Ποτέ μου δεν κράτησα ημερολόγιο. Θες από τεμπελιά, θες από φόβο

Ποτέ μου δεν κράτησα ημερολόγιο. Θες από τεμπελιά, θες από φόβο

Της Λουίζα Μιχαλάκη.

Ποτέ μου δεν κράτησα ημερολόγιο. Θες από τεμπελιά, θες από το φόβο της ματιάς πίσω στα ατοπήματα του παρελθόντος. Προτιμούσα να έχω την εικόνα μιας ανάμνησης και όχι τις γραμμές που την συνέθεσαν. Ωστόσο κάποιες γραμμές συνθέτουν το κενό. Δίνουν μορφή σε όλον τον χώρο. Λες πχ.: μου συνέβη αυτό, και μεγάλωσα σε μια μέρα. Ψέμα. Αν δεν είχαν συμβεί μια σειρά πραγμάτων, δεν θα μεγάλωνες ποτέ. Ή τουλάχιστον δεν θα το είχες καταλάβει.

Μια τέτοια γραμμή ας πούμε, ήταν η καφέ, κοντή μου φούστα. Την φόρεσα πρώτη φορά στα δεκατρία, όταν με φώναξε ο πατέρας μου να αλλάξουμε λάστιχα στην παλιά Opel.

  • Κράτα εδώ.
  • Έτσι;
  • Έτσι.
  • Ωραία. Κατέβασε τώρα τον γρύλο.
  • Εντάξει;
  • Τελειώσαμε.

Τίναξα τη φούστα μου και πήγα προς το σπίτι για να πλυθώ. Εκείνος μπήκε στο αμάξι, το άφησε να κυλήσει μαλακά, έβγαλε το κεφάλι απ’ το παράθυρο και μου φώναξε:

  • Ψιτ!
  • Τι;
  • Ψήλωσες.

Το απόγευμα, άλλαξε και τα άλλα δύο λάστιχα, έβαλε νερό στο ψυγείο, μέτρησε τα λάδια, έπλυνε το αυτοκίνητο και δεν με φώναξε. Τον έβλεπα απ’ το παράθυρο. Ήθελα να πάω από μόνη μου, αλλά από την ώρα που έβαλα εκείνη την φούστα, ένιωθα πολύ ψηλή για να αλλάζω λάστιχα με τον πατέρα μου, όπως τόσα χρόνια κάναμε.

Μια άλλη γραμμή ήταν η κυρα-Ευδοκία. Ζούσε στη διπλανή μονοκατοικία, ήταν μια μεσήλικη χοντρή, κοκκινομάλλα και είχε μια γλώσσα μεγάλη και τραχιά που περίσσευε πάντα λίγο έξω από την αριστερή μεριά των χειλιών της. Τα μεσημέρια έβγαινε στην αυλή και κατάβρεχε με το λάστιχο του ποτίσματος τα παιδιά που είχαν ξεμείνει στην πλατεία. Την ώρα που το έκανε αυτό, η γλώσσα της έβγαινε ολόκληρη έξω βοηθώντας το μουγκανητό του θυμού και της ευχαρίστησης να σκάει γύρω γύρω στους τοίχους και να γίνεται αντιληπτό από όλους στη γειτονιά, μέσα και έξω. Ήξερα πως η ώρα ήταν περίπου τρεις το μεσημέρι.

Κάθε φορά λοιπόν ήθελα αυτό να το αποτρέψω κι έβγαινα έξω να κάνω σινιάλο στα πιτσιρίκια μισό λεπτό πριν, γιατί εγώ την έβλεπα πρώτη να κατευθύνεται προς την βρύση της αυλής της.

Μια μέρα, στα καλά καθούμενα με φρενάρισε η ιδέα πως αν η κυρά Ευδοκία έπαυε τη συνήθειά της αυτή, θα χάλαγε ο μηχανισμός του καλοκαιριού στη γειτονιά μας. Κι έτσι δεν ειδοποίησα ποτέ ξανά για την επίθεση της.

Χωρίς αυτήν την γραμμή, που την έχω ονομάσει «κυρα-Ευδοκία», δεν θα υπήρχε καλοκαίρι στα Σεπόλια.

Γραμμή τρίτη. Βγαίνω από το φροντιστήριο των αγγλικών στην Ακαδημίας αργά το βράδυ. Στη γωνία της Ζωοδόχου Πηγής, φρενάρει απότομα μπροστά μου ένα μικρό Ρενώ. Ένας όμορφος νεαρός, με μαύρες μπούκλες, βγάζει το χέρι του απ το παράθυρο, το απλώνει προς εμένα και φωνάζει:

  • Λουΐζα;!

Ήμουν προσωρινή σ’ αυτήν την κωλοπόλη. Γνώριζα ελάχιστους. Οι περισσότεροι απ’ τον κύκλο της σχολής ή απ’ το νησί. Ποιος ήταν αυτός ο όμορφος δαίμονας; Που τον είχα ξαναδεί; Έφερα μια βόλτα το μυαλό μου, στα καφέ και στα ισόγεια διαμερίσματα γνωστών και φίλων, στη γειτονιά, στα καράβια που πηγαινοερχόμουν και συναντούσα πολλές φορές τους ίδιους και τους ίδιους. Αδύνατον να θυμηθώ.

  • Γεια…
  • Τι γεια βρε… Μπες μέσα. Πάμε να πιούμε μια μπύρα να τα πούμε. Τόσον καιρό έχω να σε δω! Γιατί χάθηκες ρε γαμώτο;

Μπαίνω και το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Που πάω; Ούτε τ’ όνομά του δεν θυμάμαι. Κάτι μου λέει φυσιογνωμικά αλλά είναι αδύνατον να τον τοποθετήσω οπουδήποτε στο παρελθόν. Δεδομένου δε, ότι δεν πίνω, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κάποιος που έχει χαθεί στα σκοτεινά διαμερίσματα ενός μεθυσιού. Θα σκάσω…

Παρκάρουμε, βγαίνουμε, ανεβαίνουμε σε ένα μπαράκι στην Καλλιδρομίου, καθόμαστε.

  • Μια μπύρα και μια πορτοκαλάδα. Πορτοκαλάδα ε; Ή μήπως άρχισες να πίνεις;
  • Πορτοκαλάδα. Και να σου πω…
  • Έλα, έλα. Πες μου που χάθηκες, τι κάνεις…
  • Πρέπει να σου πω. Λυπάμαι δηλαδή, δεν μου έχει ξανασυμβεί, αλλά… ειλικρινά, πρώτη φορά το παθαίνω…
  • Λέγε βρε! Τι έγινε;
  • Δεν θυμάμαι ποιος είσαι…
  • Χα,χα,χα… Καλό! Ακόμα μου κρατάς κακία ε;
  • Δεν ξέρω ποιος δαίμονας είσαι. Στο λόγο μου. Δεν σε θυμάμαι…
  • Έλα τώρα κόφτο. Δεν είναι αστείο αυτό. Στο κάτω κάτω εσύ εξαφανίστηκες. Χαθήκαμε μετά και με τα παιδιά. Η Ματίνα άλλαξε σχολή και σας έχασα. Ξέρεις πόσες φορές ήρθα σπίτι σου; Πάντα κλειστά.
  • Λυπάμαι γαμώτο. Ειλικρινά λυπάμαι. Δεν σε θυμάμαι. ΔΕΝ ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ.

Δεν τον θυμόμουν. Άφησα λίγα ψιλά στο τραπέζι, έδωσα το χέρι μου και καληνύχτισα. Ζαλιζόμουν και ήθελα να κάνω εμετό. Τα γόνατα μου είχαν κοπεί και οι ελάχιστες λέξεις που ψέλλισα δεν ήξερα καν αν ακούστηκαν.

  • Ο Πάνος είμαι…

Βγήκα στο δρόμο και το δέρμα στο πρόσωπό μου τεντώθηκε προς τα πίσω με το αεράκι.. Ο Πάνος; Ναι ρε! Ο Πάνος! Πω πω… τι έκανα, τι έκανα ο ανόητος….

Κατηφόρισα στην Μπενάκη. Στα μισά είχα τεντωθεί ολόκληρη και γελούσα μόνη μου. Αυτό που δεν είχε κάνει η λογική μου, το έκανε το μυαλό από μόνο του.

Μα ήμουν παντοδύναμη! Πως δεν το είχα καταλάβει ως τότε;


Γραμμή μαλακιά καμπύλη. Ο νεαρός μου φέρνει το πρώτο ερασιτεχνικό βίντεο, όπου έχει καταγράψει μια ολόκληρη πρόβα με το γκρουπ. Στην αρχή, κάμερα on hand, μικρές συνεντεύξεις των μελών, close up στα όργανα, στους μικρούς ενισχυτές δωματίου.

  • Ο βρωμερός και τρισάθλιος Corpse κυρίες και κύριοι με την καινούρια του Ibanez, και από δω ο Lev, εμένα με φωνάζουν Raven κι έρχομαι από μάνα stoner και πατέρα ροκά – μην μας βλέπετε έτσι τώρα, σε λίγα χρόνια θα παίζουμε με λαμπάτους ενισχυτές και θα πληρώνετε για να το δείτε αυτό το βίντεο….

Τοκ, τοκ, τοκ οι μπαγκέτες καιαιαιαιιαιαι….

Εισαγωγή, κορμιά καμπυλωτά, μαλλιά, λυγισμένα γόνατα, η μπότα στη ντραμς δονεί και την μικρή ερασιτεχνική βιντεοκάμερα, δονεί και τα χέρια μου -και ‘γω νόμιζα ότι τρέμω. Smells like teen spirit. Hello, Hello, Hello….

  • Πως σου φαίνεται ο ήχος μαμά;
  • Ψιτ!
  • Ε, τι;
  • Ψήλωσες.

Διάβασε επίσης: Τα καλύτερα Hip Hop τραγούδια όλων των εποχών

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας