Ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι. Έτσι είναι όταν νομίζεις

Ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι. Έτσι είναι όταν νομίζεις

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Ή πως ο τέλειος άντρας μπορεί να φάει κόκκινη κάρτα, πως ένας μέτριος άντρας μπορεί να γίνει ο άντρας της ζωής σου και πως θα μπορούσες να ερωτευτείς ακόμη και μια μαξιλαροθήκη πείθοντας τον εαυτό σου ότι είναι αυτό που χρειάζεσαι.

«Σύνελθε πια, είναι δυνατόν να έχεις φρικάρει τόσο πολύ; Oύτε όταν χώρισες με τον Σόλωνα δεν έκανες έτσι, που τον λάτρευες κιόλας. Τώρα τι ακριβώς σου λείπει και σ’ έχω εδώ να μου σέρνεσαι στο πάτωμα; Όταν βγαίνατε έξω, σε εκνεύριζε που καθόταν σαν αγγούρι και δε σε έπαιρνε μια αγκαλιά, όταν ήσασταν οι δυο σας βαριόσουν τη ζωή σου, γιατί τα μισά αστεία που έλεγες δεν τα καταλάβαινε και σχεδόν όλα όσα έλεγε αυτός ήξερες από πριν μέχρι και με τι ύφος θα τα πει, ο έρωτας ήταν λίγο και μέτριο, ως άντρας δε σου άρεσε και πολύ, οι φίλοι του ήταν πάρ’ τον έναν και βάρα τον άλλον, για να μη μιλήσω για το ντύσιμο του…»

Σταμάτησα να μυξοκλαίω και γύρισα να κοιτάξω τη Χρύσα, που είχε ήδη σηκώσει το ένα της φρύδι περιμένοντας στωικά την επόμενη δόση δικαιολογιών που τόσο καλά ξέρω πάντα να λέω. Ψέλλισα ένα «Μα… μου έγραφε ποιήματα» και 80 ντεσιμπέλ τρύπησαν τ’ αφτιά μου: «Πανομοιότυπα μ’ αυτά που γράφει για αυτήν που τώρα τον βοηθάει να μη σε θυμάται, όπως θρασύτατα σου δήλωσε. Σε λίγο καιρό θα πείσει τον εαυτό του ότι κι αυτή είναι ο έρωτας της ζωής του και πάει λέγοντας». Και μετά από αυτά τα 80 ντεσιμπέλ δεν μπόρεσα να βρω καμία δικαιολογία.

Ήξερα πως, αντί να έχω να ξεπεράσω το χωρισμό μου με κάποιον που απλά τον ήθελα γιατί με έκανε να αισθάνομαι ωραία, είχα να ξεπεράσω το χωρισμό μου με τον «άντρα της ζωής μου» – γιατί έτσι τον είχα ονομάσει, για να αισθάνομαι ακόμη πιο ωραία. O μηχανισμός με τον οποίο είμαστε ικανοί να κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν νιώθουμε ότι έχουμε κάτι απόλυτη ανάγκη είναι άξιος ιατρικής μελέτης. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές αυτό που σου δείχνει ο άλλος δεν έχει μεγάλη σημασία. Σημασία έχει αυτό που εσύ η ίδια θέλεις να δεις.

Το βρώμικο παρελθόν

Κάποτε είχα τον τέλειο φίλο. Ήταν πανέμορφος, πανέξυπνος, καταλάβαινε όλα τα αστεία μου, περνούσα μαζί του άπειρες ώρες κι ένιωθα σαν να τον είχα μόλις συναντήσει, κάναμε έρωτα σαν να είχαμε φτιαχτεί για αυτό, με λάτρευε και, φυσικά, ήταν μικρότερός μου. Τότε λοιπόν ήμουν πολύ ερωτευμένη και αγχωνόμουν με το παραμικρό. Με άγχωνε το ότι ήταν συνέχεια γαντζωμένος πάνω μου, γιατί φοβόμουν ότι θα με βαριόταν γρήγορα.

Εκνευριζόμουν που όταν βγαίναμε τον έβλεπαν όλες και τους έτρεχαν τα σάλια, γιατί σκεφτόμουν ότι κάποια μέρα θα σταματούσε να με θεωρεί τόσο τέλεια και θα έβρισκε την επόμενη. Κάθε φορά που μου εκδήλωνε έντονα το πόσο με ήθελε, σκεφτόμουν ότι ήταν μικρός και ενθουσιαζόταν εύκολα. Ζούσα την πιο όμορφη περίοδο της ζωής μου, αλλά δεν το χαιρόμουν, γιατί οι ανασφάλειές μου ήταν πολύ ισχυρότερες από τη λογική μου.

Και τότε γνώρισα κάποιον άλλον και μια διαφορετική λογική μού χτύπησε την πόρτα. Αυτός δεν ήταν όμορφος. Αλλά ούτε και άσχημος – ήταν ακριβώς όπως έπρεπε για να αισθάνομαι ότι είμαι η λαίδη κι αυτός ο αλήτης και να αποκλείω κάθε πιθανότητα να γυρίσει να κοιτάξει κάποια άλλη. Δεν ήταν πιο έξυπνος από μένα, ήταν όμως αρκετά για να μπορώ κάποιες φορές να είμαι περήφανη για αυτόν χωρίς να αισθάνομαι ανταγωνιστικά. Δεν ήξερε και πολλά πράγματα για τον έρωτα.

Ήξερε όμως αρκετά για να μπορώ να περνάω καλά κι όχι αρκετά για να πιστέψω πως οποιαδήποτε τον δοκίμαζε θα ήθελε να τον ξαναδοκιμάσει. Ήταν πιο ανασφαλής από μένα, άρα δεν είχα να φοβάμαι τίποτα. Α, μου έγραφε και ποιήματα. Χώρισα τον πρώτο, τα έφτιαξα με τον δεύτερο.

Όλα αυτά τα βλέπω τώρα. Μετά τα 80 ντεσιμπέλ και μετά από έναν ολόκληρο χρόνο ψυχανάλυσης προκειμένου να καταλάβω γιατί θέλω να αυτοπυρποληθώ που δεν πήγε όπως θα ήθελα η σχέση μου με έναν άντρα που κανείς δεν καταλάβαινε τι έκανα μαζί του . Όμως τότε, όταν δεν είχα ακόμα μάθει για εκείνο το ανθρώπινο γονίδιο που μας κάνει να παραμυθιαζόμαστε όσο δεν παίρνει προκειμένου να αισθανόμαστε καλά με τις επιλογές μας, ο μαγικός μου κόσμος ήταν πολύ διαφορετικός.

Η ώρα της επιλογής

Η ειρωνεία είναι πως με το που γνώρισα τον δεύτερο, τον Μέτριο, άρχισα να λέω τρομερές μπούρδες για τον πρώτο, τον Τέλειο. «Δεν πάει άλλο, με κουράζει αυτή η σχέση με κάποιον τόσο τέλειο, νιώθω ότι πρέπει συνέχεια να αποδεικνύω με νέους τρόπους ότι αξίζω να μείνει μαζί μου». «Τι λες; Αφού όταν είστε μαζί, κοιτάτε ο ένας τον άλλον σαν χαζά και δεν μπορείτε να ξεκολλήσετε» διαμαρτυρόταν η κολλητή μου. «Εγώ δεν έχω δει πιο τέλειο ζευγάρι». Δεν την άκουσα. Επινόησα κάθε πιθανό ελάττωμα για να αισθάνομαι καλά στην ιδέα ότι χώρισα ένα κατά κοινή ομολογία τέλειο αγόρι για να τα φτιάξω με κάποιον που μπροστά του φαινόταν σαν ένα κακό αστείο. Τότε νόμιζα ότι είχα πάρει την πιο σοφή απόφαση του κόσμου.

Αποχαιρέτησα με δάκρυα το τέλειο αγοράκι μου και έπεσα στην αγκαλιά του καινούριου, που μου έδινε όλα όσα μου έλειπαν: ασφάλεια και ηρεμία. Νόμιζα ότι άφησα πίσω μου κάτι που είχε ημερομηνία λήξης, μια που ήταν απλά «παιδικός ενθουσιασμός», για να αφιερωθώ σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύ, αφού δε στηριζόταν σε φτηνές απολαύσεις, αλλά σε δακρύβρεχτα ποιήματα και βλέμματα όλο νόημα.

«Πως ήταν δυνατόν να προσπεράσω κάποιον που έγραφε τόσο δακρύβρεχτα ποιήματα;» ρωτούσα την κολλητή. «Όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι. ‘Ασε που νομίζω πως είναι ερωτευμένος με την ιδέα του έρωτα κι όχι με σένα, όπως ακριβώς εσύ είσαι ερωτευμένη με το να αισθάνεσαι ότι σε θέλουν κι όχι με αυτόν που σε θέλει. Σιγά μην ερωτευόσουν ένα τέτοιο άτομο!»

Oύτε τότε την άκουσα. Ζούσα στην ωραία φούσκα μου, ότι επιτέλους τα είχα φτιάξει με κάποιον πάρα πολύ ρομαντικό, που με λάτρευε και θα έκανε τα πάντα για μένα, και δε θα με βασάνιζαν πια οι ανασφάλειες. Για να αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου και την επιλογή μου, όλα του τα καλά τα είχα πολλαπλασιάσει επί 23 και όλα του τα κακά έκανα πως δεν τα έβλεπα.

Και με αυτόν το μαγικό τρόπο κατάφερα να μετατρέψω το «τα έχω με κάποιον που πασχίζει να ανταποκριθεί στα στάνταρ μου, αλλά τουλάχιστον έχω το κεφάλι μου ήσυχο» στο «τα έχω με ένα θεό, που είμαι τυχερή που τον βρήκα κι ελπίζω να μην τον χάσω ποτέ». Αυτό που ουσιαστικά έκανα είναι ότι έφυγα τρέχοντας από κάτι που φοβόμουν να δω να τελειώνει και έπεσα με τα μούτρα σε κάτι που μου έδινε την ασφάλεια πως δε θα τελείωνε ποτέ.

Αυτό που δεν υπολόγισα καθόλου βέβαια ήταν πως μπορεί εγώ να ήθελα να ζήσω το παραμύθι μου επειδή είμαι ανασφαλής, όμως επιλέγοντας για σύντροφο κάποιον ακόμη πιο ανασφαλή, το παραμύθι που θα έφτιαχνε εκείνος για τον εαυτό του θα ήταν πολύ χειρότερο απ’ το δικό μου.

Φοβάται η Γιάννα το θεριό

Πέρασα όλο τον καιρό που ήμασταν μαζί προσπαθώντας να με πείσω πόσο καλά έκανα που επέλεξα να είμαι μαζί του, πόσο σοφή ήμουν που παράτησα το θεό που με άγχωνε για να είμαι με αυτόν, που κάθε λεπτό μου θύμιζε το πόσο θεά είμαι εγώ. Κατάφερα ακόμη και να μεταφράσω ο «κακό έρωτας» σε «έντονα ψυχολογικά προβλήματα», άρα και σε «ευαισθησία», και ήμουν και χαρούμενη από πάνω γιατί μου αρέσουν οι ευαίσθητοι.

Αντίστοιχα, η υπερβολική ζήλια και οι υστερίες δεν ήταν τίποτε άλλο παρά «ενδιαφέρον και μεγάλη αγάπη» – κι αυτό μου έκανε, γιατί μου δημιουργούσε ασφάλεια. Το ότι δε μου άρεσε πολύ ως άντρας ξεπεράστηκε γρήγορα, αφού μ’ αυτά και μ’ αυτά τον ερωτεύτηκα κι εγώ! Δεν ήταν και δύσκολο. Δώρα, γράμματα, ποιήματα, ταξίδια, ερωτικές εξομολογήσεις, υποσχέσεις, μου πρόσφερε όλο το πακέτο.

Καμιά φορά θυμόμουν την πρώτη εντύπωση που μου είχε δώσει όταν τον είχα γνωρίσει, ότι είχα την αίσθηση ότι ήταν λίγος για μένα κι ότι δε μου ταίριαζε, αλλά απωθούσα την ανάμνηση μακριά. Δεν ήθελα τίποτα να μου χαλάσει το παραμύθι του τέλειου έρωτα. Κανένα παραμύθι όμως δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο τον έτρωγαν οι αμφιβολίες και οι ανασφάλειες. Δεν μπορούσε να περάσει ούτε μια στιγμή ήρεμος μαζί μου χωρίς να ζηλεύει, χωρίς να φοβάται ότι θα με έχανε, χωρίς να αγχώνεται για τον επόμενο τσακωμό μας. Ό,τι κι αν έκανα για να τον πείσω ότι δεν είχε τίποτα να φοβάται, δεν έπιανε. Το αστείο είναι ότι εγώ πραγματικά τον αγαπούσα και ήθελα να είμαστε μαζί, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο έφτασα ως εκεί.

Εκείνος όμως βυθιζόταν όλο και περισσότερο στις ανασφάλειες και τους φόβους του. Όσο πιο πολύ με ήθελε, τόσο πιο πολύ υπέφερε απ’ αυτό. Μέχρι που δεν μπορούσε άλλο. Κουράστηκε τόσο, που ούτε οι μεγάλοι έρωτες τον ενδιέφεραν πια ούτε τα τέλεια ζευγάρια. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να είναι ήρεμος και ασφαλής. Ακριβώς αυτό που εμένα με οδήγησε σ’ εκείνον ήταν αυτό που τον έδιωξε από μένα.

Ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι

Αυτό που ακολούθησε ήταν κάτι που με τις φίλες μου έχουμε ονομάσει «η στιγμή που το αγγούρι σηκώθηκε να χτυπήσει το μανάβη». Δεν μπορούσε να είναι πια μαζί μου. Πάνω που έφτιαξα το παραμύθι μου, πάνω που απαρνήθηκα τον τέλειο άντρα, ο καλό έρωτας, τις διασκεδαστικές συζητήσεις και τα γέλια μέχρι δακρύων στο βωμό της «πραγματικής» αγάπης που στηρίζεται σε βαθύτερα κίνητρα, η πραγματική αγάπη άλλαξε γνώμη και ήθελε να βρει μια λιγότερο πραγματική αγάπη, αρκεί να είναι ήρεμη και ασφαλής.

«Καλά, συγνώμη, το πιστεύεις; Είναι δυνατόν αυτός με τον οποίο σχεδιάζαμε πώς θα λένε τα παιδιά μας, που μου έλεγε πως χωρίς εμένα δεν έχει νόημα να ζει, τώρα να μου λέει πως δεν μπορεί να είμαστε μαζί γιατί δεν αντέχει τις εντάσεις;» ρωτούσα την κολλητή. «Φυσικά. Γιατί, εσύ τι έκανες με τον προηγούμενο; Ξεχνάς γιατί τον χώρισες;» «Μα αυτός έλεγε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα!» «Ναι, σιγά, εδώ κατάφερες εσύ να κάνεις τον εαυτό σου να τον ερωτευτεί. Λες να μη βρει αυτός τον τρόπο να ζήσει χωρίς εσένα; Όλα γίνονται».

Φυσικά και όλα γίνονται. Πώς παλιά έκαναν προξενιά και κατέληγαν άνθρωποι χωρίς τίποτα κοινό να αγαπιούνται και να κάνουν οικογένειες; «Μάτια που όλο βλέπονται σύντομα αγαπιούνται» θα έπρεπε να είναι το ρητό.Έτσι, τώρα αυτός που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα και δεν έβρισκε νόημα σε τίποτα αν δεν το μοιραζόμασταν μοιράζεται τη ζωή του με μια κοπέλα την οποία κοροϊδεύαμε ατελείωτα για το IQ της – και από τις τύψεις προσθέταμε κι ένα «Έλα, μωρέ, την καημενούλα! Αφού είναι καλή». Όταν τον ρώτησα πώς μπορεί να είναι μαζί της, μου είπε πως του δίνει όσα δεν μπόρεσα να του δώσω εγώ: ασφάλεια και ηρεμία.

Δεν τόλμησα να ρωτήσω πώς γίνεται να ζεις με κάποιον αν δεν είσαι ερωτευμένος μαζί του, γιατί την απάντηση την είχα ήδη έτοιμη: μπορείς να ερωτευτείς τον οποιονδήποτε, αρκεί να νιώσεις πως αυτό είναι που έχεις ανάγκη. Oύτε για τα στιχάκια που της έγραψε ρώτησα – κι ας έμοιαζαν τόσο πολύ με αυτά που έγραφε σε μένα. Απλά χαμογέλασα και τον άφησα να ζήσει κι αυτός το παραμύθι του, μέχρι να ξυπνήσει και το δικό του αγγούρι. Γιατί κανένας μανάβης δεν τη βγάζει καθαρή.

Πως να καταλάβεις ότι δεν τον θέλεις πραγματικά:

  • Όταν σε ρωτάνε γιατί είστε μαζί, αντί να λάμπεις που σου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσεις για αυτόν, αισθάνεσαι σαν να απολογείσαι.
  • Θυμάσαι πόσο πολύ τον θέλεις μόνο όταν σου κάνει νερά.
  • Σκέφτεσαι ότι μπορεί να μείνετε για πάντα μαζί και σε πιάνει κρύος ιδρώτας.
  • Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι το 49% αμφιβολίας για μια σχέση είναι απόλυτα φυσιολογικό.
  • Μαδάς τη μαργαρίτα λέγοντας «τον αγαπώ, δεν τον αγαπώ».

Πως να καταλάβεις ότι δε σε θέλει πραγματικά:

  • Σου λέει ότι σε αγαπάει από την πρώτη εβδομάδα.
  • Στον ίδιο χρόνο έπαθε την πλάκα του για περισσότερες από τρεις διαφορετικές κοπέλες.
  • Τα ραβασάκια που σου γράφει μοιάζουν απελπιστικά μ’ αυτά που έγραφε στην πρώην του.
  • Κατάφερε να ξεπεράσει την προηγούμενη πεντάχρονη σχέση του μέσα σε τέσσερις μέρες.
  • Είναι πάνω από 25 κι εξακολουθεί να πιστεύει ότι μόνο όταν είσαι ερωτευμένος μπορείς να έχεις στύση – και ως εκ τούτου φροντίζει να τις ερωτεύεται όλες πριν τις ακουμπήσει.
Προηγούμενο άρθροΣτις εννιά του μακαρίτη άλλος μπήκε μες στο σπίτι
Επόμενο άρθρο30 Rock (2006–2013) τηλεοπτική σειρά. Άποψη
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας