Σπάρτακος: Ο σκλάβος που συντάραξε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Σπάρτακος: Ο σκλάβος που συντάραξε τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Τον πρώτο προχριστιανικό αιώνα φαινόταν ότι τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην εξάπλωση της ρωμαϊκής δύναμης και στην εδραίωση της απόλυτης κυριαρχίας της στη Μεσόγειο. Τίποτα, εκτός από έναν δούλο μονομάχο, τον Σπάρτακο, ο οποίος ηγήθη- κε, επικουρούμενος από μια μικρή ομάδα μονομάχων, μιας εξέγερσης στην καρδιά της Ιταλίας, στην Καπύη, βορειοανατολικά της Νεάπολης, παραμένοντας ασύλληπτος και ανε- ξέλεγκτος επί τρία χρόνια. Η εξέγερση του Σπάρτακου αποτέλεσε ένα ισχυρό, απρόβλε- πτο πλήγμα για το γόητρο της Ρώμης.

Ο Σπάρτακος είναι ευρέως γνωστός. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο σύμβολο αντίστασης στην καταπίεση και στην εκμετάλλευση. Η θετική εικόνα που έχουμε σήμερα γι’ αυτόν πηγάζει από τη Γαλλία της δεκαετίας του 1760. Φιλόσοφοι όπως ο Ζαν Ζακ Ρουσώ και ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ Βολταίρος (ο οποίος περιέγραψε τον πόλεμο που διεξήγαγε ο Σπάρτακος ως τον «μοναδικό δίκαιο πόλεμο στην ιστορία»), ιστορικοί όπως ο Σαρλ ντε Μπρος και ο Ζαν Λεβέκ ντε Μπουρινί, θεατρικοί συγγραφείς όπως ο Μπερνάρ Σορέν, ανέσυραν τη μορφή του Σπάρτακου από τις αρχαίες λατινικές και ελληνικές πηγές και την προέβαλαν τονίζοντας τα θετικά χαρακτηριστικά της. Αυτή η «μόδα» σύντομα επηρέασε και άλλες χώρες και άσκησε επίδραση σε άλλους τομείς.

Η εξέγερση των δούλων στο νησί της Καραϊβικής Αγ. Δομίνικος το 1791 και η συνένωση των αυτόνομων ιταλικών κρατιδίων σε ένα ενιαίο κράτος από τον Ιωσήφ (Τζιουζέπε) Γκαριμπάλντι το 1861, συνδέθηκαν με την επανάσταση του Σπάρτακου. Ο Αμερικανός Ρόμπερτ Μοντγκόμερι Μπερντ έγραψε το 1831 ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Ο μονομάχος», με κεντρικό ήρωα τον Σπάρτακο, το οποίο παιζόταν επί 70 χρόνια.

Ο Ιταλός Ραφαέλο Τζιοβανόλι έγραψε το 1874 ένα εκτενές μυθιστόρημα με τίτλο «Σπάρτακος». Από τότε, ο Σπάρτακος παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, αλλά περισσότερο στο κοινό και λιγότερο σε ακαδημαϊκούς κύκλους.

Το 1916 η Ρόζα Λούξεμπουργκ και οι συνεργάτες της δανείσθηκαν το όνομα του Σπάρτακου και ίδρυσαν ένα σωματείο το οποίο ήταν αντίθετο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που έμελε να εξελιχθεί στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Σπάρτακος άσκησε εύλογα ιδιαίτερη γοητεία στις κομμουνιστικές χώρες. Ο Μαρξ μνημόνευε τον Σπάρτακο ως τη «σπουδαιότερη προσωπικότητα της παγκόσμιας ιστορίας». Ο Λένιν και ο Στάλιν υιοθέτησαν αυτή την εκτίμηση του Μαρξ. Ακόμη και η ποδοσφαιρική ομάδα της Μόσχας οφείλει το όνομά της στον Σπάρτακο.

Η εξέγερση του Σπάρτακου

Στην Αρχαιότητα (και κυρίως κατά τη ρωμαϊκή εποχή) η μεταχείριση των δούλων ήταν συνήθως αρκετά σκληρή (βλ. Δ.Ι. Κυρτάτας, Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής, εκδ. Ο Πολίτης, Αθήνα 1987). Τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα ο Λατίνος ιστορικός Τάκιτος αφηγήθηκε ένα ατυχές συμβάν της εποχής του: ο αξιωματούχος Πεδάνιος Σεκούνδος δολοφονήθηκε από έναν από τους 400 δούλους τους οποίους είχε στην κατοχή του.

Ο κύκλος του απαίτησε την άμεση εκτέλεση του συνόλου των δούλων του, γεγονός που θα λειτουργούσε ως σαφής προειδοποίηση προς όσους ενδεχομένως σχεδίαζαν το κακό των κυρίων τους. Η ρωμαϊκή Σύγκλητος έθεσε το θέμα προς συζήτηση. Η ομιλία που εκφώνησε τότε στη Σύγκλητο ο Κάσσιος παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Η κεντρική της ιδέα είναι ότι ο φόβος αποτελεί τον μοναδικό αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου και υποταγής των δούλων. Τελικά, η Σύγκλητος αποφάσισε και διέταξε την εκτέλεση των 400 δούλων.

Οι δούλοι οι οποίοι υπέπιπταν σε κάποιο σοβαρό παράπτωμα συχνά στέλνονταν σε κάποια σχολή για να εκπαιδευθούν και να εργασθούν ως μονομάχοι. Η συγκεκριμένη τιμωρία ισοδυναμούσε με βέβαιο επερχόμενο θάνατο. Οι μονομάχοι ήταν συνήθως αιχμάλωτοι πολέμου και σπανιότερα ελεύθεροι πολίτες οι οποίοι έκαναν συνειδητά αυτή την επαγγελματική επιλογή λόγω της δόξας που περιέβαλλε τους επιτυχημένους μονομάχους και η οποία θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτή των σημερινών αστέρων του ποδοσφαίρου.

Οι Ρωμαίοι λάτρευαν τους αγώνες των μονομάχων. Ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας, ο Αύγουστος (63 π.Χ.-14 μ.Χ.), υπερηφανευόταν ότι διοργάνωσε αγώνες με συμμετοχή 10.000 μονομάχων, 420 λεοπαρδάλεων, 400 αρκούδων και 300 λιονταριών. Οι επόμενοι αυτοκράτορες συνέχισαν την παράδοση με τον ίδιο ρυθμό και ζήλο (αλλά και προκαλώντας την ίδια οικολογική καταστροφή). Φυσικά, δεν θεωρούσαν όλοι οι μονομάχοι τη ζωή τους αξιοζήλευτη. Ο Λατίνος στωικός φιλόσοφος Σενέκας, τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, και ο Λατίνος κρατικός αξιωματούχος Σύμμαχος, τον τέταρτο μεταχριστιανικό αιώνα, περιγράφουν απεγνωσμένες αυτοκτονίες μονομάχων.

Το 73 π.Χ. ένας μονομάχος, ο Σπάρτακος, επέλεξε να μην παραιτηθεί από τη ζωή, να μην εξακολουθήσει να ανέχεται τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσής του, αλλά να αντισταθεί, παρότι οι πιθανότητες νίκης του επί του πανίσχυρου εχθρού ήταν σχεδόν μηδαμινές. Μαζί με 30, 50 ή 70 συναδέλφους του (στο σημείο αυτό οι πηγές διαφοροποιούνται μεταξύ τους), οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τη Γαλατία, τη Θράκη και τη Γερμανία, κατέφυγαν οπλισμένοι στον Βεζούβιο. Εκείνη την εποχή η Ιταλία είχε συνολικό πληθυσμό 6.000.000 κατοίκους από τα οποία 2.000.000 ήταν δούλοι.

Στην ομάδα τους σύντομα προσχώρησαν και άλλοι δούλοι, καθώς και ελεύθεροι φτωχοί αγρότες. Προμηθεύονταν τρόφιμα και όπλα ληστεύοντας ταξιδιώτες και κάνοντας επιδρομές σε οικισμούς. Ο Σπάρτακος διένειμε τα λάφυρα μεταξύ των ανδρών του με απόλυτη ισότητα. Αρχικός στόχος του ήταν η διαφυγή των δούλων από την Ιταλία και η επιστροφή στις πατρίδες τους. Παρότι, όμως, τους δόθηκαν επανειλημμένες ευκαιρίες να διαφύγουν, παρέμειναν περιπλανώμενοι στην Ιταλία επί τρία χρόνια.

Η Σύγκλητος, μόλις πληροφορήθηκε τις ανατρεπτικές ενέργειες του Σπάρτακου και της ομάδας του, έστειλε ενοχλημένη εναντίον τους τον πραίτορα Γάιο Κλαύδιο Γκλάμπερ με έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό στρατιωτών, δηλαδή 3.000 άνδρες.

Οι δούλοι αιφνιδίασαν τους στρατιώτες, τους νίκησαν και αύξησαν τους οπαδούς τους. Η Σύγκλητος, έκπληκτη, έστειλε τότε εναντίον τους έναν άλλον πραίτορα, τον Πόπλιο Βαρίνιο, με δύο βοηθούς. Οι δούλοι τούς νίκησαν επανειλημμένα, κατάσχεσαν τα εμβλήματα του Ρωμαϊκού Στρατού και ενίσχυσαν ακόμη μια φορά τους οπαδούς τους. Θορυβημένη σοβαρά πλέον, η Σύγκλητος διέταξε δύο υπάτους, τον Λεύκιο Γέλλιο Πουμπλικόλα και τον Γναίο Κορνήλιο Λέντουλο να στραφούν εναντίον του Σπάρτακου με δύο λεγεώνες. Για μία ακόμη φορά, όμως, οι δούλοι επικράτησαν.

Μετά την απρόσμενη νίκη τους, οι δούλοι κατευθύνθηκαν στις Αλπεις. Σύντομα όμως άλλαξαν γνώμη και στράφηκαν προς τη Ρώμη, την οποία σχεδίαζαν να καταλάβουν. Στη συνέχεια φαίνεται ότι άλλαξαν και πάλι γνώμη και κατεύθυνση. Ντροπιασμένη και εξοργισμένη, η Σύγκλητος έστειλε εναντίον τους τον πραίτορα Μάρκο Λικίνιο Κράσσο. Ο αριθμός των στρατιωτών του έφθανε τις 40.000.

Ο Σπάρτακος αποτελούσε πλέον μια σοβαρότατη απειλή. Κάποιοι στρατιώτες του Κράσσου επιτέθηκαν στον Σπάρτακο χωρίς να λάβουν διαταγές από τον διοικητή τους. Ο Κράσσος τούς τιμώρησε εφαρμόζοντας τον φοβερό δεκατισμό, δηλαδή την τυχαία θανάτωση ενός στρατιώτη ανά δέκα. Εν τω μεταξύ, ο Σπάρτακος διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με πειρατές από την Κιλικία, με τους οποίους συμφώνησε να του διαθέσουν πλοία για τη μεταφορά του ιδίου και των ανδρών του στην Σικελία, όπου πίστευαν ότι θα έβρισκαν αρκετούς υποστηρικτές. Τότε η Σύγκλητος έστειλε ενισχύσεις στον Κράσσο υπό την ηγεσία του Πομπήιου.

Οι πειρατές αθέτησαν τη συμφωνία τους και ο Σπάρτακος πρότεινε στον Κράσσο συμβιβασμό. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε περιφρονητικά και κέρδισε την αποφασιστική νίκη. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία μέχρι την τελευταία στιγμή. Σύμφωνα με την παράδοση, 6.000 δούλοι συνεργοί του βρήκαν τον ατιμωτικό θάνατο της σταύρωσης, στον δρόμο από την Καπύη προς τη Ρώμη: ένας σταυρωμένος δούλος είχε τοποθετηθεί περίπου κάθε σαράντα μέτρα.

Η σημασία της εξέγερσης του Σπάρτακου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ισως καμία άλλη εξέγερση δούλων στην Αρχαιότητα δεν διήρκησε τόσο πολύ, δεν προσείλκυσε έναν τόσο μεγάλο αριθμό δούλων και δεν σημείωσε τόσο εντυπωσιακές επιτυχίες. Οι αρχαίες πηγές (και κατά συνέπεια και οι σύγχρονοι μελετητές) θεωρούν ότι σκοπός του Σπάρτακου ήταν απλά η έξοδος από την Ιταλία. Οι επαναστάτες δεν επιδίωκαν την ουσιαστική μεταβολή των δομών του ρωμαϊκού συστήματος και την κατάργηση του θεσμού της δουλείας.

Η Τερέζα Ουρμπάιντσυκ (Theresa Urbainczyk), στο βιβλίο της «Ancients in Action. Spartacus» (Bristol Classical Press, Λονδίνο, 2004, σελ. 63) υπονοεί το αντίθετο. Ερμηνεύει την απόφαση του Σπάρτακου να μοιράζονται οι σύντροφοί του τα κατασχεθέντα αγαθά σε ίσα μέρη, να μην έχουν στην κατοχή τους πολύτιμα μέταλλα και να μη βιάζουν γυναίκες, σε συνδυασμό με τις συνεχείς μετακινήσεις των επαναστατών στην Ιταλία, ως εσκεμμένη προσπάθεια αφύπνισης των πολιτικών συνειδήσεων των δούλων ολόκληρης της Ιταλίας.

Μια μερίδα σύγχρονων μελετητών θεωρεί ότι μετά την εξέγερση του Σπάρτακου επήλθε μια σταδιακή βελτίωση της θέσης των δούλων (πρβλ. Γκέζα Αλφόλντι, Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας, μετ. Αγγελος Χανιώτης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988, σελ. 134). Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μια τέτοια αλλαγή είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι σχεδόν αδύνατο, να διαπιστωθεί.

Άλλες εξεγέρσεις δούλων στην αρχαιότητα

Οι μαζικές εξεγέρσεις δούλων στην Αρχαιότητα ήταν σπάνιο φαινόμενο. Το γεγονός ότι οι δούλοι οι οποίοι εργάζονταν στα μεγάλα κτήματα, τα λατιφούντια, αλυσοδένονταν και προέρχονταν από διαφορετικές φυλές και κουλτούρες, μείωνε δραματικά τις δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ τους που θα απαιτούνταν για την προετοιμασία ενός μαζικού κινήματος. Επιπρόσθετα, υπήρχε το πρόβλημα εξεύρεσης οπλισμού και ο φόβος της αποτυχίας και της επακόλουθης ανελέητης τιμωρίας, παράγοντες που δρούσαν ανασταλτικά. Ετσι, όσοι αισθάνονταν άβολα με την υποδούλωσή τους δρούσαν μεμονωμένα υιοθετώντας άλλες μορφές αντίστασης.

Όταν δεν τους αντιλαμβάνονταν οι ιδιοκτήτες τους και όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις, έκλεβαν, προκαλούσαν ζημιές, χρονοτριβούσαν, ψεύδονταν ή δραπέτευαν. Χάρη στο ξηρό κλίμα της Αιγύπτου, διατηρήθηκαν αρχαίες αφίσες από πάπυρο που περιέχουν επικηρύξεις δούλων οι οποίοι είχαν δραπετεύσει. Τα κείμενα αυτά είχαν συνταχθεί από τους ιδιοκτήτες δούλων ή τις τοπικές Αρχές και, σε μια εποχή πριν από την εφεύρεση της φωτογραφίας, περιελάμβαναν λεπτομερή περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης των δραπετών που θα οδηγούσε στη σύλληψή τους. Παράλληλα, συνήθως υπόσχονταν αμοιβή σε τυχόν πληροφοριοδότες.

Η επιλογή της Σικελίας από τον Σπάρτακο δεν ήταν τυχαία. Θεωρούσε ότι εκεί οι άνδρες του θα έβρισκαν ένθερμους υποστηρικτές. Εξάλλου, οι δούλοι της Σικελίας είχαν εξεγερθεί πρόσφατα δύο φορές: το 135-132 π.Χ. και το 104-100 π.Χ. Την πρώτη φορά η αιτία ήταν η απότομη εισαγωγή στο νησί ενός μεγάλου αριθμού δούλων, ως αποτέλεσμα των πολέμων και του δουλεμπορίου, χωρίς, όμως, η τοπική κοινωνία να διαθέτει παράλληλα και τις απαραίτητες υποδομές για μια τέτοια ενσωμάτωση.

Οι δουλοκτήτες λοιπόν αδυνατούσαν ή απλά δεν ήταν διατεθειμένοι να συντηρήσουν επαρκώς τα νέα τους αποκτήματα. Ετσι, μια ομάδα δούλων, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και ένοπλοι βοσκοί, δραπέτευσε και οργάνωσε επιθέσεις σε διερχόμενους ταξιδιώτες. Οι δούλοι κατέλαβαν με έφοδο την πόλη Εννα και ανακήρυξαν βασιλιά τους τον αρχηγό τους, τον Σύριο θαυματοποιό Εύνου, ο οποίος υιοθέτησε πλέον το όνομα Αντίοχος ακολουθώντας τα πρότυπα των ελληνιστικών ηγεμόνων. Σύντομα προσχώρησαν στην ομάδα και άλλοι επαναστατημένοι δούλοι υπό την αρχηγία του Κλέωνα από την Κιλικία, και ο αριθμός τους έφθασε τις 200.000. Η εξέγερση βρήκε απήχηση και μεταξύ των δούλων της Ρώμης, της Δήλου και των ορυχείων του Λαυρίου.

Την ίδια εποχή μαινόταν στο δυτικό τμήμα της Μ. Ασίας η εξέγερση του Αριστόνικου. Ο Αριστόνικος ήταν συγγενής του τελευταίου ηγεμόνα της Περγάμου, Αττάλου Γ’. Αφού κινητοποίησε δούλους και φτωχούς αγρότες, στράφηκε εναντίον των Ρωμαίων οι οποίοι διεκδικούσαν τον θρόνο και την περιοχή για λογαριασμό τους. Ο Αριστόνικος και ο Εύνους τελικά ηττήθηκαν, ίσως όμως μόνο μετά από προδοσία και αφού προηγουμένως είχαν συντρίψει πολλές φορές τα ρωμαϊκά στρατεύματα. Ο Εύνους τιμωρήθηκε από τους Ρωμαίους παραδειγματικά με αργό και βασανιστικό θάνατο: καθηλωμένος στη φυλακή προσφέρθηκε βορά σε σκουλήκια.

Η δεύτερη εξέγερση των δούλων στη Σικελία παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την πρώτη. Η Σύγκλητος ψήφισε έναν νόμο που απαγόρευε την υποδούλωση ελεύθερων πολιτών οι οποίοι κατάγονταν από χώρα-σύμμαχο της Ρώμης. Ο διοικητής της Σικελίας Λικίνιος Νέρβας, χωρίς να συμβουλευθεί ή να ενημερώσει τους τοπικούς ιδιοκτήτες δούλων, διέταξε την απελευθέρωση όσων δούλων ενέπιπταν στην παραπάνω κατηγορία.

Οι δουλοκτήτες διαμαρτυρήθηκαν έντονα και ο διοικητής αναγκάσθηκε να υποκύψει στις πιέσεις και να αποσύρει την αρχική του εξαγγελία. Οι δούλοι δεν παρέμειναν αδρανείς. Εξέλεξαν βασιλιά τους κάποιον Σίλβιο (ο οποίος απαίτησε να τον αποκαλούν πλέον Τρύφωνα) και όρισαν βοηθό του κάποιον Αθηνίωνα. Και οι δύο άνδρες φημίζονταν για τις υπερφυσικές τους ικανότητες. Η Σύγκλητος τους νίκησε (όχι όμως εύκολα) και αποφάσισε να τους στείλει στη Ρώμη για να γίνουν μονομάχοι. Οι ηττημένοι δούλοι προτίμησαν να αλληλοσκοτωθούν και ο τελευταίος επιζών να αυτοκτονήσει.

Οι εξεγέρσεις στη Σικελία διαφέρουν από την εξέγερση του Σπάρτακου σε δύο βασικά σημεία: οι αρχηγοί τους διαφήμιζαν την προνομιακή σχέση τους με το θείο και ανακηρύχθηκαν βασιλείς διεκδικώντας την αναστροφή των κοινωνικών ρόλων προς όφελός τους και την υποδούλωση των ιδιοκτητών τους. Ο Σπάρτακος δεν επιδίωξε ποτέ κάτι τέτοιο.

Ωστόσο, άλλες, σαφώς μικρότερης κλίμακας εξεγέρσεις δούλων, για τις οποίες δυστυχώς διαθέτουμε μονάχα πενιχρές αναφορές στις αρχαίες πηγές, σημειώθηκαν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και πριν από του Σπάρτακου: στην Αρχαϊκή και στην Κλασική Περίοδο στη Σπάρτη από τους είλωτες, στον τρίτο προχριστιανικό αιώνα στη Χίο με επικεφαλής τον Δρίμακο, ο οποίος τελικά ήλθε σε συμβιβασμό με τους ιδιοκτήτες δούλων και πέτυχε μια πιο ανθρώπινη μεταχείρισή τους, ενώ παράλληλα προστάτευε και τα «δικαιώματα» των κατόχων δούλων.

Η παράδοση λέει ότι όταν πέθανε ο Δρίμακος, οι δουλοκτήτες στενοχωρήθηκαν ειλικρινά όσο και οι δούλοι τους και οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ τους αναβίωσαν. Αλλες εξεγέρσεις δούλων πραγματοποιήθηκαν το 198 π.Χ. στην Ετρουρία και το 185/4 π.Χ. στην Απουλία. Μετά την εξέγερση του Σπάρτακου οι μονομάχοι εξεγέρθηκαν το 21 μ.Χ., καθώς και το 64 μ.Χ. Το 24 μ.Χ. αγροτικοί δούλοι ετοίμαζαν εξέγερση αλλά τα σχέδιά τους αποκαλύφθηκαν και αποτράπηκαν.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση του ληστή Βούλα ο οποίος τον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα λεηλατούσε την Ιταλία μαζί με 600 άνδρες επί δύο χρόνια. Αυτός φημολογείται ότι συνέστησε στους ιδιοκτήτες δούλων να συμπεριφέρονται με ευσπλαχνία και επιείκεια στους δούλους τους, αν δεν επιθυμούσαν να τους δουν να φεύγουν στα βουνά και να γίνονται ληστές.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι όλες οι εξεγέρσεις καταπνίγηκαν και ότι καμία δεν είχε αίσιο τέλος. Ομως, η κρίση αυτή ουσιαστικά εξαρτάται και από την οπτική γωνία μας. Καμιά εξέγερση δεν κατόρθωσε να εξαλείψει τον θεσμό της δουλείας, αδιαμφισβήτητα όμως θορύβησε και προβλημάτισε τις δουλοκτητικές τάξεις και ίσως κάποιοι, δουλοκτήτες να έδειχναν μεγαλύτερη κατανόηση και συμπόνια απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Οι ιστορικές πηγές πληροφόρησης για τον Σπάρτακο

Δυστυχώς δεν σώζεται κανένα κείμενο από την Αρχαιότητα, συνταγμένο από δούλο, που να αποτυπώνει τις ανησυχίες και τις προσδοκίες του. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέτουμε για τις εξεγέρσεις δούλων προέρχονται από πρόσωπα ανώτερων κοινωνικών τάξεων, τα συμφέροντα των οποίων σε καμιά περίπτωση δεν συνέπιπταν με αυτά των εξεγερμένων. Οι σύγχρονες προς τον Σπάρτακο πηγές που μνημονεύουν την εξέγερσή του είναι οι εξής: ο Κικέρων (Λατίνος ρήτορας με σύντομες μόνο αναφορές στα σχετικά γεγονότα), ο Σαλλούστιος και ο Λίβιος (Λατίνοι ιστορικοί από τα έργα των οποίων όμως μόνο αποσπάσματα έχουν σωθεί).

Δύο μεταγενέστερες ελληνικές πηγές είναι πιο εκτενείς και πιο διαφωτιστικές: ο Πλούταρχος (βιογράφος, τέλη πρώτου-αρχές δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα) και ο Αππιανός (ιστορικός του δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα). Τη θετική εικόνα του Σπάρτακου οφείλουμε κυρίως στον Πλούταρχο. Ο Πλούταρχος επαινεί τις αρετές του Σπάρτακου, ιδιαίτερα τη γενναιότητά του και την εξυπνάδα του. Στην πραγματικότητα, η προσέγγιση του Πλούταρχου δεν είναι αθώα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι του καταλογίζουμε ότι ψεύδεται. Απλώς, ίσως υπερέβαλε στους θετικούς χαρακτηρισμούς του για τον Σπάρτακο.

Ο Πλούταρχος χρησιμοποίησε παρεμπιπτόντως τον Σπάρτακο για να τον αντιπαραβάλλει με τον Κράσσο, ο οποίος ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του και τον οποίο αντιπαθούσε σφοδρά και επιδίωκε να μειώσει. Ενας δούλος διέθετε σε αφθονία τις αρετές που θα ταίριαζαν σε έναν ευγενή, ενώ ένας ευγενής τις στερείτο και συμπεριφερόταν όπως θα περιμέναμε από έναν δούλο.

Η ταινία

Η ιστορία του Σπάρτακου ερέθισε από πολύ νωρίς τη φαντασία των κινηματογραφιστών. Το 1909, το 1913 και το 1952 γυρίστηκαν ταινίες με θέμα την εξέγερση του Σπάρτακου. Η ταινία, όμως, που είναι περισσότερο γνωστή και αγαπητή είναι ο «Σπάρτακος» του 1960, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Χάουαρντ Φαστ του 1950, κόστους 12.000.000 δολαρίων, σε σενάριο του Ντάλτον Τράμπο, σκηνοθεσία του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, παραγωγή του Κερκ Ντάγκλας και πρωταγωνιστές τον ίδιο, τον Λώρενς Ολίβιε και τον Πήτερ Ουστίνωφ.

Ο Φαστ και ο Τράμπο ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ, είχαν φυλακισθεί για τα αριστερά τους φρονήματα και παρουσίαζαν τον αγώνα του Σπάρτακου υπό το πρίσμα ανάλογων ιδανικών. Η οριστική, όμως, μορφή της ταινίας είχε την τελική «σφραγίδα» του Κιούμπρικ και του Ντάγκλας. Ετσι, η ταινία που προβλήθηκε στο κοινό διέφερε ριζικά από τις προσδοκίες του Φαστ και του Τράμπο και τους προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση. Η ταινία είναι εντυπωσιακή, αλλά δεν εμπνέει καμιά επαναστατική διάθεση.

Η Λεγεώνα της Ηθικής, μια ισχυρή αμερικάνικη Καθολική οργάνωση της εποχής, προέτρεψε τους Αμερικανούς να μην προσέλθουν στις αίθουσες στις οποίες προβαλλόταν η ταινία. Ωστόσο, δεν εισακούσθηκε. Οι Αμερικάνοι συνέρρεαν στις κινηματογραφικές αίθουσες, ακόμη και ο πρόεδρος Τζων Κέννεντυ την παρακολούθησε και δήλωσε ότι την απόλαυσε. Ο Σπάρτακος νίκησε για μία ακόμη φορά.

Προηγούμενο άρθροΗ Ναυμαχία του Ταινάρου. Ιστορικές πληροφορίες
Επόμενο άρθρο7 εξαιρετικά sequencers για το iPad
Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι έξω φρενών. Ωστόσο έχω ακόμη σώας τας φρένας. Πλήττω αφόρητα όταν γράφω για συμβατικά θέματα. Πρόκληση για μένα είναι όταν ασχολούμε με την ερευνητική αρθρογραφία και έχω να παραθέσω στοιχεία και πληροφορίες που δεν θα τις βρεις πουθενά αλλού.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ