Προσπάθεια εξεύρεσης κοινών γραμμών

Επανακάμπτει- όπως αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας την περασμένη εβδομάδα, μετά τη λήξη της συνόδου της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (NATO) στην Πράγα – ο γάλλο-γερμανικός άξονας της Ευρωπαϊκής Eνωσης (Ε.Ε.), τουλάχιστον σε ότι αφορά την προσπάθεια των δύο ευρωπαϊκών υπερδυνάμεων να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στην αμυντική θωράκιση της Γηραιάς Ηπείρου.

Επιδεικνύοντας “αγαστή συνεργασία” οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών, Joschka Fischer (Γερμανία) και Dominique de Villepin (Γαλλία) κατέθεσαν πρόταση, βάσει της οποίας θα ήταν “σαφέστατα προς όφελος της Ε.Ε.” η δημιουργία της επονομαζόμενης European Armaments Agency (Ενωση για τον Ευρωπαϊκό Αμυντικό Εξοπλισμό), μετά, δε, και την πρόσφατη διεύρυνση της Ε.Ε. προς Ανατολάς.

Κορυφαίοι Γάλλοι αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν στους Financial Times ότι ένας εκ των βασικών τους στόχων δεν είναι άλλος από την “άψογη συνεργασία με τη Γερμανία (γενικότερα) αλλά και τον υπουργό Εξωτερικών της (ειδικότερα)”.

Έτσι οι δύο πλευρές παρουσίασαν μία τετρασέλιδη μελέτη, στην οποία περιλαμβάνονται οι κατευθυντήριες γραμμές μίας νέας ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής, που θα εστιάζεται στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αλλά και στην ενδυνάμωση των σχέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών αμυντικών ομίλων, προκειμένου τα “κοινά συμβόλαια” κατασκευής αμυντικού υλικού να ολοκληρώνονται με ταχύτερους ρυθμούς και πάντα προς όφελος της συνολικής αμυντικής θωράκισης.

Ταυτόχρονα, όμως, το εν λόγω κείμενο έχει φροντίσει να “καλύψει” ή να “αγνοήσει επιδεικτικά” τις αρκετά μεγάλες διαφορές της αμυντικής πολιτικής που ασκούν οι δύο χώρες. Ως εκ τούτου σε κανένα σημείο (ή υποσημείωση ή παραπομπή του) δεν αναφέρεται η απροθυμία της Γερμανίας να προχωρήσει σε αύξηση των αμυντικών της δαπανών (κάτι εκ των προτέρων, μάλλον, δύσκολο, δεδομένης της δυσχερούς θέσης της οικονομίας της) αλλά και της δεδηλωμένης αδυναμίας να εκπληρώσει υποχρεώσεις, όπως αυτή της αγοράς των συμφωνηθέντων “ποσοτήτων” του ευρωπαϊκού μεταγωγικού αεροσκάφους A400M (κατασκευής της Airbus, της οποίας είναι και “μέτοχος”).

Παρά ταύτα, είναι απόλυτα βέβαιο, ότι η “λοκομοτίβα” της ΕΕ, Γερμανία, δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να “μείνει έξω” από το “παιχνίδι”, είτε αυτό ονομάζεται “αμυντική θωράκιση” είτε “αλλαγές στο Σύνταγμα ή στα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια της ΕΕ”.

Η “αποκατάσταση” Σρέντερ

Κορυφαίος Γερμανός αξιωματούχος, ερωτώμενος από εκπροσώπους του Τύπου, στη σύνοδο της Πράγας, πώς θα χαρακτήριζε τις σχέσεις μεταξύ Βερολίνου και Ουάσιγκτον, απάντησε (σιβυλλικά ή όχι θα το κρίνει το μέλλον): “υπάρχει πρόοδος στη διαδικασία… καταπολέμησης του δηλητηρίου”. “Τοξικές σχέσεις” ήταν ο τρόπος που είχε χαρακτηρίσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών, ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Donald Rumsfeld, μετά την επανεκλογή του Σρέντερ πριν από δύο μήνες. Η “δηλητηρίαση” – στις, ούτως ή άλλως, ουδέποτε “φιλικές” – σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας στη Γερμανία, όπου ο καγκελάριος Σρέντερ εξ αρχής δήλωσε την κατηγορηματική του αντίθεση σε ενδεχόμενο πόλεμο στο Ιράκ, τονίζοντας ότι “δεν πρόκειται να σταλούν γερμανικά στρατεύματα”.

Ομως, όσο αυξάνονται οι πιθανότητες αμερικανικής επίθεση, τόσο η Ουάσιγκτον μοιάζει πρόθυμη να “αποκαταστήσει” τις σχέσεις της με τη γερμανική ηγεσία. Αλλά και ο ίδιος ο Σρέντερ φροντίζει να “μην ρίχνει λάδι στη φωτιά”, τονίζοντας σε κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Τζορτζ Μπους στην Πράγα ότι η Γερμανία θα διατηρήσει στο Κουβέιτ για έξι ακόμη μήνες τον υψηλής τεχνολογίας εξοπλισμό, εργασία του οποίου είναι η αποκατάσταση αλλά και έρευνα τυχόν μολυσμένων από τοξικές ουσίες εδαφών.

Ταυτόχρονα, πάντως, ο Σρέντερ, δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει ότι η συγκεκριμένη ομάδα – επιστημόνων και τεχνολογικού εξοπλισμού – αποτελεί “μέρος” των επιχειρήσεων που σχετίζονται με την “Ατέρμονη Ελευθερία” (όρος που αναφέρεται στον πόλεμο στο Αφγανιστάν) και δεν σχετίζεται, σε καμία περίπτωση, με τυχόν στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στο Ιράκ.

Σαφέστατα οι Αμερικανοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν μπορούν να “αγνοήσουν” τη Γερμανία, καθώς εάν τελικώς επιτεθούν στο Ιράκ, πρώτα απ’ όλα έχουν “ανάγκη” τον εναέριο χώρο της. Οι αναλυτές από την πλευρά τους, κατανοώντας άριστα την αλληλεξάρτηση, τονίζουν χαρακτηριστικά “Από τη μία πλευρά ο Σρέντερ δεν μπορεί να αγνοήσει την Ουάσιγκτον, και ως εκ τούτου επιθυμεί να “θερμάνει” εκ νέου τις σχέσεις της με το Βερολίνο. Από την άλλη πλευρά οι Αμερικανοί γνωρίζουν ότι η Γερμανία τούς είναι απαραίτητη”…