Συνέδριο Economist: Ευοίωνες οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια

Οι προοπτικές των ελληνικών τραπεζών στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Ν/Α Ευρώπης ήταν το κεντρικό θέμα του ετήσιου Τραπεζικού Φόρουμ του Economist που πραγματοποιείται στην Αθήνα. Οι ελληνικές τράπεζες, έχουν να επιδείξουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως ανέφερε ο υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας Θεόδωρος Πανταλάκης, ενώ έντονα θετικές χαρακτήρισε τις προοπτικές του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και ο πρόεδρος της Εμπορικής Τράπεζας Γιάννης Στουρνάρας.

Κατά το πρώτο εννιάμηνο του 2003 τα προ φόρων κέρδη των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζικών ομίλων αυξήθηκαν κατά 34%, επισήμανε ο κ.Πανταλάκης, εστιάζοντας στα συγκριτικά πλεονεκτήματα των τραπεζών μας. Η οργανική κερδοφορία, τα κέρδη από αμιγώς τραπεζικές εργασίες, βελτιώθηκαν κατά 33% κατά το πρώτο εννιάμηνο του 2003 σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Ο υποδιοικητής της Εθνικής αναφέρθηκε και στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών προς τα ελληνικά νοικοκυριά. Ο τραπεζικός δανεισμός προς τα νοικοκυριά ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει σχετικά χαμηλός, στο 24% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 50% για την ευρωζώνη και άνω του 70% για τις ΗΠΑ. Το συνολικό χρέος των επιχειρήσεων, στο 40% ως ποσοστό του ΑΕΠ, βρίσκεται πολύ κάτω από το 63% του μέσου όρου της ευρωζώνης.

Αναφερόμενος στην εξωστρέφεια των ελληνικών τραπεζών, ο κ. Πανταλάκης αναφέρθηκε στην παρουσία της Εθνικής στα Βαλκάνια. Με συνολικό ενεργητικό ύψους 1,7 δισ. ευρώ στην περιοχή, ο Ομιλος της Εθνικής έχει την πιο εκτεταμένη παρουσία σε σύγκριση με όλους τους διεθνείς ανταγωνιστές στα Βαλκάνια και διαθέτει σήμερα το μεγαλύτερο δίκτυο υποκαταστημάτων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Από το 1990 μέχρι σήμερα, οι συνολικές ελληνικές επενδύσεις που έγιναν στα Βαλκάνια ανέρχονται σε ύψος επτά δισ. ευρώ, από τα οποία περίπου το ένα δέκατο κατευθύνθηκαν στα τραπεζικά συστήματα των χωρών αυτών.

Ενδεικτικά, ο δανεισμός προς τον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται σε ένα συνολικό μέσο όρο ίσο προς 23% του ΑΕΠ, δηλαδή στα δύο πέμπτα του αντίστοιχου ποσοστού της Ελλάδας και στο ένα τέταρτο της Ευρωζώνης. Πρέπει να ξεχωρίσει κανείς την περίπτωση της Κροατίας, της οποίας οι συνολικοί χρηματοπιστωτικοί δείκτες είναι αρκετά κοντά στα ευρωπαϊκά μεγέθη, αλλά και τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, των οποίων η προοπτική ένταξης στην ΕΕ είναι πιο άμεση.

Εντονα θετικές χαρακτήρισε τις προοπτικές του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και ο πρόεδρος της Εμπορικής Τράπεζας Γιάννης Στουρνάρας. Οι λόγοι είναι τέσσερις: Οι ελληνικές τράπεζες εξέρχονται από την διεθνή χρηματιστηριακή κρίση χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια και την φερεγγυότητα τους, αφού διαθέτουν τους υψηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διεθνώς. Οι ελληνικές τράπεζες στηρίζονται στην ελληνική οικονομία που βρίσκεται σε φάση υψηλής οικονομικής ανάπτυξης και διαρθρωτικής προσαρμογής.

Η διείσδυση του χρηματοπιστωτικού τομέα στην οικονομία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πολύ κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική παρουσία στα Βαλκάνια, γεωγραφική περιοχή με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης. Ταυτόχρονα όμως ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, κυρίως την προσαρμογή στα διεθνή λογιστικά πρότυπα και στις νέες ρυθμίσεις της “Βασιλείας ΙΙ”. Επίσης θα πρέπει να διαχειριστούν αποδοτικότερα το λειτουργικό τους κόστος.