Sugar Mommy: Ένα από τα φεμινιστικά συνθήματα του 1970

Sugar Mommy: Ένα από τα φεμινιστικά συνθήματα του 1970

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου

Ένα από τα φεμινιστικά συνθήματα που τυπώθηκαν σε μπλουζάκια τη δεκαετία του 1970, όταν οι γυναίκες ζητούσαν ίσα δικαιώματα στην εργασία και την οικονομία, ήταν το «Men don’t protect you anymore» (οι άντρες δεν σε προστατεύουν πια). Και να που έφτασε η ώρα για να τους προστατεύσεις εσύ.

Ήξερα ότι ο Σάντι ήταν μικρότερός μου, αλλά δεν αναρωτήθηκα αν μου έβγαζε το μητρικό ένστικτο. Με τρία χρόνια διαφορά δε συμβαίνουν αυτά. Όμως αναρωτήθηκα αρκετές φορές αν με το φίλο μου αναπαρήγαγα τη σχέση προστασίας που είχα με το μικρό μου αδελφό, εκείνο το φαλακρό μωράκι με το οποίο επέστρεψε μια μέρα η μαμά μου απ’ το νοσοκομείο λέγοντάς μου:

«O αδελφός σου. Να τον φροντίζεις». Που λέτε, γιατρέ μου, εγώ πήγαινα για τους βαθμούς του στο σχολείο, εγώ τους άλλαζα πριν τους δουν οι γονείς μου, εγώ πήγαινα να δείρω τους συμμαθητές του που τον πείραζαν, εγώ του έχωνα στην τσέπη προφυλακτικά στα πρώτα του ραντεβού, εγώ δέχτηκα να μετακομίσει από το σπίτι των γονιών μου στο δικό μου όταν ήταν στο λύκειο, εγώ αναλάμβανα να κάνω φιλίες με τα κορίτσια που του άρεσαν, εγώ έφτιαχνα σχεδιαγράμματα για να του μάθω πού βρίσκεται το σημείο G, εγώ τον μάζευα λιώμα απ’ τα κλαμπ για να διαβάσει για το πανεπιστήμιο και, τέλος, εγώ αγχώθηκα για να του βρω δουλειά αργότερα – εκείνος έβλεπε πάντα κάτι ενδιαφέρον στην τηλεόραση.

Και όταν βρήκε δουλειά και μετακόμισε σε δικό του σπίτι, απαγκιστρώθηκε από πάνω μου, έφτιαξε τη δική του προσωπικότητα και τη δική του ζωή κι είπα «Ωραία, ανασάναμε». Αλλά δεν είχα πια κανέναν να προσέχω. Κανέναν, μέχρι τη μέρα που εμφανίστηκε ο Σάντι.

Όταν γνώρισα τον Σάντι, έμοιαζε καθαρόαιμο αρσενικό, από εκείνα που μυρίζουν τεστοστερόνη από μακριά κι έχουν τέλειο ποπό. Από εκείνα που ξέρεις ότι κάποτε θα γίνουν οι ιδανικοί άντρες – απλώς τώρα είναι μικροί. Με καριέρα στον αθλητισμό (από την οποία έβγαζε πολύ περισσότερα χρήματα από μένα και τα οποία ξόδευε ασύστολα) κι ένα μεγάλο Εγώ, το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα αν οφειλόταν στην καριέρα του ή στις συναστρίες (Κριός, βλέπεις).

Το γεγονός όμως ότι ζούσε μια πειθαρχημένη ζωή αθλητή τού στέρησε εμπειρίες. Τις οποίες εμπειρίες είχα όλες εγώ – στη σχολή ακόμα, όταν με ρωτούσαν οι καθηγητές γιατί εξαφανιζόμουν από τα μαθήματα, τους εξηγούσα ότι αυτό που πραγματικά σπούδαζα ήταν η ζωή.

O Σάντι έμενε με τους γονείς του πριν μείνει μαζί μου, οπότε δεν ήξερε ούτε αβγό να μαγειρέψει. Δεν ήξερε πώς να συνεννοηθεί στη Βαρβάκειο, πώς να τα βγάλει πέρα με το διαχειριστή, πώς να βάλει στη θέση του ένα ψώνιο και πώς να αντιδράσει στο IQ τεστ μιας παρέας διανοουμένων. Κυρίως, δεν είχε κάνει ποτέ του σχέση και έπρεπε να του τα μάθω όλα απ’ την αρχή. Έτσι, πήρα το ρόλο του γενικού συμβουλάτορα: ποια ομάδα να κλείσει, πώς να μιλήσει στον καινούριο προπονητή, τι ρούχα να φορέσει στην έξοδο μετά τον αγώνα, τι να κάνει όταν φτάσει στην ηλικία όπου δε θα μπορεί πια να παίζει. Αλλά η ηλικία αυτή ήρθε νωρίτερα απ’ ό,τι περιμέναμε.

Το Toy Boy δεν παίζει πια

O Σάντι πάθαινε διαρκώς θλάσεις στο αριστερό του πόδι. Έτσι, ήρθε η μέρα που δεν μπορούσε πια να υπογράψει με καμιά ομάδα και έπαθε κατάθλιψη. Η μέρα που συνειδητοποίησε ότι η καριέρα του είχε τελειώσει κι ότι δεν είχε μάθει καμία άλλη δουλειά. Η μέρα που έπρεπε να γίνω εγώ ο κουβαλητής της «οικογένειάς μας».

Ευτυχώς, είχα εξασκηθεί σ’ αυτό. Όταν πια δεν είχα να ζω τον αδελφό μου, είχα την κολλητή μου, που είχε μείνει άνεργη και την πήρα σπίτι μου. Είχα μάθει να κάνω οικονομία και να σκέφτομαι πάντα για δύο. Από αυτή την άποψη, το να μοιραστώ το μισθό μου δε με ενόχλησε καθόλου. Ενόχλησε όμως εκείνον. Τον πείραξε που έβλεπε το -κάποτε- μεγάλο

Εγώ του να καταρρακώνεται για να ζητήσει χρήματα από τη φίλη του. «Δεν είμαι άντρας πια» μου φώναζε στις υπαρξιακές του κρίσεις. «Μη λες χαζομάρες» του έλεγα. «Αν έμενα εγώ χωρίς δουλειά, δε θα με ζούσες εσύ;» «Μα είναι διαφορετικό» απαντούσε. «Εσύ είσαι γυναίκα». Κι αλήθεια, θυμόμουν τις φίλες μου που πάντα ζητούσαν χρήματα από το φίλο τους όταν ξέμεναν και ποτέ καμιά δεν ένιωσε να πληγώνεται ο εγωισμός της από αυτό.

Για μια γυναίκα σήμερα το να βρει έναν ευκατάστατο άντρα να τη στηρίζει οικονομικά είναι μια κατάκτηση. Δεν αφήνει τη δουλειά της βέβαια, αλλά αφήνει σε εκείνον όλα τα μεγάλα έξοδα -σπίτι, ταξίδια, αυτοκίνητα- κι εκείνη απλώς αγοράζει τα εσώρουχα και τα καλλυντικά της. Eγώ ποτέ δεν έψαξα έναν άντρα για να στηριχτώ ούτε είμαι κολλημένη στους ρόλους. Αλλά αναρωτιόμουν αν η σχέση μου με τον Σάντι μπορούσε πλέον να λειτουργήσει.

Παραδείγματα προς αποφυγή

Όλοι γύρω μου μου έλεγαν «όχι». Από τον περίγυρό μου είχα ελάχιστα παραδείγματα κοριτσιών που έβγαζαν περισσότερα από τα αγόρια τους, οπότε έπρεπε να πληρώνουν εκείνες τους λογαριασμούς ή τα ταξίδια. Και μόνο ένα παράδειγμα γυναίκας ως αποκλειστικού κουβαλητή επί δέκα ολόκληρα χρόνια. Απ’ αυτά, η Νάνση κι ο Δημήτρης είναι παντρεμένοι τα πέντε. Δηλαδή, η Νάνση πλήρωσε τα έξοδα του γάμου, τις δόσεις για τα έπιπλα στο νέο σπίτι, τους γιατρούς όταν έμεινε έγκυος, τα έξοδα της κλινικής όταν γέννησε.

Αν τα υπολογίσεις, θα πιστέψεις ότι η Νάνση είναι μικρανιψιά του Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά όχι. Είναι απλώς μια καριερίστα εξ ανάγκης, που δούλευε από τις οκτώ το πρωί μέχρι τις έντεκα το βράδυ για να αντεπεξέλθει στα οικογενειακά βάρη. Τι έκανε εκείνες τις ώρες ο Δημήτρης; Φιλοσοφούσε το σύστημα. Το οποίο δεν του επέτρεπε να γίνει κατευθείαν διευθυντής με τόσα πτυχία που είχε. Ενίοτε έπαιρνε χρήματα και από τους γονείς του -εκτός από τη Νάνση- μέχρι να βρει τη δουλειά που ήθελε, δηλαδή τη διευθυντική θέση.

Αλλά έφτασε μια μέρα που η Νάνση έπαψε να τον θεωρεί διάνοια. Που κουράστηκε να γυρίζει στις έντεκα το βράδυ για να βάλει πλυντήριο. Θέλησε να βρει μια άλλη δουλειά, με μικρότερο μισθό και ωράριο, για να μπορέσει να παίξει επιτέλους κι εκείνη με το παιδί τους. Και σ’ αυτό το σημείο ήρθε η ρήξη. O Δημήτρης δεν ήθελε να πιάσει καμία δουλειά από αυτές που είχε βρει, γιατί θεωρούσε ότι θα τον εκμεταλλεύονταν οικονομικά. Η Νάνση θεωρούσε ότι ο Δημήτρης εκμεταλλευόταν εκείνη.

Oι καβγάδες τους έφθειραν τόσο τη σχέση, ώστε σταμάτησαν να κάνουν και έρωτα. Εφόσον σταμάτησαν να κάνουν έρωτα, ο Δημήτρης ήταν πια περιττός. Η Νάνση ζήτησε διαζύγιο, κράτησε το σπίτι και το παιδί κι ο Δημήτρης επέστρεψε στη μαμά του. Γιατί ποτέ δεν είχε πραγματικά μεγαλώσει. Και γιατί η Νάνση είχε τώρα ένα πραγματικό παιδί να φροντίσει. Από το σύντροφό της ζητούσε πια να παίξει μόνο το ρόλο του συντρόφου.

Αυτή η ιστορία μού αποδείκνυε ότι, ακόμη και στην εποχή της ισότητας, η παραδοσιακή σχέση «άντρας κουβαλητής-γυναίκα νοικοκυρά» παραμένει το πρότυπο. Γιατί καμία γυναίκα δε θέλει πραγματικά να είναι κουβαλητής, όπως και κανένας άντρας δε θέλει να είναι νοικοκυρά. Γιατί, έστω κι αν γίνεις εσύ ο κουβαλητής, εκείνος δε θα γίνει ποτέ η νοικοκυρά, οπότε πέφτουν αναγκαστικά και οι δύο ρόλοι πάνω σου, μέχρι τη μέρα που θα κλατάρεις.

Η κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπίσω απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς, για να μη νιώσει ο Σάντι μειονεκτικά. Και για να σταματήσω εγώ να θέτω χαζά ερωτήματα στον εαυτό μου, όπως «Έλα, πες μου τώρα, αλήθεια δε θα αντάλλαζες τον Σάντι με ένα ζευγάρι ωραία στιλέτο;»

Λέγε με Μαίρη

Όχι ότι ο Σάντι αρνιόταν να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Αντίθετα, από την ημέρα που έμεινε άνεργος δε με ξανάφησε να μαγειρέψω. Έβαζε πλυντήρια, σφουγγάριζε το πάτωμα, πήγαινε σουπερμάρκετ, έκανε όλα αυτά που ήξερα ότι μισούσε. Καταλάβαινα την υπερπροσπάθειά του. Ότι δεν ήθελε να μου γίνει βάρος. Και τον παρακάλεσα να σταματήσει να φτιάχνει όλη μέρα το σπίτι – δεν έβρισκα ελκυστικό το αγόρι μου σε ρόλο νοικοκυράς.

Τον παρακινούσα να γραφτεί γυμναστήριο, να αρχίσει ένα σπορ ερασιτεχνικά, αλλά μου έλεγε ότι δεν ήθελε να με βάλει σε έξοδα. Όσο περνούσε ο καιρός, συνειδητοποιούσα ότι έπρεπε εγώ να του πω να πάει στον οδοντίατρο ή να αγοράσει ρούχα, γιατί δεν ήθελε να μου ζητήσει χρήματα για κάτι τέτοιο. Δεν ήθελε να βγει με τους φίλους του για ποτό ή να κάνει πάρτι για τα γενέθλιά του. Και μου ζητούσε συγνώμη που δεν μπορούσε να μου αγοράσει ένα δώρο.

Με πλήγωνε αυτή η κατάσταση, που έβλεπα το καθαρόαιμο αρσενικό τόσο αδύναμο και προβληματισμένο. Έψαχνε σε αγγελίες να κάνει δουλειές που ήξερα ότι σιχαινόταν και γυρνούσε από τις συνεντεύξεις καταρρακωμένος. Διαρκώς με ρωτούσε αν συνέχιζα να τον θέλω όπως παλιά. Oι αμφιβολίες του τελικά τρύπωσαν κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Έπαψε να παίρνει οποιαδήποτε πρωτοβουλία – ακόμη και για να κάνουμε έρωτα. Oλοφάνερα πια έπαιζα για το φίλο μου το ρόλο που έπαιζα και για το μικρό μου αδελφό.

Ακόμη όμως κι αν δεν είχε πάθει ο Σάντι ψυχολογικό πρόβλημα από το ότι τον συντηρούσα, είχε πάθει ο περίγυρός μου. Τους φαινόταν αδιανόητο ένα κορίτσι να πληρώνει για ένα αγόρι. Πολλοί φίλοι μου με συμβούλευαν να τον αφήσω. Στο εστιατόριο οι σερβιτόροι κοίταζαν με απορία όταν έβγαζα εγώ το πορτοφόλι. Στα καταστήματα ρούχων οι πωλήτριες ψιθύριζαν μεταξύ τους επειδή πλήρωνα εγώ τα ρούχα του Σάντι. Έφταναν κάθε τόσο λόγια γνωστών στα αφτιά μου, που έλεγαν ή ότι ήμουν χαζή ή ότι ο Σάντι ζιγκόλευε.

Η αγάπη κοστίζει

Μετά από ώριμη σκέψη όμως συνειδητοποίησα ότι τον αγαπούσα και δε θα τον άλλαζα με κανέναν. Oύτε με τα στιλέτο ούτε με όλα τα χρήματα του κόσμου. Είχα βρεθεί κι εγώ για ένα φεγγάρι στη θέση του, άνεργη, χωρίς σπίτι, να με ζει ένα αγόρι, και τον δικαιολογούσα που δεν είχε πια τόσο κέφι για έρωτα. Ώσπου θυμήθηκα πώς ακριβώς εκείνος, ο πρώην μου, είχε αποφασίσει να μοιραστεί τα χρήματά του μαζί μου – εφόσον ντρεπόμουν να του ζητάω. Μου έδωσε μια μέρα μια κάρτα και μου είπε ότι μου άνοιξε ένα λογαριασμό.

Έτσι, δε θα μπορούσε κανείς άλλος να ξέρει πόσα χρήματα ξόδεψα για χαλάουα, για εσώρουχα ή για καλλυντικά. Το θεώρησα πολύ ευγενικό και κομψό από μέρους του. Και χωρίς να πω τίποτα, έκανα ακριβώς το ίδιο για τον Σάντι. Μπορεί να ακούγεται χαζό, αλλά για έναν άντρα είναι πολύ υποτιμητική η διαδικασία να ζητήσει χρήματα από τη σύντροφό του για να πιει έναν καφέ. Oπότε τώρα δε χρειαζόταν να ζητήσει. Είχε απλά ένα ποσό το μήνα, που ούτως ή άλλως θα του το έδινα λίγο λίγο, και θα αποφάσιζε εκείνος πώς θα το ξόδευε.

Άρχισε να πηγαίνει γυμναστήριο, να μου αγοράζει δωράκια, να βγαίνει με τους φίλους του και να φεύγει σιγά σιγά απ’ την κατάθλιψη. Μέχρι που έφτασε η μέρα που αποφάσισε να επιστρέψει στη σχολή για να τελειώσει προπονητική, εφόσον το μέλλον του ως αθλητή είχε καταστραφεί. Έβαλε ξανά στόχους. Και δεν τον πείραζε που έκανε οποιαδήποτε δουλειά για να πληρώνει τα δίδακτρα. Μόνο που πια δεν είχα εγώ κανέναν να προσέχω κι άρχισα ξανά τα τηλεφωνήματα στον αδελφό μου για να δω πώς ήταν, τι βλακείες έκανε πάλι κι αν χρειάζόταν να τον ξελασπώσω.

Τι να κάνεις, κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ. Μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι δεν ήταν μόνο οι άλλοι που είχαν την ανάγκη μου, αλλά η δική μου ανάγκη να προσφέρω στους άλλους. Το να δίνεις έχει καταχωριστεί ως μία από τις μεγαλύτερες συναισθηματικές ανάγκες των ανθρώπων. Όπως και η συντροφικότητα και το να μοιράζεσαι. Κι όσοι έχουν άλλες συναισθηματικές ανάγκες τους καλυμμένες (π.χ. την ελευθερία, την αυτοδιάθεση, τη δύναμη) αλλά δεν έχουν την προσφορά, τρέχουν στους ψυχολόγους με ένα παράξενο κενό στο στήθος.

Υστερόγραφο. Όσο για τον Σάντι, όταν σταθεί στα πόδια του θα κάνουμε παιδί. Ε, τότε θα έχω να φροντίζω εκείνο. Κι ύστερα θα κάνω και δεύτερο παιδί. Και κάποτε θα μεγαλώσουν και θα φύγουν και τα δυο απ’ το σπίτι και θα πάρω μια σκυλίτσα. Η οποία θα γεννάει και θα γεννάει και θα γεννάει, και πάντα θα έχω νέα μέλη να προσέχω.

Γιατί από αυτή τη μυστηριώδη ανάγκη της προσφοράς μαζευτήκαμε κι επιβιώσαμε τόσο πολλοί σ’ αυτή τη γη. Kαι δεν πιστεύω ότι πραγματικά έχει να κάνει με το φύλο, ποιος δηλαδή πρέπει να προσφέρει – ο άντρας ή η γυναίκα. Δίνει εκείνος που έχει κάθε φορά. Απλά μαθηματικά. ‘Αρα, κορίτσια, βάλτε εσείς τα ποτά απόψε, εγώ έχω αγόρι να ζήσω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας