Τα είχα, αλλά τα χάλασα. Τι να κάνεις για να συνέλθεις

Τα είχα, αλλά τα χάλασα. Τι να κάνεις για να συνέλθεις

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Η ζωή μου έχει σταματήσει εδώ και δύο εβδομάδες. Από τότε που σαν τον πρόσφυγα μάζεψα όλο τον κόσμο μου σε μια τσάντα και δυο σακούλες σκουπιδιών και συμμορφώθηκα με τα ασφαλιστικά μέτρα που εκείνος μου επέβαλε. Από τότε δε ζω, απλώς αναπνέω…

Πάνε δύο εβδομάδες. Για την ακρίβεια δεκατρείς μέρες, τέσσερις ώρες και δώδεκα περίπου λεπτά. O χρόνος -ο δικός μου χρόνος- κινείται τώρα με ρυθμό ταινίας του Αγγελόπουλου, εκεί που δε μου έφτανε να του τον αφιερώνω. Όλη μου η ζωή είναι σαν να έχει συρρικνωθεί σ’ αυτό το τρίμηνο που πέρασα μαζί του και τελειώνει εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Πριν δεκατρείς μέρες, τέσσερις ώρες και δεκαεπτά περίπου λεπτά. Τίποτε άλλο δεν υπάρχει παρά αυτός. Η έλλειψη αυτού.

Από τη στιγμή που μου είπε ότι αισθανόταν πιεσμένος κι ότι ήθελε λίγο χρόνο για τον εαυτό του κι εγώ έδειξα κατανόηση, προσπαθώντας να του αναλύσω τη δυναμική της σχέσης μας και να του εξηγήσω πόσο φυσικός είναι ο φόβος της δέσμευσης μπροστά στο απόλυτο, όλα πήραν αντίθετη τροπή. Έκανε σαν να μην άκουγε αυτά που του έλεγα, που του εξηγούσα πόσο σημαντική είναι η ρουτίνα στη ζωή ενός ζευγαριού και πόσο ουτοπική είναι η φυγή από μια τέλεια -σαν τη δική μας- σχέση και επέμενε ότι πρέπει να δώσουμε χώρο στον εαυτό μας.

Sorry, αφού εγώ δεν έχω εαυτό και ό,τι έχω είναι δικό του. Μάταια όμως του το εξηγούσα. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Στο τέλος πήγε στην ντουλάπα, άνοιξε το συρτάρι μου, πέταξε όλα τα ρούχα μου στο κρεβάτι και θυμωμένος μου είπε να φύγω.

Έφυγα κλαίγοντας -άφησα πίσω επίτηδες ένα βιβλίο, μια κολόνια, ένα βρακί και τις παντόφλες μου, για να έχω λόγο επικοινωνίας- και ήρθα στο σπίτι. Από εκείνη τη στιγμή είμαι βυθισμένη στο κενό μου, κοιτάζω το ταβάνι και κάνω τα αναγκαία για να κρατιέμαι στη ζωή. Την περίληψη πλέον της ζωής μου. Στη δουλειά μου πηγαίνω κι έρχομαι μηχανικά, ανταποκρίνομαι υποτυπωδώς, ξεχνάω να φάω, ξεχνάω να κάνω ακόμη και μπάνιο.

Δεν αντέχω να μην σε έχω

Σέρνομαι μέσα στο σπίτι σαν κλοσάρ, με το τηλέφωνο-προέκταση του χεριού μου σε ρόλο πολύτιμου αξεσουάρ, ξέροντας πως μόνο αυτό μπορεί να με λυτρώσει από το δράμα μου. Το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ και να ξυπνήσω πάλι στην αγκαλιά του. Όμως βρικολακιάζω μέχρι το ξημέρωμα κι όταν με παίρνει για λίγα λεπτά ο ύπνος τινάζομαι ξαφνικά, σαν τζάνκι που δεν έχει πάρει τη δόση του, από κάποιον εφιάλτη -χθες είδα ότι μου έσφαξε τη γάτα, την έβρασε και μετά την έφαγε- και νιώθω έναν ακαθόριστο σωματικό πόνο, ένα σφίξιμο στο στομάχι κι έναν κόμπο στο λαιμό. Όλα αυτά με ακολουθούν και την ημέρα.

Δε θέλω να μιλάω καθόλου, εκτός αν μιλάω γι’ αυτόν. Κάθε πράγμα μού τον θυμίζει. Έρχεται π.χ. μια φίλη μου στο σπίτι για καφέ, ζητάει χυμό πορτοκάλι κι αμέσως σκέφτομαι το πορτοκαλί πουλόβερ που φορούσε πριν από είκοσι δύο μέρες στην εκδρομή στη Χαλκίδα και μελαγχολώ. Oτιδήποτε γύρω μου είναι μία ακόμη αφορμή για να τον σκέφτομαι. Βλέπω σε μια διαφήμιση μια γυναίκα να μαγειρεύει στην καινούρια της κουζίνα, αυτομάτως σκέφτομαι ότι το κάνει για έναν άντρα και το μυαλό μου τρέχει πάλι σ’ αυτόν.

Είμαι σίγουρη ότι έχω αποκλειστικότητα στον πόνο. Με εκνευρίζουν όλοι οι φίλοι μου που μου λένε ότι υπάρχουν και χειρότερα, γιατί δεν έχουν ιδέα για το τι ζούσαμε μαζί. Δεν μπορούν να καταλάβουν ότι δε με αφορούν άλλα δράματα -όπως διαλυμένοι γάμοι, μακροχρόνιες σχέσεις που τελειώνουν από μεγαλύτερες προδοσίες- γιατί αυτό που νιώθω δεν είναι αντικειμενικό. Μόνο εγώ αισθάνομαι έτσι.

Εύχομαι να γίνει κάτι και να τελειώσουν όλα. Να μου επιτεθεί κάποιος στο δρόμο, να με σκοτώσει και να ηρεμήσω. Ή να πέσω σε λήθαργο και να ξυπνήσω μόνο όταν αυτός θα έχει έρθει δίπλα μου. Και μετά ας κοιμόμαστε συνέχεια. Δε με νοιάζει αν θα κάνω τίποτα μαζί του, απλά να νιώθω τη ζεστασιά του.

Άγρυπνη στην Αθήνα

Oι φίλοι του με πληγώνουν που υπάρχουν. Γιατί εξακολουθούν να είναι κομμάτι της ζωής του. Ακόμη κι ο περιπτεράς του έχει περισσότερα δικαιώματα σ’ εκείνον από μένα. Έχει το προνόμιο να του λέει κάθε πρωί «καλημέρα». Εγώ ούτε αυτό.

Δεν έχω όρεξη ούτε για ψώνια. Με τράβηξαν οι φίλες μου με το ζόρι να ψάξουμε για μαγιό και δεν πήρα τίποτα. Τι νόημα έχει αφού αυτός δε θα το δει. Εξακολουθώ να μένω άγρυπνη, μέχρι που μουλιάζω το μαξιλάρι από το κλάμα και με βαριά τα βλέφαρα με παίρνει ο ύπνος. Δε με νοιάζει που μου λένε ότι δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, γιατί ήρθε του δικού μου και του δικού του. Κι εγώ δε θέλω άλλον κόσμο. Αν περάσουν 21 μέρες, λένε, φεύγει η μεγάλη εξάρτηση. Από ναρκωτικά, τσιγάρο, άντρα. Εμένα μου φουντώνει, γιατί αυτό δεν ισχύει αν δε θέλεις να σου περάσει.

Δεν θέλω να μου περάσει. Ακόμη κι ο πόνος που νιώθω είναι ο δικός του πόνος, είναι δικός του και τον αγαπάω. Τελεία. Δεν άντεξα και τον πήρα τηλέφωνο. Ήταν ψυχρός και λακωνικός. Μου είπε ότι δουλεύει πολύ και ότι έφυγε το Σαββατοκύριακο. Μπορεί να ζει χωρίς εμένα και να κάνει και σχέδια. Ξαφνικά κατάλαβα ότι μισώ το γέλιο του. Δε θέλω να γελάει. Μόνο μαζί μου έπρεπε να γελάει.

Έγινα τσιμπούρι στους φίλους του. Πηγαίνω στο σπίτι του παιδικού του φίλου και παίζουμε τάβλι, ενώ κάνω την άνετη. Όταν έρχεται η κουβέντα σ’ εκείνον, παριστάνω ότι δε μου καίγεται καρφί. Προχθές πήρε τηλέφωνο όσο ήμουν εκεί και ενώ το έμαθε, δε ζήτησε να μου μιλήσει κι εγώ έβαλα ξαφνικά τα κλάματα και έκλαιγα μιάμιση ώρα.

O φίλος του δεν ήξερε τι να κάνει για να με ηρεμήσει. Του ζήτησα να μου πει ιστορίες για τις πρώην του φίλου μου και να τις βρίζουμε. Μετά έφυγα και πήγα κάτω από το σπίτι του προσπαθώντας να καταλάβω αν έχει κόσμο από τα φώτα. Συγκρατήθηκα και δε χτύπησα το κουδούνι.

Όλα είναι ίδια αν δε μ’ αγαπάς

Γύρισα στο σπίτι και αποφάσισα να προφασιστώ -από δω και στο εξής- ότι είμαστε ακόμα μαζί, ελπίζοντας πως έτσι δε θα πονάω τόσο. Έφτιαξα ένα σενάριο στο μυαλό μου, ότι τάχα έχει πάει ταξίδι και δεν μπορεί να με παίρνει συχνά τηλέφωνο. Δεν αλλάζει και πολύ την κατάστασή μου, απλά με ηρεμεί λιγάκι, γιατί αυτό με κάνει να νιώθω κοντά του.

Τώρα σκέφτομαι αν τον συναντήσω τι θα φοράω, τι θα του πω και πώς θα έχω τα μαλλιά μου. Του άρεσαν πολύ τα μαλλιά μου, γι’ αυτό πηγαίνω δύο φορές την εβδομάδα στο κομμωτήριο. Σαν φόρο τιμής. Κατά τ’ άλλα δεν κάνω τίποτα για τον εαυτό μου. Oύτε τρώω τίποτα. Το ψυγείο μού μυρίζει. Έχω χάσει έξι κιλά. Τον παίρνω τηλέφωνο και το κλείνω συνέχεια, κι όχι για φάρσα.

Μου αρκεί που τον ακούω. Όταν άκουσα τη φωνή μιας γυναίκας, έπεισα τον εαυτό μου ότι ήταν η παραδουλεύτρα που πηγαίνει τις Τετάρτες. Βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου, π.χ. αν βρέξει αύριο, θα με πάρει τηλέφωνο, αν με πιάσει κόκκινο στο φανάρι, δε θα με πάρει. Το ανησυχητικό είναι πως, είτε το πετυχαίνω είτε όχι, κοροϊδεύω τον εαυτό μου πως πάντα βγαίνει ότι θα με πάρει και κάθομαι με προσμονή πάνω από το τηλέφωνο. Στο τέλος τσαντίζομαι, σαν να μου το είχε υποσχεθεί και μετά με έφτυσε.

Σήμερα το πρωί που πήγα στο σουπερμάρκετ, δεν είχαν τον καφέ που πίνω κι έβαλα τα κλάματα. Γύρισα σπίτι και ένιωσα πάλι την κατάθλιψη αυτή να μου τρώει τη ζωή. Τίποτα δε μου πάει καλά. Σαν να έχουν όλοι συνεννοηθεί να με τρελάνουν. Και δε φτάνει αυτό με τον καφέ, χάλασε κι ο θερμοσίφωνας. Είμαι σίγουρη ότι κάτι μεταφυσικό μού συμβαίνει και με πάει πίσω. Oι φίλες μου με ρωτάνε τι περιμένω να γίνει και λέω πολύ φυσικά:

«Να καταλάβει ότι του λείπω, ότι είναι δυστυχισμένος μακριά μου κι ότι με θέλει». Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω μπροστά μου, τα ανοίγω και νομίζω ότι όλοι τού μοιάζουν: τα γκαρσόνια, οι περαστικοί, οι ταξιτζήδες. Ό,τι κουβέντα γίνεται νομίζω ότι είναι σχετική μ’ αυτόν. Με νοιάζει να μιλάω μόνο με ανθρώπους που μπορεί να τον ξέρουν. Ένας συνάδελφος μου αποκάλυψε ότι δούλευε πριν στην εταιρεία όπου είναι κι αυτός και αισθάνθηκα σαν συγγενής του. Τον ρώταγα όλο για τη δουλειά του κι ένιωθα σαν να ήμουν κοντά του.

Ένα σκαλί πριν το Δαφνί

Πριν από τρεις μέρες πήγα για φαγητό μόνη μου στο εστιατόριο που πηγαίναμε μαζί. Κάθισα στο ίδιο τραπέζι και προσποιούμουν ότι τον περίμενα. Μετά από μία ώρα ζήτησα το λογαριασμό και γύρισα τσαντισμένη σπίτι.

Χθες βγήκα με δύο φίλες μου και πήγαμε σε ένα μπαρ, όπου συναντήσαμε άλλους τρεις φίλους. Ξαφνικά ένιωσα σαν να μου έσφιγγε μέγγενη το κεφάλι, με έπιασε αγοραφοβία -τι δουλειά είχα εγώ ανάμεσα σε τόσους ξένους-, είπα ότι θα πήγαινα στην τουαλέτα κι εξαφανίστηκα. Τώρα νιώθω ότι εγώ φταίω, γιατί δεν το χειρίστηκα καλά το θέμα. Αν όταν μου είπε ότι δε με ήθελε πια, δεν έφευγα βάζοντας τα κλάματα και καθόμουν να παλέψω τη σχέση, κάνοντας ξανά μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση, θα ήμασταν ακόμα μαζί. Το ξέρω.

Αποφάσισα να τον πάρω κανονικά τηλέφωνο -χωρίς να το κλείσω- και να του πω ότι θέλω να του μιλήσω. Θα πήγαινα από εκεί και θα ήμουν όμορφη, ποθητή και χαρούμενη. Θα του έλεγα πως δε με ένοιαζε αν δε με ήθελε και πολύ -μου αρκεί λίγο- και θα τον έκανα να ξετυφλωθεί και να ανακαλύψει τις χάρες μου. Μια ευκαιρία μόνο ζητούσα, γιατί να μου την αρνηθεί; Τον πήρα, το σήκωσε, μου είπε ότι έχει δουλειά και το έκλεισε βιαστικά. Τον ξαναπήρα, το σήκωσε μια κοπέλα -αποκλείεται να ήταν η καθαρίστρια, γιατί ήταν Κυριακή βράδυ- και μου είπε ότι ήταν στο μπάνιο.

Μετά από δέκα λεπτά ξαναπήρα. Δεν μπορεί εγώ να του έχω αφιερώσει όλη μου τη ζωή κι εκείνος να μην έχει χρόνο να με ακούσει πέντε λεπτά. Ήρθε εκνευρισμένος και σχεδόν με έβρισε. Εμένα, που εδώ και τόσο καιρό τον έχω έννοια: αν τρώει, αν κοιμάται, αν κάνει έρωτα. Κι αυτό το τελευταίο ακόμη μπορώ να του το συγχωρέσω, αν τον έκανε να δει την αλήθεια και να γυρίσει κοντά μου.

Μέχρι τώρα ήμουν ανίκανη να θυμώσω μαζί του, πάντα τον δικαιολογούσα, και μέσα μου και στους φίλους μου που τον κατηγορούσαν, λες και θα έπαιρνα εγώ δύναμη απ’ αυτό. Δεν μπορώ να το πιστέψω όμως ότι μου φέρθηκε έτσι. Σ’ εμένα, τη γυναίκα της ζωής του.

Καλημέρα ζωή

Σήμερα -τρεις εβδομάδες, επτά ώρες και τρία λεπτά μετά- πήγα σινεμά με μια φίλη μου. Δεν ισχυρίζομαι ότι στο διάλειμμα δεν έψαξα να τον βρω ούτε ότι δεν αφαιρούμουν κατά τη διάρκεια της ταινίας, αλλά τα κατάφερα να τη δω όλη χωρίς να με πιάσει αυτό το αμόκ και να φύγω. Αρχίζω να τρώω πάλι, έστω με το ζόρι. Η φίλη μου η Μαρία έβγαλε εισιτήρια για Μάλτα.

Πήγα. Τρεις μέρες κατατονίας με σπάνια διαλείμματα κανονικής διάθεσης. Με έπιανε μελαγχολία, αφού σκεφτόμουν ότι εκεί ήθελα να είμαι μόνο μαζί του. Του πήρα και δώρο, ξέροντας ότι μάλλον δε θα του το δώσω ποτέ, και το έβαλα μαζί με τις φωτογραφίες μας, τα εισιτήρια του θεάτρου και την μπλούζα που μου είχε χαρίσει.

Γύρισα και η Μαρία δε με άφησε να πάρω ανάσα. Ήρθε σπίτι μου και ήταν όλη την ώρα μαζί μου. Το Σάββατο πήγαμε σε ένα φιλικό σπίτι. Oι άλλοι γελούσαν, εγώ όχι, τουλάχιστον όμως καθόμουν μαζί τους. Τώρα ένιωθα ένα κενό. Μια ακαθόριστη θλίψη που μου υπενθύμιζε ότι αυτός δεν ήταν εδώ, αλλά δεν ήταν πια επιθετική όπως πριν.

Oύτε έκλαιγα πια, απλώς υπήρχα. Ξανάρχισα τη γυμναστική. Εκεί είναι κάποιος που μου κολλάει καιρό και, μολονότι αυτή τη φορά μού φάνηκε πιο «λίγος» από ποτέ, μου έλεγε μπούρδες και γέλασα. Περίεργο, νόμιζα ότι είχα ξεχάσει να γελάω…

Δε με νοιάζει που μου λένε ότι δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, γιατί ήρθε του δικού μου και του δικού του. Κι εγώ δε θέλω άλλον κόσμο.

Τι να κάνεις για να συνέλθεις

  • Απασχολήσου με δουλειά.
  • Να είσαι συνέχεια με φίλους δικούς σου.
  • Μη βλέπεις δικούς του φίλους μέχρι να «αναρρώσεις».
  • Εξαφάνισε τα ενθύμια και τις φωτογραφίες.
  • Να σκέφτεσαι άλλους ανθρώπους γύρω σου που έχουν περάσει χειρότερα.
  • Πήγαινε εκδρομές ή ταξίδια, για να αλλάξεις παραστάσεις.
  • Άλλαξε χτένισμα, ρούχα και συνήθειες, ώστε να αποφύγεις τους συνειρμούς.
  • Παρηγορήσου με τη σκέψη πως τουλάχιστον είσαι υγιής.
Προηγούμενο άρθροΈρωτας, φαγητό και ελεημοσύνη, το τρίπτυχο της ευτυχίας
Επόμενο άρθροThe Kingsmen & The Ventures. Πληροφορίες
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας