Τα καλύτερά μας χρόνια

Τα καλύτερά μας χρόνια

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Αγόρι γνωρίζει κορίτσι, κορίτσι γνωρίζει αγόρι, ερωτεύονται, βαριούνται, χωρίζουν, τελεία. Μακάρι να ήταν πάντα τόσο απλό.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή σου που σου τυχαίνει κάτι τόσο αλλόκοτο, ώστε δεν είσαι σίγουρη αν πραγματικά το έζησες ή το φαντάστηκες. Όπως το να σου κάνει πρόταση γάμου ένας παλιός συμμαθητής σου, που «τα είχατε» στο γυμνάσιο και είχες να ακούσεις νέα του περίπου δεκαπέντε χρόνια. Όταν ο Λεωνίδας μού πρότεινε χωρίς περιστροφές να τον παντρευτώ, δεν ήξερα τι να κάνω, να τον θαυμάσω για το θάρρος του ή να απορήσω με το θράσος του. Πραγματικά, πίστευε τόσο πολύ στα παραμύθια; Του είπα πως ήμουν με κάποιον άλλον, αλλά εκείνος επέμεινε. Του είπα πως δεν παντρεύονται έτσι οι άνθρωποι, με βάση μόνο μια θολή, διαστρεβλωμένη ανάμνηση, εκείνος όμως άρχισε να μου διηγείται, λες και δεν είχε ακούσει τίποτα, πως ήταν με μια κοπέλα για πολύ πολύ καιρό, αλλά χώρισε -«είναι οριστικό»- και ότι εμείς, το ήξερε από πάντα, ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.

Με ξαναπήρε πολλές φορές τηλέφωνο μετά από εκείνο το παράξενο βράδυ. Πότε απαντούσα, πότε όχι, ώσπου στο τέλος δεν άντεξα την πίεση και σχεδόν τον έβρισα. Πέρασαν δύο χρόνια. Εμφανίστηκε τον προηγούμενο μήνα, να δει τι κάνω. Με μια ανάσα τού ανακοίνωσα ότι παντρεύτηκα αυτόν με τον οποίο ήμουν πριν δύο χρόνια. Μετά από μια σύντομη παύση, μου είπε τις ευχές του. Κι εκείνος ήταν μια χαρά με την κοπέλα του. «Α, βρήκες καινούρια; Μπράβο» του απαντάω. «Ποια καινούρια; Όχι, όχι, την ίδια, την Αμαλία, είμαστε μαζί οκτώ χρόνια τώρα». Σιωπή. «Μα δεν είχατε χωρίσει;» «Ε, καλά, αυτό ήταν για λίγο. Δεν ήταν τίποτα σοβαρό» (τίποτα σοβαρό, απλώς ζήτησες σε γάμο μια άλλη γυναίκα στο μεταξύ, την οποία είχες να δεις από τότε που είχε τα μαλλιά της χαίτη).

Δεν το σχολίασα, δεν είχε καμία σημασία άλλωστε, ο καθένας τράβηξε το δρόμο του, δεν τον τράβηξε; Κι εγώ είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να κρίνει αυτόν τον παλιό συμμαθητή, που αισθάνθηκε τόσο μόνος ξαφνικά στη ζωή του, που ένιωσε την ανάγκη να ξαναγυρίσει σε «ασφαλή» μονοπάτια, σε ανθρώπους «δοκιμασμένους», σε χρόνια ανέφελα, χωρίς να είναι αυτό που πραγματικά επιθυμούσε.

Το περιστατικό μού θύμισε ότι και εγώ έχω φερθεί έτσι. Ότι δηλαδή έκανα μια ερωτική εξομολόγηση που θα ζήλευε κι ο Σιρανό ντε Μπερζεράκ σε κάποιον με τον οποίο είχα για λίγο σχέση όταν ήμουν μόλις είκοσι χρόνων, αλλά δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά.

The way we were

Είχαμε μια σχέση ουσιαστική. Αλλά τον χώρισα. Μετά από ένα χρόνο ξαναγύρισα, σίγουρη πως θα με δεχόταν και πάλι στην αγκαλιά του. Κι εκεί άρχισαν όλα. O Κωνσταντίνος, έτσι τον λένε, ήταν αποφασισμένος να μη με δεχτεί ποτέ ξανά πίσω. Μετά το πρώτο του «όχι», εγώ δεν έμαθα τίποτα και κάθε φορά που έμενα μόνη μου έτρεχα σ’ εκείνον, σαν μια αόρατη δύναμη να με καλούσε πίσω σε μια σχέση που, καλώς ή κακώς, είχε συμπέσει με την εποχή της δικής μου αθωότητας, τότε που όλα μού φαίνονταν πιθανά, εύκολα και, κυρίως, άμεσα πραγματοποιήσιμα. Γι’ αυτό και αδυνατούσα να καταλάβω το «καπρίτσιο» του. Τον ξεχνούσα για λίγο, έκανα άλλες σχέσεις και τη στιγμή που εκείνες κατέληγαν σε χωρισμό, έπαιρνα τον αριθμό του. Ήταν περίεργη αυτή η σχέση, αν μπορείς να ονομάσεις σχέση ένα εξοντωτικό συναισθηματικό πηγαινέλα, μ’ εκείνον να εξακολουθεί να με θέλει, αλλά να επιμένει ότι δεν ήθελε να ξαναπληγωθεί, κι εμένα να δέχομαι τις ήττες μου, να φεύγω με την ουρά στα σκέλια και να επανέρχομαι.

Μια φορά νόμισα πως τον είχα, για λίγο όμως. Βράδυ Απριλίου του 1993 είχαμε δώσει ραντεβού σε ένα μπαρ για «να τα πούμε», μετά από έξι μήνες αποχής. Ήταν αφάνταστα γλυκός μαζί μου και το ίδιο έγινε κι όταν μας πλησίασε μια κοπέλα, που μόλις είχε μπει μέσα. «Να σου συστήσω την κοπέλα μου» μου είπε. «Τη λένε κι αυτή Χριστίνα». Δεν θυμάμαι σε πόσους ώμους έχω κλάψει γι’ αυτή την ιστορία, αλλά και για όλες τις άλλες που ακολούθησαν στα επόμενα χρόνια, βραδιές ατέλειωτου φλερτ, που μία κατέληξε και στο κρεβάτι.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί το έκανα αυτό, εγώ που δεν κυνηγάω ποτέ κανέναν, να είμαι τόσο καιρό ένας ξέφρενος δορυφόρος κάποιου, για ποιο λόγο κυνηγούσα ακόμα κάτι που δεν είχε καμία πιθανότητα επιβίωσης. Ήταν διαστροφή: Ενώ αυτή μας η αλληλεξάρτηση ήταν μετέωρη, εγώ τη θεωρούσα την κυριότερη δικλείδα ασφαλείας μου. Σκεφτόμουν: Η πραγματική μου επιθυμία είχε εμπλακεί με τη λαχτάρα για ασφάλεια ή απλώς βαριόμουν να ψάξω για κάτι άλλο; Το να γυρίζουμε πίσω σε κάποιον τελικά είναι αντίστοιχο με το να γυρίζουμε πίσω στην ίδια μάρκα τσιγάρων, στην ίδια εφημερίδα; Είναι τόσο απλό και τόσο πεζό; Ή βλέπουμε κάτι σ’ εκείνους που έχουμε αφήσει πίσω, που ενδεχομένως αυτοί δεν το βλέπουν και θέλουμε να το πάμε όλο πάλι από την αρχή, με νέα δεδομένα, γιατί τώρα πια «ξέρουμε»;

Και, αν ξέρουμε, πώς στο καλό θα τους πείσουμε για την ορθότητα της σκέψης μας; Σ’ αυτά τα δώδεκα χρόνια του έγραψα αμέτρητα γράμματα. Άρχιζαν πάντα έτσι: «Αν με ακούς τώρα, μάθε αυτό…». Τα έσκισα όλα, κι έτσι δεν έμαθα τι θα μου απαντούσε, που θα ήταν και η λύση του μυστηρίου μας. Μέχρι που επέστρεψα σ’ εκείνον για τελευταία φορά.

Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ

Συναντηθήκαμε τυχαία σε μια συναυλία. Τον είχα ξεχάσει τελείως τα τελευταία χρόνια με άλλους έρωτες. Μιλούσαμε ώρα πολλή, σαν δυο παλιοί καλοί φίλοι – αυτό δεν ήμασταν πια; Αρχίσαμε από κάποια στιγμή και μετά να πίνουμε λες και δεν υπήρχε αύριο, ώσπου ξαφνικά ήρθε πάρα πολύ κοντά μου, σχεδόν άγγιξε με το μέτωπό του το δικό μου και μου είπε, μεθυσμένος: «Θέλω τόσο πολύ να σε φιλήσω». Κι εγώ γύρισα αμέσως αλλού το κεφάλι, κάνοντας ότι χαιρετούσα έναν γνωστό, κι η στιγμή χάθηκε. Είχα ξεμάθει. Μετά από λίγες μέρες τον ξαναείδα τυχαία σ’ ένα πάρτι, παρέα με την καινούρια του κοπέλα και κάποιους άλλους φίλους, και αισθάνθηκα σαν να ήμουν πάλι είκοσι χρόνων, τότε που τον είδα και τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Αποφάσισα ότι είχε έρθει ο καιρός να αντιμετωπίσω μια και καλή τους δαίμονές μου.

Του έστειλα μήνυμα την επόμενη μέρα ζητώντας του να συναντηθούμε, όπως κι έγινε. Ήρθε αργοπορημένος στο μέρος όπου είχαμε δώσει ραντεβού κι εγώ, όλο αυτό το διάστημα που τον περίμενα, είχα ευχηθεί χίλιες φορές να μην ήμουν τόσο παρορμητική και να τον είχα αφήσει στην ησυχία του, όπως είχα κάνει τόσο καιρό, να με άφηνα κι εμένα επιτέλους στη δική μου. Όταν όμως μπήκε μέσα, τα ξέχασα όλα. Η καρδιά μου έπαιξε τρομπόνι.

Σε εκείνον είδα ξαφνικά τον Άδωνι και τον Τριστάνο μου, την εποχή της αθωότητάς μου προσωποποιημένη και -γιατί όχι;- το παρόν και το μέλλον μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό. Δεν του άφησα περιθώρια να πει κάτι, άρχισα να μιλάω σαν χείμαρρος: Συγνώμη που τον άφησα τότε, ήμουν μικρή, ήθελα να δοκιμάσω κι άλλους στη ζωή μου, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι πάντοτε σ’ αυτόν ξαναγυρνούσα, άσχετα αν εκείνος δεν με ήθελε, ότι τον σκεφτόμουν κι όταν ήμουν με άλλους, ότι τότε που πήγαμε μαζί στο νησί μας ήταν από τις πιο ωραίες εποχές στη ζωή μου, ότι είναι το alter ego μου κι ότι του υπόσχομαι πως θα κάνω το καθετί για να είναι ευτυχισμένος μαζί μου, αλλά επιτέλους ας δεχτεί τη συγνώμη μου κι ας μου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία.

Εκείνος με κοιτούσε πολύ τρυφερά και δεν έλεγε τίποτα, παρά μόνο όταν τελείωσα έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, φάνηκε λίγο σαν να δίσταζε και μετά μου αποκρίθηκε: «Χριστινάκι, όλα αυτά τα βγάζεις από το μυαλό σου. Με άφησες για κάποιο λόγο τότε, για τον ίδιο που θα με αφήσεις και τώρα. Όλα αυτά τα χρόνια είμαι αυτός που είμαι, δεν αλλάζω, εσύ με έχεις “θεοποιήσει” στο μυαλό σου. Με την κοπέλα μου μπορεί να βαριέμαι λίγο, αλλά είμαι καλά, αλήθεια. Με καταλαβαίνει, είναι στο πλευρό μου, κι αυτό μου αρκεί…». Μου έλεγε, μου έλεγε κι εγώ κάποια στιγμή δεν άκουγα, είχα εστιάσει με πείσμα το βλέμμα μου στο κίτρινο μπλουζάκι ενός κοριτσιού που καθόταν από πίσω του. Τα γκαρσόνια σαν να χόρευαν γύρω μου. «Αυτό δεν είναι σωστό, δεν είναι καν λάθος» θυμήθηκα αμυδρά μια φράση που είχα διαβάσει κάπου.

Εκείνος μου έπιασε απαλά το χέρι. «Όλα εντάξει;» με ρώτησε. «Ναι, φυσικά» απάντησα και το τράβηξα πολύ πολύ γρήγορα, από φόβο μήπως έσπαγα εκείνη ακριβώς τη στιγμή σε χίλια κομμάτια και το μόνο που θα έμενε θα ήταν το χέρι μου μες στην παλάμη του. «Πάμε;» του λέω. Με άφησε έξω από το «Άστυ», του είπα για δικαιολογία ότι ήθελα να δω ένα έργο. «Λοιπόν», είπε αμήχανα, «καλό έργο. Θα τα πούμε». Και με φίλησε στο μάγουλο. «Ναι, θα τα πούμε». Έδωσα όσο πιο γρήγορα γινόταν το αντίτιμο του εισιτηρίου στην ταμία και χώθηκα στη σκοτεινή αίθουσα. Σκέφτηκα ότι αν με έβλεπε κάποιος, θα απορούσε πώς σε μια κωμωδία του Γούντι Άλεν σαν την Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού υπήρχε έστω κι ένας άνθρωπος στην αίθουσα που, αντί να γελάει με την καρδιά του, έκλαιγε με βαθιά αναφιλητά σε όλη τη διάρκειά της.

Match Point

Πέρασε καιρός μέχρι να συνέλθω. Κι αυτή τη φορά ήταν πολύ δύσκολα, γιατί δεν είχα πει σε κανέναν τι είχα κάνει, θα τους φαινόταν άλλωστε τόσο «πασέ». Μονολογούσα για μέρες. «Μαδαγασκάρη», έλεγα στον εαυτό μου, «Μαδαγασκάρη, υπνωτίσου τώρα και ξέχνα για πάντα αυτό που έγινε». Δεν το ξέχασα. Ευτυχώς, γιατί κατάλαβα ότι είχα δημιουργήσει τόσο καιρό κάτι πλαστό, ότι ο «άρρηκτος δεσμός μας» ήταν αποκλειστικό δημιούργημα της φαντασίας μου, αποκύημα της ρομαντικής μου φύσης – ήταν το εύκολο «αποκούμπι» του νου μου όταν δεν είχα πού αλλού να στραφώ. Είναι σοκαριστικό να συνειδητοποιείς ότι μερικοί άνθρωποι -που νόμιζες ότι έχουν μείνει ακόμα «κάπου» αγκυροβολημένοι, γιατί έτσι ήθελες, γιατί έτσι προτιμούσες να τους θυμάσαι, ώστε να αισθάνεσαι πιο «στέρεα» εσύ- έχουν από νωρίς απομυθοποιήσει αυτή την εποχή κι έχουν προχωρήσει, χωρίς εσύ να το έχεις πάρει είδηση.

Και έτσι, αποφάσισα κι εγώ να επιστρέψω στο παρόν. Και δεν μ’ έβλαψε καθόλου, το αντίθετο.

Τον Κωνσταντίνο τον είδα πρόσφατα, στην έξοδο του μετρό του Μεγάρου Μουσικής. Βιαζόμουν, όπως πάντα, και ήταν εκείνος που με φώναξε. Είχε αυτήν την ίδια λάμψη στα μάτια, αυτήν που είχε κάθε φορά που με έβλεπε. Ήταν λίγο αμήχανος. Τον αγκάλιασα αμέσως και τον φίλησα, αλλά απέφυγα να του χαϊδέψω το μάγουλο, όπως έκανα στο παρελθόν. Αυτό το κεφάλαιο είχε κλείσει, επιτέλους, οριστικά και αμετάκλητα για μένα. Αλλά ακόμα θέλω να του γράψω εκείνο το γράμμα, όπως ήθελα τότε (και να το αφήσω στην πόρτα του σπιτιού του, αλλά όχι, θα το δει η κοπέλα του, συζούν, μήπως να του στείλω ένα e-mail καλύτερα;) και αυτή τη φορά να του γράψω για το πόσο δίκιο είχε τόσα χρόνια που με απέρριπτε, που έβλεπε αυτό που δεν έβλεπα εγώ: ότι δεν ήταν εκείνος για μένα, άλλος ήταν.

Μπορεί και να του στείλω αυτό το e-mail κάποτε, μπορεί και όχι. Όπως και να ‘χει, κάθε φορά που ακούω να αναφέρουν το όνομά του (είναι γνωστός και πετυχημένος στο χώρο του), χαμογελάω ασυναίσθητα. Τα χρόνια της αθωότητας μπορεί να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, η θύμησή τους όμως, ευτυχώς, δεν σε εγκαταλείπει ποτέ.

Μια θύμηση από το παρελθόν…

…μπορεί να σε «στοιχειώσει» για τους λάθος λόγους.

  • Το ότι δηλαδή αισθάνεσαι μοναξιά
  • Το ότι ο τύπος που σου άρεσε
  • Το προηγούμενο βράδυ στο μπαρ αποδείχτηκε τέρας
  • Το ότι βαριέσαι να ξεκινάς από την αρχή
  • Το ότι προτιμάς να μην παίρνεις ρίσκα στη ζωή σου
  • Το ότι εμμένεις σε μια εποχή που έχει ευτυχώς περάσει

Oι σωστοί λόγοι για να πάρεις τον πρώην σου τηλέφωνο

  • Γιατί πραγματικά σου έλειψε.
  • Γιατί ενώ έχεις υπάρξει από τότε σε σχέσεις που σε γέμιζαν συναισθηματικά, καμιά δεν μπόρεσε να συγκριθεί μ’ αυτήν που είχατε μαζί.
  • Γιατί, τέλος, σου το είπε ένα πουλάκι ότι εκείνος είναι αυτός που περιμένεις.
Προηγούμενο άρθροΧορηγία για Streamers, Youtubers. Πως να βρεις χορηγούς
Επόμενο άρθροΘέλω και τους δύο γκόμενους. Η αναποφάσιστη
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας