Στρατηγικόν του Μαυρικίου. Βυζαντινός Στρατός και τακτικές

Στρατηγικόν του Μαυρικίου. Βυζαντινός Στρατός και τακτικές

Το λεγόμενο Στρατηγικόν του Μαυρικίου, το οποίο χρονολογείται περί το έτος 600, γράφηκε από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο ή κάποιον στρατηγό του, και αποτελεί ένα θεμελιώδες έργο για την δομή, την τακτική, τον οπλισμό και άλλα στοιχεία του βυζαντινού στρατού. Η επόμενη μεγάλη στρατιωτική πραγματεία τα Τακτικά του Λέοντα ΣΤ’ που γράφτηκαν στα τέλη του 9ου αιώνα δεν απέφεραν κάποια ριζική αλλαγή στο Βυζαντινό στρατό, καθώς ο Λέων ΣΤ’ στην ουσία αντέγραψε τις οδηγίες του Στρατηγικού και πραγματοποίησε ορισμένες προσθήκες μικρή σημασίας.

Έτσι οι μεταρρυθμίσεις του Μαυρίκιου στις αρχές του 7ου αιώνα συνέχισαν να είναι σε ισχύ τον 8ο και τον 9ο αιώνα, διάστημα κατά το οποίο η Βυζαντινή τακτική δεν υπέστη καμία σημαντική αλλαγή.

Αφού τελειώσαμε με τον πρόλογο, ας περάσουμε κατευθείαν στο ζουμί της υπόθεσης.

Ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος καταγόταν από την Αραβισσό της Καππαδοκίας και κατά τα χρόνια της βασιλείας του, από το 582 ως το 602, αντιμετώπισε πολυάριθμους εχθρούς (κυρίως Πέρσες, Σλάβους και Αβάρους), τα πολεμικά χαρακτηριστικά των οποίων κατέγραψε στην περίφημη στρατιωτική πραγματεία του. Δίχως να είναι στρατιωτικός, άρχισε τη σταδιοδρομία του ως γραμματέας του αυτοκράτορα Τιβέριου (578-582), ο οποίος, έχοντας ουσιαστικά την εξουσία από το 574, τον όρισε αρχικά κόμη των Εξκουβιτόρων, έπειτα κόμη των Φοιδεράτων και τελικά, το 577, αρχιστράτηγο της Ανατολής. Η άνοδός του στον βυζαντινό θρόνο, το 582, επήλθε ως επισφράγισμα των μεγάλων επιτυχιών του εναντίον των Περσών, οι οποίες είχαν συνέχεια κατά τη διάρκεια της βασιλείας του.

Ο οπλισμός του Πεζικού

Μέχρι την εποχή του Μαυρικίου το βυζαντινό πεζικό είχε αρκετές ομοιότητες με τη συμπαγή φάλαγγα των ρωμαϊκών χρόνων, η οποία όμως, εξαιτίας της εμφάνισης ελαφρά οπλισμένων τουρανικών φύλων αλλά και των Σλάβων, δεν είχε την απαιτούμενη ευχέρεια κινήσεων. Στο «Στρατηγικόν» διαφαίνεται μια διαφοροποίηση από το παλαιότερο βαρύ πεζικό, καθώς απέκτησαν σημασία τα εκηβόλα όπλα κι έχασαν σε σπουδαιότητα τα αμυντικά.

Το πεζικό του Μαυρικίου χωριζόταν σε δύο τμήματα, από τα οποία το ένα έφερε ακόντια και το άλλο τόξα. Το πρώτο τμήμα, ως βαρύτερα οπλισμένο, είχε μεγαλύτερες ασπίδες από το δεύτερο, ήταν δε το μόνο στο οποίο οι στρατιώτες της πρώτης και της τελευταίας γραμμής έφεραν θώρακα και περικνημίδες. Και τα δύο τμήματα έφεραν μικρές και ελαφρές λόγχες που μπορούσαν να ριχθούν με το χέρι σε μεγάλη απόσταση.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του «Στρατηγικού» οι πεζοί έπρεπε να φορούν είτε ζωστάρια γοτθικά, είτε κοντό ένδυμα μέχρι τα γόνατα, υποδήματα γοτθικά με σόλα και χωρίς μύτη, ραμμένα απλά και με δύο γλωσσίδες, και να μη χρησιμοποιούν τα βουλγαρικά πανωφόρια (σαγία).

Οι σκουτάτοι (βαριά οπλισμένοι) έφεραν μεγάλες ασπίδες ίδιου χρώματος, ακόντια (βηρύττες=μεγάλα ακόντια και μαρτζοβάρβουλα=μικρά ακόντια ρίψης) τα οποία έπρεπε να ρίχνουν μακριά, σπαθιά ερουλικά (βραχύ ξίφος ερουλικού τύπου), κράνη με μικρές φούντες και μικρές σημαίες στην ωμοπλάτη, επάνω στον θώρακα. Οι πρώτοι στην παράταξη έπρεπε να είναι οπλισμένοι με σφεντόνες και μαρτζοβάρβουλα και να φορούν αλυσιδωτούς θώρακες (ζάβες), γονυκλάρια (προστατευτικά για τα γόνατα) και περικνημίδες, σιδερένιες ή ξύλινες.

Για τους ελαφρά οπλισμένους (ψιλούς) συνιστώντο τόξο, φαρέτρα για 30-40 βέλη, μικρές ασπίδες, ξύλινα σωληνάρια με μικρά βέλη και μικρή φαρέτρα (βλ. παρακάτω), βηρύττες, σλαβικά λαγκίδια (λόγχες ρίψης) για όσους δεν είχαν τόξο ή δεν ήταν καλοί στη χρήση του, καθώς και σφενδόνες. Οι ψιλοί έπρεπε να εξασκούνται στην τοξοβολία, στη ρίψη βηρύττων και στη χρήση της σφενδόνας, φέροντας τη μικρή ασπίδα τους. Οι πεζοί που έφεραν βηρύττες ή σφενδόνες έπαιρναν θέση στα πλευρά της παράταξης.

Οι ασπίδες του πεζικού είχαν πολλά και διάφορα σχήματα, ανάλογα με τους οπλίτες που τις χρησιμοποιούσαν. Η ασπίδα των ανδρών του βαρέος πεζικού, η σκούτα, είχε συνήθως ωοειδές σχήμα και μήκος 90-120 εκατοστών. Αλλοι οπλίτες κρατούσαν στρογγυλές ασπίδες με διάμετρο 76 περίπου εκατοστών, οι οποίες ήταν σε χρήση και από τους ιππείς. Από την άλλη οι άνδρες του ελαφρού πεζικού είχαν μόνο μία μικρή στρογγυλή ασπίδα, την πέλτη, με διάμετρο 30 περίπου εκατοστών. Την ίδια ασπίδα έφεραν -σύμφωνα με τις στρατιωτικές πραγματείες – πολλοί άνδρες του βαρέος ιππικού, κυρίως οι τοξότες.

Στην περιγραφή του Μαυρικίου για τη θωράκιση το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών έχει στραφεί στη λέξη ζάβα, που προέρχεται από την περσική γλώσσα και ερμηνεύεται ως αλυσιδωτός θώρακας. Οι αλυσιδωτοί θώρακες (οι οποίοι ονομάζονταν ζάβες ή λωρίκια), παρουσιάζονταν στις εικονογραφήσεις με μάκρος ως τα γόνατα ή τον αστράγαλο και με μανίκια που έφθαναν ως τον αγκώνα ή τον καρπό.

Οι ζάβες είχαν επίσης αλυσιδωτή κουκούλα, την οποία οι πολεμιστές φορούσαν μόνο την ώρα της μάχης. Ως συνώνυμη ή επεξηγηματική λέξη για τη ζάβα εμφανίζεται στο «Στρατηγικόν» του Μαυρικίου η λέξη «λωρίκιον», η οποία αργότερα, στις πραγματείες του 10ου αιώνα, υποδήλωνε την πλεκτή θωράκιση. Η ζάβα δεν αναφέρεται στις πηγές μεταξύ του 7ου και του 9ου αιώνα. Στην πραγματεία του Ανώνυμου Βυζάντιου (μέσα του 6ου αιώνα) η ζάβα σήμαινε το υφασμάτινο ή δερμάτινο πανωφόρι που φορούσαν οι οπλίτες όταν δεν διέθεταν πλεκτή θωράκιση.

Ο Μαυρίκιος όμως την εξομοιώνει με το λωρίκιον, ως δηλωτικό της πλεκτής θωράκισης. Τον 10ο αιώνα στο έργο «Στρατηγική έκθεση και σύνταξη» του Νικηφόρου Φωκά η ζάβα προσδιοριζόταν ως εξάρτημα κάλυψης του προσώπου, καθώς αναφέρονταν σιδερένια κράνη τα οποία κάλυπταν το πρόσωπο με διπλές και τριπλές ζάβες, οι οποίες άφηναν ακάλυπτους μόνο τους οφθαλμούς. Στο ίδιο κείμενο οι ζάβες εμφανίζονταν τόσο ως ενισχυτικές στους σιδηροβραχίονες (μανικέλια), όσο και στο παχύ ύφασμα που κάλυπτε το κάτω μέρος του σώματος (τα κρεμάσματα των κλιβανίων).

Έτσι η ζάβα φαίνεται ότι δήλωνε είτε ολόκληρο τον θώρακα, όπως στον Μαυρίκιο, είτε, μετέπειτα, ένα τμήμα της θωράκισης. Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να την προσδιορίσει από τη μια πλευρά ως μεταλλική πλάκα ή πλεκτούς κρίκους που αποτελούσαν επιπρόσθετη ενίσχυση στους σιδηροβραχίονες και στην υφασμάτινη θωράκιση στο κάτω μέρος του σώματος και από την άλλη ως προσωπίδα ή κουκούλα προσαρτημένη στο κράνος, με δύο ή τρεις στρώσεις ανθεκτικού υλικού (μάλλον από σίδηρο), η οποία άφηνε ακάλυπτους μόνο τους οφθαλμούς.

Ο οπλισμός του ιππικού

Ξεχωριστό ενδιαφέρον στο «Στρατηγικόν» παρουσιάζει ο οπλισμός του ιππικού, το οποίο στο σύνολο του έργου έχει σημαντικότερο ρόλο από το πεζικό και αντανακλά μια σημαντική αλλαγή στη στρατιωτική φιλοσοφία των Βυζαντινών την εποχή του Μαυρικίου. Ο ιππέας του «Στρατηγικού» έφερε αλυσιδωτό θώρακα (ζάβα) με κουκούλα ως τους αστραγάλους, κράνος με μικρή τούφα στην κορυφή, τόξο, μεγάλη τοξοθήκη, φαρέτρα με κάλυμμα για 30-40 βέλη, ακόντιο με ιμάντα στη μέση και μικρή σημαία μπροστά, σπαθί και στρογγυλό περιτραχήλιο με κρόσσια, λινό απ’ έξω και μέσα μάλλινο.

Οι μη Βυζαντινοί οπλίτες που δεν γνώριζαν τοξοβολία έπρεπε να οπλίζονται με ακόντιο και ασπίδα, ενώ μόνο οι βουκελάριοι έφεραν μεταλλικά γάντια και μικρές τούφες στον εμπρόσθιο και τον οπίσθιο ιμάντα (υπουρίδα) των αλόγων τους, καθώς και μικρές σημαίες στον θώρακα, στο ύψος των ώμων. Ολοι οι γηγενείς οπλίτες μέχρι την ηλικία των 40 ετών όφειλαν να γνωρίζουν τοξοβολία και να έχουν μαζί τους τόξο και φαρέτρα, καθώς και δύο ακόντια.

Τα άλογα, ιδιαίτερα των αξιωματούχων και των επίλεκτων δυνάμεων, προστατεύονταν από σιδερένια προμετωπίδια και θωράκιση από σίδηρο ή ύφασμα ή είχαν καλυμμένο το στέρνο και τον αυχένα τους, κυρίως όταν βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή. Η ιπποσκευή έπρεπε να περιλαμβάνει σέλες με μεγάλο και ισχυρό κάλυμμα, καλά χαλινάρια, δύο αναβολείς, σάκο, πέδικλα και μια ειδική θήκη στη σέλα όπου κάποιος μπορούσε να αποθηκεύσει προμήθειες για 3-4 μέρες. Στη ζώνη του τόξου ο ιππέας τοποθετούσε λίμες και αιχμηρά αντικείμενα (σουβλία). Ως διακόσμηση του αλόγου υπήρχαν στον οπίσθιο ιμάντα τέσσερις φούντες και από μία στο μέτωπο και στο πηγούνι του.

Τα ρούχα των ιππέων έπρεπε να είναι άνετα και στα μέτρα τους, λινά, από δέρμα αίγας ή από χοντρό ύφασμα έτσι ώστε να καλύπτουν τα γόνατα του πολεμιστή όταν αυτός ίππευε και έπρεπε να φαίνεται μεγαλοπρεπής. Οι ιππείς φορούσαν ακόμη μεγάλα μάλλινα πανωφόρια με φαρδιά μανίκια, αφενός για να προστατεύουν τους θώρακες και τα τόξα από τη βροχή και την υγρασία και αφετέρου για να μην εμποδίζονται στη χρήση του τόξου ή του ακοντίου.

Αυτά τα πανωφόρια δεν επέτρεπαν να γίνονται ορατές οι περίπολοι από μακριά εξαιτίας της λάμψης του θώρακα και άντεχαν στα εχθρικά βέλη. Επίσης όλες οι ομάδες των οπλιτών όφειλαν να έχουν μαζί τους σκηνή, δρεπάνια και τσεκούρια.

Η περιγραφή του Μαυρικίου παρέχει σημαντικές πληροφορίες για το ιππικό της εποχής του, το οποίο είχε εξελιχθεί στο σημαντικότερο τμήμα του βυζαντινού στρατού. Στις τάξεις του ιππικού υπήρχαν επίλεκτα σώματα, όπως οι οπτιμάτοι (το επίλεκτο σώμα του βαρέος ιππικού που παρέμενε στην πρωτεύουσα) και οι βουκελάριοι, εξίσου βαριά οπλισμένοι, οι οποίοι αποτελούσαν τμήμα του τακτικού στρατού και την προσωπική φρουρά στρατηγών, σχηματίζοντας ξεχωριστές μονάδες (τάγματα βουκελαρίων). Οπως μάλιστα φαίνεται στο «Στρατηγικόν» οι βουκελάριοι ήταν οι μόνοι ιππείς που έφεραν χειρομάνικα (μεταλλικά γάντια) για την προστασία των χεριών τους.

Αλλο σημαντικό στοιχείο ήταν η θωράκιση του αλόγου για το επίλεκτο ιππικό και τους μαχόμενους στην πρώτη γραμμή. Απεικονίσεις τέτοιας θωράκισης υπάρχουν σε περσικά ανάγλυφα, όπως είναι εκείνο του έφιππου βασιλιά της Περσίας Χοσρόη Β’ στο Ταγκ ι Μποστάν, το οποίο χρονολογείται περί το 620 μ.Χ. Η θωράκιση του αλόγου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στους Πάρθους και στους Σασσανίδες Πέρσες και επηρέασε πιθανώς και το βυζαντινό ιππικό.

Ως προς τις επιδράσεις στον οπλισμό του ιππικού φαίνεται ότι σημαντικό ρόλο είχαν διαδραματίσει οι Αβαροι, καθώς σε πέντε διαφορετικά σημεία του αποσπάσματος για το ιππικό ο Μαυρίκιος αναφέρει το «σχήμα των Αβάρων», δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο εξοπλίζονταν οι Αβαροι, το αβαρικό πρότυπο.

Τα σημεία αυτά αφορούσαν το ακόντιο με ιμάντα στη μέση και μικρή σημαία κάτω από την αιχμή του, το στρογγυλό και κροσσωτό περιτραχήλιο, την κάλυψη του στέρνου και του αυχένα του αλόγου με θωράκιση, τα άνετα ρούχα των ιππέων και τη σκηνή, που πιθανώς ήταν όμοια με τη νομαδική γιούρτα. Τα στοιχεία αυτά έγιναν καλά γνωστά την εποχή του Μαυρικίου, καθώς η αυτοκρατορία βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπη με τους Αβάρους και υιοθέτησε στοιχεία της πολεμικής τους τέχνης.

Η δεύτερη περίοδος της βασιλείας του Μαυρικίου (592-602) χαρακτηρίζεται από την πεισματική και αδιάκοπη προσπάθεια του αυτοκράτορα να ανακόψει το κύμα των αβαρικών και σλαβικών εισβολών στα Βαλκάνια και να τους απωθήσει βόρεια του Δούναβη. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, που δεν ανέλαβαν κάποιες συστηματικές επιχειρήσεις εναντίον τους, ο Μαυρίκιος υπήρξε οπαδός της «τελικής λύσης» του αβαρικού και σλαβικού προβλήματος, λύση την οποία δεν κατάφερε να πετύχει, με αποτέλεσμα ο στρατός να στασιάσει και ο Μαυρίκιος να χάσει τον θρόνο και τη ζωή του από τον εκατόνταρχο Φωκά.

Τακτικές

Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι την εποχή του Μαυρικίου ο βυζαντινός στρατός στηριζόταν κυρίως στο πεζικό του, που ήταν βαριά οπλισμένο και έφερε μεγάλα ακόντια, ενώ το ιππικό ήταν μια μικρότερη δύναμη για αναγνωρίσεις και αιφνιδιαστικές επιδρομές. Η ως τότε βυζαντινή πολεμική τακτική απαιτούσε ένα συμπαγές πεζικό, κάτι το οποίο όμως διευκόλυνε τις πλευροκοπήσεις του εχθρού, όταν αυτός μπορούσε να κινηθεί γρήγορα με το ιππικό του.

Εξαιτίας αυτού του σχηματισμού οι Βυζαντινοί έπεφταν εύκολα θύματα παγίδων και αιφνιδιασμών, καθώς δεν διέθεταν την απαιτούμενη ευελιξία για να αντιμετωπίσουν τις όποιες δυσμενείς περιστάσεις. Σύμφωνα με το «Στρατηγικόν» το ιππικό έπρεπε πλέον να είναι μεγαλύτερο από το πεζικό, με αποτέλεσμα να επέλθει συνολική αλλαγή στην τακτική της φάλαγγας, η οποία συνδύαζε τη δράση πεζών και ιππέων.

Σχετικά με τη διάταξη μάχης του ιππικού το «Στρατηγικόν» συνιστούσε τη δημιουργία πολλών γραμμών μάχης, σε αντίθεση με την τακτική των Ρωμαίων και των Περσών κατά την οποία το ιππικό λάμβανε συμπαγή διάταξη για να διασπάσει μετωπικά τις αντίπαλες γραμμές.

Ως προς τη διάταξη μάχης σε πολλές γραμμές ο Μαυρίκιος επικαλείται παλαιότερους συγγραφείς στρατιωτικών πραγματειών, όπως τον Ασκληπιόδοτο, τον Αιλιανό και τον Αρριανό. Σύμφωνα με τις οδηγίες τους το βαρύ πεζικό σχημάτιζε την πρώτη γραμμή και πιο πίσω, σε ξεχωριστό τμήμα, ετοποθετείτο το ελαφρύ πεζικό και ακολούθως το ιππικό. Ο Αρριανός θεωρούσε ακόμη ότι το ελαφρύ πεζικό και το ιππικό μπορούσαν να μην τίθενται πίσω από το βαρύ πεζικό αλλά στις πλευρές ή όπου αλλού θα ήταν πιο χρήσιμα κατά τη διάρκεια της μάχης.

Με τη νέα τακτική του Μαυρικίου για το ιππικό στην πρώτη γραμμή τάσσονταν τρεις τούρμες με κενά μεταξύ τους, έχοντας καθεμία τρεις δρούγους. Οι τοξότες τάσσονταν στις πλευρές των τουρμών, ενώ οι ακοντιστές στη μέση. Οι τοξότες αποτελούσαν το 1/3 της δύναμης και χαρακτηρίζονταν ως κούρσορες (ελαφρά οπλισμένοι), ενώ οι ακοντιστές, που απάρτιζαν τα υπόλοιπα 2/3 ως δηφένσορες (βαριά οπλισμένοι).

Η δεύτερη γραμμή μάχης χωριζόταν σε τέσσερα ισοδύναμα τμήματα. Στις πρώτες και στις τελευταίες σειρές της βρίσκονταν οι καλύτεροι τοξότες. Η τρίτη γραμμή μάχης ήταν η οπισθοφυλακή.

Πίσω από την παράταξη υπήρχε το ενεδρεύον τμήμα, δύο τμήματα από 3-4 εκατονταρχίες το καθένα, με ειδικό ρόλο στη μάχη. Η τακτική αυτή ήταν καινούργια, αφού αντικαθιστούσε τη δράση ενός ενιαίου συνόλου με τη δράση ξεχωριστών μεταξύ τους ενοτήτων. Η συμπαγής φάλαγγα εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από τριπλή γραμμή η οποία, αν και φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως επαναφορά της τριπλής ακίας των Ρωμαίων, εξέφραζε ένα νέο πνεύμα τακτικής που έδωσε ο Μαυρίκιος στην τριπλή ακία.

Κύρια επιδίωξη ήταν αφενός η αποτελεσματική άμυνα απέναντι σε ένα ισχυρό ιππικό το οποίο επιτίθετο στον αντίπαλο όχι μόνο κατά μέτωπο αλλά και στα πλευρά και στα νώτα του γρήγορα και αιφνιδιαστικά και αφετέρου η δυνατότητα αντεπίθεσης με τις ίδιες μεθόδους. Για τον λόγο αυτό ο Μαυρίκιος τοποθέτησε το ιππικό στα πλευρά του πεζικού, δίνοντας στη νέα τακτική των Βυζαντινών χαρακτήρα περισσότερο αμυντικό παρά επιθετικό. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, με τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε, αναζητούσε μια ολοκληρωτική αλλαγή στην τακτική του βυζαντινού στρατού.

Κατέστησε τους ιπποτοξότες κύριο μέρος του στρατού του, εξάσκησε στη χρήση όπλων μεγάλης εμβέλειας το πεζικό και έδωσε βαρύτητα στον σχηματισμό ευκίνητης γραμμής μάχης διαχωρισμένης σε ενότητες, στην εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων του χώρου, στις ενέδρες και στους αιφνιδιασμούς. Μετέβαλε επίσης την άκαμπτη και «βαριά» τακτική του αρχαίου ιππικού σε έναν ευέλικτο και γρήγορο σχηματισμό όπως απαιτούσαν οι συνθήκες της εποχής του.

Το αποτέλεσμα του μεταρρυθμιστικού του έργου ήταν λίγες δεκαετίες αργότερα η ολοκληρωτική επικράτηση του Βυζαντίου επί των Περσών κατά την περίοδο 622-628 υπό την καθοδήγηση του αυτοκράτορα Ηρακλείου.

Αξιοσημείωτη είναι επίσης στο «Στρατηγικόν» μια τακτική που συνιστάτο σε περίπτωση υποχώρησης. Αν οι καταδιώκοντες τους Βυζαντινούς ήταν Πέρσες ή τουρανικό φύλο, ο στρατηγός έπρεπε να αδιαφορήσει για τα αργά και υπεράριθμα άλογα και να σχηματίσει παράταξη σε δύο φάλαγγες ή σε σχήμα τετραγώνου με πεζούς και λίγους ιππείς. Στο εσωτερικό της παράταξης θα βρίσκονταν τα άλογα και η εφοδιοπομπή, ενώ στο εξωτερικό στρατιώτες συντεταγμένοι, με τους πεζούς τοξότες στα άκρα.

Αρκετά εμφανή είναι και τα τεχνάσματα που προτείνονται σε διάφορα σημεία του έργου, όπως το τουρανικής προέλευσης τέχνασμα της προσποιητής φυγής με αναστροφή (βλ. παρακάτω) και οι νυκτερινές έφοδοι. Μάλιστα, ως παράδειγμά τους, αναφέρεται η νυκτερινή έφοδος των Αβάρων στους Βυζαντινούς το 592 στην Ηράκλεια, όπου οι Βυζαντινοί δεν είχαν στρατοπεδεύσει με ασφάλεια. Για την αντιμετώπιση των επικίνδυνων τουρανικών λαών προτεινόταν η εξάσκηση των στρατιωτών ακόμη και με το κυνήγι θηραμάτων, καθώς οι οπλίτες έπρεπε να κινούνται γρήγορα και αιφνιδιαστικά.

Στη διάταξη του βυζαντινού στρατού τον 6ο αιώνα, όπως και στον Μαυρίκιο, μεγαλύτερος σχηματισμός ήταν η στρατιά, την οποία αποτελούσαν τρία μέρη, τα οποία στην τριμερή παράταξη κατελάμβαναν το κέντρο, το δεξιό και το αριστερό της. Μικρότεροι σχηματισμοί ήταν οι μοίρες (χιλιαρχίες) και τα τάγματα, με 200-400 άνδρες το καθένα. Θεωρητικά δέκα τάγματα αποτελούσαν ένα μέρος ή σύνταγμα, με ενδιάμεσο σχηματισμό τη μοίρα.

Αλλαγή στη δομή αυτού του στρατού επήλθε λίγο αργότερα από τον Ηράκλειο, με τη διοικητική και στρατιωτική οργάνωση των Θεμάτων. Τα θεματικά στρατεύματα της μέσης βυζαντινής εποχής απαρτίζονταν κυρίως από ιππείς. Ενα Θέμα (ως σχηματισμός) χωριζόταν συνήθως σε τρεις τούρμες με επικεφαλής έναν τουρμάρχη. Κάθε τούρμα, η οποία αριθμούσε 6.000 στρατιώτες, χωριζόταν σε τρεις ή πέντε δρούγγους με 1.000 ή περισσότερους στρατιώτες και επικεφαλής έναν δρουγγάριο.

Κάθε δρούγγος χωριζόταν σε πέντε βάνδα των 200 στρατιωτών με επικεφαλής έναν κόμη. Κάτω από τον κόμη στην ιεραρχία βρίσκονταν ο κένταρχος (100 άνδρες) και ο δεκάρχης. Ο ακριβής αριθμός των στρατιωτών σε αυτό το θεωρητικό σχήμα είναι άγνωστος – οι πραγματικοί αριθμοί ήταν μάλλον μικρότεροι των αναφερθέντων. Η συνηθισμένη λέξη στις πηγές της εποχής για τον ιππέα είναι «καβαλλάριος», ενώ οι μονάδες του ιππικού ονομάζονταν ενίοτε στη μέση βυζαντινή εποχή «καβαλλαρικά θέματα».

Όπλα ιδιαίτερης σημασίας

Ανάμεσα στον άρτιο εξοπλισμό των Βυζαντινών που καταγράφεται στο «Στρατηγικόν», πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία σε τρία στοιχεία τα οποία προσέδιδαν ιδιαίτερη ισχύ σε όσους τα χρησιμοποιούσαν: στο παλίντονο τόξο (που διέθεταν ήδη από τον 5ο αιώνα οι Βυζαντινοί), στον αναβολέα και στο σωληνάριον, τα οποία αναφέρονται για πρώτη φορά στο «Στρατηγικόν». Η προέλευση του παλίντονου τόξου και του αναβολέα ανάγεται στον κόσμο της στέπας και της Απω Ανατολής, ενώ το σωληνάριον ήταν πιθανότατα επινόηση των Βυζαντινών.

Οι συνθήκες ζωής της στέπας επέβαλλαν στους λαούς της να είναι διαρκώς σε κίνηση και έτοιμοι για πόλεμο, όχι μόνο για να υπερασπιστούν τα δικά τους αγαθά αλλά και για να αποκτήσουν υπό μορφή λείας κι εκείνα των γειτόνων τους. Ετσι οι άνθρωποι αυτοί ανέπτυξαν πολεμικές τεχνικές στηριγμένες στην έφιππη σύγκρουση, με σημαντικότερο όπλο το παλίντονο (ή σύνθετο) τόξο, το οποίο μπορούσε να βάλει σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων.

Το παλίντονο τόξο ήταν μια ξεχωριστή κατασκευή που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά. Κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το γεγονός ότι οι βραχίονές του, όταν ήταν χαλαρό, προεξείχαν από τη λαβή, ενώ όταν ήταν τεντωμένο έφθαναν πίσω από το ύψος της λαβής. Ενα επιλεγμένο και καλά επεξεργασμένο κομμάτι ξύλου αποτελούσε τον κορμό του τόξου.

Εκτός από ξύλο χρησιμοποιούντο χορδές για την ελαστικότητά του, καλά τοποθετημένες και συγκολλημένες μεταξύ τους, ενώ εξωτερικά το όπλο ήταν ενισχυμένο με κεράτινες πλάκες που προσέδιδαν μεγαλύτερη σταθερότητα και δυναμική στη βολή του.

Το παλίντονο τόξο είχε μήκος από 60 εκατοστά μέχρι 1,60 μέτρα και μπορούσε να βάλει σε απόσταση 450 μέτρων ακόμη και 20 βέλη το λεπτό. Τα πλεονεκτήματα στη χρήση του, συγκριτικά με το περσικό τόξο, καταγράφονται ήδη από τον Προκόπιο στα μέσα του 6ου αιώνα και δείχνουν ότι το παλίντονο τόξο είχε υιοθετηθεί πλήρως από τους Βυζαντινούς, με τις απαρχές της χρήσης του να οφείλονται πιθανώς στους Ούννους μισθοφόρους του 5ου αιώνα.

Πραγματική καινοτομία στην ιππική τέχνη αποτέλεσε η χρήση του μεταλλικού αναβολέα (ο Μαυρίκιος τον ονομάζει «σκάλα»), ο οποίος βελτίωσε τη σταθερότητα του ιππέα επάνω στο άλογο και τον έκανε να μάχεται με περισσότερη αποτελεσματικότητα. Από ερευνητικής πλευράς είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το πού δημιουργήθηκε αυτή η φαινομενικά απλή κατασκευή. Η άποψη για έναν αρχικό τύπο από σχοινί, ιμάντα ή ξύλο είναι αποδεκτή από μερικούς ερευνητές, ενώ άλλοι την απορρίπτουν.

Η παλαιότερη απεικόνιση αναβολέα, όχι όμως μεταλλικού, προέρχεται από την Ινδία και χρονολογείται τον 1ο αι. π.Χ. Απλοί ξύλινοι αναβολείς βρέθηκαν στο Καζακστάν, στη Γιακουτία, στη Μπασκιρία και στην Τούβα της κεντρικής Ασίας, ενώ ξύλινοι αναβολείς με μεταλλική επικάλυψη βρέθηκαν σε ταφές της περιόδου του 4ου-6ου αιώνα στη βορειοανατολική Κίνα, στην Κορέα και στην Ιαπωνία. Οι κορεατικοί αναβολείς, που χρονολογούνται κατά τα έτη 470-550, είναι από χυτό σίδηρο και αχλαδόσχημοι.

Ίδιο σχήμα έχουν και οι κινεζικοί αναβολείς από χυτό ορείχαλκο. Αυτός ο τύπος μεταλλικού αναβολέα αποτελεί και το παλαιότερο δείγμα που βρέθηκε στην Ευρώπη (τέλη 6ου και αρχές 7ου αιώνα), σε αβαρικές ταφές στην Ουγγαρία. Χρήση μεταλλικού αναβολέα έχει αποδοθεί και στους Ούννους, αν και δεν έχουν βρεθεί αναβολείς σε ουννικές ταφές.

Ο αναβολέας, όπως πρωτοεμφανίσθηκε στη Δύση στις αβαρικές ταφές της Ουγγαρίας, έχει αντιστοιχίες με δείγματα από την Κίνα και το γεγονός αυτό αποτελεί μια ένδειξη ότι οι μεταλλικοί αναβολείς προέρχονται από την Κίνα, ίσως από τον 4ο αιώνα. Σε κάθε περίπτωση τόσο η έλευση του αναβολέα στην Ευρώπη, όσο και η χρήση του από τους Βυζαντινούς αποδίδεται μάλλον δικαιολογημένα στους Αβάρους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύντομη περιγραφή, στο «Στρατηγικόν» του Μαυρικίου, για τη χρήση του σωληναρίου, το οποίο αποτελούσε συνδυασμό τόξου με έναν σωλήνα που εκτόξευε κοντά βέλη, γνωστά ως «μύαι». Ολες οι πραγματείες περιγράφουν το σωληνάριον ως μέρος της εξάρτυσης των τοξοτών, που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το τόξο για να εκτοξεύσει μικρά βέλη, δίχως να αναφέρεται η χρήση κάποιου ιδιαίτερου τόξου για την εκτόξευσή του.

Το σωληνάριον ήταν απλά ο «σωλήνας» ή ο «αγωγός’’, ένα κομμάτι ξύλου κενό στο εσωτερικό του που γέμιζε με μικρά βέλη και τα εκτόξευε. Οπως προκύπτει από το «Στρατηγικόν», την εποχή του Μαυρικίου, αν όχι νωρίτερα, οι φορητές τοξοβαλλίστρες πρέπει να αποτελούσαν τμήμα του οπλισμού του βυζαντινού στρατού. Το σωληνάριον θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένας ενδιάμεσος τύπος μεταξύ τόξου και βαλλίστρας.

Η ύπαρξη και η χρήση αυτού του τύπου περί το έτος 600, οι αναφορές σε «χειροτοξοβαλλίστρες» σε πηγές του 10ου αιώνα και ο εντοπισμός του όρου «τζάρχα/τζάγγρα» στην Αννα Κομνηνή, μας επιτρέπουν να καταλήξουμε με σχετική βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι οι φορητές βαλλίστρες ήταν συνεχώς σε χρήση από τους Βυζαντινούς ως τον 12ο αιώνα, οπότε άρχισε η χρήση τους να γίνεται ευρύτατη.

Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν υπάρχει απεικόνιση της βυζαντινής τοξοβαλλίστρας πριν από την εποχή των Σταυροφοριών και το σωληνάριον δεν πρέπει να συγχέεται με την τοξοβαλλίστρα, παρά τις όποιες ομοιότητες υπάρχουν. Τα βέλη που εκτόξευε το σωληνάριον ήταν μικρότερα και πιο λεπτά από τα συνηθισμένα και δεν είχαν μεγάλη διατρητική ικανότητα αλλά μεγάλο βεληνεκές και ταχύτητα. Τα διαθέσιμα χειρόγραφα του «Στρατηγικού» του Μαυρικίου δεν δίνουν κάποιο ιδιαίτερο όνομα γι’ αυτά, όμως η παράφραση του Αμβροσίου περί το 959 τα ονομάζει «μύαι». Τα συγκεκριμένα βέλη φέρονταν από το ελαφρύ πεζικό.

Το σωληνάριον προσέφερε στον Βυζαντινό τοξότη πολλά πλεονεκτήματα με μικρό κόστος και βάρος. Οι πολεμιστές είχαν περισσότερα πολεμοφόδια με μικρό σχετικά όγκο τα οποία ο εχθρός δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε δεύτερη φάση εναντίον τους. Το σωληνάριον ήταν κατά πάσα πιθανότητα εφεύρεση των Βυζαντινών.

Το «Στρατηγικόν» είναι η πιο πρώιμη ασφαλής μαρτυρία για τη χρήση του, ενώ σε αραβικές και περσικές πηγές αναφέρεται αντίστοιχος εκτοξευτήρας για βέλη ή σφαιρίδια από τον 8ο αιώνα και μετά. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για χρήση του από τους νομάδες ή τους Κινέζους – για τους νομάδες ιπποτοξότες θα ήταν ένα άβολο και περιττό όπλο.

Στρατιωτικές οδηγίες

Το «Στρατηγικόν» του Μαυρικίου ήταν μια πραγματική πηγή συμβουλών και οδηγιών προς τον στρατηγό που θα εκαλείτο να ηγηθεί ενός στρατεύματος ή να διεκπεραιώσει μια πολεμική αποστολή και φανερώνει τη βαθιά γνώση της πολεμικής τέχνης από την πλευρά του συντάκτη του. Μερικές από τις οδηγίες αφορούν την εκγύμναση των οπλιτών, όπως η εκγύμναση στην πεζή και στην έφιππη τοξοβολία, με ξεχωριστή σημασία για τη δεύτερη επειδή έπρεπε να εκτελείται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Συνιστάτο η εναλλαγή τόξου και ακοντίου κατά τη μάχη από τους ιππείς, ενώ τα ακόντια δεν έπρεπε να έχουν σημαίες διότι δυσκόλευαν τη σκόπευση κατά τη ρίψη του ακοντίου, εμπόδιζαν τους πίσω ευρισκόμενους τοξότες να τοξεύσουν και παρενοχλούσαν τις όποιες τακτικές κινήσεις.

Το «Στρατηγικόν» εμμένει στην εξάσκηση για σχηματισμό τριμερούς παράταξης από τα τάγματα, τις μοίρες και τα μέρη, και για τον οπλισμό των έφιππων τοξοτών συνιστά την αποφυγή ταυτόχρονου εξοπλισμού με τόξο και ασπίδα, καθώς θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να τοξεύει σωστά ο έφιππος όταν έχει στο αριστερό του χέρι ασπίδα και τόξο.

Ο συντάκτης του έργου θεωρεί επίσης πλεονέκτημα για τον στρατηγό να έχει στη διάθεσή του περισσότερους ιππείς παρά πεζούς. Οι δεύτεροι είναι κατάλληλοι μόνο για μάχη σώμα με σώμα, ενώ οι πρώτοι μπορούν εύκολα να καταδιώξουν ή να υποχωρήσουν, αλλά και να πολεμήσουν ως πεζοί αν χρειαστεί, κατεβαίνοντας από τα άλογά τους. Εκτός από τη μαχητική ικανότητα του οικείου στρατού, η πραγματεία ενδιαφέρεται επίσης για τρόπους που αποδυναμώνουν την ισχύ του αντιπάλου.

Προτείνει να καταστρέφονται οι βοσκές όταν ο εχθρός υπερέχει σε ιππικό, να διεξάγεται η μάχη σε πεδιάδα όταν ο εχθρός είναι ικανός στην τοξοβολία, ώστε να είναι πιο εύκολη η σύγκρουση σώμα με σώμα, και ακόμη, όταν ο αντίπαλος είναι τουρανικός λαός, να γίνεται η επίθεση εναντίον του τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο, όταν τα άλογά τους θα είναι καταπονημένα από τις ασθένειες του χειμώνα.

Όταν οι εχθροί υπερισχύουν σε τοξότες προτείνει να δίνεται η μάχη όταν θα υπάρχει υγρασία, που δεν ευνοεί τα τόξα. Γενικότερα η επιλογή του τόπου της μάχης πρέπει να γίνεται ανάλογα με τα διαθέσιμα όπλα και τον αντίπαλο: «Οι Πάρθοι και οι Γάλλοι είναι ικανοί στην πεδιάδα, οι Ισπανοί και οι Λιγούριοι στα βουνά και στους λόφους, οι Βρετανοί στα δάση και οι Γερμανοί στα έλη».

Οι μισθοφόροι στην εποχή του Μαυρικίου και οι επιδράσεις

Ο στρατός της εποχής του Μαυρικίου διέθετε σε μεγάλο βαθμό μισθοφορικά στοιχεία, τα οποία χαρακτήριζαν και σε προγενέστερη περίοδο τον στρατό του Ιουστινιανού. Πραγματική μεταβολή στη σύνθεση του βυζαντινού στρατού υπέρ του γηγενούς βυζαντινού στοιχείου επήλθε λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ηρακλείου, όταν η θεματική οργάνωση έδωσε βαρύτητα στη στρατολόγηση γηγενών οπλιτών, οι οποίοι αποκτούσαν έναν κλήρο γης για τη συντήρησή τους και τα έξοδα του οπλισμού τους.

Κατά τη διάρκεια του 6ου αιώνα τα βυζαντινά στρατεύματα είχαν μισθοφόρους οπλίτες από ολόκληρη την αυτοκρατορία αλλά και από λαούς έξω από τα σύνορά της. Οι Αρμένιοι αποτελούσαν ίσως το δυναμικότερο στοιχείο στον στρατό του Ιουστινιανού ανάμεσα σε άλλα εθνικά στοιχεία όπως ήταν οι Ερουλοι, οι Γέπιδες, οι Γότθοι, οι Ούννοι, οι Λογγοβάρδοι, οι Σαβίροι, οι Σλάβοι, οι Αντες, οι Βάνδαλοι, οι Πέρσες, οι Ιβηρες, οι Τζάννοι κ.ά.

Στον στρατό του Μαυρικίου υπήρχαν ακόμη κάποιοι Ούννοι, Λογγοβάρδοι και Βούλγαροι, όμως το αρμενικό στοιχείο συνέχισε να κυριαρχεί. Ακόμη και την εποχή του Ηρακλείου οι χώρες του Καυκάσου και ιδιαίτερα η Αρμενία αποτελούσαν σημαντικές πηγές στρατολόγησης, εξαιτίας του πολεμικού χαρακτήρα που διέκρινε τους στρατιώτες αυτών των περιοχών.

Από οργανωτικής πλευράς ο βυζαντινός στρατός του 6ου αιώνα χωριζόταν σε δύο τμήματα, τον τακτικό στρατό και τις φρουρές. Το δεύτερο τμήμα, που το αποτελούσαν επίλεκτα τμήματα ιππέων και η σωματοφυλακή του αυτοκράτορα (υπασπιστές, δορυφόροι), απαρτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά από ξένα στοιχεία (Ούννους, Αλανούς, Ερουλους, Γότθους), τα οποία σχημάτιζαν ένα ιππικό στράτευμα εν μέρει από τοξότες κι εν μέρει από λογχοφόρους.

Τα τακτικά στρατεύματα απαρτίζονταν κατά κύριο λόγο από στρατιώτες καταγόμενους από τη Θράκη, την Ιλλυρία, την Ισαυρία και τον Καύκασο, περιοχές όπου ήταν από καιρό γνωστή η ιππική τέχνη και η τοξοβολία λόγω των επαφών τους με τα τουρανικά φύλα.

Όλα αυτά τα ετερογενή στοιχεία επέδρασαν στη στρατιωτική φιλοσοφία των Βυζαντινών και συνέβαλαν στην ποιοτική της βελτίωση. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις προήλθαν από τους λαούς της στέπας, ιδιαίτερα τους Ούννους, από τους οποίους αρχικά οι Ρωμαίοι και μετέπειτα οι Βυζαντινοί διδάχθηκαν τις τακτικές του ανταρτοπολέμου. Αποφεύγοντας τη μαζική επίθεση παρενοχλούσαν τον εχθρό με μικρές ομάδες και επεδίωκαν να διασπάσουν τη διάταξη μάχης του.

Η τακτική αυτή αποσκοπούσε στην εξάντληση του εχθρού και στην εφαρμογή τμηματικών επιθέσεων, στοιχεία που χαρακτήριζαν την τακτική του Βελισάριου, ο οποίος στηρίχθηκε κυρίως στους Ούννους μισθοφόρους του, εναντίον των Γότθων στη Ρώμη το 537. Σχετικά με αυτή τη μάχη ο Προκόπιος αποδίδει τη νίκη των Βυζαντινών στους Ούννους συμμάχους τους και στην τέχνη της έφιππης τοξοβολίας.

Οι οργανωμένες κινήσεις και οι ελιγμοί των νομαδικών φύλων γύρω από τον εχθρό είχαν ως στόχο να διασπάσουν τις αντίπαλες γραμμές, να επιφέρουν σύγχυση στις επικοινωνίες του και να αποκόψουν τον ανεφοδιασμό και τις εφεδρείες του. Μιλώντας για τα ουννικά φύλα ο Προκόπιος αναφέρει ότι δεν ήθελαν, ως σύμμαχοι ή μισθοφόροι, να πολεμούν αναμεμειγμένοι με τους Βυζαντινούς αλλά σχημάτιζαν δικά τους ανεξάρτητα τμήματα.

Στοιχεία της τακτικής τους όμως έγιναν αποδεκτά από τον βυζαντινό στρατό, με αποτέλεσμα η γραμμή μάχης να διασπαστεί σε περισσότερα τμήματα, ενώ το ιππικό χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για αμυντικούς αλλά και για επιθετικούς σκοπούς. Ιδιαίτερα προσφιλής ήταν στους νομαδικούς λαούς και η τακτική της προσποιητής φυγής με αναστροφή, η οποία εφαρμόσθηκε αρκετές φορές από τους Βυζαντινούς στο πεδίο της μάχης.

Η επίθεση της πρώτης γραμμής συνοδευόταν από οπισθοχώρηση με προσποιητή φυγή κατά την οποία οι επιτιθέμενοι, έχοντας στρέψει τα νώτα τους, κρατούσαν σε απόσταση ασφαλείας τον επελαύνοντα εχθρό με τοξοβολίες προς τα πίσω και τον οδηγούσαν μεθοδικά σε μια καλά προετοιμασμένη ενέδρα. Οταν οι αντίπαλοί τους έφθαναν εκεί, δέχονταν την έφοδο του ενεδρεύοντος τμήματος στα πλευρά και στα νώτα τους.

Το αντίπαλο τμήμα όχι μόνο αναχαιτιζόταν αλλά κυκλωνόταν και καταστρεφόταν ολοκληρωτικά, αφού η «καταδιωκόμενη» πρώτη γραμμή των νομάδων, με ταυτόχρονη επιθετική αναστροφή, έκλεινε τον κύκλο γύρω από τους επιτιθέμενους. Ουννική προέλευση είχε πιθανότατα και η λέξη «κούκουρον» που ανέφερε ο Μαυρίκιος για τη φαρέτρα.

Από τις επαφές της αυτοκρατορίας με τους Πέρσες προέρχεται ένας μικρός αριθμός γλωσσικών δανείων τα οποία σχετίζονται με τη θωράκιση. Γνωστότερος είναι ο κλιβανάριος της πρώιμης βυζαντινής εποχής, που είχε επιδράσεις από τον αντίστοιχο ιππέα της σασσανιδικής Περσίας, από τον οποίο έλαβε το όνομά του, και ο όρος «κλιβάνιον», που δήλωνε για πολλούς αιώνες τον θώρακα.

Η λέξη ζάβα επίσης πέρασε από την περσική στην ελληνική και στη λατινική γλώσσα και αφορούσε τον αλυσιδωτό θώρακα τον οποίο έφερε ο Πέρσης κλιβανάριος, ο οποίος υιοθετήθηκε από τους Βυζαντινούς. Από τα περσικά προέρχεται και η λέξη «καβάδιον», που δήλωνε ένα επίσημο αυλικό ένδυμα.

Συμπεράσματα

Όπως διαφαίνεται μέσα από την εξέταση του «Στρατηγικού», η πολεμική μηχανή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, έχοντας τις βάσεις της στη ρωμαϊκή εποχή, συνέχισε να εξελίσσεται καθόλη τη διάρκεια της πρώιμης και μέσης βυζαντινής εποχής, όσο δηλαδή το Βυζάντιο παρέμενε ισχυρό και μπορούσε να αντιμετωπίζει με επιτυχία τις εξωτερικές απειλές.

Ως προς τον οπλισμό, οι Βυζαντινοί στρατιώτες ήταν εφοδιασμένοι με τα καλύτερα όπλα εκείνης της εποχής, τα οποία είτε χρησιμοποιούσαν στο Βυζάντιο από παλαιότερα, είτε τα γνώρισαν από τις συγκρούσεις τους με τους ξένους λαούς, στους οποίους ο Μαυρίκιος αφιερώνει ένα από τα δώδεκα κεφάλαια του «Στρατηγικού». Κάθε όπλο είχε τη δική του πρακτική χρήση και πολλές φορές ήταν το κύριο γνώρισμα για πολλά στρατιωτικά τμήματα που έπαιρναν το όνομά τους από αυτό, π.χ. τοξότες, σφενδοβολιστές, σκουτάτοι κλπ.

Στο «Στρατηγικόν» του Μαυρικίου μπορεί να διακρίνει κάποιος τη χρήση όλων των τότε γνωστών όπλων στα οποία στηρίχθηκε η προσπάθεια του αυτοκράτορα για την ανάκτηση των βυζαντινών εδαφών στα Βαλκάνια και στην Ανατολή. Σε γενικές γραμμές ο φορητός οπλισμός των στρατιωτών διακρίνεται σε εκείνον που εξόπλιζε το βαρύ πεζικό ή ιππικό και σε εκείνον ο οποίος προοριζόταν για τα ελαφρά οπλισμένα σώματα των πεζών και των ιππέων.

Σε επίπεδο τακτικής η στρατιωτική ηγεσία του Βυζαντίου επεδίωξε να συνδυάσει κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων πεζικές και ιππικές δυνάμεις, οι οποίες όφειλαν να διαθέτουν τόσο ελαφρά όσο και βαριά οπλισμένους στρατιώτες. Το ελαφρύ πεζικό είχε ως κύρια αποστολή την υποστήριξη των σκουτάτων (του βαρέος πεζικού) και το σφυροκόπημα του εχθρού με ρίψεις κάθε είδους.

Το βαρύ πεζικό ήταν χρήσιμο για την ασφαλή φύλαξη ορισμένων θέσεων και, λόγω της συμπαγούς διάταξης που είχε, ως σημείο αναφοράς των άλλων σωμάτων κατά τη διάρκεια μιας μάχης. Συχνά επιφορτιζόταν με την εξουδετέρωση των αντιπάλων δυνάμεων, είτε αυτοί ήταν πεζοί είτε ιππείς.

Οι βαριά οπλισμένοι ιππείς αποτελούσαν την εποχή του Μαυρικίου ένα μικρό τμήμα στο σύνολο του βυζαντινού στρατού, καθώς ήταν ένα επίλεκτο τμήμα που λάμβανε μέρος στη μάχη μόνο υπό ορισμένες συνθήκες ή επιφορτιζόταν κατά τη διάρκεια εκστρατειών με τη φρούρηση του αυτοκράτορα ή κάποιου άλλου στρατιωτικού ηγέτη. Αυτοί οι λίγοι επίλεκτοι ιππείς κάλυπταν με θώρακα ακόμη και τα άλογά τους.

Το ελαφρά οπλισμένο ιππικό, αντίθετα, που κέρδιζε διαρκώς σε σημασία, ανελάμβανε τις πλευροκοπήσεις της αντίπαλης παράταξης χάρη στην ευελιξία του και στη δυνατότητά του να επιτίθεται με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.