Στη χώρα μας έχουμε μια τελείως ειδική κουλτούρα αντιπολίτευσης

Στη χώρα μας έχουμε μια τελείως ειδική «κουλτούρα αντιπολίτευσης» (όπως και μια ειδική αντιπολιτευτική κουλτούρα της κοινωνίας). Ειδικά η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση είναι ένα κόμμα, ενδεχομένως θα έλεγε κανείς, και ένας τρόπος σκέψης, που γνωρίζει πάντα λύσεις, αλλά ποτέ προβλήματα. Που καταθέτει σχέδια προτάσεων, συχνά «υπερβατικών», αλλά αυτά δεν έχουν ούτε προτάγματα ούτε σχεδιασμό.

Σε τελική ανάλυση, λοιπόν, η ελληνική μείζων αντιπολίτευση μοιάζει με το ασυνείδητο ή το φροϋδικό «προεγώ», το οποίο, όπως διδάσκουν οι ειδικοί μελετητές του ανθρώπινου ψυχισμού, εκφράζει τις μύχιες επιθυμίες του υποκειμένου, δεν γνωρίζει δε όρια, περιορισμούς, αντίρροπες δυνάμεις, αντιφάσεις ή εσωτερικές συγκρούσεις. Παραδείγματα θα μπορούσαν να αναφερθούν άπειρα -και διαχρονικά: η εκάστοτε «εν αναμονή κυβέρνηση» προσθέτει υπουργεία, αλλά… μικραίνει το κυβερνητικό σχήμα· πολλαπλασιάζει τις δαπάνες, αλλά… περιορίζει τα ελλείμματα· δημιουργεί συνεχώς το νέο, πάντα όμως με τα πιο παλαιωμένα υλικά· εξωραΐζει το μέλλον αποκηρύσσοντας το παρελθόν (της), με τους ανθρώπους του οποίου, εν τούτος συνεχίζει να στελεχώνεται κ.ο.κ.

Δυστυχώς ωστόσο, συναντά πάντα μια κοινωνία ανθρώπων, όχι απλά εύπιστων και αμνημόνων, αλλά και ανίκανων -μήπως άραγε λόγω αυτογνωσίας;- να της θέσουν το απλό ερώτημα: «γιατί μας αντιμετωπίζεις σαν τόσο βλάκες;».

Η επιτυχής ταύτιση της κοινωνίας με την εκάστοτε αντιπολίτευση δεν είναι χωρίς εξήγηση: οφείλεται στο γεγονός πως η τελευταία, για να εξαπατήσει αποτελεσματικά τη μάζα, αρκείται επί χρόνια στην επιτυχή εξαπάτηση του εαυτού τής -επαληθεύοντας τη ρήση τoυ Καρόλου Μαρξ (Karl Marx), που πάντως αφορούσε και τον συγγραφέα του «κεφαλαίου», σύμφωνα προς την οποία «κανείς δεν δημιουργεί γενικευμένη αυταπάτη, αν δεν είναι ο ίδιος το πρώτο θύμα της».

Ας ξεχάσουμε, όμως, τις «δεσμεύσεις», τα «προγράμματα» και τα συνθήματα με τα οποία στις δύο τελευταίες κυβερνητικές αλλαγές, του 2004 και του 2009, οι τότε αντιπολιτεύσεις αναρριχήθηκαν στην εξουσία και ας έρθουμε στο σήμερα (το οποίο, θεωρητικά, λόγω της δραματικότητάς του, θα έπρεπε να έχει περιορίσει κάπως την ευπιστία, άρα την ικανότητα ή τη διάθεση αυθυποβολής της ελληνικής κοινωνίας). Η εκτίμηση του -«δεινού επαναδιαπραγματευτή» (και ως εκ τούτου απόλυτου αρνητή κάθε ενδεχομένου συγκυβέρνησης- κ. Σαμαρά για τη δυνατότητα της ουσιαστικά πτωχευμένης χώρας μας να προσφύγει όχι μια φορά, αλλά όσες αποδειχθεί αναγκαίο στη λαϊκή ετυμηγορία, μέχρις ότου η κάλπη αναδείξει αυτοδύναμη πλειοψηφία του κόμματός του, και η πρόβλεψή του πως η αυτοδύναμη πλειοψηφία του (που μπορεί να επιτευχθεί με ένα ποσοστό γύρω στο 36-38%) θα τιθασεύσει τα διεθνή και εσωτερικά εμπόδια και θα οδηγήσει τη χώρα σε μια λιγότερο επώδυνη οδό ανάκαμψης, δύο τινά είναι δυνατόν να υποδηλώνουν:

  • ή πως η ηγεσία της μιας μεγάλης αστικής παράταξης τον τόπου έχει υποστεί διανοητική λοβοτομή και έχει άγνοια κινδύνου, ώστε να μην υποπτεύεται τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα,
  • ή πως, στη χώρα που γέννησε την ορθολογική σκέψη, έχει χαθεί για σημαντικό μέρος του πληθυσμού κάθε σχέση με τη λογική!

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική πρόταση της εκάστοτε αντιπολίτευσης είναι ένα συλλογικό δημιούργημα, ένα «προϊόν» πίσω από το οποίο στοιχίζονται αρκετές κατηγορίες κομματικών στελεχών:

  • Πρώτον, οι μικρόνοες, οι χωρίς κρίση γνωμακόλουθοι, οι οποίοι εκλαμβάνουν πάντα την πρόταση της εκάστοτε ηγεσίας τους ως την εξ αποκαλύψεως αλήθεια.
  • Δεύτερον, οι ιδιοτελείς, που προσβλέπουν στην κάρπωση των ωφελημάτων της εξουσίας. Αυτοί, διδαγμένοι ενδεχομένως από το παρελθόν (όταν π.χ. διόριζαν μαζικά τις οικογένειές τους στη βουλή και άλλες ανάλογες ευγενείς αργομισθίες) έχουν μείνει διανοητικά καθηλωμένοι στο χθες και δεν αντιλαμβάνονται το απρόσφορο τις εποχής μας για αντίστοιχη αξιοποίηση του «δημόσιου πράγματος».
  • Τέλος, δε, οι υποψιασμένοι, οι οποίοι ωστόσο -δέσμιοι μιας κακώς νοούμενης «παραταξιακής συνείδησης»- αναγκάζονται να αποδεχθούν σιωπηλοί και σιωπηλά συναινούντες τη συλλογική εξηλιθίωση της παράταξης, για να μην ανακόψουν τη «δυναμική της νίκης» της

Όλοι αυτοί, ανίκανοι εδώ και χρόνια να αντιληφθούν (ή άτολμοι να φωνάξουν) πως μόνο η προετοιμασία του ελληνικού λαού για θυσίες, οδύνες και ωδίνες μεγάλες θα μπορούσε να ανακόψει τη συνεχή διόγκωση της δυσπραγίας του, είναι οι εκούσιοι ή ακούσιοι αυτουργοί όσων σήμερα του συμβαίνουν.

Η τραγικότερη και πιο αξιοθρήνητη, ωστόσο, κατηγορία είναι η τελευταία, αυτή των υποψιασμένων, νοημόνων, πολιτικά εγγράμματων στελεχών της εκάστοτε αντιπολίτευσης, οι οποίοι, λόγω συνείδησης της κατάστασης, δεν μπορούν να μοιραστούν την «ευτυχία» των υπολοίπων. Διότι στο σημερινό πολιτικό μας σύμπαν ισχύει περισσότερο από ποτέ η φράση του Ασημάκη Πανσέληνου «απολύτως ευτυχισμένοι είναι οι απολύτως κουτοί»…

Προηγούμενο άρθροAtenistas: Πολίτες εν δράσει
Επόμενο άρθροΌλο το παρασκήνιο της επίσκεψης του Τζορτζ Σόρος
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας