Rita Levi-Montalcini: Ο βίος της νομπελίστριας που ήταν πρωτοπόρος στη νευρολογία

Rita Levi-Montalcini: Ο βίος της νομπελίστριας που ήταν πρωτοπόρος στη νευρολογία

Αν το άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας υπήρξε έναυσμα για διαφωνία, ιντερνετική παράνοια και εξωπραγματικό βαβαβούμ για τα δεδομένα της στήλης αναφορικά με τις βιογραφίες και τα αφιερώματα, το παρόν άρθρο μάλλον θα δώσει συνέχεια στο σχολιαστικό αιματοκύλισμα, τον ανούσιο θόρυβο και τις άλλοτε απολαυστικές και άλλοτε απελπιστικές απόρροιες αυτών.

Εδώ στο Texnologia.Net άλλωστε κάπου μέσα μας αγαπάμε – με έναν κάπως διεστραμμένο τρόπο – τους σχολιαστές που δημιουργούν εντάσεις, άσχετα αν αυτές δεν καταλήγουν σε εποικοδομητικό διάλογο και πολλές φορές προκαλούν στον γράφων σπασμούς και μια ακατάσχετη επιθυμία να χτυπήσει δυνατά το κεφάλι του στον τοίχο.

Για σήμερα σου ετοίμασα τη βιογραφία μιας πολύ ενδιαφέρουσας κυρίας. Yποδέξου τη Rita Levi-Montalcini (ελληνικά: Ρίτα Λέβι Μονταλτσίνι). Ιταλίδα εβραϊκής καταγωγής, νευρολογός, με Νόμπελ Ιατρικής και πολλές άλλες διακρίσεις στο ενεργητικό της, μαζεύει ορισμένα χαρακτηριστικά που μπορεί να κάνουν κάποιους να στραβώσουν: Το γεγονός ότι υπήρξε γυναίκα καριερίστρια ας πούμε και ποτέ δεν θέλησε να παντρευτεί και να σουλουπωθεί στο κοινωνικό “πρέπει” που ζητάει από μια γυναίκα να ξεχάσει επαγγελματικές σταδιοδρομίες και να πάει στη κουζίνα της να “φτιάξει κανένα σάντουιτς“.

Μήπως να αναφερθώ και στην εβραϊκή της καταγωγή; Εν έτη 2019, ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν πως “οι Εβραίοι φταίνε για όλα“, όχι το ζαβό τους το τσερβέλο, και βλέπουν κάθε άνθρωπο εβραϊκής καταγωγής ο οποίος έχεις κοινωνική επιρροή το λιγότερο με καχυποψία, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως η ιστορία αυτού του λαού τον ανάγκασε να γίνει πιο εφευρετικός, να στηριχτεί στην απίστευτη δύναμη της συνεργασίας που μπορούν να αναπτύξουν κάποιες κλειστές κοινότητες και παράλληλα να κάνει τα κατάλληλα “ανοίγματα“.

Εδώ θα μπορούσαμε να ανοίξουμε μια ατελείωτη συζήτηση όχι μόνο πάνω στον αντισημιτισμό αλλά γενικότερα πάνω στο θέμα των φυλετικών διακρίσεων και προκαταλήψεων, πράγμα που πιστεύω πως θα συμβεί στα σχόλια — έχω εξοπλιστεί με κράνος, κολλύριο, τσάι, ναργιλέ και περιμένω.

Τέλος πάντων, ας μπούμε χωρίς άλλα λόγια στο βιογραφικό ζουμί του άρθρου:

Η Rita Levi-Montalcini γεννήθηκε στο Τορίνο της Ιταλίας στις 22 Απριλίου του 1909 αγκαλίτσα με τη δίδυμη αδερφή της την Paola. Το οικογενειακό background στο οποίο μεγάλωσε χαρακτηριζόταν από οικονομική ευμάρεια, μόρφωση αλλά και προσκόλληση σε παραδοσιακές αξίες και ρόλους. Με άλλα λόγια, ο πατέρας της, Adamo Levi ήταν “το κεφάλι της οικογένειας” και ήθελε όλοι και όλα να είναι στην σειρά τους και να πηγαίνουν όπως “πρέπει“. Αυτό σήμαινε πως για τον ίδιο, οι κόρες του δεν έπρεπε να πάρουν πανεπιστημιακή μόρφωση και να ακολουθήσουν κάποια καριέρα, αλλά να μείνουν σπίτι και να κάνουν τις καλές συζύγους και νοικοκυρές για τους άνδρες τους.

Η μικρή Rita όμως είχε άλλα σχέδια στο μυαλό της. Στη εφηβεία της ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας, επηρεασμένη από τη Σουηδή συγγραφέα Selma Lagerlöf και μεγαλώνοντας ήθελε να γράψει ένα ιταλικό έπος “à la Lagerlöf“. Όμως όπως ανέφερα παραπάνω, ο πατέρας της δεν στήριζε την επιθυμία της ίδιας -αλλά και των αδερφών της- για πανεπιστημιακή μόρφωση και καριέρα.

Αυτό βέβαια άλλαξε όταν η Rita πάτησε τα 20 και βλέποντας πως δεν την πάλευε κάστανο με τα στεγανά της “θηλυκότητας” στα οποία την εγκλώβιζαν, πήρε το θάρρος να ζητήσει από τον πατέρα της να την αφήσει να πάει στο πανεπιστήμιο. Έτσι λοιπόν μετά από 8 μήνες συμπληρωματικών μαθημάτων πάνω σε Ελληνικά, Λατινικά και μαθηματικά, πήρε το απολυτήριο της από το λύκειο και μπήκε στη σχολή Ιατρικής του Τορίνου.

Ένας από τους σημαντικότερους της δασκάλους στο πανεπιστήμιο, όπως λέει και η ίδια στην αυτοβιογραφία της, ήταν ο Giuseppe Levi, ο οποίος ήταν φιρμάτος ιστολόγος (όχι blogger!) της εποχής. Κατά την ίδια, χρωστούσε στον Giuseppe την εξαιρετική της εκπαίδευση πάνω στη βιολογία, καθώς και το ότι έμαθε να αντιμετωπίζει τα επιστημονικά προβλήματα με μία σοβαρότητα και αυστηρότητα ασυνήθιστη για εκείνη την εποχή.

Το 1936 αποφοίτησε από τη σχολή της με άριστους βαθμούς και επαίνους, με ειδικότητα στην ιατρική και τη χειρουργική. Στα καπάκια θέλησε να συνεχίσει με μια τριετή ειδίκευση στη νευρολογία και την ψυχιατρική, ενώ βρισκόταν σε δίλημμα για το αν έπρεπε να αφοσιωθεί εντελώς στην ιατρική της καριέρα ή να την ψάξει παράλληλα και με την έρευνα πάνω στη νευρολογία.

Πριν καν προλάβει όμως να ξεκαθαρίσει δαύτο το δίλημμα, έσκασε μύτη ο Mussolini με το “Μανιφέστο για την Υπεράσπιση της Φυλής“, υπογεγραμμένο από τον ίδιο και άλλους δέκα φασιστοεπιστήμονες, και σύντομα πέρασε νόμους οι οποίοι απέκλειαν τους μη Αρείους Ιταλούς πολίτες από ακαδημαϊκές σπουδές και καριέρα.

Λόγω λοιπόν όλου του ρατσιστικού και αντισημιτικού κλίματος που επικρατούσε, η οικογένεια της Rita βρέθηκε μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να φύγει προς Αμερική πλευρά για την αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος δίχως life-threatening ρατσισμό εναντίον τους, είτε να κάτσουν στα αυγά τους αλλά να καταπιαστούν με δραστηριότητες που δεν θα απαιτούσαν μπλεξίματα με τον κόσμο των “Αρείων“. Η δεύτερη επιλογή τους φάνηκε λιγότερο επισφαλής και έτσι η οικογένεια Levi-Montalcini παρέμεινε στην Ιταλία.

Η Rita από την άλλη πέρασε μια χρονική περίοδο στο Brussels, όπου την κάλεσαν να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα νευρολογίας και γύρισε πίσω στην οικογένεια της την άνοιξη του 1940. Αποκλεισμένη πλέον από κάθε εργαστήριο και πανεπιστημιακό ίδρυμα, όχι μόνο λόγω φύλου αλλά και λόγω φυλής αποφάσισε, να στήσει ένα εργαστήριο στη κρεβατοκάμαρά της και να ξεκινήσει τις έρευνες της πάνω στη νευρολογία.

Άρχισε λοιπόν μελετώντας τις νευρικές ίνες από έμβρυα κοτόπουλων. Γιατί κοτόπουλα, θα ρωτήσεις. Απ’ όσο λέει η ίδια, εμπνεύστηκε από ένα άρθρο του Viktor Hamburger, το 1934, στο οποίο περιέγραφε τα αποτελέσματα της εκρίζωσης μελών στα έμβρυα κοτόπουλου — so chickens!

Σαν βοηθό της είχε τον Giuseppe Levi, ο οποίος ζήτησε καταφύγιο στο σπίτι της οικογένειάς της, αφού είχε γυρίσει άρον-άρον από το Βέλγιο, το οποίο βρισκόταν υπό ναζιστική κατοχή. Η έρευνές τους διακόπηκαν το 1941, όταν τα συμμαχικά αεροσκάφη βομβάρδισαν το Τορίνο και το μετέτρεψαν σε γαμημένη, μη ασφαλή, εμπόλεμη ζώνη. Η οικογένεια βρήκε καταφύγιο σε ένα εξοχικό σπιτάκι στο Piemonte και εκεί η Rita ξαναέστησε το mini-lab της και συνέχισε την έρευνα της.

Το 1943 όμως τα ναζιστόνια έκαναν “ντου” στα Ιταλικά εδάφη, πράγμα που σήμαινε πως αν έβρισκαν την δικιά μας και την οικογένεια της θα τους έκαναν σαπουνάκια. Οπότε να σου πάλι, όλη η φαμίλια Levi on the road, αυτή τη φορά για Φλωρεντία. Εκεί την έβγαλαν στο κρύψιμο μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Η Rita βέβαια βρισκόταν σε σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με την επαναστατική ομάδα Partito d’ Azione και κατέληξε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον Αγγλο-Αμερικάνικο στρατό, ως γιατρός στον καταυλισμό προσφύγων της Φλωρεντίας.

Εκεί κατέληγε καθημερινά μεγάλος αριθμός ατόμων από τον Βορρά, ο οποίος ακόμα ήταν σε πολεμικό αναβρασμό. Φυσικά η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όλοι οι πρόσφυγες δεν ήταν και η καλύτερη, με διάφορες επιδημίες μολυσματικών ασθενειών να κάνουν πάρτι και τον κοιλιακό τύφο να θερίζει κοσμάκη έτσι για πλάκα. Ζόρικη η κατάσταση, αλλά ήταν ευθύνη της να προσφέρει συμπαράσταση και θεραπεία στους αναξιοπαθούντες, παρά τους κινδύνους που διέτρεχε και η ίδια.

Τον Μάιο του 1945 ο πόλεμος μας τελείωσε, οι nazi bastards άρχισαν να τρέχουν με χεσμένα τα βρακιά τους προς Νότιο Αμερική και οι περισσότεροι κατατρεγμένοι από τον πόλεμο πήραν τον δρόμο της επιστροφής στους τόπους τους. Μαζί τους και η Rita με την οικογένεια της επέστρεψαν στο Τορίνο, όπου η δικιά μας ξαναπήγε στο πανεπιστήμιο, αυτή τη φορά σαν εργαζόμενη.

Δύο χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1947, ο Viktor Hamburger της πρότεινε να πάει στο Washington University του St. Louis στις Η.Π.Α. ώστε να επαναλάβουν μαζί τα πειράματα με τα κοτοέμβρυα.

Η Rita σκόπευε αρχικά να μείνει στην Αμερική 10 μήνες με ένα χρόνο, αλλά η έρευνα πήγαινε τόσο καλά που όλο ανέβαλλε την επιστροφή της στην Ιταλία. Και έτσι οι δέκα μήνες έγιναν δέκα χρόνια. Άλλωστε το 1956 έγινε αναπληρώτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο και δύο χρόνια αργότερα μόνιμη. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι το 1977.

Επιπροσθέτως, το 1961 μπήκε στη διαδικασία να ανοίξει ερευνητική μονάδα στη Ρώμη την οποία διεύθυνε μέχρι το 1969, χωρίζοντας έτσι το χρόνο της μεταξύ St.Louis και Ρώμης.

Από το 1969 και για μια δεκαετία ήταν επικεφαλής στο εργαστήριο κυτταρικής βιολογίας του Italian National Research Council, ενώ από εκεί και μετά παρέμεινε επίτιμη καλεσμένη καθηγήτρια σε δαύτο.

Το 1986 βραβεύτηκε παρέα με τον συνεργάτη της Stanley Cohen με το περίφημο Νόμπελ Ιατρικής για την απομόνωση του νευρικού αυξητικού παράγοντα (nerve growth factor) σε ορισμένους καρκινικούς ιστούς, ο οποίος παρατήρησαν πως προκαλεί υπερβολικά γρήγορη ανάπτυξη στους άξονες του νευρικού συστήματος.

Αυτή τους η ανακάλυψη πρέπει να σημειωθεί πως έγινε τρεις δεκαετίες και βάλε πριν την ευρεία αναγνώρισή της από την επιστημονική κοινότητα και τη βράβευσή της με το βαρυσήμαντο νομπέλι (για την ακρίβεια το 1952). Σαν ανακάλυψη άνοιξε πολλές προοπτικές για περαιτέρω παρατηρήσεις και ανακαλύψεις από άλλους επιστήμονες πάνω στον τομέα της νευρολογίας.

Βέβαια παρά αυτή την -όσο να ‘ναι- τιμητική διάκριση της Rita και της δουλειάς της, δεν έλειψαν τράβαλα και αμφισβητήσεις προς την δουλειά και το άτομό της, κυρίως για την συνεργασία της με την ιταλική φαρμακευτική εταιρία Libia, παρόλο που μέσω αυτής βελτίωσε την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των γαγγλιοσιδίων.

Όλο αυτό το νταχντιριρι ξεκίνησε το 1975 όπου η δικιά μας ξεκίνησε να υποστηρίζει ανοιχτά τη χρήση του φαρμάκου Cronassial το οποίo παρασκευαζόταν από την Libia. “Pour que?” θα αναρωτηθείς.

Γιατί το Cronassial μπορεί να ήταν αποτελεσματικό στη θεραπεία συγκεκριμένων τύπων νευροπάθειας, αλλά η μακροχρόνια χρήση του μπορούσε να κάνει τρελό backlash, κάνοντας ορισμένους ασθενείς να παρουσιάσουν σύνδρομο Guillan-Barré.

Όπως μπορείς να καταλάβεις αυτή η επιπλοκή, μαζί με το γεγονός ότι η Libia λάδωσε την ιταλική κυβέρνηση για να ρίξει το εν λόγω φάρμακο στην αγορά, ίσως πιο γρήγορα απ’ ότι έπρεπε (μάλλον δηλαδή χωρίς τους κατάλληλους ελέγχους), προκάλεσε σκάνδαλο. Όπως ήταν φυσικό αυτό επηρέασε και το πρόσωπο της Rita, κάνοντας μάλιστα πολλούς από τους επικριτές της να ισχυριστούν ότι η Libia “σπονσόραρε” τη βράβευση του Νόμπελ στη δικιά μας.

Άσχημο πλήγμα για την αξιοπιστία της σαν επιστήμονας και άνθρωπος αν με ρωτήσεις, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το αν η ίδια είχε επίγνωση αυτής της μαμουνιάς, οπότε η επίρριψη ευθυνών στο πρόσωπό της δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να είναι δίκαιη ή όχι.

Όπως και να έχει η ίδια συνέχισε να συμμετάσχει σε έρευνες και μάλιστα ήταν από τα πρώτα άτομα όπου κατά τα 90s επισήμαναν την σημασία των ιστιοκυττάρων στην ανθρώπινη παθολογία.

Την ίδια περίοδο, εν έτη 1993, εντόπισε την σημασία της ενδογενούς ένωσης palmitoylethanolamide (παλμιτοϋλαιθανολαμιδιο ελληνιστί — προσπάθησε να το πεις χωρίς να στραμπουλίξεις τη γλώσσα σου) ως σημαντικό ρυθμιστή της λειτουργίας των ιστιοκυττάρων. Η ανακάλυψη αυτή οδήγησε τη χρήση δαύτης της ένωσης ως αναλγητικό και αντι-φλεγμονώδες φάρμακο.

Πέρα απ’ όλα αυτά, η μετά-Νόμπελ εποχή ήταν αρκετά εύκολη, αποδοτική και με πολλές άλλες διακρίσεις, επιστημονικές και μη. Μάλιστα το 2001 στην ηλικία των 92 ετών διορίστηκε δια βίου γερουσιαστής από την ιταλική κυβέρνηση και υπήρξε πολιτικά ενεργή μέχρι τα ακόμη πιο βαθιά της γεράματα.

Ας το παραδεχτούμε, είναι μεγάλη μαγκιά να καβατζώνεις τα 100 και να συνεχίζεις να είσαι ενεργός και οξυδερκής με τρόπο που θα ζήλευε αρκετός, κατά πολύ νεότερός σου, κοσμάκης. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε βρει ακόμα τον τρόπο να αποκτήσουμε την μακροζωία του Ηighlander και η ούτε η θεία Rita θα μπορούσε να ξεφύγει από του Χάρου τα δόντια. Μας άφησε πρόσφατα, στις 30 Δεκεμβρίου του 2012, σε ηλικία 103 ετών.

Η αλήθεια είναι πως πέρασε μια ζωή γεμάτη, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε δεν κώλωσε πουθενά αλλά εκπλήρωσε τους στόχους της και με το παραπάνω.

Περιπτώσεις σαν την δική της, ή σαν της Curie, πρέπει θαρρώ να αποτελούν πηγές έμπνευσης για προσπάθεια και την υπερπήδηση εμποδίων με σκοπό για “κάτι καλύτερο”, ότι είναι δαύτο, για την πάρτη μας, αλλά και για το γενικό σύνολο, γιατί στο κάτω κάτω, δεν γίνεται να προσφέρεις τίποτα αν δεν είσαι ευχαριστημένος με τον εαυτό σου και όσα έχεις.

That’s all for today, ελπίζω να το απόλαυσες. Εμείς θα τα ξαναπούμε από εβδομάδα.