Ροδεσία: Ο επίπονος πόλεμος μέσα στη ζούγκλα 1965 – 1979

Ροδεσία: Ο επίπονος πόλεμος μέσα στη ζούγκλα 1965 - 1979

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1970 διεξήχθη στο έδαφος της σημερινής Ζιμπάμπουε μια σύγκρουση μεταξύ των λευκών, τρίτης και τέταρτης γενιάς αποίκων, και των μαύρων αυτοχθόνων. Αρχικά τα γεωγραφικά όρια της περιοχής που καλείτο Ροδεσία ήταν τα όρια των κρατών Ζάμπια, Μαλάουϊ και Ζιμπάμπουε.

Την εποχή της σύγκρουσης η Ροδεσία είχε τα σημερινά σύνορα που ορίζουν την επικράτεια της Ζιμπάμπουε. Η χώρα αυτή όφειλε το όνομά της στον βασικό υποστηρικτή των συμφερόντων του βρετανικού στέμματος, σερ Σέσιλ Ρόουντς (Rhodes – Rhodesia). Το 1886 περιήλθε στα συμφέροντα της Βρετανικής Εταιρείας της Νότιας Αφρικής (British South Africa Company).

Στην περιοχή κατοικούσαν δύο φυλές, στα νοτιοδυτικά οι Ντεμπέλε και στα βορειοανατολικά οι Σόνα. Οι άποικοι τις κατενίκησαν και τις υπέταξαν ιδρύοντας τα φρούρια Βικτόρια και Σώλσμπερυ (μετέπειτα πρωτεύουσα της Ροδεσίας, 1896). Τη διοίκηση ασκούσαν οι λευκοί, που το 1922 αποφάσισαν τη «μη ενσωμάτωση» στη Νότια Αφρική, τιθέμενοι υπό την προστασία του βρετανικού στέμματος με καθεστώς αυτοδιοίκησης. Οι λευκοί άποικοι αρέσκονταν να καλούνται «Ευρωπαίοι».

Το 1953 υπήρξε έτος-ορόσημο. Τότε ιδρύθηκε η Κεντροαφρικανική Ομοσπονδία (Ζάμπια, Μαλάουι, Νυασαλάνδη) με συμμετοχή των εγχρώμων στις χαμηλότερες βαθμίδες της εξουσίας. Η ομοσπονδία συστάθηκε και προήγαγε όλες τις διεθνείς σχέσεις ως κυρίαρχο κράτος. Παρά το ότι ανέπτυξε όλες τις μορφές διεθνών και διακρατικών σχέσεων, με απόρροια την ευημερία, οι μαύροι την έβλεπαν με καχυποψία και ουσιαστικά τη διέλυσαν.

Κατά το διάστημα 1955 – 1957 οι μαύροι ίδρυσαν το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο (ANC – African National Congress), που προήλθε από τις αγροτικές – εργατικές ενώσεις και τα συνδικάτα τους. Το ANC αρχικά δεν αποσκόπησε στη βίαιη κατάληψη της πολιτικής εξουσίας αλλά στη διαδοχική ομαλή μεταβίβασή της από τις λευκές μειοψηφίες στις έγχρωμες πλειοψηφίες.

Σε αυτό συμμετείχαν όλες οι φυλές Μπαντού της ευρύτερης νοτιοαφρικανικής περιοχής, από τους Ζουλού του Νατάλ, τους Ξόσα και τους Ματαμπέλε του Τρανσβάαλ ως τους Ντεμπέλε και Σόνα στη Ροδεσία. Ηγετικές του φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν o Ιωσήφ Νγκόμο, ο Νέλσον Μαντέλα, ο επίσκοπος Μουζουρέουα, ο Ρόμπερτ Μουγκάμπε, ο Ν. Σιθόλε και ο μετέπειτα πρόεδρος της Ζάμπια, Τζώρτζ Κάουντα. Το ANC ως πολυσυλλεκτικό κόμμα συγκέντρωσε συντηρητικούς, προοδευτικούς, ακραίους και φανατικούς με μοναδικό κοινό σημείο αναφοράς τον αφρικανικό εθνικισμό και κύρια αιτήματα την αυτοδιάθεση και την ανεξαρτησία από τους λευκούς.

Η πολυσυλλεκτικότητα δημιούργησε εντάσεις, αντιπαλότητες και έχθρες που αποτέλεσαν τροχοπέδη για το αφρικανικό κίνημα. Η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης συνέβαλε έτσι ώστε η ΕΣΣΔ, η Κίνα και δορυφόροι τους να διεισδύσουν στα απελευθερωτικά κινήματα, προσφέροντας απεριόριστη βοήθεια και προωθώντας τα συμφέροντά τους.

Λόγω του φυλετικού προβλήματος η Κεντροαφρικανική Ομοσπονδία διαλύθηκε το 1960. Η Ζάμπια και το Μαλάουι ανεξαρτητοποιήθηκαν και ιδρύθηκε η ομοσπονδία της Νότιας Ροδεσίας και Νυασαλάνδης, που διατήρησε σχέσεις με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία και το καθεστώς αυτοδιοίκησής της.

Στην ομοσπονδία αυτή ιδρύθηκε από τους εγχρώμους το Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα (NDP – National Democratic Party), από τους Νγκόμο, Μαρβέμα και Τακαουϊρα. Πολυσυλλεκτικό και αυτό, συγκέντρωσε και ακραία εθνικιστικά στοιχεία με αποτέλεσμα οι αρχές να το κηρύξουν εκτός νόμου και να συλλάβουν τους ηγέτες του. Ταραχές ξέσπασαν σε όλη την επικράτεια, με συνέπεια οι αρχές να απελευθερώσουν τους Αφρικανούς ηγέτες. Ο Νγκόμο διέφυγε στη Βρετανία και ακολούθως επανήλθε στη Ροδεσία.

Οι διεθνείς πολιτικές συνθήκες, η παγκόσμια κοινή γνώμη και η βρετανική πολιτική ευνόησαν το αφρικανικό κίνημα. Ασκήθηκε διεθνής πίεση προς τις αρχές της ομοσπονδίας για παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους μαύρους. Το 1961 η κυβέρνηση του Ουίνστον Φήλντ προχώρησε σε συνταγματικές και πολιτικές αλλαγές. Συγκρότησε νέο κοινοβούλιο 65 εδρών, από τις οποίες 15 παραχωρήθηκαν στους εγχρώμους και 50 στους «Ευρωπαίους» βουλευτές. Προκηρύχθηκαν εκλογές, υπό την επίβλεψη της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Οι «Ευρωπαίοι» διατήρησαν την εξουσία. Το NDP οδηγήθηκε σε εσωτερική διαμάχη λόγω του αδιεξόδου που συνιστούσε το πολιτικό σύστημα για τους εγχρώμους. Χωρίστηκε σε δύο ομάδες: σε αυτούς που συνιστούσαν τη διενέργεια διαπραγματεύσεων και σε εκείνους οι οποίοι θεωρούσαν ότι μοναδική οδός ήταν ο ένοπλος αγώνας. Οι ταραχές μεταξύ των εγχρώμων οπαδών των δύο παρατάξεων οδήγησαν σε μια περίοδο αναρχίας, η οποία χαρακτηρίσθηκε από τους ιστορικούς ως η «χαμηλότερη άμπωτη» του διεθνούς αφρικανικού εθνικιστικού κινήματος.

Η κυβέρνηση της συνομοσπονδίας παρακολούθησε από κοντά την κρίση χωρίς παρεμβάσεις, υποδεικνύοντας προς την παγκόσμια κοινή γνώμη την ανικανότητα των μαύρων να ασκήσουν διοικητικές αρμοδιότητες και υποστηρίζοντας ότι οι έγχρωμες πλειοψηφίες ήταν ανώριμες πολιτικά και αδυνατούσαν να αυτοδιοικηθούν. Υπό τη διεθνή πίεση όμως προχώρησε εκ νέου το 1962 σε εκλογές, από τις οποίες τα κόμματα των εγχρώμων απείχαν. Η νέα κυβέρνηση προχώρησε σε νέες διαπραγματεύσεις, υποστηρίζοντας τους διαλλακτικούς Αφρικανούς ηγέτες.

Οι νεολαίοι του NDP υποκινούμενοι από ηγέτες με ακραίες αντιλήψεις περί εθνικισμού, δημιούργησαν συμμορίες που τρομοκράτησαν τους «Ευρωπαίους» και τους μετριοπαθείς Αφρικανούς. Το 1964 η Βρετανία πίεσε για ανεξαρτησία και ταυτόχρονη μεταβίβαση της εξουσίας στους μαύρους. Η συνομοσπονδία Ροδεσίας – Νυασαλάνδης διαλύθηκε. To 1965 η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Προκηρύχθηκαν εκλογές που τις κέρδισε ο συντηρητικός Ιαν Ντάγκλας Σμιθ, προχωρώντας στη μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας (UDI – Unilateral Declaration of Independence). Η Ροδεσία, όπως ονομάστηκε το νεοσύστατο κράτος, απομονώθηκε.

Ο ΟΗΕ συνέστησε προς τα κράτη – μέλη του διεθνή αποκλεισμό, η δε Βρετανική Κοινοπολιτεία ουδέποτε αναγνώρισε τη Ροδεσία των Ευρωπαίων. Μοναδική σύμμαχος των Ροδεσιανών κατά τον πόλεμο που θα ακολουθούσε θα ήταν η Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής.

Aφρικανικές απελευθερωτικές ενώσεις και μέτωπα

Οι Αφρικανοί ηγέτες διέφυγαν στη γειτονική Ζάμπια (περίοδος 1963 – 1965). Ο Ι. Νγκόμο ίδρυσε την Αφρικανική Λαϊκή Ενωση της Ζιμπάμπουε (ZAPU – Zimbabwe African People’s Union), στρατιωτικό σκέλος της οποίας ήταν ο Λαϊκός Επαναστατικός Στρατός της Ζιμπάμπουε (ZIPRA – ZΙmbabwe People’s Revolutionary Army). Ο Νγκόμο ήταν δικηγόρος, με μεταπτυχιακά στις πολιτικές επιστήμες. Διετέλεσε και βουλευτής στο κοινοβούλιο της Ροδεσίας.

Ήταν διαλλακτικός και κατά τη διάρκεια του πολέμου συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις. Το ZAPU προήλθε από τη φυλή των Ντεμπέλε και τα κύρια στηρίγματά του βρίσκονταν στα νοτιοδυτικά, στις περιοχές όπου διαβιούσε η φυλή. Ο Νγκόμο ήταν στρατηγικός νους και ουδέποτε έχασε τη διεθνή δημοτικότητά του, απόρροια της οποίας ήταν η διεθνής πίεση που ασκήθηκε στη ροδεσιανή κυβέρνηση καθόλη τη διάρκεια του πολέμου.

Επίσης ιδρύθηκε η Αφρικανική Εθνική Ενωση της Ζιμπάμπουε (ZANU – Zimbabwe African National Union), στρατιωτικό σκέλος της οποίας ήταν ο Αφρικανικός Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός της Ζιμπάμπουε (ZANLA – Zimbabwe African National Liberation Army).

Ηγέτης της ήταν ο Ρόμπερτ Γκάμπριελ Μουγκάμπε, που προερχόταν από τη φυλή των Σόνα. Οπως ήταν φυσικό, το ZANU εκπορεύτηκε και υποστηρίχθηκε από τη φυλή των Σόνα, αλλά σταδιακά απέκτησε υποστηρικτές και ερείσματα στη φυλή των Ντεμπέλε. Ο Μουγκάμπε ήταν δημοδιδάσκαλος, είχε μαρξιστικές – μαοϊκές αντιλήψεις, ήταν σκληρός και πίστευε ολόψυχα στον ένοπλο αγώνα. Δεν είχε τη δημοτικότητα και τη διεθνή ακτινοβολία του Νγκόμο και αυτό σε προσωπικό επίπεδο τον έκανε να αισθάνεται μειονεκτικά.

Κατά την πενταετία 1965 – 1970 το ZANU και το ZAPU αντιμετώπισαν το ένα το άλλο με καχυποψία και εχθρότητα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα μέλη τους αντιπαρατέθηκαν σε μάχες εντός και εκτός Ζάμπια. Χρειάστηκε η συνδρομή του προέδρου της Ζάμπια, Κάουντα, για να αποφευχθεί γενικευμένη σύγκρουση. Αυτή η αντιπαράθεση ήταν η αιτία της μη αποτελεσματικότητας του ανταρτοπολέμου που διεξήχθη τότε.

Τα δύο παραπάνω κινήματα υποστηρίχθηκαν από την ΕΣΣΔ και την Κίνα. Η Αφρική αποτέλεσε ένα δέλεαρ για τις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού καθόλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Σύμβουλοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και διατέθηκε κάθε είδους οπλισμός: τυφέκια εφόδου ΑΚ-47, καραμπίνες SKS Simonov, αντιαρματικά RPG-2/7, φορητά αντιαεροπορικά SA-7, βαριά πολυβόλα DKSh, αλλά και τυφέκια FN/SADF R-1, πολυβόλα MAG και τυφέκια H&K G3 (από λάφυρα). Κατά τη δεύτερη φάση του πολέμου αποκτήθηκαν και τεθωρακισμένα οχήματα BTR-152/155/60, άρματα μάχης T-34/76-85 και T- 55 και αεροπλάνα MiG-17/19/21.

Οι Ευρωπαίοι στη Ροδεσία και οι ένοπλες δυνάμεις τους

Οι Ευρωπαίοι αποτέλεσαν το 5% του συνολικού πληθυσμού της Ροδεσίας. Ελεγχαν την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας. Μέχρι το 1960 δύναμη αποτροπής αποτέλεσε η Bρετανική Νοτιοαφρικανική Αστυνομία (BSAP – British South African Police).

Επρόκειτο για μονάδα στρατοχωροφυλακής που χωριζόταν σε μόνιμο και εφεδρικό κλάδο. Στις αρχές του 1961 η κυβέρνηση ίδρυσε έναν μικρό και ευέλικτο στρατιωτικό σχηματισμό, τη Ροδεσιανή Δύναμη Ασφαλείας (RSF – Rhodesian Security Force). Η Ροδεσιανή Αεροπορία (RhAF – Rhodesian Air Force) προήλθε από τη Βασιλική Ροδεσιανή Αεροπορία (RRhAF – Royal Rhodesian Air Force). Το δόγμα μάχης που αναπτύχθηκε βασίστηκε στην επιτελική διαχείριση της πληροφορίας, στην ταχυκινησία και στην τοπική υπεροχή επί του πεδίου.

Οι Ροδεσιανοί αξιοποίησαν τη διακλαδικότητα μέσω ενός κοινού επιτελείου επιχειρήσεων (COHq – Combined Operations Headquarters / JOC – Joint Operations Center), με συνδυασμένη χρήση των ευέλικτων στρατιωτικών και αστυνομικών μονάδων και της αεροπορικής δύναμης. Ολες οι μονάδες εκπαιδεύτηκαν στον αντιανταρτοπόλεμο και σε τακτικές μάχης μικρών ομάδων.

Το ελικόπτερο αποτέλεσε το κύριο μέσο ταχυκινησίας, εναέριας αναγνώρισης, υποστήριξης και κάθετης υπερκέρασης. Για κινήσεις στην ξηρά υπήρχαν τροχοφόρα οχήματα 4×4, τεθωρακισμένα οχήματα και άλογα. Προς το τέλος της σύγκρουσης αποκτήθηκαν οκτώ άρματα μάχης Τ-55 από τη Νότια Αφρική (κατασχέθηκαν από φορτηγό πλοίο στο λιμάνι του Ντέρμπαν, που τα μετέφερε στην Αγκόλα). Η υπηρεσία πληροφοριών (CIO – Central Intelligence Organization) υπό τον Κ. Φλάουερ και το Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων (MofINTAF – Ministry of Internal Affairs) παρείχαν απρόσκοπτη ροή πληροφοριών προς το κοινό επιτελείο, που με τη σειρά του τις αξιολογούσε και ενεργούσε ανάλογα.

Αξια αναφοράς είναι η συμβολή της BSAP, η οποία εξοπλισμένη με άλογα και οχήματα 4×4 διενήργησε περιπολίες στα σύνορα, συνόδευσε αυτοκινητοπομπές αμάχων, έστησε ενέδρες παγιδεύοντας αντάρτες και τρομοκράτες, προστάτευσε αγροικίες και πολιτικές εγκαταστάσεις και έλεγξε τις διόδους εισόδου – εξόδου των ανταρτών στα σύνορα.

Το σύνολο των Ευρωπαίων δεν υπερέβαινε τις 250.000 και ο στρατός και οι αστυνομικές δυνάμεις τις 19.000. Αντιπαρατέθηκαν με 90.000 αντάρτες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν όλα τα στρατιωτικά και τα πολιτικά μέσα για να επιτύχουν.

Ο πολεμος στη ζούγκλα (1965 – 1979)

Το 1964 διείσδυσαν στη Ροδεσία ανταρτικές δυνάμεις του ZIPRA από τη Ζάμπια σε μικρές ομάδες των πέντε ως επτά ατόμων, με στόχο τις απομονωμένες αγροικίες και εγκαταστάσεις των Ευρωπαίων. Οι επιτυχίες τους ήταν περιορισμένες είτε διότι εντοπίστηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας, είτε επειδή οι στόχοι δεν είχαν στρατηγική σημασία. Κατά τα πρώτα χρόνια δόθηκε έμφαση στον προσηλυτισμό των αγροτικών εγχρώμων πληθυσμών, στόχο που δεν επιτεύχθηκε. Τα προβλήματα λόγω των εσωτερικών διενέξεων μεταξύ ZAPU και ZANU δεν επέτρεψαν συντονισμένες ενέργειες ανταρτοπόλεμου οι οποίες θα επέφεραν στρατηγικό αποτέλεσμα.

Η μάχη στην περιοχή της Σινόια, στις 28 Απριλίου 1966, θεωρήθηκε ως η έναρξη του πολέμου. Περίπολος BSAP εντόπισε και ενεπλάκη με εικοσαμελή ομάδα ανταρτών που διείσδυσε από τη Ζάμπια. Το αποτέλεσμα ήταν 13 αντάρτες νεκροί.

Από το 1965 ως και το 1972 στρατηγικός στόχος των ανταρτών, ειδικότερα του Νγκόμο και του ZAPU, ήταν με τις επιχειρήσεις και τα πλήγματα που αυτές επέφεραν η ροδεσιανή κυβέρνηση να εξαναγκασθεί να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, πιεζόμενη φυσικά και από τον διεθνή παράγοντα. Αυτό δεν επιτεύχθηκε τελικά, καθώς το ροδεσιανό επιτελείο (COHq – JOC) διέγνωσε την ανεπάρκεια των δυνάμεών του να ελέγξουν κάθε σημείο της επικράτειας. Ετσι δημιουργήθηκε ένα σύστημα ελέγχου, αναγνώρισης, εντοπισμού και επέμβασης. Η χώρα κατανεμήθηκε σε έξι ζώνες ελέγχου:

  • Τη «Grapple» (=αρπάγη) στο κέντρο της, που υποστηρίχθηκε από μια συνδυασμένη δύναμη επιχειρήσεων (COF – Combined Operation Force) με έδρα το Γκουέλο.
  • Τη «Repulse» (=απώθηση) στα νότια, στην περιοχή της σιδηροδρομικής γραμμής της Ρουτέγκα (προωθημένη βάση της αντίστοιχης COF) και των συνόρων με τη Νότια Αφρική, η οποία περιελάμβανε το φρούριο Βικτόρια (έδρα της COF) και τη γέφυρα Μπέιτ.
  • Την «Tangent» (=εφαπτομένη), στα σύνορα με τη Μποτσουάνα με έδρα της COF το Μπουλαουάγιο.
  • Τη «Splinter» (=αγκίθα) στα νοτιοδυτικά, στα σύνορα με τη Ζάμπια, με έδρα της COF το Γουάνκι.
  • Τη «Hurricane» (=θύελλα) στα βορειοανατολικά σύνορα με τη Μοζαμβίκη. Εδρα της COF ήταν η Σίνια και η πρωτεύουσα Σώλσμπερυ.
  • Τη «Thresher» (=αλωνιστής) στα ανατολικά, στα σύνορα με τη Μοζαμβίκη, με έδρα της COF το Ουμτάλι.

Οι έδρες των COF ήταν οχυρά στρατόπεδα με διαδρόμoυς απο-προσγείωσης. Οπου χρειάστηκε κατασκευάστηκαν προκεχωρημένα οχυρά στρατόπεδα ελέγχου. Στρατηγικής σημασίας καθόλη τη διάρκεια του πολέμου ήταν η περιοχή «Repulse», με τον οδικό και σιδηροδρομικό άξονα που συνέδεε τη Νότια Αφρική με τη Ροδεσία: συνοριακή γραμμή με Νότια Αφρική – γέφυρα Μπέιτ – Ρουτέγκα – Φρούριο Βικτόρια – δυτικά ως Μπουλαουάγιο – βόρεια ως Σώλσμπερυ.

Από το 1965 ως το 1972 η ζώνη που δέχθηκε ισχυρή πίεση ήταν η «Splinter». Κύριοι στόχοι των ανταρτών ήταν οι απροστάτευτες αγροικίες και εγκαταστάσεις των Ευρωπαίων. Οι επιθέσεις διενεργήθηκαν κατά τη νύκτα, μεταξύ 22.00 – 24.00, και σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν θύματα μεταξύ των αμάχων. Καταγράφηκαν φρικτά περιστατικά βίας. Ο ευρωπαϊκός πληθυσμός τρομοκρατήθηκε αλλά αντέδρασε: οχύρωσε με ναρκοπέδια τις εξωτερικές περιμέτρους των ιδιοκτησιών του, περιέβαλε με αγκαθωτό ηλεκτροφόρο σύρμα τους φράχτες, εκπαιδεύτηκε στη χρήση οπλισμού, αντιπαρατέθηκε με τους αντάρτες, τους καθήλωσε στην εξωτερική περίμετρο καθυστερώντας τους μέχρι να παρέμβει καταλυτικά η BSAP ή το RSF.

Η άμεση αντίδραση ήταν το σημαντικότερο σε αυτές τις επιχειρήσεις: Αποστολή αεροκίνητης ή και μηχανοκίνητης δύναμης κατά την εξέλιξη των γεγονότων ή κατά τον εντοπισμό και την αναγνώριση των ανταρτών, διενέργεια ενέδρας και αποκλεισμός των οδών διαφυγής, κρούση και καταστροφή του εχθρού. Βασικός σχηματισμός αντίδρασης και κρούσης του RSF ήταν μια δύναμη τεσσάρων εξοπλισμένων ελικοπτέρων SA 316/318 Alouette III. Αυτά μετέφεραν ομάδα τεσσάρων ανδρών.

Την κάθε ομάδα αποτελούσαν ένας δεκανέας – χειριστής ασυρμάτου οπλισμένος με FN, ένας πολυβολητής με MAG και δύο τυφεκιοφόροι με FN, ένας από τους οποίους ήταν εκπαιδευμένος ως νοσηλευτής. Οι τρεις από τις τέσσερις ομάδες αποκτούσαν επαφή με τον εχθρό και τον κατηύθυναν προς την τέταρτη που προετοίμαζε ενέδρα, κλείνοντας την οδό διαφυγής του. Τα ελικόπτερα επιτηρούσαν το πεδίο της μάχης, συνέδραμαν στην επιχείρηση υποστηρίζοντας με πυρά ή μετέφεραν την ομάδα σε άλλο σημείο κοντά στην περιοχή της σύγκρουσης. Έτσι εξελίχθηκαν οι επιχειρήσεις μέχρι το 1972, με τους αντάρτες να υφίστανται βαριές απώλειες.

Μια ακόμη τακτική κρούσης του RSF ήταν η χρήση των ανιχνευτών Selous και Grey’s, που πραγματοποιούσαν επιθετικές περιπολίες μακράς ακτίνας εκτός της συνοριογραμμής με τη Ζάμπια. Οι ανιχνευτές έδρασαν σε ομάδες των τεσσάρων ως επτά ανδρών, όπως οι κυνηγοί σε σαφάρι. Σε κάθε περιπολία ερευνούσαν για συγκεντρώσεις και στρατόπεδα ανταρτών, τους ανακάλυπταν, οργάνωναν κρούση με χρήση ισχυρού πυρός και εξαφανίζονταν όπως εμφανίστηκαν!

Οι ομάδες αυτές διέθεταν εφόδια για 20 ημέρες, χρησιμοποιούσαν οπλισμό και στολές του εχθρού και αποτέλεσαν εξαιρετικό όπλο ψυχολογικού πολέμου. Αυτό που δεν κατάφεραν οι αντάρτες μέχρι το 1972, το κατάφεραν οι Βρετανοί. Οι τελευταίοι προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις με τη ροδεσιανή κυβέρνηση επί πλοίου του Βασιλικού Ναυτικού, στα ανοικτά της Μοζαμβίκης, χωρίς αποτέλεσμα. Στη Μοζαμβίκη οι αντάρτες του FRELIMO κέρδισαν έδαφος έναντι των Πορτογάλων, απελευθερώνοντας τη βορειοδυτική περιοχή. Ο Μουγκάμπε και ο ZANLA μπορούσαν πλέον να φιλοξενηθούν εκεί.

Ο ZANLA εξόρμησε από τη Μοζαμβίκη διεισδύοντας από τα βορειοανατολικά στις περιοχές των Σόνα. Οι ζώνες «Thresher» και «Hurricane» χαρακτηρίστηκαν «θερμές». Οι ανταρτικές επιχειρήσεις κλιμακώθηκαν εκεί αισθητά, με αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν πολλοί Ροδεσιανοί – Ευρωπαίοι στη Νότια Αφρική, στην Αμερική και στην Ευρώπη (13.000).

Τα δύο μέτωπα προβλημάτισαν τον διοικητή συνδυασμένων επιχειρήσεων, στρατηγό Γουόλς. O ZIPRA διείσδυε από τα νοτιοδυτικά, από το έδαφος της Ζάμπια, ο ZANLA διείσδυε από τα βορειοανατολικά, από το έδαφος της Μοζαμβίκης. Οι αντάρτες οργανώθηκαν, δημιούργησαν δίκτυο πληροφοριοδοτών, υποστήριξης και εφοδιασμού και στρατόπεδα για ανάπαυση και εκπαίδευση. Νέοι σύμβουλοι κατέφθασαν για να τους εκπαιδεύσουν.

Απέκτησαν τεχνογνωσία και βαρύ οπλισμό. Αρχισαν να ναρκοθετούν τους δρόμους της Ροδεσίας, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα θύματα μεταξύ των Ευρωπαίων και των Αφρικανών αμάχων (8.000 άνθρωποι φονεύθηκαν και 2.504 οχήματα καταστράφηκαν). Οι αντάρτες δημιούργησαν σύστημα στρατολόγησης και εφοδιασμού από τις φυλές τους. Το RSF αντέδρασε.

Συγκέντρωσε τον αγροτικό πληθυσμό σε ελεγχόμενες περιοχές και απογύμνωσε την ύπαιθρο χώρα. Ναρκοθέτησε την περιοχή των συνόρων με τη Μοζαμβίκη, αλλά δεν επιτήρησε τα ναρκοπέδια με αποτέλεσμα οι νάρκες να αλλάζουν χέρια! Εντατικοποίησε την εναέρια και την επίγεια αναγνώριση και τη συλλογή πληροφοριών. Αύξησε τις ενέδρες στις διαδρομές και στις περιοχές συγκέντρωσης των ανταρτών. Δημιούργησε τακτικά συγκροτήματα μάχης, τα fire force, τα οποία αποσκοπούσαν στην εξολόθρευση των εντοπιζόμενων ανταρτικών ομάδων. Τα fire force ήταν μηχανοκίνητα και αεροκίνητα. Αποτελούντο από αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενους τυφεκιοφόρους, τεθωρακισμένα και οχήματα παντός εδάφους, που έδρασαν με διάφορους τρόπους:

  • Αναγνώριση και εντοπισμός των ανταρτών από το δίκτυο πληροφοριών ή από την εναέρια παρατήρηση.
  • Αποκλεισμός των οδών διαφυγής από τους αλεξιπτωτιστές ή τους αερομεταφερόμενους τυφεκιοφόρους (χρησιμοποίησή τους ανάλογα με τις ανάγκες – κάθε C-47 μετέφερε οκτώ αλεξιπτωτιστές με τα εφόδιά τους, κάθε SA 316 -318 τέσσερις τυφεκιοφόρους).
  • Κρούση από τις αεροκίνητες δυνάμεις με εφαρμογή τακτικών εναέριου πυροβολικού (Alouette SA 318 Gunship – G-Cars) και κάθετης υπερκέρασης (Alouette SA 316 personnel K-Cars).
  • Εμφάνιση, εμπλοκή και κρούση των μηχανοκίνητων δυνάμεων.
  • Εξασφάλιση του πεδίου, καταδίωξη των ανταρτών εντός και εκτός των συνόρων σε βάθος.

Από το 1974, οπότε η Μοζαμβίκη ανεξαρτητοποιήθηκε, η κατάσταση για το RSF έγινε πιο δύσκολη. Αποκλείστηκε η μοναδική οδός των Ροδεσιανών προς τη θάλασσα. Η οικονομία δέχθηκε τα πρώτα ισχυρά πλήγματα. Οι εισαγωγές και (το κυριότερο) οι εξαγωγές μειώθηκαν. Ο κλοιός έσφιγγε. Το επιτελείο αποφάσισε την εκτέλεση πληγμάτων ακριβείας εκτός των συνόρων και προληπτικών επιχειρήσεων εντός της Ροδεσίας. Σχεδίασε τις επιχειρήσεις έτσι ώστε να μειωθεί η πίεση που εξασκείτο στον άμαχο πληθυσμό. Εντατικοποίησε το σύστημα ροής πληροφοριών με στόχο την πρόληψη των ανταρτικών επιχειρήσεων και όχι την καταστολή τους. Μια μεγάλης κλίμακας προληπτική επιχείρηση έγινε το Ιούνιο του 1975.

Οι αντάρτες αντιμετώπισαν πρόβλημα επικοινωνίας. Χρησιμοποίησαν σύστημα αγγελιαφόρων οι οποίοι είχαν έναν σύνδεσμο ανά περιοχή, που διαβίβαζε τις εντολές προς τις ανταρτικές ομάδες. Η υπηρεσία πληροφοριών διείσδυσε στο δίκτυο και κατάφερε να δημιουργήσει πρόβλημα επικοινωνίας και να συλλέξει πληροφορίες για τη δράση των ανταρτών.

Λόγω των παραπάνω οι αντάρτες αδράνησαν και εντοπίστηκαν εύκολα από το RSF. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η επιχείρηση «Newton», το 1975. Ενας κομιστής μηνυμάτων με την κωδική ονομασία «Βιετνάμ» εντοπίστηκε στις αρχές Ιουνίου. Ομάδες ανιχνευτών Selous έστησαν παρατηρητήρια γύρω από το χωριό του. Ορίσθηκε περιοχή δράσης 40 τ.χλμ. και οι SAS εξέπεμψαν περιπολίες σε αυτήν. Σε ετοιμότητα κρούσης βρίσκονταν 12 διμοιρίες RAR (Rhodesian African Rifles) και RLI (Rhodesian Light Infantry), μια διμοιρία βαρέων όπλων και δύο συγκροτήματα μηχανικού.

Στις 24 Ιουνίου κοντά στο χωριό του «Βιετνάμ» εντοπίσθηκε εκατονταμελής ομάδα ανταρτών. Δόθηκε εντολή εμπλοκής στη Fire Force. Η περιοχή αποκλείστηκε και με διαδοχικές ενέδρες πραγματοποιήθηκε κρούση. Οι αντάρτες είχαν 33 νεκρούς και 41 αιχμαλώτους. Οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν προς τα σύνορα. Με βάση αυτά τα πρότυπα δράσης το επιτελείο διενεργούσε επιχειρήσεις μέσα στο ροδεσιανό έδαφος.

Στη Μοζαμβίκη ο ZANLA οργάνωσε στρατόπεδα εκπαίδευσης και ανασυγκρότησης, που σε συνδυασμό με τη στρατολόγηση νέων ανταρτών εντός του εδάφους της Ροδεσίας αποτέλεσαν ισχυρή απειλή με στόχο την αποσταθεροποίηση. Το RSF προ του 1974 πραγματοποίησε επιχειρήσεις μικρής εμβέλειας στο έδαφος της Μοζαμβίκης, συνδράμοντας τους Πορτογάλους σε αντιανταρτικές ενέργειες.

Τον Ιούνιο του 1976 οργανώθηκε η πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχείρηση εντός του εδάφους της Μοζαμβίκης, με την κωδική ονομασία Long John. Η εναέρια και η επίγεια αναγνώριση υπέδειξαν ότι στο Μαπάι υπήρχε αποθήκη πυρομαχικών του ZANLA, όπως και έναν σταθμό ανασυγκρότησης στην Τσικουαλακουάλα, 60 χλμ. εντός των συνόρων. Η κυβέρνηση της Μοζαμβίκης δεν επέτρεψε στους αντάρτες να φέρουν οπλισμό στο έδαφός της. Ο οπλισμός συγκεντρώθηκε σε αποθήκες που φυλάσσονταν από τις αρχές ασφαλείας του FRELIMO και παραδιδόταν στους αντάρτες προ της διείσδυσης στο ροδεσιανό έδαφος. Μια τέτοια αποθήκη βρισκόταν στο Μαπάι.

Το επιτελείο του RSF θεώρησε βέβαιο ότι η καταδρομική δύναμη θα εμπλεκόταν σε μάχη με τις τακτικές δυνάμεις της Μοζαμβίκης. Οργάνωσε μια συνδυασμένη αεροκίνητη και μηχανοκίνητη επιχείρηση. Τα ελικόπτερα μεταστάθμευσαν σε προκεχωρημένη βάση κοντά στα σύνορα. Τα μαχητικά ήταν σε ετοιμότητα από την αρχή της επιχείρησης. Σκοπός ήταν η κάλυψη της καταδρομικής φάλαγγας με πυρά και η απαγκίστρωση τραυματιών ή του συνόλου σε περίπτωση ανάγκης.

Στις 25 Ιουνίου η μηχανοκίνητη φάλαγγα διείσδυσε στη Μοζαμβίκη. Τα οχήματα έφεραν διακριτικά του FRELIMO και του ZANLA. Παρέκαμψαν τη βάση ανασυγκρότησης και στρατοπέδευσαν κοντά στην αποθήκη. Στις 06.00 της 26ης Ιουνίου επιτέθηκαν και σε λιγότερο από 15 λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Κυρίευσαν βαρύ οπλισμό και ποσότητες φορητών Α/Α SA-7. Τα ελικόπτερα απογειώθηκαν και κάλυψαν την επιστροφή. Οι 55 καταδρομείς προσέβαλαν το στρατόπεδο ανασυγκρότησης από όλες τις πλευρές.

Οι αντάρτες βρέθηκαν ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Φονεύθηκαν 37 και περισσότεροι από 150 τραυματίστηκαν. Τα ελικόπτερα με διαδοχικές διελεύσεις σάρωσαν με τα πολυβόλα το στρατόπεδο, καλύπτοντας την αποχώρηση των καταδρομέων. Η τακτική της «ιπτάμενης επιθετικής φάλαγγας», όπως ονομάστηκε, θα εφαρμοζόταν στις περισσότερες επιχειρήσεις εκτός των συνόρων.

Η υπηρεσία πληροφοριών ενημέρωσε το επιτελείο του RSF ότι στη Νιανζόνια υπήρχε στρατόπεδο εκπαίδευσης και ανασυγκρότησης ανταρτών. Η εναέρια αναγνώριση υπέδειξε μεγάλες συγκεντρώσεις οπλισμού και ανταρτών (5.000 – 6.500) και την παρουσία του ίδιου του Μουγκάμπε. Το στρατόπεδο αποτέλεσε την κύρια απειλή κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Αύγουστος 1976). Από το επιτελείο ανατέθηκε στους RhSAS να σχεδιαστεί καταδρομική επιχείρηση τύπου «ιπτάμενης επιθετικής φάλαγγας».

Οι Selous και οι RhSAS αποτύπωσαν άμεσα θέσεις άμυνας, δρομολόγια και φυλάκια του ZANLA και του FRELIMO. Κατασκευάστηκε μακέτα του στρατοπέδου και αποτυπώθηκαν σε χάρτη όλες οι πληροφορίες. Η ισχυρή δύναμη που οργανώθηκε περιελάμβανε 14 ελικόπτερα SA 316/318, οπλισμένα με δίδυμα Browning 0,30 in και πυροβόλα DEFA 20 mm, 10 εξοπλισμένα Unimog με δίδυμα Browning 0,30 in, MAG 7,62 mm, Oerlikon 20 mm και ΠΑΟ 106 mm, τέσσερα τεθωρακισμένα Ferret και 85 άνδρες του RLI και του RAR.

Όλοι χρησιμοποίησαν στολές και διακριτικά του ZANLA και του FRELIMO, παρά το ότι από τις πληροφορίες που είχαν οι RhSAS, περιπολίες από τις δυνάμεις ασφαλείας υφίσταντο μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι RhSAS πρότειναν την ανατίναξη της γέφυρας στο Πόνγκουε για να απομονωθεί η περιοχή των επιχειρήσεων.

Στις 05.00 της 9ης Αυγούστου1976 η φάλαγγα εισήλθε στη Μοζαμβίκη. Στις 14.00 πέρασε χωρίς πρόβλημα από το φυλάκιο του FRELIMO στη Βίλα ντε Μανίκα. Στις 03.30 της επομένης κατασκήνωσε κοντά στο στρατόπεδο. Στις 08.25 πέρασε την πύλη της βάσης. Τα οχήματα απλώθηκαν περιμετρικά και δύο Ferret απέκλεισαν τη μοναδική οδό διαφυγής προς την κεντρική πύλη. Ακολούθως περικύκλωσαν τον χώρο συγκέντρωσης της βάσης. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό: χιλιάδες αντάρτες περιφέρονταν άσκοπα. Κανένας δεν αντιλήφθηκε την επερχόμενη κόλαση.

Τότε οι καταδρομείς φώναξαν με τηλεβόα στη διάλεκτο των Σόνα: «Πήραμε τη Ζιμπάμπουε»! Το πλήθος συγκεντρώθηκε γύρω από τα οχήματα ζητωκραυγάζοντας! Οι καταδρομείς άνοιξαν πυρ. Ενας όλμος τους βοήθησε. Οι αντάρτες δέχθηκαν καταιγισμό πυρών. Αναζητώντας τρόπο διαφυγής έπεσαν στο πεδίο βολής των δύο Ferret, που τους αποδεκάτισαν (κατεγράφησαν 150 φονευθέντες). Σε 45 λεπτά φονεύθηκαν περισσότεροι από 1.850 αντάρτες και τραυματίστηκαν 350. Κυριεύτηκε χρήσιμος οπλισμός και υλικό έντυπο για την αντικατασκοπεία. Η φάλαγγα αποχώρησε ενώ η γέφυρα Πόνγκουε είχε ήδη ανατιναχθεί.

Το προπορευόμενο όχημα έστριψε λανθασμένα και οδήγησε τη φάλαγγα σε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, όπου ο τοπικός διοικητής του FRELIMO προσφέρθηκε να βοηθήσει! Κατά τον ελιγμό δύο οχήματα κόλλησαν και οι στρατιώτες του FRELIMO αντίκρισαν λευκούς του ZANLA… Ακολούθησε σύντομη μάχη και απαγκίστρωση με τη συνδρομή δύο Hawker Hunter της RhAF. Η επιχείρηση ήταν επιτυχής, όμως η διεθνής κατακραυγή ήταν τεράστια. Το ZANU έπεισε τη διεθνή κοινή γνώμη ότι η Νιανζόνια ήταν στρατόπεδο προσφύγων… Ουσιαστικά την «πλήρωσαν» οι Νοτιοαφρικανοί σύμμαχοι, που απέσυραν τους πιλότους και το στρατιωτικό προσωπικό το οποίο ανεπίσημα βοηθούσε τους Ροδεσιανούς.

Ο Ι. Ν. Σμιθ αντιλαμβανόταν ότι δεν θα πολεμούσε για πάντα. Ο οικονομικός αποκλεισμός στραγγάλισε τη χώρα, 11.000 «Ευρωπαίοι» έφυγαν, όμως οι Ροδεσιανοί συνέχισαν να στηρίζουν τον ηγέτη και την κυβέρνησή τους. Τα ZAPU και ZANU παραμέρισαν τις έριδες και στις 9 Οκτωβρίου 1976 συγκρότησαν την Πατριωτική Συμμαχία της Ζιμπάμπουε (ZIPA – Zimbabwe Patriotic Alliance). Μια ακόμα διαμεσολαβητική προσπάθεια στη Γενεύη απέτυχε. Ο Σμιθ ζήτησε από τον στρατηγό Γουόλς να κλιμακώσει τις επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, έτσι ώστε να τους οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις.

Το RSF ανταποκρίθηκε στις πολιτικές επιταγές της κυβέρνησης. Σχεδίασε τη μεταφορά του πολέμου, με επιθετικές επιχειρήσεις, εκτός των συνόρων με τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας μέσω της επιτυχημένης τακτικής της «ιπτάμενης επιθετικής φάλαγγας». Τακτικός στόχος ήταν η καταστροφή των οδών εφοδιασμού, των διαδρόμων διείσδυσης και των βάσεων και των στρατοπέδων των ανταρτών. Κατά το διάστημα Μαϊου – Ιουνίου 1977 οργανώθηκε η επιχείρηση «Aztec», με στόχο την υποδομή της Μοζαμβίκης. Το 2ο Σύνταγμα Πεζικού του RSF επιτέθηκε παραπλανητικά στη Γκόνα Ρε Ζού.

Μια ταυτόχρονη αεροκίνητη επιχείρηση του RLI είχε τρεις αντικειμενικούς σκοπούς: την κατάληψη της αποθήκης πυρομαχικών στο Ρίο, της βάσης στο Μαντούλο Παν και του διαδρόμου στο Μαπάι. Αυτά επιτεύχθηκαν και το μηχανικό ετοίμασε τον διάδρομο του Μαπάι ώστε να μπορεί να υποδέχεται και μαχητικά. Οι RhSAS και οι Selous διενήργησαν επιχειρήσεις δολιοφθορών μέχρι το Λορέντσο Μάρκες, στον Ινδικό ωκεανό.

Εκεί κατέστρεψαν τα διυλιστήρια πετρελαίου και τις λιμενικές εγκαταστάσεις με επιτυχημένη καταδρομική επιχείρηση. Επί έναν μήνα στοιχεία του RSF με χρήση τακτικών «ιπτάμενης επιθετικής φάλαγγας» κατέστρεψαν την οδική και τη σιδηροδρομική υποδομή της Μοζαμβίκης σε βάθος 200 χλμ. από τα σύνορα. Η εύθραυστη οικονομία της Μοζαμβίκης κατέρρευσε. Ό,τι θεωρήθηκε ως ZANLA αφανίσθηκε! Ο μεγάλος εχθρός του RSF όμως ήταν η διεθνής κατακραυγή… Ετσι οι δυνάμεις απαγκιστρώθηκαν και επέστρεψαν στη Ροδεσία.

Το 1977 ο απολογισμός της σύγκρουσης ήταν βαρύς: 282 Ροδεσιανοί στρατιώτες, 2.450 αντάρτες, 3.406 μαύροι και 173 λευκοί άμαχοι είχαν χάσει τη ζωή τους. Νέα διαμεσολαβητική προσπάθεια των Βρετανών τον Δεκέμβριο του 1978 απέτυχε. Η υπηρεσία πληροφοριών και το επιτελείο σε απόρρητη έκθεσή τους διέγνωσαν την «αρχή του τέλους»! Οι δυνάμεις του RSF δεν επαρκούσαν για τον αποτελεσματικό έλεγχο της ροδεσιανής επικράτειας, έτσι οι βορειοανατολικές περιοχές πέρασαν στον έλεγχο του ZANLA και οι νοτιοδυτικές στον έλεγχο του ZIPRA. Ο ζωτικής σημασίας διάδρομος σύνδεσης με τη Νότια Αφρική, στη ζώνη «Repulse», απειλήθηκε για πρώτη φορά.

Οι δυνάμεις του RSF κατανεμήθηκαν σε στρατηγικά σημεία αγροκτηνοτροφικής και βιομηχανικής παραγωγής με σκοπό την προστασία της ήδη εύθραυστης οικονομίας. Μόνο οι ειδικές δυνάμεις εξουσιοδοτήθηκαν για επιχειρήσεις εκτός των συνόρων. Το 1978 ο Σμιθ συμφώνησε με τον μετριοπαθή επίσκοπο Μουζουρέουα για δημοκρατικές αλλαγές (με καθολική συμμετοχή μαύρων και λευκών) και προγραμματίστηκαν ελεύθερες εκλογές. Το ZANU και το ZAPU απείχαν. Η βάση – αρχηγείο του ZIPRA εντοπίσθηκε στην Μπορόμα της Ζάμπια. Εκεί εκρατούντο και οι αιχμάλωτοι του RSF. Η αναγνώριση υπέδειξε ισχυρές συγκεντρώσεις ανταρτών και Ανατολικών συμβούλων.

Οι Selous σχεδίασαν και διενήργησαν καταδρομική επιχείρηση. Ενας λόχος έπεσε με αλεξίπτωτα στο στρατόπεδο. Εξουδετέρωσε κάθε εστία αντίστασης, ανατίναξε όλες τις εγκαταστάσεις, κατέστρεψε ή περισυνέλεξε ό,τι ήταν χρήσιμο και απελευθέρωσε τους αιχμαλώτους. Η διαφυγή πραγματοποιήθηκε το ίδιο αριστοτεχνικά. Τα ελικόπτερα προσγειώθηκαν, παρέλαβαν τους καταδρομείς και τους απελευθερωθέντες και αποχώρησαν.

Τον Απρίλιο του 1979 ο επίσκοπος Μουζουρέουα κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό 64,45%. Το ZANU και το ZAPU δεν αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα, όπως και η διεθνής κοινότητα. Η χώρα ονομάστηκε Ζιμπάμπουε – Ροδεσία και οι διαπραγματεύσεις άρχισαν εκ νέου με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων. Τον Φεβρουάριο του 1979 αντάρτες του ZIPRA προσέβαλαν με βλήμα SA-7 πολιτικό αεροσκάφος της Air Rhodesia που απογειώθηκε από το θέρετρο της λίμνης Καρίμπα με προορισμό το Σώλσμπερυ. Αυτό κατέπεσε στο έδαφος της Ζάμπια. Οκτώ από τους 18 διασωθέντες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τους αντάρτες.

Ο Σμιθ τότε διέκοψε τις διαπραγματεύσεις και έδωσε εντολή για άμεσα αντίποινα. Οι RhSAS σχεδίασαν καταδρομική επιχείρηση στο έδαφος της Ζάμπια, συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Λουζάκα, με αντικειμενικό σκοπό τη δολοφονία του Νγκόμο. Η επιχείρηση «Assassination», όπως ονομάστηκε, πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1979. Εικοσιπέντε άνδρες των RhSAS εκπαιδεύτηκαν στη χερσόνησο της Καρίμπα, έβαψαν τα Land Rover τους με τα χρώματα και τα διακριτικά της Ζάμπια και φόρεσαν στολές των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας αυτής. Κάλυψαν οδικώς όλη τη διαδρομή μέχρι τη Λουζάκα. Γνωρίζοντας το οίκημα που διέμενε ο Νγκόμο, επιτέθηκαν με καταιγιστικά πυρά και βλήματα RPG.

Σύντομα εκκαθάρισαν το προαύλιο, εισήλθαν στην οικία και σίγησαν κάθε εστία άμυνας. Ο Νγκόμο δεν ήταν εκεί. Οι καταδρομείς απαγκιστρώθηκαν αφήνοντας 30 άνδρες της προσωπικής φρουράς του Νγκόμο νεκρούς. H διαφυγή έγινε οδικώς, από τον αυτοκινητόδρομο που ένωνε τη Λουζάκα με τα σύνορα!

«Κύκνειο άσμα» του RSF ήταν η επιχείρηση «Dice», κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου – Νοεμβρίου 1979, κατά του ZIPRA εντός του εδάφους της Ζάμπια. Αποσκοπούσε στην καταστροφή της υποδομής έτσι ώστε να αποφευχθεί η εισβολή στη Ροδεσία, που είχαν σχεδιάσει ο Νγκόμο και οι Ανατολικοί σύμβουλοί του.

Ο Νγκόμο ήταν πιο στρατηγικός νούς από τον συμπολεμιστή του Μουγκάμπε. Ο ZIPRA εκπαιδεύτηκε από Κουβανούς και Ανατολικογερμανούς συμβούλους σε τακτικές μάχης μηχανοκίνητου πεζικού με την υποστήριξη τεθωρακισμένων. Στη Ζάμπια είχαν οργανώσει 20.000 αντάρτες σε τρεις μηχανοκίνητες φάλαγγες.

Το σχέδιο προέβλεπε τη διάβαση του ποταμού Ζαμβέζη από τις δύο γέφυρες που συνέδεαν τη Ζάμπια με τη Ροδεσία. Θα επιχειρείτο κατάληψη του αεροδρομίου της Καρίμπα και μεταφορά αεροπλάνων MiG εκεί έτσι ώστε να αποκτηθεί τοπική αεροπορική υπεροχή.

Τα αεροπλάνα θα χειρίζονταν Κουβανοί και Ανατολικογερμανοί εθελοντές. Οι αντάρτες θα διενεργούσαν επίθεση από τα νοτιοδυτικά προς τα βορειοανατολικά, με δύο μηχανοκίνητες φάλαγγες προς Σώλσμπερυ και μια βορειότερα, για να τεθεί μεταξύ της πρωτεύουσας Σώλσμπερυ και του ZANLA. Ο Νγκόμο προσπάθησε να προσεταιρισθεί τους φυλάρχους των Ντεμπέλε που υποστήριξαν τον Μουγκάμπε, όμως δεν το κατάφερε με αποτέλεσμα το σχέδιο να διαρρεύσει προς τις υπηρεσίες πληροφοριών του RSF. Από τους Νοτιοαφρικανούς υποστηρίχθηκε ότι η διαρροή έγινε εσκεμμένα από το περιβάλλον του Μουγκάμπε.

Το κοινό επιτελείο σχεδίασε συνδυασμένες καταδρομικές επιχειρήσεις και δολιοφθορές έτσι ώστε να δώσει τον απαραίτητο χρόνο στον πρωθυπουργό Μουζουρέουα για διαπραγματεύσεις. Το σύνολο των ειδικών δυνάμεων διατέθηκε για την επιχείρηση. Οι RLI, οι Selous, οι RhSAS και οι Grey’s διείσδυσαν στο έδαφος της Ζάμπια.

Επί δύο μήνες έστηναν ενέδρες φονεύοντας αντάρτες και κατέστρεφαν γέφυρες, οδικούς κόμβους, σιδηροδρομικές γραμμές, αποθήκες πυρομαχικών και παντός είδους υλικό. Ηταν τέτοια η έκταση των καταστροφών ώστε ο πρόεδρος Κάουντα, φοβούμενος αποσταθεροποίηση στη χώρα, πίεσε και τελικά απέτρεψε τον Νγκόμο από την υλοποίηση του σχεδίου του.

Τον Νοέμβριο νέες διαπραγματεύσεις της ροδεσιανής κυβέρνησης με τον διεθνή παράγοντα κατέληξαν σε κατ’ αρχήν συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών. Ορίσθηκαν σημεία συγκέντρωσης των αντιπάλων σχηματισμών μέσα στη Ροδεσία. Βρετανική στρατιωτική δύναμη θα επέβλεπε τη συγκέντρωση των αντιπάλων στις προκαθορισμένες περιοχές. Ο ZANLA εγκαταστάθηκε σε στρατόπεδα στο Σιπόλιο, στη Σίνια, στο Κιε Κιε και στο Γκουέλο και ο Μουγκάμπε με δύναμη συντάγματος στο Σώλσμπερυ.

Ο ZIPRA εγκαταστάθηκε στο Μιλιμπίζι, στο Ματόπο, στο Λουμπίμπι και στη Γκουάντα, ενώ ένα πλήρες σύνταγμα μηχανοκίνητου πεζικού στο Μπουλαουάγιο (εκεί ήταν η έδρα των Ροδεσιανών Ελαφρών Τυφεκιοφόρων – RLI) και ο Νγκόμο με την προσωπική φρουρά του, επιπέδου ενισχυμένου λόχου, στο Σώλσμπερυ. Ανταλλάχθηκαν στρατιωτικοί παρατηρητές μεταξύ ZANLA, ZIPRA και RSF υπό την καθοδήγηση Βρετανών αξιωματικών που έλεγχαν την τήρηση των συμφωνηθέντων.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1979 ο λόρδος Σιμς επανήλθε ως ο τελευταίος Βρετανός ύπατος αρμοστής. Το RSF έθεσε τα όπλα παρά πόδα, κλεισμένο στα στρατόπεδά του. Στις 17 Δεκεμβρίου υπεγράφη η διακήρυξη διαμεσολάβησης του Λάνκαστερ και προκηρύχθηκαν εκλογές για τον Φεβρουάριο του 1980. Ο πόλεμος έληξε και τυπικά. Μικρά επεισόδια και ανίερες συμμαχίες αμαύρωσαν την περίοδο μέχρι το τέλος του 1980. Ο Μουγκάμπε ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικητής των εκλογών του 1980. Ο στρατηγός Γουόλς παραιτήθηκε τον Απρίλιο. Οι Selous, οι Grey’s και το RLI μετά από μια συγκινητική τελετή εντός των στρατοπέδων τους διαλύθηκαν αθόρυβα, όπως ακριβώς είχαν δράσει.

Σύνοψη και σχόλια

Ο πόλεμος στη Ροδεσία αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης σε όλες τις στρατιωτικές ακαδημίες. Μέχρι σήμερα εκπονούνται σχετικές αναλύσεις από καθηγητές και σπουδαστές σχολών πολέμου. Αυτό συμβαίνει επειδή η σύγκρουση αυτή παραλληλίστηκε με εκείνη στο Βιετνάμ. Οι Ροδεσιανοί ανταποκρίθηκαν σε πολύ υψηλότερο βαθμό στις αντιανταρτικές επιχειρήσεις σε σχέση με τους Αμερικανούς.

υτό οφειλόταν στο άριστο σύστημα συλλογής πληροφοριών και στο δόγμα μάχης που εφάρμοσαν: Κάθετη αεροκίνηση με υποστήριξη χερσαίων μηχανοκινήτων δυνάμεων και το αντίστροφο και επιθετικές πρωτοβουλίες με σκοπό τη μεταφορά του πολέμου εκτός των συνόρων. Ο καθημερινός πόλεμος εξελίχθηκε σε μάχες και εμπλοκές μικρών ομάδων ως το επίπεδο του λόχου, με εξαίρεση τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις.

Οι Ροδεσιανοί με διεισδύσεις στα πρότυπα των LRDG του Β’ ΠΠ πραγματοποίησαν κρούσεις, εμπλέκοντας και προκαλώντας ηθελημένα υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις. Οι αντάρτες όπου είχαν την πρωτοβουλία σταδιακά την έχαναν, με ολέθρια αποτελέσματα. Δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τις διαφορές τους, με αποτέλεσμα τη μερική αποτυχία.

Στο τέλος και με τις άοκνες προσπάθειες των Ανατολικών συμβούλων συγκρότησαν μια οργανωμένη στρατιωτική μηχανή, που δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ διότι έληξε ο πόλεμος. Η διεθνής κοινή γνώμη συνέβαλε ως ο σπουδαιότερος σύμμαχος στο αφρικανικό εθνικιστικό κίνημα.

Το 1980 η Ροδεσία μετονομάστηκε σε Ζιμπάμπουε. Ο νικητής των εκλογών, Ρ. Μουγκάμπε, δεν έφερε την πολυπόθητη ειρήνη και οι αντιπαλότητες μεταξύ των Αφρικανών συνεχίστηκαν (φυλετικές ταραχές μεταξύ Ντεμπέλε και Σόνα). Ο Νγκόμο, που τόσα είχε προσφέρει στον αγώνα, φυλακίσθηκε δύο φορές ως εκφραστής της μειοψηφίας. Μέχρι σήμερα στη Ζιμπάμπουε σημειώνονται ταραχές μεταξύ των Σόνα και των Ντεμπέλε, ο δε Μουγκάμπε (80 ετών) δεν προτίθεται να αφήσει την εξουσία σύντομα. Οι λευκοί εκδιώχθηκαν «ειρηνικά» με πρόσχημα τον αναδασμό της γης και την εθνικοποίηση της βιομηχανίας. Μέχρι το 1990 είχαν απομείνει στη Ζιμπάμπουε 1.200 λευκοί.

Ροδεσιανές ειδικές δυνάμεις (Rhodesian Light Infantry)

Το Σύνταγμα των Ροδεσιανών Ελαφρών Τυφεκιοφόρων συγκροτήθηκε από Ευρωπαίους Ροδεσιανούς. Συστάθηκε ως σύνταγμα ελαφρού πεζικού το 1961. Το 1964 ανέλαβε ρόλο μονάδας κρούσης, στα πρότυπα των commando των Βρετανών Βασιλικών Πεζοναυτών. Η δύναμή του περιελάμβανε τρεις λόχους commando, έναν λόχο υποστήριξης εξοπλισμένο με βαριά όπλα πεζικού (ανάλογο με λόχο υποστήριξης των Αμερικανών Πεζοναυτών) και έναν λόχο διοίκησης.

Κάθε λόχος είχε δύναμη 150 ανδρών. Αποστολή τους ήταν οι αντιανταρτικές επιχειρήσεις μέσω αναγνωριστικών ενεργειών και κρούσης. Δόθηκε έμφαση στο δόγμα επιχειρήσεων και τακτικών μικρών ομάδων, αυτό που ονομάστηκε «πόλεμος των δεκανέων». Η εκπαίδευση περιελάμβανε χειρισμό οπλισμού, τακτικές μικρών ομάδων, εκρηκτικά – παγιδεύσεις και μαθήματα συμπεριφοράς – ηγεσίας. Κάθε αποστολή διαρκούσε τέσσερις – έξι εβδομάδες στη ζούγκλα και ακολουθούσαν δέκα ημέρες ως τρεις εβδομάδες ανάπαυσης-εκπαίδευσης στη βάση Λιουέλιν (Llewellyn Barracks) στο Μπουλαουάγιο. Στο Σύνταγμα υπηρέτησαν και πάρα πολλοί ξένοι (Αμερικανοί, Βρετανοί, Νοτιοαφρικανοί και Ελληνες) καθόλη τη διάρκεια του πολέμου.

Grey’s Scouts – Οι έφιπποι ανιχνευτές

Οι έφιπποι ανιχνευτές της Ροδεσίας ήταν οργανωμένοι σε επίπεδο τάγματος. Κύρια αποστολή τους ήταν η αναγνώριση, ο εντοπισμός, η παρακολούθηση, η εμπλοκή και η καθυστέρηση των ανταρτών μέχρι την άφιξη των υπολοίπων δυνάμεων. Εδρασαν σε έφιππες ομάδες των οκτώ ανδρών. Το άλογο τούς προσέδωσε δυνατότητες ταχυκινησίας, σιωπηλής προσέγγισης του εχθρού και ευελιξίας επί του πεδίου. Εφάρμοζαν μια σύγχρονη αντίληψη περί μάχης με συμβατικές τακτικές και μέσα τα οποία ταίριαζαν απόλυτα στο συγκεκριμένο πεδίο. Το άλογο συνδυάστηκε με στολές παραλλαγής, αυτόματα τυφέκια εφόδου FN, υποπολυβόλα Uzi και πολυβόλα MAG.

Selous Scouts

Οι ανιχνευτές – καταδρομείς Selous αποτελούν μέχρι σήμερα πρότυπο ειδικής δύναμης. Συγκροτήθηκαν από τον αντισυνταγματάρχη Ρόναλντ Ρέιντ Ντάλυ, μέλος των Ροδεσιανών SAS. Ο Ντάλυ αποστρατεύθηκε από τους RLI το 1971. Είχε εκτεταμένη αντιανταρτική εμπειρία από τη συνδρομή των Ροδεσιανών SAS στη Μαλαισία (1951) και εκλήθη εκ νέου από τη ροδεσιανή κυβέρνηση το 1973. Αποστολή των Selous ήταν η εξάρθρωση και η εξόντωση του εχθρού εντός και εκτός του ροδεσιανού εδάφους.

Επιχειρούσαν σε ομάδες των τεσσάρων ως επτά ανδρών. Εκεί όπου δρούσαν όφειλαν να έχουν αποχωρήσει οι φίλιες δυνάμεις. Παρέμεναν αθέατοι και παρατηρούσαν επί ημέρες ή εβδομάδες. Χρησιμοποιούσαν στολές και οπλισμό των ανταρτών και όταν εκτελούσαν κρούση αυτή ήταν απολύτως θανατηφόρα.

Εκπαιδεύτηκαν με βάση την εμπειρία των ηγητόρων τους από τις επιχειρήσεις των SAS στη Μαλαισία και στην Κένυα. Η εκπαίδευσή τους διαρκούσε έξι εβδομάδες και έδινε έμφαση στην ψυχοσωματική αντοχή, στην καταπολέμηση του άγχους της μάχης, στην ικανότητα χειρισμού του ατομικού οπλισμού και στην εφαρμογή τακτικών μάχης μικρών ομάδων. Στους Selous οφείλεται η τακτική μεταφοράς του πολέμου εκτός συνόρων.

Rhodesian Special Air Service

Αυτή η μονάδα δομήθηκε με βάση τα πρότυπα των βρετανικών SAS, με τους οποίους συμπολέμησε σε αρκετές περιπτώσεις (Μαλαισία, Κένυα), αντάλλαξε εμπειρίες και τακτικές. Κύρια αποστολή της ήταν η αναγνώριση και ο εντοπισμός του εχθρού. Δευτερεύουσα ήταν η εκπαίδευση του συνόλου του RSF στις αντιανταρτικές επιχειρήσεις. Ο ρόλος της ήταν στρατηγικός. Συμμετείχε σε επιχειρήσεις οι οποίες αποσκοπούσαν σε στρατηγικά πλήγματα κατά των ανταρτών (π.χ. επιχείρηση «Assassination»). Η δύναμή της δεν υπερέβη τους 100 άνδρες.

Προηγούμενο άρθροDeux Hommes
Επόμενο άρθροGünther Rall: Πιλότος της Luftwaffe στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι έξω φρενών. Ωστόσο έχω ακόμη σώας τας φρένας. Πλήττω αφόρητα όταν γράφω για συμβατικά θέματα. Πρόκληση για μένα είναι όταν ασχολούμαι με την ερευνητική αρθρογραφία και έχω να παραθέσω στοιχεία και πληροφορίες που δεν θα τις βρεις πουθενά αλλού.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ