Panzer II: Άρμα μάχης του Γ’ Ράιχ

Panzer II: Άρμα μάχης του Γ' Ράιχ

Οι βάσεις για την ανάπτυξη των γερμανικών αρμάτων (πάντσερ) τέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Πρώτο άρμα του αναγεννημένου Γερμανικού Στρατού ήταν το PzKpfw I, με οπλισμό δύο πολυβόλα των 7,92 mm, το οποίο θα αποτελούσε το εφαλτήριο για την εκπαίδευση των πληρωμάτων που θα ανελάμβαναν τα μεγαλύτερα PzKpfw III με πυροβόλο των 3,7 cm και PzKpfw IV με πυροβόλο των 7,5 cm. H γερμανική ηγεσία ωστόσο δεν εκτίμησε ορθά τον χρόνο ανάπτυξης των μεγαλύτερων αρμάτων και τον Ιούλιο του 1934 το Heereswaffenamt (Διεύθυνση Οπλων του Στρατού) εξέδωσε τις προδιαγραφές για ένα άρμα που θα κάλυπτε το κενό ανάμεσα στο PzKpfw I και στα μεγαλύτερα.

Τα βασικά στοιχεία των προδιαγραφών ήταν η υιοθέτηση ενός πυροβόλου των 2 cm και η διατήρηση του βάρους κάτω από τα 10.000 kg. Το σχέδιο απέκτησε την ονομασία LaS100 (Landwirtschaftlicher Schlepper: γεωργικός ελκυστήρας) ή VK.622 ή Panzerwagen 2 cm. Η εταιρία Krupp ήταν η πρώτη που παρουσίασε την πρότασή της με το LKA II. Επρόκειτο για μια μεγαλύτερη έκδοση του πρωτοτύπου VK.1801/LKA I, που με τη σειρά του βασιζόταν στο PzKpfw I, με πυροβόλο των 2 cm.

Η πρόταση της Krupp απορρίφθηκε και ακολούθως η ΜΑΝ σε συνεργασία με τη Daimler-Benz ανέλαβε το 1935 ένα συμβόλαιο για την κατασκευή των πρώτων δέκα (25 κατά άλλες πηγές) Sd.Kfz.121 PzKpfw II Ausf a/1 για τις δοκιμές. Η παραγωγή των τελευταίων ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1936. Ακολούθησαν 15 a/2 και 50 a/3 ως τον Φεβρουάριο του 1937. Οι διαδοχικές εκδόσεις διέθεταν μικρές βελτιώσεις που προέκυπταν από τις δοκιμές.

Τα άρματα της σειράς a χρησιμοποιούσαν τον εξακύλινδρο υδρόψυκτο κινητήρα Maybach HL57TR που απέδιδε 130 hp στις 2.600 rpm. Το σύστημα της ανάρτησής τους αποτελείτο σε κάθε πλευρά από τρία ζεύγη εδαφικών τροχών με φύλλα σούστας που συνδέονταν με εξωτερική δοκό και τρεις τροχούς υποστήριξης της ερπύστριας.

Το πλήρωμά τους ήταν τριμελές: περιελάμβανε τον αρχηγό/πυροβολητή και τον γεμιστή/ασυρματιστή στον πύργο και τον οδηγό στην αριστερή πλευρά του σκάφους. Δεξιά του οδηγού υπήρχε το σύστημα μετάδοσης της κίνησης, όπου λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύσσονταν οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσχερείς. Στα μεταγενέστερα άρματα τοποθετήθηκε μια ψευδοθυρίδα στο δεξιό τμήμα του σκάφους, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του αντιπάλου. Ο αρχηγός διέθετε το τηλεσκοπικό σκοπευτικό TZF 4 με πεδίο θέας 25 μοιρών και μεγέθυνση 2,5x, βαθμονομημένο ανά 200 m ως τα 1.200 m.

Ο οπλισμός αποτελείτο από ένα πυροβόλο KwK 30 των 2 cm στην αριστερή πλευρά του πύργου και ένα πολυβόλο Rheinmetall Borsig MG34 των 7,92 mm στη δεξιά πλευρά. Το πρώτο βασιζόταν στο αντιαεροπορικό πυροβόλο Flak 30 και διέθετε ταχυβολία 280 β.α.λ. Ο πύργος ήταν τοποθετημένος ελαφρά προς τα αριστερά και διέθετε χειροκίνητο σύστημα περιστροφής και ανύψωσης. Τα όρια ανύψωσης του πυροβόλου ήταν από -9 μοίρες ως +20 μοίρες.

Για την αναχορηγία του πυροβόλου μεταφέρονταν 18 γεμιστήρες των δέκα βλημάτων, δώδεκα στα τοιχώματα του πύργου και οι υπόλοιποι κάτω από τον δακτύλιο. Η διατρητική ικανότητα του πυροβόλου των 2 cm μόλις που επαρκούσε για να διαπεράσει τη θωράκιση των ελαφρών αρμάτων της περιόδου σχεδίασης του τύπου. Χρησιμοποιώντας τα διατρητικά βλήματα Pzgr 39 και Pzgr 40 με πυρήνα βολφραμίου το όπλο μπορούσε να διαπεράσει θωράκιση πάχους 14 mm και 20 mm αντίστοιχα με κλίση 30 μοιρών σε απόσταση 500 m. Η μέγιστη διατρητική ικανότητα ήταν 20 mm και 49 mm αντίστοιχα στα 100 m. O δακτύλιος του πύργου ήταν ευάλωτος ακόμα και σε παρατεταμένα πυρά πολυβόλων, μειονέκτημα που έγινε αντιληπτό κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Στα άρματα της σειράς a το βάρος μάχης έφθανε τα 7.200 kg και σταδιακά άρχισε να αυξάνεται. H έκδοση Αusf b αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια βελτίωσης με ισχυρότερο κινητήρα Maybach HL62TR των 140 hp, που τυποποιήθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις, και βελτιωμένο σύστημα μετάδοσης της κίνησης. Κατασκευάστηκαν μόλις 25 τέτοια άρματα κατά την περίοδο Φεβρουαρίου- Μαρτίου 1937. Η Ausf c ήταν η τελευταία έκδοση προπαραγωγής και υιοθέτησε τη νέα ανάρτηση με πέντε ανεξάρτητους εδαφικούς τροχούς σε κάθε πλευρά, χαρακτηριστικό γνώρισμα των μετέπειτα εκδόσεων.

Η θωράκιση στα άρματα προπαραγωγής κυμαινόταν από 5 ως 13 mm, φθάνοντας στα 16 mm στις επόμενες κύριες εκδόσεις Ausf A/B/C. Το 1937 αποφασίστηκε η επιτάχυνση της παραγωγής και εκτός από τη ΜΑΝ στο πρόγραμμα ενεπλάκησαν οι εταιρίες Henschel, FAMO, MIAG, Daimler-Benz και Wegmann. Οι προσπάθειες απέφεραν καρπούς και κατά την περίοδο Μαρτίου 1937-Απριλίου 1940 κατασκευάστηκαν 1.113 Ausf c/A/B/C, που αποτέλεσαν τον κορμό των γερμανικών πάντσερ. Η ένταξη του άρματος σε παραγωγή μεγάλης κλίμακας επέφερε σημαντική μείωση στο κόστος ανά μονάδα, από τα 52.640 μάρκα για το Ausf a στα 38.000 μάρκα για το Ausf B. Τα Ausf A/B/C διέθεταν μικρές βελτιώσεις σε σχέση με το Ausf c και βάρος μάχης αυξημένο στα 8.900 kg.

Το βάπτισμα του πυρός στο PzKpfw II δόθηκε κατά πάσα πιθανότητα το 1937 στην Ισπανία (Ausf b), με την επιλαρχία Panzer Abteilung 88 της Λεγεώνας του Κόνδορα. Τα άρματα αντιμετώπισαν τα σοβιετικής κατασκευής Τ-26 με πυροβόλο των 45 mm, που ήταν σαφώς ανώτερα. Η ενσωμάτωση της Αυστρίας τον Μάρτιο του 1938 και η κατάληψη της Σουδητίας (Τσεχοσλοβακία) τον Οκτώβριο του 1938 υπήρξαν σημαντικές δοκιμές για τα γερμανικά πάντσερ. Λόγω του μικρού σχετικά βάρους τους τα άρματα αυτά μπορούσαν να μεταφερθούν με φορτηγά σε μεγάλες αποστάσεις και έτσι μειώνονταν οι πιθανότητες εμφάνισης βλαβών.

Το 1938 η Daimler-Benz ανέλαβε την ανάπτυξη μιας ταχύτερης έκδοσης του PzKpfw II που θα εξόπλιζε τις ελαφρές μεραρχίες οι οποίες είχαν αναλάβει αποστολές αναγνώρισης και προστασίας των πλευρών της κύριας δύναμης. Κάθε ελαφρά μεραρχία αποτελείτο από μια επιλαρχία αρμάτων και τέσσερα τάγματα μηχανοκίνητου πεζικού ενισχυμένα με μονάδες πυροβολικού και μηχανικού. Οι σχηματισμοί αυτοί βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του Ιππικού, ανεξάρτητοι από το Οπλο των Τεθωρακισμένων (Panzerwaffe) που μέχρι το 1938 διέθετε πέντε μεραρχίες.

Το 1938 ήταν ένα σημαντικό έτος για τα γερμανικά τεθωρακισμένα. Ο μετέπειτα γνωστός στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν ανέλαβε επιθεωρητής των Μηχανοκίνητων Στρατευμάτων. Σκοπός του ήταν η αναβάθμιση των ελαφρών μεραρχιών στο επίπεδο των μεραρχιών πάντσερ. Η πρόθεσή του ερχόταν σε αντίθεση με τα σχέδια του Στρατού για τη διατήρηση των μεραρχιών υπό τον έλεγχο του Ιππικού και σημειώθηκαν τριβές.

Η Daimler-Benz στη συνέχεια παρουσίασε τα PzKpfw II Ausf D/E, που διέθεταν μέγιστη ταχύτητα 55 km/h, έναντι 40 km/h για τις προηγούμενες εκδόσεις, αυξημένη θωράκιση (30-35 mm), βελτιωμένο σκάφος και σύστημα μετάδοσης της κίνησης με επτά σχέσεις για την εμπρόσθια κίνηση. Η ανάρτησή τους αποτελείτο από ράβδους στρέψης με τέσσερις εδαφικούς τροχούς τύπου Christie σε κάθε πλευρά, χωρίς τροχούς υποστήριξης της ερπύστριας. Τα Ausf D/E διατήρησαν τον οπλισμό των προηγούμενων εκδόσεων. Συνολικά κατασκευάστηκαν 250 τέτοια άρματα, αλλά λιγότερα από 50 κατέληξαν στις ελαφρές μεραρχίες για τις επιχειρήσεις στην Πολωνία. Η πλειοψηφία τους αποσύρθηκε από την υπηρεσία τον Μάρτιο του 1940.

Η έναρξη του πολέμου στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939, ήταν η πρώτη σημαντική δοκιμασία για τον Γερμανικό Στρατό. Το PzKpfw II ήταν το πολυαριθμότερο άρμα και σήκωσε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων. Σε υπηρεσία υπήρχαν 1.220 μονάδες του τύπου σε σύνολο περίπου 2.700.

Η δύναμη των πάντσερ αποτελείτο από έξι μεραρχίες (1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 10η), τέσσερις ελαφρές μεραρχίες και μια ανεξάρτητη ομάδα. Η τυπική σύνθεση μιας μεραρχίας πάντσερ περιελάμβανε 562 άρματα, αλλά στην πράξη δεν υπερέβαινε τα 350-400. Η σύνθεση της επιλαρχίας περιελάμβανε 34 PzKpfw I, 33 PzKpfw II, πέντε PzKpfw III και έξι PzKpfw IV. Στις ελαφρές μεραρχίες το PzKpfw II αποτελούσε τον κυρίαρχο τύπο, σε συνδυασμό με τα τσεχοσλοβακικά PzKpfw 35(t) και 38(t) για ενίσχυση. Η 3η Μεραρχία Πάντσερ διέθετε 176 PzKpfw II σε σύνολο 391 αρμάτων – το μεγαλύτερο ποσοστό. Αντίθετα η 10η Μεραρχία Πάντσερ διέθετε 74 PzKpfw II σε σύνολο 150 αρμάτων.

Τα PzKpfw II αποτελούσαν το 40-50% της διαθέσιμης δύναμης αρμάτων των μεραρχιών πάντσερ. Στις ελαφρές μεραρχίες ο αριθμός τους κυμαινόταν από 23 ως 65. Συνολικά οι τέσσερις ελαφρές μεραρχίες διέθεταν 453 άρματα, από τα οποία τα 153 ήταν PzKpfw II.

Οι επιχειρήσεις στην Πολωνία έληξαν με συντριπτική ήττα των Πολωνών και το Οπλο των Τεθωρακισμένων να εξέρχεται με αναπτερωμένο ηθικό, πολύτιμη εμπειρία και τη λάμψη του ανίκητου. Υπήρχαν όμως και έντονες σκιές στο γερμανικό οικοδόμημα, που καλύφθηκαν από την προπαγάνδα αλλά θα είχαν καθοριστικές συνέπειες στη συνέχεια. Οι μηχανικές βλάβες ήταν αρκετές, ενώ ακόμα και τα αντιαρματικά τυφέκια των Πολωνών μπορούσαν να διαπεράσουν τη θωράκιση του PzKpfw II.

Αν και στερείτο σύγχρονων αρμάτων ο Πολωνικός Στρατός διέθετε αντιαρματικά πυροβόλα των 37 mm, που μπορούσαν εύκολα να διατρήσουν 26 mm θωράκισης με κλίση 30 μοιρών σε απόσταση 600 m. Για πρώτη φορά τα άρματα χρησιμοποιήθηκαν σε οδομαχίες σε πόλεις, υφιστάμενα μεγάλες απώλειες. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Βαρσοβία η 4η Μεραρχία Πάντσερ έχασε τα 57 από τα 120 άρματα τα οποία ενέπλεξε στη μάχη. Οι Πολωνοί πυροβολητές καλύπτονταν στα βομβαρδισμένα ερείπια της πόλης.

Οι Γερμανοί παραδέχθηκαν την ολική απώλεια 218 αρμάτων ή του 10% περίπου των αρμάτων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις – ανάμεσά τους 78-83 ήταν PzKpfw II. Μετά την Πολωνία ο τύπος αυτός απέκτησε (από τον Μάιο του 1940) πρόσθετες πλάκες θωράκισης πάχους 20 mm στο εμπρόσθιο τμήμα και 15 mm στο ασπίδιο του πυροβόλου. Επιπλέον οι ελαφρές μεραρχίες του Ιππικού αναβαθμίστηκαν στο επίπεδο μεραρχίας πάντσερ και διέθεταν ένα σύνταγμα αρμάτων, που με τη σειρά του αποτελείτο από δύο επιλαρχίες, αυξάνοντας κατακόρυφα την ισχύ πυρός τους.

Η επόμενη εμπλοκή των PzKpfw II σημειώθηκε κατά την επιχείρηση “Weserubung” στις 9 Απριλίου 1940 για την κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας. Για την υποστήριξη της εισβολής διατέθηκε η επιλαρχία αρμάτων z.B.V 40, που συγκέντρωσε τρία πρωτότυπα Νeubaufahrzeug με πολλαπλούς πύργους, 18-20 PzKpfw II και 33 PzKpfw I. Η μονάδα δεν συνάντησε ισχυρή αντίσταση και συμμετείχε στην υποστήριξη του πεζικού μέχρι την ολοκλήρωση της κατάληψης της Νορβηγίας, τον Ιούνιο του 1940. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων καταστράφηκαν δύο PzKpfw II και άλλα εννέα άρματα.

Στο μεταξύ στις 10 Μαϊου ο Γερμανικός Στρατός είχε επιτεθεί στη Δύση. Τότε διέθετε 955 PzKpfw II σε σύνολο σχεδόν 2.500 αρμάτων. Το γερμανικό σχέδιο κατάφερε να παραπλανήσει τους Συμμάχους ως προς τον πραγματικό άξονα των επιχειρήσεων και να συγκεντρώσει τον κύριο όγκο των δυνάμεών τους στον βορρά. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στον νότο, μέσα από το θεωρητικά αδιάβατο δάσος των Αρδεννών.

Η συντριπτική νίκη τους και η συμβολή των μεραρχιών πάντσερ οδήγησαν στον διπλασιασμό των τελευταίων. Ο διπλασιασμός όμως δεν πραγματοποιήθηκε με δραματική αύξηση της παραγωγής αλλά με μείωση κατά 50% της δύναμης των ήδη υπαρχόντων σχηματισμών αρμάτων. Παρά τις εμφανείς αδυναμίες του τύπου η παραγωγή του PzKpfw II άρχισε να αυξάνεται από τον Αύγουστο του 1940 για να καλύψει τις ανάγκες των νέων μονάδων αλλά και τις απώλειες των προηγούμενων επιχειρήσεων.

Επόμενο πεδίο δράσης των PzKpfw II αποτέλεσαν τα Βαλκάνια, με την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Στις επιχειρήσεις συμμετείχαν οι μεραρχίες πάντσερ 2η, 5η , 9η και 11η, που διέθεταν περίπου 260 PzKpfw II. Μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας δύο PzKpfw II της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ, τα οποία μεταφέρθηκαν με φορτηγίδες, ήταν τα πρώτα άρματα που έφθασαν στο δοκιμαζόμενο νησί της Κρήτης στις 27 Μαϊου 1941 και συμμετείχαν στις σκληρές μάχες στην περιοχή του Ρεθύμνου.

Οι επιχειρήσεις στα Βαλκάνια καθυστέρησαν την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση, όπου ενεπλάκησαν 746 PzKpfw II της Panzerwaffe σε σύνολο 3.332 αρμάτων (410 ακόμα ήταν PzKpfw I) που συγκροτούσαν 19 μεραρχίες πάντσερ κατανεμημένες σε τέσσερις ομάδες. H παραγωγή των ικανότερων PzKpfw III/IV δεν είχε φθάσει σε ικανοποιητικά επίπεδα και εκείνη των PzKpfw II συνεχιζόταν με το βελτιωμένο Ausf F. Τις παραμονές της εισβολής το Panzerprogramm 41 προέβλεπε την κατασκευή 11.000 αρμάτων αναγνώρισης και 3.500 Gefechtsaufklarung αναγνώρισης, με ισχυρή θωράκιση. Τα εξαιρετικά φιλόδοξα, λόγω των παραγωγικών δυνατοτήτων της βιομηχανίας, σχέδια ακυρώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1942.

Το Ausf F ήταν η τελευταία έκδοση της οικογένειας που χρησιμοποιήθηκε ως καθαρόαιμο άρμα. Αποτέλεσε βελτίωση του Ausf C με επιπλέον θωράκιση που έφθανε τα 32 mm στο ασπίδιο του πυροβόλου και τα 35 mm στο εμπρόσθιο τμήμα του σκάφους. Εξωτερικά διακρινόταν από τον πυργίσκο παρατήρησης με οκτώ θυρίδες, που αντικατέστησε το περιστρεφόμενο περισκόπιο στη θυρίδα του αρχηγού πληρώματος το οποίο δεν παρείχε επαρκή ορατότητα. Την περίοδο Μαρτίου 1941-Δεκεμβρίου 1942 κατασκευάστηκαν 524 άρματα από τη FAMO (625 κατά άλλες πηγές).

Mερικά διέθεταν το πυροβόλο KwK 38 με την ελαφρά μεγαλύτερη κάννη L/55 (55 διαμετρημάτων). Ωστόσο το διαμέτρημα των 2 cm ήταν τελείως ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των αντίπαλων αρμάτων, κατάλληλο μόνο για την προσβολή μαλακών στόχων. H αύξηση της θωράκισης είχε ως τίμημα τη μείωση της ταχύτητας και αποδείχθηκε εντελώς ανεπαρκής. Η επιμονή στη διατήρηση του πυροβόλου των 2 cm καθιστούσε τον τύπο ουσιαστικά ανίκανο να αντιμετωπίσει ακόμα και τα σοβιετικά ελαφρά άρματα.

H επιχείρηση “Barbarossa” αποτέλεσε το “κύκνειο άσμα” για τα ελαφρά άρματα του Γερμανικού Στρατού, που επέμενε να τα διατηρεί σε υπηρεσία λόγω ανάγκης παρά λόγω ικανοτήτων. Τα αποτελέσματα των μαχών κατέδειξαν ότι για να έχει ένα άρμα πιθανότητες επιβίωσης στο Ανατολικό Μέτωπο θα έπρεπε να διαθέτει πυροβόλο τουλάχιστον 7,5 cm.

Για την εαρινή επίθεση του 1942 προς τα πετρέλαια του Καυκάσου υπήρχαν ακόμα 381 PzKpfw II σε υπηρεσία και έναν χρόνο αργότερα, την παραμονή της μάχης του Κούρσκ, 107. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι έγιναν επιχειρησιακές δοκιμές ορισμένων Ausf A/B/C με πυροβόλα γαλλικής προέλευσης SA 38 των 37 mm στο Ανατολικό Μέτωπο, χωρίς να υπάρξει συνέχεια.

Στη βόρεια Αφρική το PzKpfw II είχε μεγαλύτερα περιθώρια αξιοποίησης καθώς οι αντίπαλοι, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο των επιχειρήσεων, δεν διέθεταν ιδιαίτερα προηγμένα άρματα. Οι τύποι που έδρασαν σε αυτό το μέτωπο διέθεταν ειδικό τροπικό εξοπλισμό με αυξημένη ταχύτητα ανεμιστήρα, πρόσθετες θυρίδες για την ψύξη του κινητήρα και συνήθως πρόσθετες πλάκες θωράκισης. Τον Φεβρουάριο του 1941 η 5η Ελαφρά Μεραρχία (αργότερα αναβαθμίστηκε στην 21η Μεραρχία Πάντσερ) και η 15η Μεραρχία Πάντσερ έφθασαν στη Λιβύη για να βοηθήσουν τους Ιταλούς, αποτελώντας την τεθωρακισμένη γροθιά του περίφημου Deutsche Afrika Korps (DAK).

Στις αχανείς εκτάσεις της ερήμου τα άρματα συμμετείχαν σε ένα τεράστιο παιγνίδι στρατηγικής και κινήσεων. Συνήθης αποστολή των PzKpfw II ήταν η αναγνώριση και η κάλυψη των πλευρών του σχηματισμού μάχης, που συνήθως αποτελείτο από μια σφήνα με τα ισχυρότερα άρματα στην κορυφή της. Στην έρημο αναπτύχθηκαν νέες τακτικές, με στενή συνεργασία των ρυμουλκούμενων αντιαρματικών πυροβόλων και των αρμάτων μάχης σε ένα ιδιότυπο “πυρ και κίνηση”, οι οποίες ήταν δύσκολο να αναχαιτιστούν από τον αντίπαλο. Περισσότερο από ένα έτος μετά την άφιξή τους στην έρημο και κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Γκαζάλα τον Μάιο του 1942 το DAK διέθετε 50 PzKpfw II, σχεδόν το 15% των γερμανικών αρμάτων. Η ενίσχυση των Βρετανών με άρματα Grant και Sherman καθιστούσε περισσότερο δύσκολο το έργο τους. Η δράση τους στην έρημο έληξε με την ήττα των δυνάμεων του Αξονα έναν χρόνο αργότερα.

Tην 1η Οκτωβρίου 1944 υπήρχαν περίπου ακόμα 400 PzKpfw II σε υπηρεσία και ο αριθμός τους έφθινε συνεχώς. Τον Μάρτιο του 1945 ο Γερμανικός Στρατός διατηρούσε ακόμα 145 τέτοια άρματα.

Στους χρήστες του PzKpfw II περιλαμβάνονταν η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία. Η τελευταία συγκρότησε μια “ελίτ” μεραρχία εξοπλισμένη κυρίως με PzKpfw II Ausf F και LTVZ 35/38. Αυτή πολέμησε στο Ανατολικό Μέτωπο την περίοδο 1941-1943. Αποδεκατίστηκε μετά την υποχώρηση από τον Καύκασο. Τα υπολείμματά της συγκρότησαν την 1η Μεραρχία Πεζικού, που ανέλαβε καθήκοντα επάκτιας άμυνας. Μεταπολεμικά ορισμένα PzKpfw II διατέθηκαν στον Λιβανικό Στρατό, πιθανώς από τη Ρουμανία.

To Sd.Kfz.123 PanzerSpahwagen II Ausf L Luchs υπήρξε το τελευταίο μέλος της οικογένειας PzKpfw II.

Αναπτύχθηκε για αναγνωριστικές αποστολές όταν είχε πλέον καταδειχθεί η αδυναμία των τροχοφόρων οχημάτων για την κάλυψη των αναγκών. Παραγγέλθηκαν 800 τέτοια οχήματα αλλά η παραγωγή τους ήταν περιορισμένη. Κατασκευάστηκαν μόνο 100 και ακόμη τέσσερα προήλθαν από τη μετατροπή VK.1301. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι κατασκευάστηκαν 131-135 άρματα και ότι τα τελευταία 31-35 διέθεταν το πυροβόλο των 5 cm L/60 από τα PzKpfw III Ausf J-M σε ανοικτό πύργο, αλλά οι πληροφορίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί.

Το Luchs ανήκε σε διαφορετική κατηγορία από τις προηγούμενες εκδόσεις, με νέο πύργο για το πυροβόλο KwK 38 L/55 των 2 cm, ταχυβολίας 420-480 β.α.λ. Για την προώθησή του χρησιμοποιούσε τον ισχυρότερο κινητήρα Maybach HL66P που απέδιδε 180 hp στις 3.200 rpm και του προσέδιδε μέγιστη ταχύτητα 60 km/h. To πλήρωμά του ήταν τετραμελές. Αποτελείτο από τον οδηγό, τον πυροβολητή στη δεξιά πλευρά του πύργου, τον αρχηγό στην αριστερή πλευρά του πύργου και τον ασυρματιστή.

Ο δευτερεύων οπλισμός αποτελείτο από ένα πυροβόλο MG34. Μέσα στο άρμα μεταφέρονταν 330 βλήματα των 2 cm και 2.250 φυσίγγια των 7,92 mm. Τα Ausf L χρησιμοποιήθηκαν στο Ανατολικό Μέτωπο και στη Νορμανδία εξοπλίζοντας επιλαρχίες αναγνώρισης – panzer aufklarungs abteilungen. Η μέγιστη θωράκισή τους δεν υπερέβαινε τα 30 mm με κλίση 20 μοιρών, που κατά το τελευταίο έτος του πολέμου ήταν απελπιστικά ανεπαρκής. Τα πληρώματα προσπαθούσαν να αυξήσουν τη θωράκιση με την τοποθέτηση τμημάτων ερπυστριών, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Το Flammpanzer II Flamingo Sd.Kfz.122 PzKpfw II (F) ήταν εξοπλισμένο με δύο συστήματα φλογοβόλων στο εμπρόσθιο τμήμα του σκάφους και έναν μικρό πύργο με πολυβόλο MG 34 και αναχορηγία 1.800 φυσίγγια. Η αναχορηγία κάθε φλογοβόλου επαρκούσε για 80 “βολές” ενός μίγματος βενζίνης και λιπαντικού, που με τη βοήθεια συμπιεσμένου αζώτου εξαπολυόταν σε απόσταση 25-35 m. Το άρμα μετέφερε δύο δεξαμενές των 160 lt για τα φλογοβόλα και έξι συμπιεσμένες δεξαμενές αζώτου. Τα πρώτα 46 Flamingo κατασκευάστηκαν στις αρχές του 1940 και σταδιακά ο αριθμός τους έφθασε τα 90 μέχρι τα τέλη του έτους. Εξόπλισαν την 100 και την 101 Επιλαρχία Φλογοβόλων, που είχαν ενταχθεί στην 18η και στην 7η Μεραρχία Πάντσερ αντίστοιχα. Χρησιμοποιήθηκαν στο Ανατολικό Μέτωπο ως τα τέλη του 1941 και τα εναπομείναντα μετατράπηκαν σε κυνηγούς αρμάτων Marder II.

Τα πρώτα χρόνια του Β’ ΠΠ πραγματοποιήθηκαν αρκετές προσπάθειες ανάπτυξης βελτιωμένων εκδόσεων του PzKpfw II, χωρίς επιτυχία.

Το VK.1601(Ausf J) κατασκευάστηκε από τη Daimler-Benz και ήταν η βαρύτερα θωρακισμένη έκδοση της οικογένειας, με βάρος μάχης που έφθανε τα 16.500 kg. Διέθετε θωράκιση πάχους 80 mm στο εμπρόσθιο τμήμα και 50 mm πλευρικά. Την περίοδο Απριλίου-Δεκεμβρίου 1942 κατασκευάστηκαν 22 τέτοια άρματα. Επτά διατέθηκαν στη 12η Μεραρχία Πάντσερ για δοκιμές στο Ανατολικό Μέτωπο. Εκτός από την πρόσθετη θωράκιση το Ausf J διέθετε ισχυρότερο κινητήρα Maybach HL45 ισχύος 150 hp και βελτιωμένο σύστημα ανάρτησης. Ενα από τα επτά άρματα της 12ης Μεραρχίας τροποποιήθηκε σε όχημα περισυλλογής και χρησιμοποιήθηκε από την 116 Μεραρχία Πάντσερ το 1944.

Την περίοδο Απριλίου 1941-Φεβρουαρίου 1942 κατασκευάστηκαν δώδεκα πρωτότυπα VK.901 Ausf G με πυροβόλο EW141 των 2 cm με σύστημα σταθεροποίησης, βασισμένα στο PzKpfw II Ausf D. Η έκδοση αυτή θα αποτελούσε τον διάδοχο του Ausf F αλλά απέτυχε. Δύο τέτοια άρματα δοκιμάστηκαν με το πυροβόλο PaK 38 των 5 cm στο Ανατολικό Μέτωπο. Το VK.903 Ausf H θα αντικαθιστούσε το Ausf G στις γραμμές παραγωγής αλλά το πρόγραμμα περιορίστηκε στην κατασκευή ενός πρωτοτύπου.

Το VK 1602 Leopard αποτέλεσε μια προσπάθεια ανάπτυξης ενός αναγνωριστικού άρματος που θα συνδύαζε ισχυρό οπλισμό και θωράκιση. Κατασκευάστηκε μόνο ένα πρωτότυπο με ανοικτό πύργο για πυροβόλο των 5 cm. Τo VK.1301 (Ausf M) προσπάθησε να συνδυάσει τα καλύτερα στοιχεία από τα VK.901 και VK.1601. Κατασκευάστηκαν τον Αύγουστο του 1942 τέσσερα πρωτότυπα που διατηρούσαν το πυροβόλο των 2 cm.

Το Flakpanzer auf PzKpfw II Ausf L ήταν μια προτεινόμενη έκδοση αντιαεροπορικού οχήματος βασισμένη στο Ausf L και εξοπλισμένη με πυροβόλο Flak 43/1 L/60 των 3,7 cm. Θα διέθετε επιμηκυμένο σκάφος με δύο επιπλέον εδαφικούς τροχούς σε κάθε πλευρά και περιστρεφόμενο ανοικτό πύργο. Η ανάπτυξή της ακυρώθηκε έναντι μιας παρόμοιας έκδοσης βασισμένης στο PzKpfw IV.

Το Schwimmpanzer II υπήρξε μια αμφίβια έκδοση με συλλογή πλευστότητας στις πλευρές του σκάφους. Προωθείτο στο νερό με τη βοήθεια έλικας και ένας ελαστικός δακτύλιος διασφάλιζε τη στεγανότητα του πύργου. Το νερό έφθανε μέχρι την κορυφή των ερπυστριών και ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση των όπλων. Παραδόθηκαν 52 συλλογές για τον εξοπλισμό της Επιλαρχίας Α, συγκροτημένης από εθελοντές του 2ου Συντάγματος Αρμάτων, για την εισβολή στα βρετανικά νησιά. Οταν ακυρώθηκε η επιχείρηση η επιλαρχία αυτή και άλλες μονάδες συγκρότησαν το 18ο Σύνταγμα Αρμάτων και χρησιμοποιήθηκαν στο κεντρικό τμήμα του Ανατολικού Μετώπου για τη διάβαση ποταμών.

Ανάμεσα στις εκδόσεις του PzKpfw II περιλαμβάνονται εκδόσεις διοίκησης με πρόσθετα συστήματα επικοινωνιών και σταθερό πύργο (προήλθαν από μετατροπή Ausf B και η πρώτη τους επιχειρησιακή δράση σημειώθηκε στην Πολωνία), εκδόσεις για το Μηχανικό χωρίς πύργο, γεφυροφόρα άρματα (τέσσερα Brueckenleger aus PzKpfw II Ausf b βρίσκονταν στην υπηρεσία της 7ης Μεραρχίας Πάντσερ κατά την επίθεση στη Δύση τον Μάιο του 1940), οχήματα περισυλλογής και μεταφοράς πυρομαχικών. Στις αρχές του 1943 η Rheinmetall-Βοrsig τροποποίησε ένα άρμα με σοβιετικό όλμο των 120 mm για να γίνουν δοκιμές.

Παραλλαγές του Panzer II

H απόσυρση μεγάλου αριθμού αρμάτων από την ενεργό υπηρεσία επέτρεψε τη διάθεσή τους για μετατροπές.

Το Wespe, του οποίου η πλήρης ονομασία ήταν Sd. kfz.124 Leichte Feldhaubitze 18/2 auf Fahrgestell PzKpfw II(Sf), ήταν ένα αυτοκινούμενο πυροβόλο 10,5 cm βασισμένο στο σκάφος του PzKpfw II Ausf F. Διέθετε ανοικτή υπερκατασκευή στο οπίσθιο τμήμα με μέγιστη θωράκιση 20 mm στο εμπρόσθιο τμήμα της. Οι διαθέσιμοι χώροι για το πενταμελές πλήρωμα ήταν σχετικά περιορισμένοι.

Για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης έκδοσης ο κινητήρας μεταφέρθηκε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του σκάφους. Τα πρώτα τέτοια πυροβόλα βασίζονταν στο σκάφος του Ausf F αλλά στη συνέχεια αξιοποιήθηκε το σκάφος Geschutzwagen II με επιπλέον ενισχύσεις στην ανάρτηση, μήκος αυξημένο κατά 22 mm και αλλαγές στο διαμέρισμα του οδηγού. Ο κύριος οπλισμός τους αποτελείτο από το οβιδοβόλο leFH 18/2 L/26, το οποίο κατά τη διάρκεια της παραγωγής απέκτησε ελαφρά μεγαλύτερο μήκος κάννης (L/28). Τα όρια ανύψωσης ήταν από +42 μοίρες ως –5 μοίρες και τα όρια μετακίνησης 17 μοίρες δεξιά και αριστερά. Στις πλευρές και στο οπίσθιο τμήμα της υπερκατασκευής αποθηκεύονταν 32 βλήματα και ισάριθμα προωθητικά γεμίσματα.

Για τη σκόπευση του οβιδοβόλου ο πυροβολητής, που βρισκόταν στην αριστερή πλευρά, διέθετε ένα πανοραμικό σκοπευτικό Rundblickfernrohr 36 και ένα σκοπευτικό ZF 1 για άμεσες βολές. Ο δευτερεύων οπλισμός αποτελείτο από ένα MG 34 στη δεξιά πλευρά της υπερκατασκευής. Το πλήρωμα διέθετε υποπολυβόλα MP38/40 για αυτοπροστασία. Το Wespe εκτός από τα εκρηκτικά βλήματα μπορούσε να βάλλει και αντιαρματικά βλήματα. Το μέγιστο βεληνεκές με εκρηκτικά βλήματα FH Gr ήταν 10.675 m.

Τη σχεδίαση του Wespe ανέλαβε η Alkett και την παραγωγή του η FAMO στο Μπρεσλάου και η Vereinigte Maschinen Werke στη Βαρσοβία. Την περίοδο Φεβρουαρίου 1943-Αυγούστου 1944 μετατράπηκαν 676-683 PzKpfw II σε Wespe και 159 σε οχήματα ανεφοδιασμού (munitions schlepper Wespe) με ικανότητα μεταφοράς 90 βλημάτων, τριμελές πλήρωμα και δυνατότητα τροποποίησης σε Wespe. Τα οχήματα αυτά διατέθηκαν στις μοίρες υποστήριξης της πλειοψηφίας των μεραρχιών πάντσερ, γρεναδιέρων πάντσερ και Waffen SS. Πρώτος χρήστης τους ήταν 1η SS Μεραρχία Πάντσερ “Leibstandarte Adolf Hitler”. Κάθε πυροβολαρχία διέθετε έξι Wespe και δύο οχήματα ανεφοδιασμού.

Η πρώτη εκτεταμένη επιχειρησιακή δράση του οχήματος αυτού σημειώθηκε κατά την περίφημη μάχη του Κούρσκ τον Ιούλιο του 1943. Το Wespe παρείχε πολύτιμη υποστήριξη και τα πληρώματά του ήταν σε γενικές γραμμές ευχαριστημένα. Τα σημαντικότερα μειονεκτήματά του ήταν η αδύναμη ανάρτηση στο εμπρόσθιο τμήμα και η έλλειψη συστήματος θέρμανσης, στα πρώτα οχήματα, κάτι το οποίο διορθώθηκε αργότερα με σύστημα παροχής θερμού αέρα από τον κινητήρα. Τα Wespe πολέμησαν μέχρι το τέλος του Β’ ΠΠ. Τον Μάρτιο του 1945 υπήρχαν ακόμα περίπου 300 σε υπηρεσία.

Το PzKpfw II αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη της σειράς κυνηγών αρμάτων Μarder II, η οποία έγινε με γνώμονα την ταχύτητα ένταξης λόγω της αξιοποίησης αρμάτων τα οποία ήταν εκτός υπηρεσίας, την ευκολία παραγωγής και τη βελτίωση της ευκινησίας των αντιαρματικών πυροβόλων PaK 40 των 7,5 cm. Η εμφάνιση των σοβιετικών Τ-34 και KV-1 αποτέλεσε μια δυσάρεστη έκπληξη. Τα αντιαρματικά πυροβόλα των 3,7 cm και 5 cm αποδείχθηκαν ανεπαρκή. To PaK 40 όμως ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό. Εντάχθηκε σε υπηρεσία στα τέλη του 1941 και αποτέλεσε τη φυσική επιλογή για τον εξοπλισμό των κυνηγών αρμάτων.

Το πρώτο μέλος της σειράς Marder II, το Sd.Kfz 131 7,5 cm PaK 40/2 auf Fahrgestell PzKpfw II (Sf), διέθετε το πυροβόλο PaK 40/2 L/46, με κάννη 46 διαμετρημάτων. Εντάχθηκε σε υπηρεσία τον Ιούλιο του 1942 και χρησιμοποιήθηκε μέχρι το τέλος του πο- λέμου σε επιλαρχίες κυνηγών αρμάτων (panzerjaeger abteilung) προσκολλημένες σε μεραρχίες πάντσερ, γρεναδιέρων πάντσερ και πεζικού. Η θεωρητική δύναμη μιας τέτοιας επιλαρχίας αποτελείτο από 51 οχήματα, αλλά στην πράξη ήταν σημαντικά μικρότερη.

Οι αντιαρματικές δυνατότητες του παραπάνω πυροβόλου ήταν αξιόλογες. Είχε ικανότητα διάτρησης κάθετης πλάκας θωράκισης 116 mm σε απόσταση 1.000 m. Τα όρια μετακίνησής του ήταν 32 μοίρες αριστερά και 25 μοίρες δεξιά. Την περίοδο Ιουνίου 1942 – Μαρτίου 1944 κατασκευάστηκαν 576 τέτοια οχήματα από τις FAMO, MAN και Daimler-Βenz. Ακόμη 75 προήλθαν από τη μετατροπή PzKpfw II. Ελάχιστα χρησιμοποίησαν το πυροβόλο PaK 38 L/60 των 5 cm, λόγω έλλειψης PaK 40.

Το Marder II διέθετε ανοικτή υπερκατασκευή με μέγιστη θωράκιση πάχους 30 mm στο εμπρόσθιο τμήμα της. Τα 35 mm με κλίση 13 μοιρών έφθανε η προστασία στο εμπρόσθιο τμήμα του σκάφους, ενώ στις πλευρές δεν υπερέβαινε τα 10 mm. Η θωράκιση του Marder II δεν υπήρξε το δυνατό του σημείο, αλλά το ίδιο ήταν ένας επικίνδυνος κυνηγός. Aπό το PzKpfw II διατηρούσε μόνο το εμπρόσθιο κάτω τμήμα της θωράκισης σε νέα υπερκατασκευή.

Ο πυροβολητής χρησιμοποιούσε το σκοπευτικό ZF3x8 (3x) στην αριστερή πλευρά του πυροβόλου. Τα βλήματα μεταφέρονταν σε ειδικές οριζόντιες θήκες στο οπίσθιο τμήμα. Συνήθως μεταφέρονταν δύο θήκες των 24 βλημάτων και μια θήκη των επτά βλημάτων στο κεντρικό τμήμα. Στην πράξη τα πληρώματα προσπαθούσαν να μεταφέρουν όσα περισσότερα βλήματα μπορούσαν. Αντιαρματικά ήταν τα Pzgr Patr 39 και Pzgr Patr 40. Τα τελευταία διέθεταν πυρήνα από βολφράμιο και αυξημένες διατρητικές ικανότητες.

Οι ελλείψεις σε αυτό το μέταλλο δεν επέτρεψαν τη διάθεση μεγάλης ποσότητας τέτοιων βλημάτων, γεγονός που αποτέλεσε ευτύχημα για τα συμμαχικά άρματα. Για αυτοπροστασία το πλήρωμα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα πολυβόλο σε στήριγμα στη δεξιά πλευρά, με αναχορηγία 600 φυσίγγια. Υπάρχουν πληροφορίες ότι ορισμένα τέτοια οχήματα είχαν εφοδιαστεί με προβολείς υπερύθρων και είχαν πολύ αυξημένες ικανότητες νυκτερινού αγώνα.

Η αξιοποίηση του σκάφους του PzKpfw II και του μεγάλου αριθμού σοβιετικών πυροβόλων F22 των 76,2 mm που έπεσαν στα χέρια του Γερμανικού Στρατού κατά το αρχικό στάδιο της επιχείρησης “Barbarossa” το καλοκαίρι του 1941, οδήγησε στην ανάπτυξη μιας έκδοσης του Marder II με την ονομασία Sd.Kfz. 132 Panzerselbstfahrlafette 1 fur 7,62 cm PaK 36(r) auf Fahrgestell PzKpfw II Ausf D1 und D2. Ausf D1 ήταν τα οχήματα που είχαν προέλθει από τη μετατροπή PzKpfw II Ausf D/E και Ausf D2 τα προερχόμενα από φλογοβόλα Flamingo II.

H ανάπτυξη του συγκεκριμένου οχήματος άρχισε τον Δεκέμβριο του 1941. Την περίοδο Απριλίου 1942-Ιουνίου 1943 τροποποιήθηκαν 201 άρματα. Τα σοβιετικά πυροβόλα τροποποιήθηκαν για τη βολή βλημάτων των 7,5 cm με χαλινωτήριο στομίου κάννης και απέκτησαν την ονομασία PaK 36(r) L/51,5. Διέθεταν ελαφρά μειωμένη διατρητική ικανότητα σε σχέση με το PaK 40. Κύριο μειονέκτημα αυτού οχήματος ήταν το μεγάλο ύψος, 2,6 m έναντι 2,2 m του Marder II, που το καθιστούσε ευδιάκριτο στόχο στο πεδίο της μάχης. Η ανοικτή υπερκατασκευή ήταν ένας εφιάλτης στις συνθήκες του Ανατολικού Μετώπου κατά τη διάρκεια του χειμώνα και παρείχε ελάχιστη προστασία από θραύσματα πυροβολικού ή άλλες απειλές. Τα οχήματα του τύπου αυτού έδρασαν στο Ανατολικό Μέτωπο με επιτυχία και αποσύρθηκαν το 1944, με την εμφάνιση νέων κυνηγών αρμάτων.

Το οβιδοβόλο siG 33 L/11,4 των 15 cm ήταν το σημαντικότερο ρυμουλκούμενο όπλο υποστήριξης του Γερμανικού Στρατού. Η πρώτη σχετική προσπάθεια ανάπτυξης αξιοποιούσε το σκάφος του PzKpfw I, αλλά το αποτέλεσμα αποδείχθηκε υπέρβαρο και ήταν φανερό ότι απαιτείτο κάτι καλύτερο. Τον Ιούνιο του 1940 ένα πρωτότυπο βασισμένο στο PzKpfw II δοκιμάστηκε στο κέντρο δοκιμών του Κούμερσντορφ. Πραγματοποιήθηκαν αρκετές αλλαγές, με σημαντικότερες την επιμήκυνση του σκάφους κατά 60 cm, με την προσθήκη ενός εδαφικού τροχού σε κάθε πλευρά, και την αύξηση του πλάτους κατά 32 cm. Σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αλλαγές το βάρος μάχης έφθασε τα 16.000 kg, ήταν δηλαδή αρκετά αυξημένο σε σχέση με το αρχικό.

To πρώτο όχημα παραγωγής ολοκληρώθηκε στα τέλη του καλοκαιριού του 1941. Η παραγωγή από την Alkett ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1942, μετά από μόλις δώδεκα οχήματα. Αυτά απέκτησαν την ονομασία Sturmpanzer II Bison και εξόπλισαν τις πυροβολαρχίες 707 και 708 siG Kp (Sf), που πολέμησαν αποκλειστικά με το DAK στη βόρεια Αφρική. Αναπτύχθηκαν στην περιοχή την περίοδο Φεβρουαρίου- Απριλίου 1942 αλλά η χρησιμότητά τους ήταν περιορισμένη λόγω των σημαντικών τεχνικών προβλημάτων τα οποία δημιουργούσε το μεγάλο βάρος. Το “βάπτισμα του πυρός” το έλαβαν στη μάχη της Γκαζάλα τον Μάιο του 1942. Εκτός από οβιδοβόλο, αξιοποιώντας τη μέγιστη κλίση των 75-80 μοιρών, το συγκεκριμένο όχημα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βαρύς όλμος.

Ο κινητήρας Buessing-NAG των 150-155 hp (ορισμένες πηγές αναφέρουν τη διατήρηση του Maybach HL62TRM) αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να κινήσει το όχημα και αντιμετώπιζε προβλήματα υπερθέρμανσης. Στις σκληρές συνθήκες της ερήμου λιγότερα από τα μισά Sturmpanzer II ήταν διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή για υπηρεσία. Με την ήττα των δυνάμεων του Αξονα στη βόρεια Αφρική, τον Μάιο του 1943, οι Βρετανοί ανακάλυψαν σε μονάδες των μετόπισθεν έξι τέτοια οχήματα τα οποία έχρηζαν επισκευών. Προφανώς ένα από αυτά πολύ αργότερα, το 1948, χρησιμοποιήθηκε από τον Αιγυπτιακό Στρατό στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το PzKpfw II αποτέλεσε αρχικά το κατάλληλο άρμα για την κάλυψη των κενών του Γερμανικού Στρατού, αλλά συνέχισε να χρησιμοποιείται ακόμα και όταν κατέστη παρωχημένο. Οι παραλλαγές του χρησιμοποιήθηκαν με μεγαλύτερη επιτυχία μέχρι το τέλος του Β’ ΠΠ.

Προηγούμενο άρθροΙΧ: Οι προσφορές των εισαγωγέων που μειώνουν τις τιμές
Επόμενο άρθροSchneider Trophy: Αεροπορικοί αγώνες υδροπλάνων 1913 – 1931
Στέλιος Θεοδωρίδης
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος, αφού δεν κατόρθωσα να γίνω τρανός και σπουδαίος μέσα στην κοινωνία. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Το Μοναδικό μου όπλο είναι το γράψιμο, και καμαρώνω που δεν υποκύπτω σε πειρασμούς ή απειλές. Προτιμώ να πεθάνω άφραγκος, παρά να ζω χορτάτος και με λερωμένη συνείδηση.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ