Ποιοι είναι οι Βάσκοι. Πληροφορίες για την Χώρα των Βάσκων

Ποιοι είναι οι Βάσκοι. Πληροφορίες για την χώρα των βάσκων

Οι Βάσκοι είναι σχετικά ένας άγνωστος λαός στην καρδιά της Ευρώπης που επιμένουν να διατηρούν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα τους σε πείσμα όσους τους διαγραφούν από τον χάρτη. Επί 19 αιώνες το έθνος αυτό μάχεται για την αυτονομία του ορθώνοντας το ανάστημα του σε βασιλιάδες, σε δικτάτορες και δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι διεκδικήσεις τους είναι πάγιες, ενώ ο αγώνας τους είναι συνεχείς και εναλλασσόμενος, εντούτοις η έκβαση αυτών των ενεργειών, σε τωρινό επίπεδο, όπως και άλλοτε είναι εξίσου αβέβαιες.

Γυρίζοντας το ρολόι της Ιστορίας αρκετούς αιώνες πίσω, συγκεκριμένα περί το 1000 π.Χ., συναντούμε τις πρώτες αναφορές ιστορικών στους κατοίκους του τριγώνου που σχηματίζουν οι ποταμοί Εβρος και Γαρούνας (Garonne) με τον Ατλαντικό Ωκεανό, τους πρωτο-Βάσκους. Αρκετούς αιώνες αργότερα, περί τον 1ο αιώνα π.Χ., στα έργα Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων καταγράφονται τα πρώτα δείγματα πολιτικής οργάνωσης των Βάσκων. Οι πηγές αυτές τους αναφέρουν άλλοτε ως Βάσκονες και άλλοτε ως Βασκόνους και κάνουν λόγο για τέσσερις φυλές που μιλούσαν διάφορες μη λατινογενείς διαλέκτους.

Οι απόψεις των ανθρωπολόγων διίστανται σχετικά με την προέλευση των Βάσκων. Σύμφωνα με μια άποψη, οι Βάσκοι πρέπει να είναι απόγονοι ενός νεολιθικού πληθυσμού ασιατικής καταγωγής. Φθάνοντας στην Ευρώπη, πιθανόν από τη Μικρά Ασία, εποίκισαν την ήπειρο πριν από έξι ή επτά χιλιετίες, για να υποταχθούν αργότερα στους μεταγενέστερους Ινδοευρωπαίους.

Ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ., ίσως και νωρίτερα, όπως καταγράφουν οι ιστορικές πηγές, η Παμπλόνα (Ιρούνια, όπως ονομάζεται στη βασκική γλώσσα) βρισκόταν υπό την εξουσία των Ρωμαίων. Οι Βάσκοι, εγκατεστημένοι κυρίως στις αγροτικές περιοχές, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους αστούς Ρωμαίους.

Με την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αισθάνθηκαν να απειλούνται κυρίως από τα γερμανικά φύλα, τα οποία στα χρόνια που ακολούθησαν άρχισαν να καταφθάνουν στην περιοχή των Πυρηναίων. Οι Γερμανοί δεν ήταν οι μόνοι εχθροί των Βάσκων, οι οποίοι την περίοδο εκείνη δέχθηκαν εχθρικές επιδρομές επίσης από τους Φράγκους και τους Αραβες. Οι Βάσκοι, αντιμέτωποι με την εχθρική απειλή, ενώθηκαν και οργανώθηκαν δημιουργώντας μια πολύπλοκη πολιτική οντότητα.

Το 732 οι δυνάμεις του Μουσουλμάνου Αλ Ανταλούς εισέβαλαν στην Παμπλόνα και αφαίρεσαν την εξουσία από τους Φράγκους, οι οποίοι κυριαρχούσαν μέχρι τότε στην περιοχή. Η Παμπλόνα παρέμεινε υπό μουσουλμανική κυριαρχία καθ’ όλη τη διάρκεια του 8ου αιώνα. Ο αιώνας εκείνος σημαδεύθηκε από τις μάχες των Χριστιανών εναντίον των Μουσουλμάνων, κατά τις οποίες τα στρατεύματα του Καρλομάγνου κατέστρεψαν τα τείχη της Παμπλόνας.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή των Βάσκων, που θέλησαν να πάρουν εκδίκηση. Ως αντίποινα κατέσφαξαν την οπισθοφυλακή του στρατού του Καρλομάγνου. Η μάχη του θέρους του 778 στο Ρόνσβαλ (Roncesvalles) αποτελεί τη μοναδική σοβαρή ήττα που υπέστη ο Καρλομάγνος στη διάρκεια της μακράς και νικηφόρου εκστρατείας του.

Ο ιστορικός Κόλινς, σχολιάζοντας την πολεμική τακτική των Βάσκων, σημειώνει τον μεγάλης κλίμακας ανταρτοπόλεμο που συνήθιζαν να διεξάγουν στις πεδιάδες και στα ορεινά περάσματα και τον βαθμό στον οποίο αυτός συνέβαλε στη νικηφόρο επέλαση των βασκικών δυνάμεων. Ωστόσο, οι Βάσκοι δεν μπορούσαν να συγκριθούν σε ισχύ και πειθαρχία με τις δυνάμεις των Βησιγότθων και των Μουσουλμάνων, γεγονός που αποδεικνύεται από την ήττα και τη σφαγή των Βάσκων στρατιωτών από τις δυνάμεις των κατακτητών τρία χρόνια μετά τη μάχη στο Ρόνσβαλ.

Το βασίλειο της Ναβάρρας

Στις αρχές του 9ου αιώνα (824), στην περιοχή της Ναβάρρας ιδρύθηκε από τη δυναστεία των Μπάνου Κουάζι (Banu Quasi) το Βασίλειο της Παμπλόνας, το οποίο περί το τέλος του 10ου αιώνα μετονομάσθηκε σε Βασίλειο της Ναβάρρας (Nafarroa). Το βασκικό αυτό κρατίδιο, το οποίο διατήρησε την ανεξαρτησία του μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα, αποτέλεσε το μοναδικό κράτος στην ιστορία των Βάσκων. Συν τοις άλλοις, ήταν ένα από τα πρώτα βασίλεια που δημιουργήθηκαν στην Ιβηρική χερσόνησο.

Υπό τη βασιλεία του Σάντσου Γ’ του Μεγάλου (Santxo Garces III, 999-1035), οι περισσότερες βασκόφωνες περιοχές, για μια και μοναδική φορά στην ιστορία τους, βρίσκονταν υπό ενιαία πολιτική αρχή. Αργότερα, όμως, οι επαρχίες Αλαβα (Alaba, στα βασκικά), Βισκάια (Bizkaia) και Γκιπούθκοα (Gipuzkoa), οι Βασκονγάδας (Bascongadas) ή Euskadi, όπως είναι επίσης γνωστές, επέλεξαν να εγκαταλείψουν το βασίλειο της Ναβάρρας και να υπαχθούν στην Καστίλλη.

Η αρχή έγινε με την επαρχία Βισκάια, η οποία μάλιστα βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Καστίλλης, όταν το 1181 ο τότε βασιλιάς αποφάσισε να εισβάλει στην Αλαβα. Η πτώση της Αλαβα επήλθε τελικά το 1200. Την ίδια χρονιά η Γκιπούθκοα προσχώρησε επίσης στο βασίλειο της Καστίλλης. Καθεμιά από τις τρεις επαρχίες είχε δική της, αυτόνομη διοίκηση μέχρι το 1876, οπότε με διάταγμα της κυβέρνησης της Μαδρίτης καταργήθηκαν τα προνόμια που απολάμβαναν.

Από τον 11ο αιώνα και εξής η Ναβάρρα γνώρισε μια περίοδο απομόνωσης και παρακμής. Εξαντλημένη από τον εμφύλιο πόλεμο και την οικονομική κρίση, αποτέλεσε εύκολη λεία για τις ηγεμονικές τάσεις του Φερδινάνδου της Αραγωνίας και της Ισαβέλλας της Καστίλλης. Η Παμπλόνα περιήλθε τελικά υπό την κυριαρχία της Καστίλλης το 1512. Η στρατιωτική επιχείρηση είχε την υποστήριξη του πάπα, ο οποίος με έγγραφό του αφόρισε τους μονάρχες της Ναβάρρας και την ανακήρυξε επαρχία χωρίς νόμιμους άρχοντες. Οι εξόριστοι βασιλείς Αικατερίνη ντε Φουά (Catherine de Foix) και Ζαν Ντ’ Αλμπέρ (Jeanne d’ Albert) αναζήτησαν καταφύγιο στην Κάτω Ναβάρρα (Behe-Nafarroa), η οποία δεν τελούσε υπό την κατοχή του ισπανικού στρατού.

Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια του Καρόλου Ε’. Από το 1519, οπότε στέφθηκε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εκτός από τους προτεστάντες στη Γερμανία χρειάσθηκε να αντιμετωπίσει και τους Κομουνέρος (Comuneros, 1520 – 1521) της πατρίδας του, της Καστίλλης. Οι Κομουνέρος, πολίτες οργανωμένοι σε ομάδες με αποστολή την υπεράσπιση των συμφερόντων των πόλεών τους, εξεγέρθηκαν εναντίον του Καρόλου Ε’ διαμαρτυρόμενοι για τα αυστηρά μέτρα που είχε επιβάλει στο Βασίλειο της Καστίλλης.

Το 1521 ο βασιλιάς Ερρίκος Ντ’ Αλμπέρ (Henri d’ Albert), εκμεταλλευόμενος την ανταρσία των Κομουνέρος στην Καστίλλη, προσπάθησε να ανακτήσει τη Ναβάρρα. Αρχικά η πόλη ανακτήθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα της, η ήττα όμως των Κομουνέρος υποχρέωσε την Ανω Ναβάρρα (Naforroa) να επιστρέψει στην κυριαρχία της Καστίλλης. Η Ανω Ναβάρρα προσαρτήθηκε τελικά στο ισπανικό Στέμμα, αλλά αποτέλεσε ανεξάρτητο κράτος με δικό της σύνταγμα, δικαστική αυτοτέλεια και ειδικά προνόμια μέχρι το 1842.

Η Κάτω Ναβάρρα δεν βρισκόταν υπό την κυριαρχία της Καστίλλης. Η κατάληψή της δεν ήταν μόνο δύσκολη αλλά και δαπανηρή. Γι’ αυτό και ο στρατός του Καρόλου Ε’ το 1530 οπισθοχώρησε. Η συγκυρία αυτή ευνόησε για πρώτη φορά στην Κάτω Ναβάρρα την έκφραση της βασκικής ταυτότητας και της θέλησης να ανακτηθούν τα ιστορικά κεκτημένα. Τον 16ο αιώνα η προσπάθεια ανάκτησης της εδαφικής ακεραιότητας και της ενότητας της Ναβάρρας εκδηλώθηκε εντονότερα παρά ποτέ.

Στην Κάτω Ναβάρρα εκφράσθηκε επίσης για πρώτη φορά η συναίσθηση της βασκικής γλωσσικής ταυτότητας. Στη διάρκεια της βασιλείας του Ζαν Ντ’ Αλμπέρ (1555-1572) η μεταρρύθμιση του Καλβίνου ευνόησε τη χρήση της βασκικής γλώσσας. Το πρώτο βιβλίο στη βασκική γλώσσα, μια συλλογή ποιημάτων του Μπερνάτ Ετσεπάρ (Bernat Etxepare), εκδόθηκε το 1545, ενώ η βασκική έκδοση της Καινής Διαθήκης κυκλοφόρησε το 1571.

Στην προσάρτηση της Κάτω Ναβάρρας προεξάρχοντα ρόλο διαδραμάτισαν η βασκική αριστοκρατία και ο Κλήρος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διπλωμάτη και μετέπειτα επισκόπου της Μπαϊόνα, Μπερτράν Ντ’ Εσσό (Bertrand de Echauz), ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την έξαρση του μοναρχικού συγκεντρωτισμού, ζήτησε με επίσημο έγγραφό του την προσάρτηση της Κάτω Ναβάρρας στο γαλλικό Στέμμα, γεγονός το οποίο πραγματοποιήθηκε το 1620. Παρόλα αυτά η επαρχία διατήρησε δικό της σύνταγμα, νομοθεσία και δικαστήριο, όπως ακριβώς είχε συμβεί με την Ανω Ναβάρρα μέχρι την προσάρτησή της στο ισπανικό Στέμμα.

Τα χρόνια μεταξύ του 1562 και του 1598 σημαδεύθηκαν από τους αγώνες των Καθολικών εναντίον των Προτεσταντών. Η Αικατερίνη των Μεδίκων (Catherine de Medici) διέταξε τη σφαγή μέσα σε μια νύκτα εκατοντάδων Προτεσταντών. Η νύκτα εκείνη της 24ης Αυγούστου 1572 έμεινε στην Ιστορία ως νύκτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Ο Ερρίκος Δ’ ασπάσθηκε τον Καθολικισμό και στέφθηκε το 1589 ο πρώτος βασιλέας της Γαλλίας από τη δυναστεία των Βουρβώνων. Τερμάτισε τους ιερούς πολέμους και εξέδωσε το διάταγμα της Νάντης, με το οποίο κατοχύρωνε τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των Προτεσταντών.

Διωγμοί και εκτελέσεις βάσκων στην Γαλλία

Κατά τον Μεσαίωνα το κυνήγι των μαγισσών στην κεντρική και τη νότια Γαλλία (στην ίδια περιοχή όπου παλαιότερα είχαν σημειωθεί μαζικές διώξεις αιρετικών) είχε λάβει τεράστιες διαστάσεις. Η Καθολική Εκκλησία έδειχνε μεγάλη ανοχή απέναντι σε όσους καταδίωκαν τις μάγισσες, γυναίκες (αλλά και άνδρες) που εμπλέκονταν σε τελετές μαύρης μαγείας και δαιμονολατρίας.

Το 1609 ο Γάλλος αξιωματούχος Πιέρ Ντε Λανκρ είχε την υποψία ότι οι βασκόφωνοι κάτοικοι του Λαμπούρ (επαρχίας Βάσκων στη Γαλλία), 30.000 στον αριθμό, συμπεριλαμβανομένων και ιερέων, εμπλέκονταν σε τελετές μαύρης μαγείας. Αποπειράθηκε να εκτελέσει όλους τους κατοίκους, ενώ βασάνισε και έκαψε περί τα 600 άτομα. Το κυνήγι των μαγισσών, που βρισκόταν σε εξέλιξη και τους δύο προηγούμενους αιώνες, εντάθηκε στη διάρκεια του 17ου αιώνα. Συνολικά μεταξύ του 1600 και του 1765 θανατώθηκαν περισσότεροι από 1.600 άνθρωποι. Οι διωγμοί σταμάτησαν τελικά όταν εξεγέρθηκαν οι συγγενείς των θυμάτων.

Οι Βάσκοι δεν διέφυγαν του μένους της γαλλικής Αυλής. Τα ιστορικά κείμενα μαρτυρούν τη θανάτωση όλων των αγροτών της γαλλικής βασκικής επαρχίας Ζουμπέροα επειδή αντιδρούσαν στον συγκεντρωτισμό της γαλλικής μοναρχίας. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στις περισσότερες από τις εξεγέρσεις που σημειώθηκαν στις γαλλικές επαρχίες Βάσκων πρωτοστάτησαν γυναίκες.

Μετά τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, το 1792, αποφασίσθηκε η κατάργηση της μοναρχίας στη Γαλλία και η εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Την ίδια περίοδο όσοι ήταν αντίθετοι στις νέες καθεστωτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις γνώρισαν εκτεταμένους διωγμούς και βασανιστήρια. Οι αριθμοί είναι χαρακτηριστικοί του μεγέθους των μέτρων καταστολής τα οποία έλαβε η γαλλική πολιτεία. Περισσότεροι από 300.000 άνθρωποι συνελήφθησαν και περίπου 17.000 εκτελέσθηκαν.

Ιδιαίτερα σκληρά ήταν τα μέτρα που έλαβαν οι γαλλικές Αρχές σε βάρος των κατοίκων των επαρχιών των Βάσκων. Πολίτες δίχως διάκριση φύλου ή ηλικίας υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, αιχμαλωτίσθηκαν και φυλακίσθηκαν σε εκκλησίες, ενώ χιλιάδες πέθαναν από τον λιμό και από τις άθλιες συνθήκες υγιεινής. Οσοι επέζησαν επιστρέφοντας στην πατρίδα τους βρήκαν τα σπίτια τους κατεστραμμένα και τις περιουσίες τους λεηλατημένες.

Η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να σηματοδότησε τη νίκη του φιλελευθερισμού επί της φεουδαρχίας και της μοναρχίας, ωστόσο, για τις πληθυσμιακές μειονότητες, όπως οι Βάσκοι, αποτέλεσε την αφετηρία για την καταστρατήγηση μιας σειράς δικαιωμάτων και προνομίων τους, όπως η ελευθερία της γλώσσας, των νόμων και των θεσμών.

Οι νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν κυριολεκτικά παρέλυσαν τις βασκικές επαρχίες στη Γαλλία. Οι λιγοστοί επιφανείς πολίτες, γαιοκτήμονες και έμποροι, δεν μπορούσαν να εγγυηθούν την ανάπτυξη βιομηχανικών και εμπορικών δραστηριοτήτων ικανών να κρατήσουν τον πληθυσμό στις εστίες του. Η οικονομική δυσπραγία προκάλεσε μαζικά κύματα μετανάστευσης τόσο στο εσωτερικό της Γαλλίας (κυρίως προς το Παρίσι και το Μπορντώ), όσο και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι Βάσκοι της Ισπανίας

Στα χρόνια που ακολούθησαν την καθαίρεση από τον Ναπολέοντα του Καρόλου Δ’ και του διαδόχου του Φερδινάνδου Ζ’ από τον ισπανικό θρόνο η Ισπανία έχασε τη συνοχή της. Το πληγωμένο εθνικό φρόνημα εκδηλωνόταν μόνο ως έκφραση εναντίωσης στον γαλλικό στρατό κατοχής και στις νεοφερμένες επαναστατικές ιδέες. Κόμματα και κοινωνικές ομάδες, ακόμη και η διχασμένη βασιλική Αυλή, δανείζονταν πολιτικά επιχειρήματα από τις νέες αυτές «επικίνδυνες» ιδέες, ωστόσο εμφανίζονταν ανίκανες να διασφαλίσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στο εσωτερικό της χώρας.

Με την άνοδο το 1808 της δυναστείας των Βουρβώνων στον ισπανικό θρόνο δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην εγκαθίδρυση μιας συγκεντρωτικής εξουσίας. Στη διάρκεια του πολέμου της Ανεξαρτησίας (1808-1814) το φιλελεύθερο σύνταγμα που προώθησε ο αδελφός του Ναπολέοντα, Ιωσήφ Βοναπάρτης, το 1812, προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση των Βάσκων, οι οποίοι πίστευαν ότι ο φιλελευθερισμός αποτελούσε πρόσχημα και ότι η πραγματική του πρόθεση ήταν η επιβολή του ισπανικού εθνικισμού.

Ο Φερδινάνδος Ζ’, που παρέμενε εξόριστος στη Γαλλία, δήλωσε ότι θα σεβόταν τη νέα μορφή του πολιτεύματος, αλλά μετά την παλινόρθωσή του ανακάλεσε τη δήλωσή του. Εκτοτε ακολούθησε μια δεινή σύγκρουση μεταξύ των φιλελεύθερων και του Φερδινάνδου Ζ’. Οι πολέμιοι του απολυταρχισμού είχαν την υποστήριξη μέρους των αξιωματούχων, ενώ στο πλευρό του βασιλιά στάθηκαν κυρίως η Εκκλησία και οι γαιοκτήμονες. Η καταδίωξη των φανατικών πολέμιων του απολυταρχισμού δεν έλαβε τέλος παρά μόνο με τον θάνατο του μονάρχη, το 1833.

Ο αδελφός του Φερδινάνδου, Δον Κάρλος, νόμιμος διάδοχος του θρόνου, δεν μπορούσε να κρατήσει τα σκήπτρα της εξουσίας, επειδή η τελευταία σύζυγος του εκλιπόντα βασιλιά, Μαρία Χριστίνα, είχε πείσει τον σύζυγό της να μεταβάλει τους όρους της διαδοχής.

Η Μαρία Χριστίνα, που επιζητούσε επειγόντως πολιτική στήριξη για να μπορέσει να διαφυλάξει τον θρόνο για την ανήλικη θυγατέρα της, ικανοποίησε ένα μέρος των αιτημάτων των φιλελευθέρων, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να αποσπάσει τη συμπαράσταση μιας μεγάλης μερίδας τους. Αλλωστε, οι φιλελεύθεροι είχαν πλέον διαιρεθεί σε μετριοπαθείς και ριζοσπαστικούς. Οι τελευταίοι συνέχιζαν να ανθίστανται στις βασιλικές βουλές, σε αντίθεση με τους μετριοπαθείς, που έδειχναν σημεία διαλλακτικότητας.

Ο Δον Κάρλος, με όπλο τη συμπαράσταση των εκκλησιαστικών κύκλων και εκείνων που υποστήριζαν ότι ο φιλελευθερισμός μόνο δεινά θα επιφύλασσε για τη χώρα και τον Καθολικισμό, εναντιώθηκε στη βούληση της Αυλής. Ο αγροτικός πληθυσμός στις βασκικές επαρχίες, στην Καταλωνία και αλλού, από φόβο μήπως η νέα εξουσία τού στερήσει ένα μέρος των προνομίων του (μεταξύ των οποίων την αυτονομία που απολάμβανε), συσπειρώθηκε και εξεγέρθηκε τασσόμενος στο πλευρό του διεκδικητή του θρόνου.

Με έδρα τη Ναβάρρα οι Βάσκοι κήρυξαν τον πόλεμο στη φιλελεύθερη κεντρική κυβέρνηση. Ο πρώτος Καρλικός πόλεμος έλαβε τη μορφή λαϊκής εξέγερσης εναντίον του ισπανικού συγκεντρωτισμού αλλά και υπεράσπισης των ελευθεριών και των παραδόσεων των Βάσκων. Αρχισε το 1833 και τερματίσθηκε επτά χρόνια αργότερα με τη Συνθήκη της Βεργκάρα. Οι Καρλικοί πόλεμοι, αν και διεξήχθησαν στο σύνολο του ισπανικού εδάφους, επικεντρώθηκαν στις τέσσερις ισπανικές βασκικές επαρχίες (Αλαβα, Βισκάια, Γκιπούθκοα και Aνω Ναβάρρα).

Επί επτά συναπτά έτη, όσο διήρκεσε ο πρώτος Καρλικός πόλεμος, οι Βάσκοι με τη συμπαράσταση των αγροτών οργάνωναν το κράτος τους, το οποίο εκτεινόταν στις βασκόφωνες νότιες επαρχίες. Η Συνθήκη της Βεργκάρα εγγυήθηκε τη διατήρηση των προνομίων των Βάσκων, με την προϋπόθεση όμως ότι θα σέβονταν τη «θεσμική ενότητα της μοναρχίας». Η Ναβάρρα δεν αποδέχθηκε ποτέ τη συνθήκη, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες επαρχίες.

Το 1841 με έναν νόμο όλες οι νομοθετικές και εκτελεστικές εξουσίες μεταβιβάσθηκαν από τα επαρχιακά συμβούλια στη δικαιοδοσία της ισπανικής κυβέρνησης. Τριβές, όμως, προκάλεσε και η καθιέρωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που διαιρούσε την ισπανική επικράτεια σε 49 διοικητικά ισότιμες επαρχίες.

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Δημοκρατία απειλήθηκε από νέες εξεγέρσεις. Πέντε πόλεις ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητα καντόνια και έλαβαν τα όπλα εναντίον της Μαδρίτης. Στις βασκικές επαρχίες και την Καταλωνία οργανώθηκαν σχηματισμοί εθελοντών υπό τις διαταγές του εγγονού του πρεσβύτερου Δον Κάρλος.

Το 1872 ξέσπασε ο δεύτερος Καρλικός πόλεμος, ο οποίος έληξε τέσσερα χρόνια αργότερα με την ήττα των καρλιστών. Αποτέλεσμα αυτής της ήττας ήταν η κατάργηση των προνομίων για τις επαρχίες Αλαβα, Βισκάια και Γκιπούθκοα, όχι όμως και για την Ανω Ναβάρρα. Το κυριότερο είναι, ωστόσο, ότι οι Βάσκοι έχασαν τον ηγέτη τους και, τόσο η γλώσσα τους όσο και ο πολιτισμός τους καταπολεμήθηκαν ακόμη και μέσα στην ίδια τους την πατρίδα.

Ενόσω στη χώρα εγκαθιδρυόταν ο δικομματισμός, νέες πολιτικές ιδέες έρχονταν στο προσκήνιο. Αναρχικοί δημιούργησαν μυστικούς συνδέσμους και Μαρξιστές πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ισπανίας.

Οι τελευταίοι σύντομα κυριάρχησαν στη «Γενική Ενωση Εργατών», συνδικαλιστική ένωση που συστάθηκε το 1888. Την ίδια περίοδο η Ισπανία έχασε τη μια μετά την άλλη όλες τις λατινοαμερικανικές κτήσεις της. Οικονομική και πολιτική κρίση μάστιζαν τη μητρόπολη. Η ανέχεια και η πολιτική ανικανότητα της κυβέρνησης παρέλυσαν τη χώρα. Από την άλλη πλευρά, το εργατικό κίνημα συνεχώς και ενδυναμωνόταν.

Η δικτατορία του Φράνκο

Τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα στην Ισπανία σημαδεύθηκαν από εργατικές εξεγέρσεις μεγάλης κλίμακας στη Βαρκελώνη, αρχής γενομένης από την «Τραγική Εβδομάδα» το 1909. Δύο χρόνια αργότερα (1911) οι αναρχικοί ίδρυσαν την «Εθνική Εργατική Συνομοσπονδία». Οι εξεγέρσεις αυτές πυροδοτήθηκαν από την πλήρη ρήξη των προλετάριων με την Εκκλησία, την οποία θεωρούσαν εχθρό της εργατικής τάξης και όργανο των αστών και των γαιοκτημόνων.

Η στάση των συντηρητικών τάξεων απέναντι στα αιτήματα των εργατών αποδείχθηκε ιδιαίτερα άκαμπτη, με αποτέλεσμα το εργατικό κίνημα να εξοκείλει σε έναν τυχοδιωκτικό συνδικαλισμό. Ετσι προέκυψε ένας αναρχοσυνδικαλισμός, ένα δυναμικό κίνημα, το οποίο κατεστάλη μόνο μετά τις αιματηρές εξεγέρσεις της πενταετίας 1919-23.

Ο Αντόνιο Μάουρα, πρωθυπουργός μιας συντηρητικής κυβέρνησης, προσπάθησε αφενός να εξαλείψει το φαινόμενο της πατρωνίας εκ μέρους της Καστίλλης και αφετέρου να ικανοποιήσει τα αυτονομιστικά αιτήματα της Καταλωνίας.

Η εργατική εξέγερση στη Βαρκελώνη απέδειξε την πλάνη των ιθυνόντων, που θεωρούσαν το εργατικό κίνημα ένα απλό πρόβλημα διατάραξης της δημόσιας τάξης και καθοδήγησε τα σχέδια του Μάουρα σε ναυάγιο. Ανάλογη τύχη είχε και η αριστερή πολιτική του διαδόχου του, Χοσέ Καναλέχας. Η δολοφονία του το 1912 και η κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τον οποίο η Ισπανία απείχε, ματαίωσαν οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική απόπειρα.

Η εμπόλεμη Ευρώπη αποτελούσε για την Ισπανία πηγή εσόδων και ιδεών και προωθούσε τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Από τον μετασχηματισμό αυτό φαίνεται ότι επηρεάσθηκε και ο στρατός, στους κόλπους του οποίου δημιουργήθηκαν επιτροπές Αμυνας με ρόλο την αποδυνάμωση των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες ξέσπασε η κρίση του 1917 με το γενικευμένο κύμα των απεργιών των εργατών.

Ο στρατός κατέστειλε τις κινητοποιήσεις με την ανοχή της αστικής τάξης, η οποία, παρασυρόμενη από τη γοητεία της εξουσίας, εγκατέλειψε το εργατικό κίνημα στην τύχη του.Η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία είχε αρχίσει να λαμβάνει επικίνδυνη τροπή. Αποσύνθεση του κράτους, τρομοκρατία και αποτυχημένες αποικιοκρατικές επεμβάσεις συνέθεταν το σκηνικό. Μέσα σε αυτό το κλίμα το 1923 ο Πρίμο ντε Ριβέρα επέβαλε τη δικτατορία.

Το σύνταγμα του 1876 καταλύθηκε και αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του Στέμματος. Οσο συνεχιζόταν η ανάκαμψη της οικονομίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη, η κυβέρνηση του Πρίμο ντε Ριβέρα επιβίωνε, η κρίση όμως του 1929 την απομάκρυνε από την εξουσία.

Το 1931, μέσα σε ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού των μεσαίων φιλελεύθερων τάξεων, των εργατών και των αριστερών αστών, εγκαθιδρύθηκε η Β’ Ισπανική Δημοκρατία. Οι σοσιαλιστές, οι συνδικαλιστές, ακόμη και η Εκκλησία αντιμετώπισαν με δυσπιστία το νέο καθεστώς και τις επαναστατικές του ιδέες και προσπάθησαν να το υπονομεύσουν.

Ο άνεμος βίας που ερχόταν από τις ευρωπαϊκές χώρες συμπαρέσυρε και την Ισπανία, η οποία υπέκυψε το 1934 στις αιματηρές αντικυβερνητικές εξεγέρσεις στις Αστουρίες, την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (1). Το 1935 η συντηρητική κυβέρνηση της Ισπανίας διόρισε τον στρατηγό Φράνκο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Ο θρίαμβος του Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές του 1936 ανέδειξε την Αριστερά στην εξουσία, γεγονός το οποίο αντιμετώπιζε με δυσαρέσκεια ο Φράνκο.

Παράλληλα ενισχύονταν οι επαναστατικές ιδέες στους κόλπους της Δεξιάς και της Αριστεράς, με κατάληξη τα δραματικά γεγονότα του Ιουλίου του ίδιου έτους και την κήρυξη του εμφυλίου πολέμου. Ο Φράνκο και μια ομάδα δεξιών στρατιωτικών είχαν αρχίσει να εξυφαίνουν ένα σχέδιο για την ανατροπή της κυβέρνησης ήδη από την άνοιξη του 1936. Ο ίδιος ο Φράνκο δεν ευθυγραμμίσθηκε εξαρχής με την υπόλοιπη ομάδα των συνωμοτών, αλλά μόνο όταν βεβαιώθηκε εντελώς για την επιτυχία του εγχειρήματος.

Στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχεδίου ζήτησε τη βοήθεια του Ναυτικού για να μεταφέρει τα στρατεύματά του από το στενό του Γιβραλτάρ στην ενδοχώρα. Οταν κατέστη φανερό ότι το Ναυτικό δεν είχε την πρόθεση να εκτελέσει την εντολή του, ο Φράνκο αποτάθηκε για βοήθεια στη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία.

Οι εξτρεμιστές της Αριστεράς εξεγέρθηκαν εναντίον του στρατού και του Φράνκο και υποκίνησαν γενικευμένες αναταραχές. Η επανάσταση του Λαϊκού Μετώπου βρήκε ερείσματα στις τάξεις των αγροτών και των εργατών, ενώ εναντιώθηκε πλήρως στην Εκκλησία, την οποία θεωρούσε ανασταλτικό παράγοντα στη μεταρρυθμιστική προσπάθειά του. Από τον φανατισμό αυτό απείχαν, ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό οι Βάσκοι της Βισκάια και της Γκιπούθκοα, καθώς είχαν λάβει την υπόσχεση ότι θα τους παραχωρείτο καθεστώς αυτονομίας.

Τα στρατεύματα του Φράνκο προέλαυναν νικηφόρα στο εσωτερικό της χώρας κάμπτοντας σταδιακά την αντίσταση των επαναστατημένων ακραίων αριστερών. Μετά την πτώση του Μπιλμπάο, στις 3 Ιουνίου 1937, η στρατιωτική κατοχή του τμήματος της Χώρας των Βάσκων στην Ισπανία ήταν εύκολη υπόθεση για τις δυνάμεις του Φράνκο. Τον επόμενο χρόνο έπεσε και η πόλη της Βαρκελώνης. Παράλληλα το Παρίσι και το Λονδίνο αναγνώρισαν το καθεστώς του Φράνκο. Την 1η Απριλίου 1939, με την κατάκτηση και των τελευταίων στρατιωτικών στόχων, κηρύχθηκε ο τερματισμός του εμφυλίου πολέμου.

Η δικτατορία του Φράνκο διήρκεσε μέχρι τον θάνατό του, το 1975. Στη διάρκεια των χρόνων αυτών ο Φράνκο είχε ως όραμα «μια ενωμένη, μεγάλη, ελεύθερη Ισπανία». Στο γλωσσικό και το πολιτιστικό επίπεδο η ενότητα αυτή μεταφραζόταν σε κυριαρχία της ισπανικής γλώσσας και του ισπανικού πολιτισμού. Το καθεστώς επιδόθηκε σε μια συστηματική και εντατική προσπάθεια καταπάτησης των ποικίλων γλωσσικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων.

Η δημόσια χρήση της βασκικής γλώσσας και η διδασκαλία της απαγορεύθηκαν, όπως επίσης οι βασκικές εκδόσεις. Σε αντίθεση με τον τομέα του πολιτισμού, στο οικονομικό επίπεδο ο Φράνκο ευνόησε σε μεγάλο βαθμό τους Βάσκους βιομηχάνους και την ακμάζουσα αστική τάξη της περιοχής. Μεταξύ των Βάσκων επιχειρηματιών και του Φράνκο αναπτύχθηκε μετά τον εμφύλιο πόλεμο μια σχέση αγάπης-μίσους, καθώς η λαβωμένη οικονομία και η κατεστραμμένη υλικοτεχνική υποδομή της χώρας είχαν όσο ποτέ την ανάγκη της βαριάς βιομηχανίας των Βάσκων.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το συντηρητικό Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV) ήταν σχεδόν βέβαιο ότι οι νικητές Σύμμαχοι θα απομάκρυναν τον Φράνκο από την εξουσία, θα αποκαθιστούσαν τη δημοκρατία και θα έθεταν τέλος στον διωγμό της γλώσσας και του πολιτισμού των Βάσκων. Ωστόσο, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν στήριξη στο καθεστώς του Φράνκο.

Το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα τη ρήξη του τμήματος Νεολαίας (EGI) με το PNV και την τελική απόσχισή του από αυτό, καθώς πίστευε ότι είχε γίνει όργανο των ΗΠΑ. Την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες μαζικές απεργίες στην ιστορία της δικτατορίας του Φράνκο, με αποκορύφωμα το 1947, όταν ένα πλήθος εργατών ξεχύθηκε στους δρόμους του Μπιλμπάο αψηφώντας την ισχυρή αστυνομική παρουσία.

Σε απάντηση της μεγάλης απεργίας στη Βισκάια ο κυβερνήτης διέταξε τις δυνάμεις ασφαλείας να εισβάλουν στα εργοστάσια και να συλλάβουν τους εξεγερμένους εργάτες. Περίπου 6.000 εργαζόμενοι φυλακίσθηκαν. Μεταξύ των ετών 1951 και 1957 πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες απεργίες και κινητοποιήσεις, κυρίως σε εργοστάσια της Βισκάια και της Γκιπούθκοα. Αυτά ήταν τα χρόνια της «επανάστασης» των εργατών και της διεκδίκησης του δικαιώματός τους να οργανωθούν σε σωματεία.

Κατά τις τέσσερις δεκαετίες που ακολούθησαν την κατάλυση του φρανκικού καθεστώτος η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία μεταβλήθηκε ριζικά, όχι όμως και για τους Βάσκους. Οι κάτοικοι των βασκόφωνων περιοχών εξακολουθούν να διεκδικούν την αυτονομία τους από την κεντρική ισπανική διοίκηση.

Η διεκδίκηση τους αυτή φαίνεται καταδικασμένη, κυρίως λόγω της ένοπλης βασκικής αυτονομιστικής οργάνωσης ΕΤΑ, η οποία συστάθηκε το 1959 και με τη συνεχή, προκλητική και αδίστακτη τρομοκρατική της δράση αποκόπτει κάθε δίοδο για ειρηνική διευθέτηση του αιτήματος των Βάσκων για αυτονομία.

Ενόσω, δηλαδή, η ΕΤΑ έχει ορκισθεί να πλήττει το κύρος της επίσημης ηγεσίας της Ισπανίας για όσο διάστημα εκείνη αρνείται να δεχθεί τα αιτήματά της, και να έχει αναγάγει σε προσωπική υπόθεση την αυτονομία της Χώρας των Βάσκων, στιγματίζοντας ένα ολόκληρο έθνος με τη δολοφονική της δράση και από την άλλη πλευρά, με μία αδιάλλακτη κυβέρνηση που πεισματικά αλλά όχι και πάντοτε άδικα αρνείται να συνδιαλεχτεί με τους τρομοκράτες, εάν πρώτα δεν παρουσιάσουν χειροπιαστά δείγματα συμβιβασμού, καταθέτοντας τα όπλα, τα περιθώρια για ευόδωση των προσδοκιών των Βάσκων είναι σαφώς περιορισμένα.

Σημειώσεις

Η Χώρα των Βάσκων (Euskal Herria στα βασκικά) αποτελείται συνολικά από επτά επαρχίες: Τρεις στη Γαλλία με την ονομασία Iparralde (Βόρεια Χώρα των Βάσκων) και τέσσερις στην Ισπανία με την ονομασία Hegoalde (Νότια Χώρα των Βάσκων). Οι τρεις βόρειες επαρχίες στη Γαλλία είναι οι: Λαμπούρ, Κάτω Ναβάρρα και Ζουμπέροα. Οι τέσσερις νότιες επαρχίες στην Ισπανία είναι οι: Ανω Ναβάρρα, Αλαβα, Βισκάια και Γκιπούθκοα. Οι τρεις τελευταίες είναι γνωστές επίσης ως Βασκονγάδας ή Euskadi.