Σύντροφος από άλλη χώρα. Σχέση με αλλοδαπό

Σύντροφός από άλλη χώρα. Σχέση με αλλοδαπό

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Όταν ο σύντροφος σου έρχεται από άλλη χώρα και από άλλη κουλτούρα, είναι πολύ εύκολο κάποια στιγμή να χαθείτε τελείως στη μετάφραση. Πράγμα που, ενίοτε, είναι πολύ καλό.

Όταν ο φίλος μου ο Χάρης γύρισε στην Ελλάδα μετά από ταξίδι έξι μηνών στην Ταϊλάνδη, ήρθε σπίτι μου να γνωρίσει το μέλλοντα σύζυγό μου. Αφού του έδειξα τις φωτογραφίες από τις εκδρομές μας, του γνώρισα και τις μέλλουσες κουνιάδες μου, που πέρασαν από το σπίτι για να μας πουν ένα «γεια», τον κέρασα ρούμι και του έβαλα το τελευταίο CD που μας είχε έρθει ταχυδρομικώς από την Κούβα. O Χάρης, μετά από μιάμιση ώρα σιωπής, είπε ξαφνικά: «Αισθάνομαι πως η φίλη μου ζει στο εξωτερικό».

Δεν είχε και άδικο. Στο σπίτι μου μιλάμε άλλη γλώσσα, ακούμε άλλη μουσική, βλέπουμε στην τηλεόραση -από δορυφόρο- κάτι παράξενα κανάλια, μαγειρεύουμε μια παράξενη μίξη κουζίνας και γενικώς ζούμε σε μια παράλληλη πραγματικότητα, αφού η πόρτα μας αποτελεί το σύνορο προς μια άλλη χώρα. Κάθε μέρα που επιστρέφω από το γραφείο στο σπίτι, με το που την ανοίγω , το μυαλό μου πρέπει να αλλάξει δισκέτα και να αρχίσει να σκέφτεται και να μιλάει σε άλλη γλώσσα, καθώς ο σύντροφός μου είναι αλλοδαπός.

Και μάλιστα από πολύ μακριά. Όχι μόνο χιλιομετρικά αλλά και πολιτισμικά. Από τόσο μακριά, που δεν ξέρει τον Σούπερμαν και τον Σπάιντερμαν (τον Αστερίξ, ναι, τον ξέρει, τον είδε πέρσι στην ταινία), δεν ξέρει την Πέγκυ Ζήνα -ευτυχώς για μένα-, δεν ξέρει τον Ταρκόφσκι και τον Μπέργκμαν -ευτυχώς για εκείνον- και δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει «μεταλλαγμένα τρόφιμα».

Μη μου βγάζεις γλώσσα

Το πρόβλημά μας κατ’ αρχάς με τη γλώσσα άρχισε από το πρώτο βράδυ που γνωριστήκαμε. Συνέβησαν τραγελαφικά στην προσπάθειά μας να εκδηλώσουμε το ενδιαφέρον μας ο ένας για τον άλλο. Και όταν τα πράγματα σοβάρεψαν και έπρεπε να εκφράσουμε τι αισθανόμαστε ο ένας για τον άλλο, έγιναν ακόμη χειρότερα.

Στη δική μου χώρα λέω «σε θέλω» για να τον ρίξω στο κρεβάτι, στη δική του χρησιμοποιούν αυτή τη λέξη για να ευχηθούν κάτι σε κάποιον. Στη δική μου χώρα το «σε αγαπώ» το λέω ακόμη και στο γάτο μου, στη δική του το λέει μόνο ένα ζευγάρι μεταξύ του όταν είναι ερωτευμένο. Στη δική μου χώρα «ερωτευμένος» σημαίνει καψούρης, στη δική του κάτι βαθύ και αληθινό, που έρχεται μετά από πολύ καιρό.

Την ώρα που του σύστηνα τον Χάρη, ο μέλλων σύζυγός μου του έδωσε το χέρι του λέγοντάς μου: «Φιλάκι;». Αντανακλαστικά εγώ έσκυψα, ή μάλλον τεντώθηκα προς τα πάνω (καθ’ ότι 1,95), σούφρωσα τα χείλη και έκλεισα τα μάτια. Δε συνέβη τίποτα. Όταν τα ξανάνοιξα, ο Αλφρέδο με κοίταζε παραξενεμένος. Και τότε μόνο κατάλαβα. «Φιλαράκι;» ήθελε να ρωτήσει.

Το γλωσσικό πρόβλημα συνεχίζεται και σε άλλους τομείς – και να σκεφτείς ότι μιλάω τη γλώσσα του αρκετά καλά. (Εκείνος τώρα μαθαίνει τη δική μου.) Κάτι που μπορεί να έχει και πλάκα, αλλά και να μας βάλει σε μπελάδες. Όταν για παράδειγμα μου κοπανάει τις βαριές κουβέντες που είπα χθες την ώρα που βριζόμασταν, κάνω πολύ άνετα τη χαζή και τα μπουρδουκλώνω: «Συγνώμη, δεν ήθελα να πω «γουρούνι», έψαχνα τη λέξη «πιρούνι».

Συγνώμη, δεν ήξερα πως στη δική σας γλώσσα η λέξη «γουρούνι» έχει τόσο κακή έννοια, στη δική μας σημαίνει «τζουτζούκος» / Αποκλείεται να είπα εγώ τη λέξη “γουρούνι”, δεν την κάναμε στην τάξη ποτέ». Από την άλλη, μπορεί εκείνος να σε αποκαλέσει με μια λέξη που στη δική σου γλώσσα όντως σημαίνει κάτι κακό, αλλά στη δική του τη χρησιμοποιούν με πολύ καλή έννοια, αλλά άμα δεν το ξέρεις, άντε να ψάξει τρύπα να κρυφτεί ο άνθρωπος – πράγμα που μας συνέβη προσφάτως και έκτοτε κάναμε μια λίστα με τις απαγορευμένες στο σπίτι λέξεις.

Ένα βράδυ, μετά τη δουλειά, με ρώτησε τι σημαίνει «μανάρι μου, τι θα σου κάνω απόψε». Τον ρώτησα με γουρλωμένο μάτι πού το άκουσε και αθώα μού αποκάλυψε πως του το έλεγε μια πελάτισσα εκεί που δουλεύει κι εκείνος της απαντούσε συνέχεια «ναι», γιατί δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Και ένα μεσημέρι, εκεί που περπατάγαμε χεράκι χεράκι, μου φώναξε: «Προχώρα, γυναίκα!». Πήρα τηλέφωνο την αδελφή μου, σίγουρα εκείνη ήταν ο ένοχος.

O έρωτας περνάει και από το στομάχι

Εκτός από τα λεκτικά προβλήματα, υπάρχουν και τα γαστρονομικά. Πριν λίγες ημέρες, την ώρα που στεκόμουν στα γραφικά σοκάκια του Ναυπλίου μούσκεμα, καθ’ ότι έβρεχε, και προσπαθούσα να διαλέξω σε ποια από τις τρεις υπάρχουσες παραδοσιακές ταβέρνες θα μπούμε να φάμε χταποδάκι, έκανα το λάθος να φανώ ευγενική και να τον ρωτήσω αν προτιμάει το χταπόδι του ψητό στα κάρβουνα, κρασάτο ή ξιδάτο, καταβάλλοντας εξαιρετικές προσπάθειες να μεταφράσω το κάθε πιάτο – στη χώρα του δεν τρώνε το χταπόδι, όπως εμείς δεν τρώμε τις ακρίδες. Η απάντηση που πήρα ήταν «θέλω λαζάνια».

Δεν θυμάμαι αν τον είπα «γουρούνι» ή «πιρούνι», γιατί εκείνη τη στιγμή τα είδα λίγο κόκκινα. Έφταιγε το ότι υπέμεινα καρτερικά χιόνια, καταιγίδες, πολικό κρύο και χιονίστρες αυτόν τον ατέλειωτο ρημαδοχειμώνα, ονειρευόμενη την ώρα και τη στιγμή που θα τελειώσει για να κάτσω στο ταβερνάκι δίπλα στη θάλασσα να φάω ένα ρημαδοχτάποδο με ουζάκι, κι ας έβρεχε, δεν πειράζει.

Σε έξαλλη κατάσταση και στάζοντας σαν παπί, βρήκα ένα ιταλικό εστιατόριο, το καλύτερο της πόλης απ’ ό,τι μας πληροφόρησαν, και όταν έκατσα τελικά στο τραπέζι και είδα τον κατάλογο, βούρκωσα. Bye bye αγαπημένο χταπόδι, καλησπέρα κυρία πίτσα «στις τρεις, οι δυόμισι δώρο». Ανακοίνωσα στον Αλφρέδο πως λαζάνια εδώ δεν έχει και να διαλέξει κάτι παραπλήσιο. «Τότε θα φάω σούπα κρέμα από τυρί». Νομίζω πως τότε μου κάηκε ο εγκέφαλος.

Αφού μας χώρισαν οι σερβιτόροι, προσπάθησα να του εξηγήσω, αφενός, πως η σούπα κρέμα από τυρί δεν είναι ιταλικό φαγητό αλλά κουβανέζικο, πως τη σούπα κρέμα από τυρί στην Ελλάδα τη λένε μπεσαμέλ και τη βάζουν στο παστίτσιο, πάντως δεν την τρώνε για σούπα, και πως στη χώρα μας το χταπόδι είναι ιερό πράγμα και πως το καλοκαίρι τρώμε όλοι εδώ σε ταβέρνες και «άι σιχτίρ, πήγαινε στην Αβάνα να φας αραιωμένη μπεσαμέλ με κρεμμύδι και τυρί» (παρεμπιπτόντως, έτσι γίνεται η σούπα κρέμα από τυρί).

Εκείνος μου απάντησε πως το χταπόδι δε σήμαινε τίποτα για αυτόν και γενικά έβρισκε το ελληνικό φαγητό πολύ χάλια και «άι σιχτίρ με το κώλυμα των Ελλήνων με το φαγητό, χάλια είναι η πίτα από το σουβλάκι». Συμφιλιωθήκαμε. Για να εξιλεωθεί για τον τσακωμό, το άλλο μεσημέρι με πήγε να φάμε στη λιακάδα χταποδάκι ψητό στα κάρβουνα. Κάθισα, το παράγγειλα, το χταπόδι ήρθε, έσταξα λίγο ούζο στο ποτήρι μου, γύρισα να χτυπήσω ένα πλοκάμι και το πιρούνι έμεινε μετέωρο στον αέρα. Το χταπόδι δεν υπήρχε πια. Κανένα από τα τέσσερα πλοκάμια. Κοίταξα τον Αλφρέδο. Χαμογέλασε μπουκωμένος, «χάλια το ελληνικό φαΐ, ε;».

Το Πάσχα, για να συμβιβαστούμε, το κατσικάκι με τις πατάτες στο φούρνο συνοδεύτηκε με ρύζι, φασόλια και σαλάτα αβοκάντο. Συγνώμη, γιαγιάκα, για την ιεροσυλία, αλλά κι εσύ έπρεπε να είχες σκεφτεί πως αν ανακατέψεις ένα πιάτο φακές με ένα πιάτο ρύζι, είναι ακόμη πιο νόστιμες και δε θέλουν και κουτάλι για να τις φας.

O φωτεινός παντογνώστης

Το μόνο πρόβλημα που δεν έχουμε λύσει ακόμα είναι πως δεν μπορώ να δω κάθε Δευτέρα τις Σαββατογεννημένες, αφού ο Αλφρέδο δεν καταλαβαίνει τίποτα και σκυλοβαριέται, κι εκείνος δεν μπορεί να δει το μπέιζμπολ στο κουβανέζικο κανάλι, αφού εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα και βαριέμαι. Στο βιντεοκλάμπ τα DVD έχουν ουγγρικούς και αραβικούς υπότιτλους, αλλά οι ισπανικοί σπανίζουν. Στο τελευταίο DVD που νοικιάσαμε, ο μόνος συνδυασμός που βρήκαμε για να μείνουμε και οι δύο ευχαριστημένοι ήταν να δούμε τον Τζορτζ Κλούνεϊ μεταγλωττισμένο στα ισπανικά με αγγλικούς υπότιτλους.

Στην τελευταία μας επίσκεψη στην Πλάκα ο Αλφρέδο αποφάσισε να αγοράσει σουβενίρ για να στείλει σ’ όλο του το σόι. Πήρε: ένα τασάκι με την Ακρόπολη σταμπωτή επάνω σε χρυσό που έγραφε «Σουβενίρ ντ’ Ατέν», μια Αφροδίτη του Μποτιτσέλι (μάλλιασε η γλώσσα μου να του λέω πως δεν είναι η αρχαία, αλλά του άρεσε), δύο T-shirts με χρυσούς σταμπωτούς μαιάνδρους και ένα ερυθρόμορφο αγγείο που απεικόνιζε τον Πρίαπο να κυνηγάει μια νύμφη.

Του δήλωσα πως είναι όλα πολύ χάλια, πολύ κιτς και πολύ τουριστικά. «Σαν το σπίτι μας» μου απάντησε, σχολιάζοντας τα σουβενίρ που έχω αγοράσει από την παλιά Αβάνα (το αντίστοιχο της Πλάκας στην Κούβα) και τα έχω αραδιάσει στους τοίχους και τα ράφια μας. Τότε μόνο συνειδητοποίησα πως μπορεί το σπίτι μου να φαίνεται εξωτικό στους φίλους και γνωστούς μου, αλλά σε εκείνον φαίνεται σαν τουριστικό μαγαζί με σουβενίρ. Φυσικά, έβαλα τα γέλια και αφαίρεσα μερικά από τα διακοσμητικά όταν επιστρέψαμε σπίτι.

Όπως κατάλαβες, κάνω και την ξεναγό και την αρχαιολόγο και την ιστορικό αλλά και τη φιλόλογο, αφού ανέλαβα να τον ξεναγήσω στις ομορφιές της πατρίδας μας και να του μάθω την πανεύκολη και βατή για όλους γλώσσα μας. Με αποτέλεσμα να απαντώ αέναα σε χιλιάδες ερωτήσεις την ημέρα. Τώρα κατάλαβα γιατί ο μπαμπάς μου δεν ήθελε με τίποτα να γίνω καθηγήτρια σαν εκείνον.

Έχω κληθεί να αναλύσω τη διαφορά της ονομαστικής από την αιτιατική, από τι πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος, πως το ‘Aγιο Φως ανάβει μόνο του στον Πανάγιο Τάφο, γιατί τα αρχαία ελληνικά αγάλματα έχουν σπασμένες τις μύτες (αυτό ευτυχώς μου το έμαθε ο μπαμπάς), γιατί στην Ελλάδα έχουμε δύο θρησκείες και είμαστε και χριστιανοί και ορθόδοξοι, γιατί Β.C. σημαίνει Βefore Christ (προ Χριστού, δηλαδή) και όχι Βefore Colombus (προ Κολόμβου) και γιατί η Αθήνα δεν προφέρεται το ίδιο με την Αθηνά, που στο κάτω κάτω ήταν προστάτιδά της. Τελικά του έμαθα τη φράση «γιατί η γάτα έχει ένα αφτί» και ησύχασα.

Τα καλά της σχέσης με αλλοδαπό

  • Oι μαμάδες μας δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. ‘Aρα συμπαθιούνται.
  • Η μαμά μου δεν μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του παρά μόνο με μεταφραστή, δηλαδή εμένα. ‘Aρα τον συμπαθεί.
  • Μαθαίνεις μια ξένη γλώσσα τέλεια.
  • Του μαθαίνεις να λέει αυτά που αρέσουν σε εσένα στο κρεβάτι.
  • Στο κρεβάτι μπορείς πιο άνετα να εκφράσεις όλα τα καταπιεσμένα βρομόλογα που κρύβεις μέσα σου, όταν τα λες σε ξένη γλώσσα.
  • Τα παιδιά σας γίνονται δίγλωσσα και γλιτώνεις τα λεφτά για τα φροντιστήρια.
  • Δεν παίρνεις τόσο βαριά τις βαριές κουβέντες που σου λέει.
  • Η ράτσα ανανεώνεται, ήτοι τα παιδιά σας βγαίνουν κουκλιά και υγιέστατα.
  • Ξαναθυμάσαι ότι είσαι Ελληνίδα.
  • Σκέφτεσαι δύο φορές πριν μιλήσεις, αφού πρέπει στο μεταξύ να κάνεις μετάφραση όσων θέλεις να του πεις.
  • Μπορείς να τον βρίζεις άνετα στη γλώσσα σου.
  • Δεν μπορεί να συγκρίνει την κουζίνα σου με της μαμάς του.
  • Δε σε καταλαβαίνει όταν μιλάς στο τηλέφωνο με τις φίλες σου γι’ αυτόν.
Προηγούμενο άρθροΚάνε την πάπια. Άσ’ τον να νιώσει επιβήτορας
Επόμενο άρθροRenault Megane TCe 1.4 vs Seat Leon 1.4 TSI
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας