Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) και βαλκανικοί πόλεμοι

Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) και βαλκανικοί πόλεμοι

Όταν, το καλοκαίρι του 1912, οι χώρες των Βαλκανίων ένωναν τις δυνάμεις τους με κοινό στόχο την κατάλυση του οθωμανικού ζυγού από το μεγαλύτερο τμήμα της πολύπαθης Βαλκανικής, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο αγώνας τους θα κατέληγε σ’ έναν αιματηρό ενδοβαλκανικό πόλεμο. Επίλογο αυτού του πολέμου αποτέλεσε η συνθήκη του Βουκουρεστίου, τον Ιούλιο του 1913.

Στο πλαίσιο αυτής της συνθήκης οι διαφορές των βαλκανικών χωρών θα λύνονταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, όμως, με την υπογραφή της συνθήκης ενταφιάσθηκε και η βαλκανική αδελφότητα, η οποία πήγαζε από τον πόθο των λαών της, από τα χρόνια ακόμη του Ρήγα Βελεστινλή. Τη θέση της είχαν πάρει οι αντιθέσεις και η εχθρότητα.

Β’ Βαλκανικός Πόλεμος

Σχεδόν αμέσως μετά τον τερματισμό του νικηφόρου αγώνα των Βαλκάνιων συμμάχων κατά των Τούρκων (1913), που συνοδεύθηκε από την απελευθέρωση των πρώην βιλαετίων της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε στους πρώην συμμάχους του. Τα πρώτα πλήγματα δέχθηκαν οι Σέρβοι στις 16 Ιουνίου, στη θέση Γευγελή και ακολούθησαν οι επιθέσεις κατά των Ελλήνων στην περιοχή Ελευθερές – Πράβι.

Οι σύμμαχοι, κλονισμένοι από την αιφνιδιαστική επίθεση των Βουλγάρων, αρχικά υποχώρησαν και μόλις τρεις ημέρες αργότερα κατόρθωσαν να ανασυνταχθούν και να αρχίσουν την αντεπίθεση. Τα βουλγαρικά στρατεύματα που παρέμεναν στη Θεσσαλονίκη, παραδόθηκαν στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου, μετά από ολονύκτια μάχη, ενώ ο σερβικός στρατός άρχισε να καταδιώκει τον βουλγαρικό, ο οποίος υπέστη μεγάλες απώλειες.

Η προδοτική, όμως, επίθεση των Βουλγάρων δεν προκάλεσε την αντίδραση μόνο των Σέρβων και των Ελλήνων, αλλά και των Ρουμάνων και ακόμη και αυτών των ηττημένων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, δηλαδή των Τούρκων. Στις 18 Ιουλίου ρουμανικά στρατεύματα διέσχισαν τον Δούναβη και, χωρίς να συναντήσουν καμιά αξιόλογη αντίσταση, έφθασαν σε απόσταση 40 χλμ. από τη Σόφια. Οι Τούρκοι προέλασαν στη Θράκη και ανακατέλαβαν την Αδριανούπολη. Σε διάστημα ενός μήνα οι Βούλγαροι έχασαν ό,τι είχαν κερδίσει στον πρώτο πόλεμο, ενώ η ίδια η Σόφια κινδύνευε να καταληφθεί.

Αντιμέτωποι με την απειλή της τελικής καταστροφής, οι Βούλγαροι επιζήτησαν με κάθε τρόπο τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Η διπλωματική δραστηριότητα ήταν έντονη ήδη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου και η πίεση ορισμένων ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αυστροουγγαρίας — Ρωσίας – Γαλλίας και άλλων) προς τη Σερβία και κυρίως προς την Ελλάδα για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων εξαιρετικά μεγάλη.

Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας, Φερδινάνδος, ικέτευε τον Γάλλο πρόεδρο Πουανκαρέ για μεσολάβηση, ενώ οι Ρώσοι πρότειναν τη διακοπή των εχθροπραξιών και την άμεση σύγκλιση διαβαλκανικής συνδιάσκεψης στην Αγ. Πετρούπολη για την επίλυση των διαφορών.

Η ασφυκτική διπλωματική πίεση για ανακωχή, κυρίως προς την Ελλάδα, υπήρξε άκαρπη. Η άρνηση, όμως, της ελληνικής κυβέρνησης και κυρίως του βασιλιά Κωνσταντίνου που διηύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις στο μακεδονικό μέτωπο, προκαλούσε τη δυσφορία της Ευρώπης, ακόμη και αυτής της ίδιας της συμμάχου Σερβίας.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος γνώριζε ότι η αρνητική στάση της Ελλάδας δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ περισσότερο. Ο Κωνσταντίνος, όμως, παρέμενε άκαμπτος. «Πρέπει να υπαγορεύσωμεν την ειρήνην επί του πεδίου της μάχης…», απαντούσε σε τηλεγραφήματα της ελληνικής κυβέρνησης με νύξεις για πιθανή ανακωχή, ενώ λίγο αργότερα ολοκλήρωνε ένα νέο τηλεγράφημά του προς τον υπουργό των Εξωτερικών, Κορομηλά, με την περίφημη φράση «Ceterum censeo Bulgariam esse delendam» (λέγω, άλλωστε, ότι πρέπει να εξοντωθεί η Βουλγαρία).

Ο Βενιζέλος διέβλεπε ότι με τη συνέχιση των εχθροπραξιών και την άκαμπτη στάση του βασιλιά ως προς το θέμα της ανακωχής η Ελλάδα κινδύνευε για πρώτη φορά να βρεθεί απομονωμένη. Αντιμέτωπος με ένα τόσο καταστροφικό για την Ελλάδα ενδεχόμενο και μετά από μια νέα έκκληση για ανακωχή, αυτή τη φορά από τον βασιλιά της Ρουμανίας Κάρολο, ο Βενιζέλος έσπευσε στο Βουκουρέστι κάτω από αντίξοες συνθήκες, πιεζόμενος δηλαδή από τη μια πλευρά από την άρνηση του Κωνσταντίνου και από την άλλη από τη δυσμενή ατμόσφαιρα που επικρατούσε για την Ελλάδα στη ρουμανική πρωτεύουσα λόγω της άρνησής της για ανακωχή.

Η έκπληξη, όμως, που δοκίμασε ο Βενιζέλος διαβάζοντας το επείγον τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου (με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1913) με το οποίο ο τελευταίος ζητούσε ανακωχή την πρώτη κιόλας ημέρα της παραμονής του στο Βουκουρέστι, σίγουρα ήταν μεγάλη. «Συνεπεία ανεξηγήτου αδρανείας του σερβικού στρατού, επροκαλέσαμεν διά της ταχείας προελάσεώς μας το μεγαλύτερον μέρος του βουλγαρικού στρατού εναντίον μας…», έγραφε ο βασιλιάς και συνέχιζε: «Ο στρατός μου έφθασεν εις τα φυσικά και ηθικά όρια της αντοχής του… Προσπαθήσατε να εύρετε τρόπον διακοπής των εχθροπραξιών υπό της Σερβίας».

Ο Βενιζέλος, προτού ακόμη οι Βούλγαροι πληροφορηθούν την κρίσιμη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο ελληνικός στρατός στο μέτωπο, κατόρθωσε με έξυπνους διπλωματικούς ελιγμούς να εξασφαλίσει πενθήμερη ανακωχή. Ο ελληνικός στρατός είχε σωθεί από πιθανή καταστροφή και η Ελλάδα από νέες περιπέτειες.

Οι εργασίες της συνδιάσκεψης

Παρά τη μεταφορά της διαμάχης από τα μακεδονικά οροπέδια στα σαλόνια του Βουκουρεστίου, ήταν σίγουρο ότι και αυτή η μάχη θα ήταν εξίσου σκληρή.

Ο Βενιζέλος καλείτο τώρα να δώσει τη μάχη για λογαριασμό της Ελλάδας στο διπλωματικό πεδίο, γνωρίζοντας ότι τα εμπόδια που θα συναντούσε θα ήταν πολλά. Με δεδομένη τη γενική εικόνα της Ελλάδας και τη δυσμενή κατάσταση (διπλωματικά και στρατιωτικά), έπρεπε να χειρισθεί το ζήτημα με μεγάλη σταθερότητα αλλά παράλληλα με πνεύμα συμβιβασμού. Οι διπλωματικές πιέσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι υπερβολικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας και η αδιάλλακτη στάση του Κωνσταντίνου αποτελούσαν ως έναν βαθμό εμπόδιο στις διαπραγματευτικές κινήσεις του.

Οι συνοριακές διαφορές των Σέρβων και των Ρουμάνων με τη Βουλγαρία διευθετήθηκαν στο συνέδριο σχεδόν αμέσως. Το παιχνίδι θα παιζόταν και πάλι μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Ολο το διπλωματικό βάρος των Βουλγάρων συγκεντρωνόταν σε ένα σημείο: ό,τι απέμενε πλέον από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους για έξοδο σε τέσσερις θάλασσες ήταν να διατηρήσουν όσο το δυνατό περισσότερη έκταση παραλίων του Αιγαίου και ένα τουλάχιστον αξιόλογο λιμάνι.

Στις αξιώσεις αυτές οι Βούλγαροι δεν ήταν μόνοι, αλλά διέθεταν την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας. Ετσι, το διπλωματικό πεδίο ήταν σίγουρα ευνοϊκό γι’ αυτούς. Ο Ρώσος υπουργός των Εξωτερικών, Σαζόνωφ, παίζοντας ακόμη πιο σκληρά το διπλωματικό παιχνίδι, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάδα διαθέτει τόσα λιμάνια ώστε να μη γνωρίζει πώς θα τα χρησιμοποιήσει. Θα λάβει τη Θεσσαλονίκη. Ανατολικά της Θεσσαλονίκης μόνο η Καβάλα είναι δυνατό να αποτελέσει ένα αξιόλογο λιμάνι… Είναι δίκαιο η Βουλγαρία να έχει λιμάνι στη θάλασσα του Αιγαίου…».

Από την πρώτη κιόλας επίσημη συνάντηση των Ελλήνων με τους Βουλγάρους κατέστη σαφέστατο ότι η διάσκεψη θα επικεντρωνόταν αποκλειστικά στη διεκδίκηση της Καβάλας. Οι Βούλγαροι πρότειναν η συνοριακή γραμμή να αρχίζει από τον κόλπο του Ορφανού και να συνεχίζεται με τέτοιον τρόπο, ώστε όλη σχεδόν η ανατολική Μακεδονία (και φυσικά και η Καβάλα) να περιέλθει στη Βουλγαρία.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, ζήτησε η μεθόριος να αρχίζει μερικά χιλιόμετρα δυτικά του Δεδέαγατς, δηλαδή τη λεγόμενη γραμμή της Μάκρης (δυτικά της Αλεξανδρούπολης). Επιχειρήματα του Βενιζέλου για τις αξιώσεις της Ελλάδας αποτελούσαν κατ’αρχάς το γεγονός της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού (το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αποτελείτο από Έλληνες) και επίσης η δημιουργία ισορροπίας μεταξύ των τεσσάρων κρατών, Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ρουμανίας. Ενας επιπλέον λόγος για τον οποίο ο Βενιζέλος ζητούσε τη γραμμή της Μάκρης ήταν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα μπορούσε τουλάχιστον να κρατήσει τη συνοριακή γραμμή του Νέστου.

Το συνέδριο είχε διαιρεθεί σε δύο στρατόπεδα. Με το μέρος της Βουλγαρίας τάσσονταν, όπως προαναφέραμε, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Η τελευταία, μάλιστα, διεμήνυε ότι θα υποστήριζε τη Βουλγαρία ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, ενώ η Αγγλία και η Ιταλία παρέμεναν επιφυλακτικές. Η μόνη χώρα που παρέμενε στο πλευρό της Ελλάδας ήταν η Γαλλία, η οποία όμως έβλεπε ότι με τη στάση της έθετε σε κίνδυνο τη συμμαχία της με τη Ρωσία. Ο Βενιζέλος κατάλαβε ότι η Ελλάδα χρειαζόταν βοήθεια και για τον σκοπό αυτό πληροφόρησε τον Κωνσταντίνο ότι η συνδρομή της Γερμανίας θα ήταν πολύτιμη.

Ο βασιλιάς, με τηλεγράφημά του στις 17 Ιουλίου 1913 προς τη σύζυγό του Σοφία, της ζήτησε να στείλει μήνυμα προς τον αδελφό της κάιζερ Γουλιέλμο Β’ με την παράκληση να βοηθήσει την Ελλάδα στο θέμα της Καβάλας. Πράγματι, μετά το μήνυμα της Σοφίας ο Γερμανός αυτοκράτορας τηλεγράφησε προς τον βασιλιά της Ρουμανίας Κάρολο, που είχε διαιτητικό ρόλο στο συνέδριο, τα εξής: «Βερολίνον 19 Ιουλίου 1913. Αυτού Μεγαλειότητα Βασιλέα Βουκουρεστίου. Δύνασαι να κάμης τίποτε διά την Καβάλαν; Αποβλέπω συμπαθώς εις το ζήτημα τούτο. Εγκαρδίους χαιρετισμούς και ευχάς διά την επιτυχίαν σου. Γουλιέλμος».

Αυτή η ανέλπιστη ενίσχυση της Γερμανίας ήταν πράγματι πολύτιμη για την Ελλάδα, δεν στάθηκε όμως ικανή να κάμψει τη βουλγαρική αδιαλλαξία. Ο Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος να φθάσει ακόμη και μέχρι τον πόλεμο για το θέμα της Καβάλας, γνώριζε όμως ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Ελλάδα θα πολεμούσε μόνη εναντίον των Βουλγάρων, γιατί ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία ήταν διατεθειμένες να εμπλακούν σε πόλεμο για τα παράλια του Αιγαίου. Παρόλο που η περίπτωση πολέμου δεν αποκλειόταν, ο Βενιζέλος ήθελε να εξαντλήσει κάθε ειρηνικό μέσο για την επίλυση του θέματος.

Η Σερβία και η Ρουμανία διεμήνυαν στον Βενιζέλο ότι ήταν απαραίτητη κάποια υποχωρητικότητα από την πλευρά της Ελλάδας, ώστε να παρουσιασθεί η Βουλγαρία ως αδιάλλακτη. Ο Ελληνας πρωθυπουργός κατάλαβε ότι, για να σώσει την Καβάλα, έπρεπε να θυσιάσει τη γραμμή της Μάκρης και, σε έσχατη περίπτωση, ακόμη και αυτή του Πόρτο – Λάγος. Προτού παρουσιάσει τις νέες προτάσεις στο συνέδριο, ο Βενιζέλος ζήτησε την έγκριση του Κωνσταντίνου, εξηγώντας ότι η γραμμή Νέστου ήταν το μέγιστο που θα μπορούσε να επιτύχει η Ελλάδα, αλλά και το ελάχιστο το οποίο θα δεχόταν.

Η απάντηση του βασιλιά ήταν σαφής: «Ως τελευταίον όριον δέχομαι την γραμμήν του Νέστου, εάν είναι τελείως αδύνατον να εκταθώμεν περισσότερον». Με τη στήριξη του Κωνσταντίνου ο Βενιζέλος έκανε γνωστές τις νέες προτάσεις της Ελλάδας, περιορίζοντας έτσι τις αξιώσεις της από τη γραμμή της Μάκρης στη γραμμή Πόρτο – Λάγος.

Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν κατηγορηματικά τη νέα πρόταση του Βενιζέλου επιδεικνύοντας για μια ακόμη φορά αδιαλλαξία προς την Ελλάδα, η οποία τώρα παρουσιαζόταν διαλλακτική, κερδίζοντας παράλληλα με τη στάση της τη Ρουμανία και τη Σερβία, οι οποίες τάσσονταν πλέον ανοικτά στο πλευρό της.

Ο έξυπνος διπλωματικός ελιγμός του Βενιζέλου δυστυχώς αμαυρώθηκε από ένα αιφνίδιο τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου, με το οποίο ο βασιλιάς κατηγορούσε τον Βενιζέλο για αδικαιολόγητη υποχωρητικότητα: «Λυπούμαι υπερβολικά, διότι τόσον ταχέως εφθάσατε εις το μίνιμουμ των αξιώσεών μας. Εάν οι Βούλγαροι δεν υποχωρήσουν και τώρα, θα αναγκασθείτε να υποχωρήσετε και πάλιν και χάνομεν το ελάχιστον, το οποίο διεκδικούμεν». Ο Κωνσταντίνος δεν διέβλεπε την ανάγκη υποχώρησης από τη γραμμή της Μάκρης και η αψυχολόγητη επέμβασή του, η οποία άφησε εμβρόντητο τον Βενιζέλο, σίγουρα δεν βοηθούσε την εθνική υπόθεση.

Με μια μακροσκελή έκθεσή του ο Βενιζέλος διεμήνυσε στον Κωνσταντίνο ότι η στάση του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυθαίρετη και ασυνάρτητη, εάν αναιρούσε και πάλι όσα είχε δεχθεί προηγουμένως, και κατέληγε υποβάλλοντας την παραίτησή του. Το συνέδριο κινδύνευε για μια ακόμη φορά να τερματισθεί, και μάλιστα με καταστρεπτικές για την Ελλάδα συνέπειες.

Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε το λάθος του και με ένα νέο μήνυμα παρακάλεσε τον Βενιζέλο να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, διαβεβαιώνοντάς τον παράλληλα ότι σκοπός του δεν ήταν να επιβάλει τη γνώμη του, αλλά μόνο να εκφράσει τα αισθήματά του. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η Ελλάδα, με την ανοικτή υποστήριξη της Γαλλίας, της Γερμανίας, αλλά και της Σερβίας και της Ρουμανίας, έφερε τη Βουλγαρία σε δύσκολη θέση. Η τελευταία, αντιμέτωπη με την ενισχυμένη θέση της Ελλάδας και τις πιέσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων, δέχθηκε τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η Καβάλα είχε σωθεί.

Με την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913, καθορίσθηκαν τα νέα σύνορα μεταξύ της Βουλγαρίας από τη μια πλευρά, και της Ρουμανίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας από την άλλη. Η νέα συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας άρχιζε από τα βουλγαροσερβικά σύνορα (συγκεκριμένα από το όρος Μπέλες) και κατέληγε στις εκβολές του Νέστου, 50 χλμ. δυτικά της Καβάλας. Τη συνθήκη για λογαριασμό της Ελλάδας υπέγραφαν οι Ε. Βενιζέλος, Δ. Πάνας, Ν. Πολίτης, λοχαγός Α. Εξαδάκτυλος και λοχαγός Πάλλης.

Ο βασιλιάς συνεχάρη τον Βενιζέλο και, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις μεγάλες υπηρεσίες του προς την πατρίδα, του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος. Προς τον ελληνικό στρατό ο Κωνσταντίνος απηύθυνε ένα συγκινητικό διάγγελμα, εκφράζοντας τον θαυμασμό και την υπερηφάνεια του για τα κατορθώματα των Ελλήνων στρατιωτών, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τον χαρακτηρισμό «Σεις είσθε οι εργάται της μεγαλυνθείσης ταύτης Νέας Ελλάδος».

Επίλογος

Ο πανηγυρισμός για μια τόσο σπουδαία νίκη ήταν σίγουρα δικαιολογημένος. Η ελεύθερη Ελλάδα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου αγκάλιαζε και πάλι μετά από αιώνες υποδούλωσης τις περιοχές της δυτικής, της κεντρικής και της ανατολικής Μακεδονίας.

Σίγουρα η συνθήκη δεν μπορούσε να εκφράσει την απόλυτη δικαίωση, καθώς το ζήτημα της Βόρειας Ηπείρου και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου παρέμενε ανοικτό, ενώ μεγάλα τμήματα του ελληνισμού ζούσαν ακόμη κάτω από βουλγαρική ή οθωμανική κυριαρχία. Αποτελεί, όμως, αναμφισβήτητο γεγονός ότι με τη χάραξη των νέων συνόρων η Ελλάδα σε διάστημα λίγων μηνών σχεδόν διπλασίαζε τα εδάφη της, φθάνοντας από τα 64.000 τ.χλμ. στα 120.000, ενώ ο πληθυσμός της άγγιζε πλέον τα 5.000.000.

Η εδαφική και η πληθυσμιακή αύξηση της νέας Ελλάδας επηρέασε και την οικονομία της δίνοντάς της μια νέα ώθηση. Πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, οι Σέρρες, η Νάουσα, η Κοζάνη και άλλες, αποτελούσαν, χάρη στο εμπορικό και πνευματικό παρελθόν τους, εγγύηση για την ανάπτυξη της χώρας. Η νέα κατάσταση πραγμάτων δικαίωνε τους αγώνες και τις θυσίες του ελληνικού στρατού και του λαού, των οποίων η ομοψυχία και η ομόνοια αποτελούσαν παράγοντα εμπιστοσύνης για το μέλλον.

Η ομοψυχία όμως, αλλά και η ομόνοια γνώρισαν πολλές δοκιμασίες στο επίπεδο της ηγεσίας. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι στρατιωτικές ικανότητες του Κωνσταντίνου και οι πολιτικές του Βενιζέλου αποτέλεσαν τους στυλοβάτες των μεγάλων εθνικών επιτυχιών, η σχέση, όμως, των δύο ανδρών είχε δοκιμασθεί αρκετές φορές και μάλιστα σε πολύ κρίσιμες στιγμές για την Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε ο Βενιζέλος στο Βουκουρέστι, όταν πέτυχε την ανακωχή σώζοντας τον ελληνικό στρατό από την καταστροφή λόγω των στρατιωτικών σφαλμάτων στο μέτωπο.

Επίσης, τον ρόλο του Γενικού Επιτελείου, του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο βασιλιάς και τους έξυπνους διπλωματικούς ελιγμούς του Ελληνα πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου έκλεινε το μεγάλο κεφάλαιο των Βαλκανικών Πολέμων, ένα κεφάλαιο που εύρισκε την Ελλάδα να πολεμά μόνη της από την αρχή ως το τέλος για πρώτη φορά στην ιστορία της και να εξέρχεται θριαμβεύτρια.

Το έπος που έγραψε η Ελλάδα στα μακεδονικά οροπέδια αποτελούσε και το προμήνυμα για τη μελλοντική πορεία της. Ο Βενιζέλος, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, απευθυνόμενος προς τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας, έλεγε και τα εξής: «Και τώρα ας στρέψουμε το βλέμμα μας προς Ανατολάς», δίνοντας, έτσι, το στίγμα της νέας πορείας που θα χάραζε η Ελλάδα.

Προηγούμενο άρθροΟι τρεις πόλεμοι στην Βιρμανία: Βρετανοί εναντίον Βιρμανών
Επόμενο άρθροFord EX: It’s buggy time
Στέλιος Θεοδωρίδης
Είμαι έξω φρενών. Ωστόσο έχω ακόμη σώας τας φρένας. Πλήττω αφόρητα όταν γράφω για συμβατικά θέματα. Πρόκληση για μένα είναι όταν ασχολούμε με την ερευνητική αρθρογραφία και έχω να παραθέσω στοιχεία και πληροφορίες που δεν θα τις βρεις πουθενά αλλού.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ