Πρόγραμμα στήριξης 1,65 τρισ. δολ. χρειάζεται η αμερικανική οικονομία

Στο δωμάτιο της εντατικής, η κορυφαία ομάδα έκτακτων αναγκών είναι υποχρεωμένη να σταθεροποιήσει τον ασθενή. Να σταματήσει την αιμορραγία. Να θεραπεύσει το σοκ. Να χορηγήσει το φάρμακο που θα καταπολεμήσει την ασθένεια που απείλησε να οδηγήσει τον ασθενή σε θάνατο.

Η παραπάνω προσέγγιση μάλλον ξέφυγε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Barack Obama, στην προσπάθειά του να σώσει την αμερικανική οικονομία. Αντί να διοχετεύσει στον ασθενή μία ένεση με όλα τα αντιβιοτικά άμεσα, προτίμησε να την «τοποθετήσει» στον φυσικό ορό που τον κρατά στη ζωή και αυτή να διοχετεύεται στον οργανισμό του σταγόνα τη σταγόνα.

Παράλληλα το μίγμα του φαρμάκου δεν φαίνεται να έχει τα σωστά συστατικά. Μία δόση μείωσης της εξάρτησης από το εισαγόμενο πετρέλαιο, μία δόση ενίσχυσης της διείσδυσης του διαδικτύου σε τοπικό επίπεδο και μία δόση αύξησης των δαπανών για υποδομές –προκειμένου να αναφέρουμε μέρος των συστατικών του «ορού»– δεν είναι αρκετές για να επαναφέρουν τον ασθενή σε καλή κατάσταση. Δηλαδή έτοιμο να εγκαταλείψει όχι μόνο την εντατική μονάδα αλλά και το ίδιο το νοσοκομείο.

Για να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα –και όχι στις παραβολές– σύμφωνα με τον L. Douglas Lee, οικονομολόγο της Economics, εταιρίας συμβούλων με έδρα την Ουάσιγκτον, προκειμένου η αμερικανική οικονομία να επιβιώσει δεν φθάνει το 1% έως 1,5% επί του ΑΕΠ, ως «πακέτο στήριξης» που υπόσχεται η κυβέρνηση Obama ότι θα δαπανήσει εντός των επόμενων δύο ετών. Δηλαδή περί τα 850 δισ. δολ.

Η αμερικανική οικονομία χρειάζεται να δαπανήσει το 3% του ΑΕΠ της, δηλαδή περί τα 1,65 τρισ. δολ., πάντα εντός της επόμενης διετίας, για να κατορθώσει να ζήσει και κυρίως να υπάρξει ανάκαμψη των δαπανών του μέσου Αμερικανού, δηλαδή του βασικού τροφοδότη της ανάπτυξης.

«Το πρώτο που πρέπει να διασφαλιστεί είναι η σταθεροποίηση και κατόπιν η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών, καθώς οι επιχειρήσεις δεν πρόκειται να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις, από τη στιγμή που τα προϊόντα τους μένουν στο ράφι, καθώς δεν τα αγοράζει κανείς», τονίζει ο Lee.

Ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθεί η κατανάλωση είναι να υπάρξουν περισσότερες φοροαπαλλαγές. Η αμερικανική κυβέρνηση θα πρέπει να θεσμοθετήσει φοροαπαλλαγές από 450 έως 500 δισ. δολάρια και όχι 280 δισ. δολάρια που έχει υποσχεθεί. Επίσης κάποιες εξ αυτών των φοροαπαλλαγών θα μπορούσαν να «μονιμοποιηθούν», προκειμένου η διάθεση αλλά και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών να είναι σταθερή.

Ταυτόχρονα, κάποιες από τις φοροαπαλλαγές που προτείνονται είναι καλύτερα να ξεχαστούν. Για παράδειγμα, οι φοροαπαλλαγές, οι οποίες υποτίθεται ότι ως συνέπεια θα έχουν την αύξηση των επενδύσεων από τις επιχειρήσεις. Κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει στην αλλαγή, για παράδειγμα, του μηχανολογικού του εξοπλισμού όταν βλέπει συνεχώς τις παραγγελίες του να μειώνονται.

Σε ό,τι αφορά τη βελτίωση των υποδομών, σαφώς η αύξηση των δαπανών θα βοηθήσει σε επίπεδο πραγματικής οικονομίας, αν και αυτό δεν πρόκειται να φανεί πριν από το 2010. «Αυτό που πιθανώς να ανακαλύψουμε όλοι είναι ότι όποιος επιθυμεί ταχύτατη ανάκαμψη της οικονομίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση», σημειώνει ο Lee και προσθέτει: «Kαμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αυξήσει με ταχύτητα τις δαπάνες της. Ως εκ τούτου, η μόνη πρακτική εναλλακτική λύση είναι να υπάρξει περαιτέρω αύξηση των φοροαπαλλαγών».

Υπάρχει, δε, και μία άλλη «πλευρά», η οποία δεν βλέπει συχνά το φως της δημοσιότητας και την οποία αποκαλύπτει ο Robert Auerbach, καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Σύμφωνα με τον Auerbach, τα αποθεματικά της Fed φθάνουν αυτή τη στιγμή στα 901 δισ. δολάρια, από 44 δισ. δολάρια που ήταν τον Σεπτέμβριο, όταν δηλαδή η Fed ξεκίνησε να αγοράζει εμπορικά ομόλογα από τις τράπεζες με σταθερό επιτόκιο.

Ως εκ τούτου, τονίζει ο Auerbach, αυτό που φρόντισαν οι τράπεζες ήταν να «μαζέψουν κεφάλαια, πουλώντας τα ακριβά στη Fed. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν προχώρησαν σε αύξηση των παρεχόμενων δανείων είτε προς τους καταναλωτές είτε προς τις επιχειρήσεις. Ποια είναι η δική μου πρόταση προς τη Fed; Καλύτερα να σταματήσει να πληρώνει τις τράπεζες».

Η «τοξική» τράπεζα

Με την τραπεζική κρίση να μην εμφανίζει ούτε το πιο αχνό σημείο υποχώρησης, το οικονομικό επιτελείο του Barack Obama προσπαθεί να δώσει λύση εντός μίας ή δύο εβδομάδων σε ένα θέμα που το προηγούμενο οικονομικό επιτελείο δεν κατόρθωσε να λύσει επί 12 μήνες.

Το θέμα αφορά τη δημιουργία της επονομαζόμενης «τοξικής τράπεζας», δηλαδή ενός χρηματοοικονομικού οργανισμού στον οποίο θα συγκεντρωθούν όλα τα πάγια των τραπεζών που είναι δύσκολο να ρευστοποιηθούν, το μεγαλύτερο μέρος των επισφαλειών τους και των λανθασμένων και ως εκ τούτου μη κερδοφόρων επενδύσεων. Εάν τελικώς αυτή η τράπεζα δημιουργηθεί, πιθανώς να είναι η μεγαλύτερη δαπάνη που θα πραγματοποιήσει η κυβέρνηση Obama καθ’Α όλη τη διάρκεια της θητείας της.

Ας μην ξεχνάμε ότι, παρά τα τεράστια κεφάλαια που έχει «ρίξει» η κυβέρνηση στις τράπεζες, αυτές εξακολουθούν να ανακοινώνουν τεράστιες ζημίες, ενώ «βλέπουν» τις μετοχές τους να σημειώνουν κάθετη πτώση.

Φανατική οπαδός της «τοξικής τράπεζας» είναι η Sheila Bair, η επικεφαλής της Federal Deposit Insurance Corp. (FDIC), η οποία διορίστηκε από την κυβέρνηση Bush και ο Obama δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να την αλλάξει.

Βέβαια, η «τοξική τράπεζα» δεν είναι η μοναδική ιδέα που έχει «πέσει στο τραπέζι». Κάποιοι βουλευτές είναι υπέρ της δημιουργίας μιας «τοξικής τράπεζας» για καθεμιά από τις πέντε μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ. Μία άλλη ιδέα –η οποία, πάντως, δεν έχει πολλούς οπαδούς– είναι να αφεθούν οι επισφάλειες στους ισολογισμούς των τραπεζών και απλά η κυβέρνηση να αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της «χασούρας».

Όμως, η «τοξική τράπεζα» μοιάζει πιο εύκολο να «περάσει» στους φορολογούμενους, χωρίς αυτοί να επαναστατήσουν. «Ανεξάρτητα του τι θα αποφασιστεί, το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο», τονίζει ο Eugene Ludwig, στέλεχος του οικονομικού επιτελείου του Bill Clinton και προσθέτει: «Θα πρέπει να αφαιρέσουμε όλα τα καρκινικά κύτταρα από τον ασθενή, εάν θέλουμε να υπάρξει πλήρης ανάρρωσή του».

Ο Ludwig είναι υπέρ της «επιστροφής σε λειτουργία» της Resolution Trust Corporation (RTC), η οποία είχε λειτουργήσει στα τέλη της δεκαετίας του ‘Α80 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘Α90. Με τη δημιουργία αυτής της υπηρεσίας το δημόσιο φρόντισε να αναζωογονήσει την αγορά, ιδιαίτερα για επενδύσεις οι οποίες θεωρούνται επικίνδυνες.

Άλλωστε και το πρόγραμμα της κυβέρνησης Bush, το Troubled Asset Relief Program (TARP), είχε αρχικά δημιουργηθεί προκειμένου να αγοράσει προβληματικά πάγια των τραπεζών πριν αυτά «πέσουν». Oμως, το αμερικανικό Yπουργείο Οικονομικών δυσκολεύθηκε αρκετά να καθορίσει την ορθή τιμή αυτών των παγίων και τελικώς προτίμησε να «ρίξει» απευθείας κεφάλαια στις τράπεζες που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Αυτή η τακτική έχει προβληματίσει τόσο τους φορολογούμενους όσο και αρκετούς πολιτικούς.

Μέσω της δημιουργίας της «τοξικής τράπεζας» θα υπάρξει η δυνατότητα να καθοριστούν οι τιμές των προβληματικών παγίων. Η Securities Industry and Financial Markets Association, η ένωση των χρηματιστηριακών εταιριών της Wall Street, είναι υπέρ της «τοξικής τράπεζας», αλλά με την προϋπόθεση ότι η τιμή για κάθε πάγιο που θα αγοράζει το δημόσιο, θα καθορίζεται σε επίπεδο ελαφρώς υψηλότερο από το αντίστοιχο της αγοράς.

Όμως, μία τέτοια προσέγγιση δεν βρίσκει και τόσο σύμφωνους τους βουλευτές και τους γερουσιαστές, οι οποίοι φοβούνται ότι με αυτόν τον τρόπο οι φορολογούμενοι θα κληθούν να καταβάλουν πολύ υψηλό τίμημα.