτάρω φοβερά, είμαι από πάνω. Τώρα τίποτα, δε μου έρχεται τίποτα! Αλλά πρέπει να πω κάτι. (Υποτίθεται ότι) σκέφτομαι, αλλά τζίφος – αντιμετωπίζω το απόλυτο κενό. Όσο περισσότερο προσπαθώ, τόσο πιο δύσκολα βρίσκω κάτι έξυπνο να πω. Και τότε ξεστομίζω την πιο ηλίθια φράση όλων των εποχών: «Μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι». Γουρλώνω τα μάτια από τον πανικό και, για να μην το καταλάβει, πίνω μία γερή γουλιά dry martini – μαζί με την ελιά και την οδοντογλυφίδα.

Πριν μου καρφωθεί η οδοντογλυφίδα στην καρωτίδα και πεθάνω, έτσι μπροστά του, σκύβω για να δέσω υποτίθεται το κορδόνι μου και να βρω ευκαιρία να τη βγάλω – δεν έχω κορδόνια, φοράω πέδιλα, απλώς εύχομαι να ανοίξει η γη ΤΩΡΑ και να με καταπιεί ή τουλάχιστον να καταπιεί αυτόν. Εκείνος συνεχίζει να κάνει μαγικές κινήσεις και προσποιείται ότι βλέπει κάποιον γνωστό του, για να μου δώσει το χρόνο να ξανασκεφτώ την απόπειρα αυτοκτονίας. Γλιτώνω τον πνιγμό, αλλά έχω γίνει φούξια από την ντροπή. Απίστευτο. Απλώς απίστευτο. Το μόνο που βρήκα να πω μετά από μία ολόκληρη ώρα στον άντρα της ζωής μου ήταν «μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι». Βοήθεια.

Όταν σε καταβάλει ο πανικός

O τύπος συνεχίζει να μου μιλάει κι εγώ προσπαθώ να βρω κάτι που να μη μου αρέσει πάνω του, για να ηρεμήσω. Αν σταματήσει να μου αρέσει τόσο πολύ, θα βρω αυτομάτως τι να πω, τι να κάνω, θα βρω πάλι το χιούμορ, τις ατάκες, την ψυχραιμία, τον αέρα μου. Λοιπόν, συγκεντρώσου: δε σου αρέσει, δε σου αρέσει, δε σου αρέσει. Δεν καταλαβαίνω τι διάολο γίνεται και με το που μου κάνει κάποιος κλικ, κάνω γκάφες και λέω τη μια κοτσάνα μετά την άλλη.

Δεν είμαι έτσι υπό Κ.Σ. Ακριβώς το αντίθετο. Όσο λιγότερο με ενδιαφέρει η άποψη που θα σχηματίσει κάποιος άντρας για μένα, τόσο πιο άνετη είμαι, άρα τόσο περισσότερο του αρέσω, άρα τόσο πιο πολύ αυξάνεται η αυτοπεποίθησή μου, άρα του αρέσω ακόμη περισσότερο. Ωραίο κόλπο, μόνο που γίνεται άθελά μου και, εν πάση περιπτώσει, δεν απολαμβάνω τους καρπούς των κόπων (;) μου.

Για ποιο λόγο δηλαδή να με ενδιαφέρει που ο άλλος πεθαίνει επειδή εγώ του λέω τα τρελά μου; Του λέω τα τρελά μου επειδή, και για εντελώς παρανοϊκή να με περάσει, δε μου καίγεται καρφί. Προφανώς, αυτό το «δε μου καίγεται καρφί» είναι που τους ανάβει τα λαμπάκια. Το «εσύ είσαι εδώ, κάποιος άλλος είναι εδώ, το ίδιο μου κάνει». Αυτή η αίσθηση ότι δεν τον έχεις κατακτήσει τον άλλον, ότι είναι φευγάτος, ότι παίζει το δικό του παιχνίδι και σε βάζει μέσα – αν θέλει. Αυτό που αρέσει και σε μένα στους άντρες δηλαδή.

killer style

Το έχω παρατηρήσει. Για την ακρίβεια, έχω κάνει διατριβή στο θέμα τελευταία. Μου το έχουν επιβεβαιώσει και όσοι είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο μου όταν ήμουν στα πάνω μου. O πιο έξυπνος απ’ αυτούς μπόρεσε να διατυπώσει τη θεωρία σε μια απλή φράση – παράπονο στον κολλητό του μετά από ένα ολόκληρο βράδυ ανελέητου φλερτ: «Δε με γουστάρει σου λέω… Όταν καίγεσαι, δεν εκτίθεσαι, και εκείνη εκτίθεται απίστευτα». Εκτίθεμαι απίστευτα. Προσπαθώ να θυμηθώ. Του είπα να πιει το ποτό του γρήγορα γιατί ήθελα να τον φιλήσω «πριν τελειώσει αυτό το κομμάτι».

Και μετά τον φίλησα. Και μετά, ενώ αυτός είχε μείνει κάγκελο, γύρισα στον κολλητό του και του είπα «Δεν ταιριάζουμε με τον Πέτρο; Ή τον βρίσκεις πολύ ψηλό για μένα; Εγώ πάντως τον βρίσκω σούπερ, φιλάει και τέλεια» και τον ξαναφίλησα. O Πέτρος με ερωτεύτηκε σφόδρα με όλα αυτά τα παλαβά, αλλά το σίγουρο είναι ότι δε ρισκάρεις να τα κάνεις αν σε καίει τι θα σκεφτεί ο Πέτρος. Για την ακρίβεια, δεν κάνεις ούτε τα μισά – και σίγουρα δεν τον φιλάς πρώτη. Αν σε καίει τι θα σκεφτεί, κάθεσαι και κοιτάς το πάτωμα και σπας το κεφάλι σου να βρεις να πεις κάτι έξυπνο, να τον εντυπωσιάσεις, να του δείξεις ότι δεν είσαι σαν τις υπόλοιπες 136 κοπέλες που βρίσκονται γύρω σας απόψε.

Κάνεις αυτό που έκανα εγώ πιο πάνω, ρεζιλεύεσαι λέγοντας βλακείες και καταπίνοντας την ελιά του μαρτίνι μαζί με την οδοντογλυφίδα. Ή τον ρωτάς, όπως η Κατερίνα, μετά από τρία λεπτά αμηχανίας «Εχμ, έρχεσαι συχνά εδώ;» και εύχεσαι να γίνει αυτή τη στιγμή κάποιος αντιπερισπασμός, να τιναχτεί το μπαρ στον αέρα για παράδειγμα, για να ξεχάσει αυτός στο μεταξύ ότι του είπες το δεύτερο χειρότερο μετά το «Ωραίος καιρός σήμερα, ε;». Ή τον ρωτάς «Τι ζώδιο είσαι;», όπως η Ιωάννα (ο τύπος την κοίταξε ανέκφραστα, έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε). Ή γίνεσαι φούξια από την αμηχανία, όπως η Μαργαρίτα, μέχρι να σε ρωτήσει ο άλλος αν έπαθες κάτι (και γίνεσαι ακόμη πιο φούξια). Ή του φτύνεις την τσίχλα στα μούτρα (κατά λάθος), όπως συνέβη στη Μαρία στην Γ’ λυκείου όταν της μίλησε επιτέλους στην πενθήμερη ο Νίκος, το αγόρι με το οποίο ήταν ερωτευμένη πέντε χρόνια.

Τον είδε να διασχίζει την αίθουσα και να πηγαίνει προς το μέρος μας, από τον πανικό της δεν πρόλαβε να ξεφορτωθεί την τσίχλα και, μόλις της είπε «Εσύ είσαι η Μαρία, σωστά;», πήγε να απαντήσει «Ναι» και εκσφενδονίστηκε η τσίχλα στα μούτρα του.

Έμεινε να τον κοιτάζει άναυδη, ψέλλισε ένα «χφρσκμφ», που όπως μας εξήγησε αργότερα σήμαινε «Συγνώμη, πρέπει να πάω στην τουαλέτα, θα επιστρέψω αμέσως, μη φύγεις» και εξαφανίστηκε (από τότε, εννοείται, όποτε έβλεπε τον Νίκο κρυβόταν στις τουαλέτες και δεν τον ξανασυνάντησε παρά μόνο στις Πανελλήνιες – αλλά και πάλι δεν του μίλησε). Εμείς γελούσαμε μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, αλλά η Μαρία δεν πρέπει να διασκέδασε πολύ. Πάντως, έντεκα χρόνια μετά, η ιστορία αυτή παραμένει δεύτερη στη λίστα «Μεγαλύτερες Ρόμπες Ever». Η πρώτη «Μεγαλύτερη Ρόμπα Ever» είναι ακόμη πιο εξευτελιστική, και είναι δική μου. Και δεν τη γράφω.

Δεν είμαι εγώ αυτή

Δύο ώρες αργότερα, ακόμα δεν έχω πει κάτι έξυπνο στον τύπο. Το πράγμα έχει χειροτερέψει, το ρεζίλι της ατάκας «μου αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι», και ιδίως της οδοντογλυφίδας, δε βοηθάει και πολύ την κατάσταση. Κάνω γκάφες συνέχεια και λέω τη μία κοτσάνα μετά την άλλη. Αναρωτιέμαι τι μου βρίσκει και μήπως δεν είναι και τόσο φοβερός τελικά, αφού κάθεται τόση ώρα με μια ηλίθια. ‘Αρα είτε με μίσησε και είναι απλώς ευγενικός (και δεν πρόκειται να τον ξαναδώ) είτε του αρέσω όντως – αλλά τι να το κάνω αφού του αρέσω για κάτι που δεν είμαι (αφού αυτό που είμαι δεν ψελλίζει, δεν κοιτάζει το κενό κάθε τρεις και λίγο και δεν καταπίνει τις ελιές με τις οδοντογλυφίδες).

Η αυτοπεποίθησή μου έχει φτάσει στο ναδίρ και επίσης έχω μεθύσει. Ωραία. Κάτι μου λέει ότι αυτό το βράδυ θα είναι πολύ πιο καταστροφικό απ’ όσο φαντάζομαι. Έχω δύο επιλογές, σκέφτομαι: να σηκωθώ να φύγω, για να σώσω την αξιοπρέπειά μου και να κάνω ψυχανάλυση μέχρι να ξανασυναντηθούμε (αν θέλει να ξανασυναντηθούμε, που το βλέπω χλομό), ή να προσπαθήσω να σώσω την κατάσταση όπως μπορώ.

Πίνω την τελευταία γουλιά της βότκας μου με χυμό λεμόνι (αυτό ήταν το τέλος του dry martini σε ραντεβού), παίρνω -κλασικά- βαθιά ανάσα και του λέω: «Αύριο πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά». Με κοιτάζει με υψωμένο φρύδι και μου λέει «Α! χα. Λοιπόν;» και υποθέτω ότι σκέφτεται τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με τις καλύτερες ατάκες από το Reservoir Dogs (για τις οποίες μιλούσαμε λίγο πριν τον διακόψω πετώντας την παντελώς άσχετη φράση «Αύριο πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά»). Στο τσακ είμαι να απαντήσω «Τίποτα, αυτό ήθελα να σου πω», αλλά ευτυχώς κρατιέμαι.

Για μια ιδέα ζούμε

Σε αυτό το σημείο κάνω «cut» και περνούν 3.528 διαφορετικές σκέψεις από το μυαλό μου. O τύπος που βρίσκεται απέναντί μου και με κοιτάζει με ανασηκωμένο φρύδι μού αρέσει. Μου αρέσει πολύ. Και μέχρι στιγμής δεν του έχω δώσει κανένα στοιχείο για να νιώσει κολακευμένος από αυτό. Πρέπει να βρω την ψυχραιμία μου. Πρέπει να κάνω κάτι εντυπωσιακό. Εντυπωσιακό όχι τύπου «οδοντογλυφίδα», αλλιώς αυτό θα είναι το τελευταίο μου ραντεβού μαζί του και μόλις γυρίσω σπίτι θα χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο μέχρι αύριο το πρωί, που θα φύγω για να πάω στη δουλειά.

Μέχρι να συναντήσω κάποιον που να μη μου αρέσει πολύ και να του πετάω συνέχεια τις σωστές ατάκες, οι οποίες θα συνοδεύονται στο μυαλό μου από το «Ωραία, δεν μπορούσα να το σκεφτώ αυτό εκείνο το ρημάδι το βράδυ και να το πω στον άλλον; Που το χαράμισα τώρα σ’ αυτόν – που δεν το κατάλαβε κιόλας;».

Και μετά να συναντήσω πάλι κάποιον που να μου αρέσει και να τον κάνω να πιστέψει στο πρώτο λεπτό ότι είμαι άνετη και ότι μπορώ να τον παίξω στα δάχτυλα. Και μόλις βρεθούμε τετ α τετ, να καταπιώ τη γλώσσα μου. Και φτου κι απ’ την αρχή. Λοιπόν, αρκετά. Θα τα παίξω όλα για όλα, τη λύση απελπισίας δεν την έχω δοκιμάσει ποτέ, θα το κάνω κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Καλύτερα να μετανιώνεις για κάτι που έκανες παρά για κάτι που δεν έκανες και τα λοιπά. «”Πρέπει να δουλέψω μέχρι αργά” σημαίνει ότι θα πρέπει να έχω κοιμηθεί καλά το βράδυ και δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθώ μετά απ’ όλα αυτά. Και λέγοντας “όλα αυτά” εννοώ ότι όλο το βράδυ έχω πεθάνει από την αμηχανία και δεν ξέρω τι να σου πω και επίσης κατάπια την οδοντογλυφίδα της ελιάς και παραλίγο να πνιγώ και γενικά έχω γίνει ρεζίλι και ήθελα να σου πω ότι δεν είμαι έτσι, εννοώ έτσι είμαι, αλλά η αλήθεια είναι ότι κάνω γκάφες μόνο όταν κάποιος μου αρέσει πολύ».

Σηκώνω το βλέμμα μου για πρώτη φορά, γιατί όλο αυτό το είπα μονορούφι κοιτώντας τον αναπτήρα μου. Εκείνος συνεχίζει να με κοιτάζει με υψωμένο φρύδι, μόνο που το φρύδι τώρα έχει υψωθεί τόσο πολύ, που κοντεύει να φύγει από το κεφάλι του.

Δεν παίρνω καθόλου κουράγιο, αλλά συνεχίζω: «Και εσύ μου αρέσεις πολύ. Και, εν πάση περιπτώσει, για να με δεις στα καλά μου θα πρέπει να μη μου αρέσεις, γιατί μόνο όταν δε μου αρέσει κάποιος πολύ νιώθω άνετα και δεν κάνω την παραμικρή γκάφα, αλλά μάλλον θα συνεχίσω να κάνω γκάφες απόψε.

Oπότε υποθέτω ότι είναι καλύτερα να πηγαίνουμε, εκτός και αν σου αρέσουν οι γκάφες». Δεν υπάρχει άλλη βότκα με χυμό λεμόνι στο ποτήρι μου, γι’ αυτό του λέω «μπορώ;» πίνοντας μια γερή γουλιά από τη δική του. Τη σκέτη βότκα. Βήχω, αλλά βαρέθηκα να βρίσκομαι σε πανικό, οπότε σκέφτομαι «δε βαριέσαι». Ηρεμώ κάπως. Έχω να του πω κι άλλα, αλλά εκείνος σκύβει πάνω από το τραπέζι και με φιλάει λέγοντάς μου: «Μου αρέσουν οι γκάφες».

Προηγούμενο άρθροAscension (2014) μίνι τηλεοπτική σειρά. Άποψη
Επόμενο άρθροΆμα με κερατώσει, θα του σπάσω το κεφάλι
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας