Πυκνά, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω από το κεφάλι μου

Πυκνά, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω από το κεφάλι μου

Άρθρο της Μαρίας Σηφάκη.

Πυκνά, μαύρα σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω από το κεφάλι μου.

Η Πειραιώς έγινε ξαφνικά ένα σκοτεινό, απύθμενο πηγάδι, που το ένιωθα να με ρουφάει με τρομακτική δύναμη. Από πού να πιαστώ, πέφτω…

Μείωση προσωπικού το λένε. Να βοηθήσουμε την πατρίδα, να βγει από το αδιέξοδο.

Εξακόσια πενήντα ευρώ καθαρά έπαιρνα. Επιδόματα, άδειες, ασφάλιση, ξέχασε τα – θες τη δουλειά ή όχι; Τζάμπα πτυχίο, τι χρειάζεται η κοινωνιολογία στη λάντζα του ταχυφαγείου…

Διακόσια τριάντα ευρώ νοίκι στο ισόγειο δυάρι, το παιδί στο δωμάτιο, εγώ στο καθιστικό, δεν θέλω να κοιμάται μαζί μου, να μάθει να ‘ναι ελεύθερο.

Ογδόντα ευρώ παραπάνω από τη γκαρσονιέρα, χαλάλι του.

Έκοψα την κρέμα ημέρας, μια χαρά είναι η Nivea, φορώ παντελόνια πάνω από τα πολυκαιρισμένα καλσόν, σινεμά τέλος, βιβλία δανεικά, έκοψα και το τσιγάρο, βγήκα. Τσοντάριζε κι η μάνα κάνα εκατοστάρικο από τη σύνταξη… Τώρα;

Δίχως ψυχή και δίχως βλέμμα μπήκα στον ηλεκτρικό. Περνάγαν οι σταθμοί, δεν έβλεπα, δεν ήξερα πού να κατέβω, πού να πάω;

Πώς να αγκαλιάσω το παιδί μου, πώς να το υπερασπιστώ με άδεια χέρια; Όλα θολά, το κλάμα μου βουβό και βαθύ, τέρμα.

Κατέβηκα, μπήκα σε βαγόνι της απέναντι γραμμής, επιστροφή, τέρμα, πάλι πίσω, είχε βραδιάσει πια κι εγώ περιφερόμουν σα φάντασμα, αλλάζοντας βαγόνια πότε στην Κηφισιά, πότε στον Πειραιά.

Στην κατρακύλα μαζί μου παρασύρονταν χρόνια απ’ αυτά, που μπορούσα ακόμα να χαμογελάω, όχι τίποτα σπουδαία, μια απλή ζωή είχα, δεν ήθελα παραπάνω, έβγαλα τη σχολή, παντρεύτηκα το συμφοιτητή έρωτά μου, χώρισα στα τρία χρόνια, ασυμφωνία χαρακτήρων έγραφε το χαρτί του διαζυγίου, ψυχωσικό επεισόδιο έγραφε το χαρτί της διάγνωσης για κείνον, βρήκα μια δουλειά, ό,τι να ‘ναι – τρεις άλλαξα μέσα σ’ αυτά τα δυο χρόνια-, έφυγα με το μωρό νύχτα, αυτό συντηρούσε τη δύναμη και το χαμόγελό μου μέχρι σήμερα.

Μοναστηράκι, Θησείο, δε θυμάμαι, κατέβηκα, ο πόνος και η απελπισία αφήνιαζαν μέσα μου, πλησίασα την άκρη της αποβάθρας, ένα βήμα ήταν μόνο…

Απ’ τη σκάλα του σταθμού ακούστηκε μια δυνατή κραυγή «το παιδί μου!», κοίταξα, ένα τρίχρονο κουτρουβάλαγε στα σκαλοπάτια, τρέξανε όλοι προς τα εκεί, έτρεξα κι εγώ, η καρδιά μου κόντευε να σπάσει, ανακούφιση το κλάμα του μωρού, ένα καρούμπαλο και μια μελανιά ο τελικός λογαριασμός, μπήκα στο βαγόνι, που θα μ’ έφερνε στα Πατήσια.

Ποτέ δεν είχα διανύσει τόσο γρήγορα την απόσταση ως το σπίτι, η μάνα μου τρόμαξε, ποιος ξέρει πώς ήμουν, ο μικρός κοιμόταν ήρεμος, μπήκα κάτω απ’ την κουβερτούλα του, τον αγκάλιασα μαλακά, πώς μοσχοβόλαγε το αγόρι μου, έχωσα το πρόσωπό μου στη γυρισμένη του πλατούλα και έκλαψα ως το πρωί.

Με κοίταζε με τις ματάρες του, ούτε ξέρω πόση ώρα είχε ξυπνήσει, του χαμογέλασα, εξακολουθούσε να με κοιτάζει σοβαρός, ξύπνησα για τα καλά.

  • Τι θες, του είπα, γιατί με κοιτάς με αυτό το ύφος; Εντάξει δεν είναι όλα, εδώ δεν είμαι;

Μη φοβάσαι, εδώ θα ‘μαι, δε θα με ξεφορτωθείς εύκολα, έχω να τσεκάρω και τα γκομενάκια, που θα μου κουβαλήσεις! Εντάξει;

Άιντε, πάμε τώρα να σηκωθούμε, η μανούλα έχει πολλή δουλειά!

Προηγούμενο άρθροΟ σωστός φωτισμός στον εργασιακό χώρο για παραγωγικότητα
Επόμενο άρθροΤι σημαίνει BYOW (Bring Your Own Wine)
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας