Θα κόψω τις φλέβες μου. Έκλεισα ως γυναίκα. Δηλαδή αποβλακώθηκα

Θα κόψω τις φλέβες μου. Έκλεισα ως γυναίκα. Δηλαδή αποβλακώθηκα

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου

Oι μεγαλύτεροι άντρες μας κάνουν εύκολα να πέσουμε στην παγίδα του φεγγαριού και των γλυκόλογων – έχουν προπονηθεί τόσα χρόνια στο θέμα – αλλά το πρωί καταλαβαίνουμε ότι την πατήσαμε.

Όταν μου τον σύστησαν σε ένα πάρτι φίλων, σκέφτηκα: «Χμ, ένας γοητευτικός ώριμος κύριος». Όταν, κι ενώ απομακρυνόταν από μένα, ο ώριμος κύριος σταμάτησε απότομα και γύρισε για να με κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια χαμογελώντας μου συγχρόνως ελαφρά, σκέφτηκα πάρα πολύ λογικά πως: «Μαζί του και στην άκρη του κόσμου, η αγάπη μας και μια καλύβα, θα μετακομίσω για χάρη του στην Αλάσκα, στην Αβάνα, στην Αντίς Αμπέμπα, στα Άνω Πατήσια. Θα κάνουμε δυο πανέμορφα ξανθά παιδάκια με μπλε μάτια, θα ζούμε σε μια φάρμα με ένα πόνι και δύο κατσίκες. Δεν ζω χωρίς αυτόν, πεθαίνω, θα κόψω τις φλέβες μου. Έκλεισα ως γυναίκα». Δηλαδή αποβλακώθηκα.

Φυσικό ήταν λοιπόν, όταν ο ώριμος κύριος των 39 ετών (όταν είσαι 22, όπως ήμουν εγώ τότε, οι άντρες άνω των 35 σού φαίνονται τουλάχιστον ετοιμοθάνατοι) με πήρε τηλέφωνο την επομένη για να με προσκαλέσει για δείπνο σε ένα πανάκριβο και σικ εστιατόριο, να πω αμέσως και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χωρίς καν να σκεφτώ να του το παίξω δύσκολη, «μετά χαράς».

Πέρασε να με πάρει από το σπίτι μου (ήμουν ένα τέταρτο νωρίτερα έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας περιμένοντάς τον, μη γινόταν κανένα αστείο και τον έβλεπαν οι γονείς μου) με το τεράστιο και πανάκριβο αυτοκίνητό του, κρατώντας ένα τριαντάφυλλο. Κόπηκα. Όχι από τα αγκάθια, από τη χειρονομία.

Το εστιατόριο ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα, που μέχρι τότε είχα συνηθίσει οι συνοδοί μου να με βγάζουν σε καμιά πιτσαρία, άντε και στην Πειραϊκή -αν ήταν εθνική γιορτή- για μπαρμπουνάκι και ουζάκι. Και να πληρώνουμε και το λογαριασμό μισό μισό.

Το μενού φαινόταν καλό, αν και κάπως άγνωστο σε μένα. O Δημήτρης κατάλαβε την αμηχανία μου, όσο κι αν ήθελα να δείξω πως ένιωθα άνετα, και προσπάθησε να σπάσει τον πάγο με μια ζεστή συζήτηση. Στη σαλάτα μιλήσαμε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ευτυχώς είχα και πρόσφατο το Μικρασιατικό από τις Πανελλήνιες και το μέτωπο «Εσκί Σεχίρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ» με έβγαλε ασπροπρόσωπη.

Στο κυρίως πιάτο δυσκολεύτηκα κάπως, όχι τόσο από την κρίση των Βαλκανίων, όσο από το κομματάκι από το μπούτι της πάπιας Στρογκανόφ, που δε μασιόταν με τίποτα. Μάσαγα, ξαναμάσαγα και αναρωτιόμουν αν έπρεπε να το φτύσω στην πετσέτα διακριτικά, για να μην το καταλάβει, ή να του έκανα νόημα πως έπρεπε να πάω στην τουαλέτα. Το σκατο-μπουτάκι δεν έλεγε να μασηθεί, έτσι πήρα βαθιά αναπνοή και το κατάπια. Έκτοτε δεν έχω ξαναφάει κανενός είδους πουλερικό ή πτηνό.

Το δείπνο κύλησε ευχάριστα, με τον Δημήτρη να μιλάει ακατάσχετα κι εμένα να φαίνομαι πως κρεμόμουν από τα χείλη του, ενώ προσπαθούσα να θυμηθώ αν είναι αγένεια να βάζεις και τους δύο αγκώνες πάνω στο τραπέζι ή ακόμη και τον έναν. O σερβιτόρος μού τα έκανε λίγο θάλασσα προς το τέλος, όταν με ρώτησε αν ήθελα σαμπούκα ή γκράπα και αναγκάστηκα να απαντήσω «παρντόν, τι εννοείτε;», αλλά ο Δημήτρης, ως τζέντλεμαν που ήταν, έκανε πως δεν το κατάλαβε.

Στην επιστροφή προς το σπίτι μου βγήκε ο άσος όχι από το μανίκι του, αλλά από το πορτμπαγκάζ: ένα κουτί με σοκολατάκια. Κάτι η αυτοκινητάρα, κάτι το τριαντάφυλλο, κάτι το πανάκριβο σικάτο εστιατόριο, κάτι τα σοκολατάκια, κάτι η ολόχρυση Αμέρικαν Εξπρές που με θάμπωσε, αισθάνθηκα τουλάχιστον σαν την πριγκίπισσα Γκρέις Κέλι.

Φυσικά καταλήξαμε σπίτι του, από το οποίο βγήκα μετά από τρεις ημέρες μόνο και μόνο για να πάω στο δικό μου σπίτι, να μαζέψω τα ρούχα μου και να ανακοινώσω στους αποσβολωμένους γονείς μου πως έφευγα για να συζήσω μαζί του. Η μαμά μου το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Ευτυχώς της έδωσε ο μπαμπάς ένα ηρεμιστικό και της θύμισε πως είχα κλείσει πριν χρόνια τα 16.

Η Σταχτοπούτα

O Δημήτρης ήταν τελείως διαφορετικός από τους άντρες που είχα γνωρίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να είχε σχεδόν τα διπλάσιά μου χρόνια, αλλά ήταν επιτυχημένος, ήξερε τι ήθελε από τη ζωή, ήξερε πώς να συμπεριφερθεί σε μια γυναίκα, ήταν γαλαντόμος, τζέντλεμαν, μου έδινε πάντα τις σωστές συμβουλές και μου δημιουργούσε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ασφάλειας. Καμία σχέση με τους συνομήλικους ή λίγο μεγαλύτερούς μου, που ακόμα ψάχνουν να βρουν τι θα κάνουν στη ζωή τους και στην πρώτη δυσκολία που συναντούν χάνουν τον μπούσουλα.

Βρήκα λοιπόν τον Πυγμαλίωνά μου και κρεμάστηκα από πάνω του. Εκείνος ήξερε τα πάντα: πώς να οδηγεί στο χιόνι, ποια είναι τα καλύτερα ξενοδοχεία στη Ρώμη, από ποια ποικιλία αμπελιών βγαίνει το Γεβουρτστραμίνερ, ποιος είναι ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, τη διαφορά αρώματος και κολόνιας, ποιο χρώμα μαλλιών μού πηγαίνει περισσότερο, τι θέλουν οι γυναίκες στο κρεβάτι (είχε κάνει και ένα εκατομμύριο περισσότερες φορές έρωτα από μένα, λογικό ήταν).

O Δημήτρης με έκανε να αισθάνομαι όμορφη. Δεν πρόσεχε τις ατέλειες στο σώμα μου, δεν πάθαινε υστερία με τους κοιλιακούς του, δεν κοίταζε σαν ηλίθιος τα κοριτσάκια με τα μίνι που περνούσαν από μπροστά του, δεν ξημεροβραδιαζόταν μπροστά στην τηλεόραση για να δει όλα τα ματς της ομαδάρας, δεν έπαιζε σφαλιάρες με τους κολλητούς του, έδειχνε απόλυτη κατανόηση όταν πλήρωνα δέκα χιλιάρικα για ένα κραγιόν και, όταν του μιλούσα για τους προβληματισμούς μου, με άκουγε.

Και όσο για τον έρωτα, μπορεί να μην είχε ποσότητα, αλλά είχε κάτι καλύτερο, ποιότητα. Στο κρεβάτι δεν προσπαθούσε να εφαρμόσει όλες τις στάσεις του Κάμα Σούτρα για να με εντυπωσιάσει, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα τις μπρατσάρες που έκανε στο γυμναστήριο, αλλά ασχολούνταν πραγματικά μαζί μου.

Γρήγορα πέταξα τα αθλητικά και τα τζιν μου και μεταμορφώθηκα σε μια μικρή κοσμογυρισμένη κυρία. O Δημήτρης έκανε ό,τι μπορούσε για να προσαρμοστώ στη δική του ζωή. Μου απαγόρευσε να τον αποκαλώ «σουδάκι μου» (βγαίνει, ως γνωστόν, από την έκφραση «ο Κύριος μετά σου») μπροστά στους φίλους του, προσπάθησε να με μάθει τρόπους και να με μυήσει στη «μεγάλη ζωή», χάθηκα από τους φίλους μου, σταμάτησα το κλάμπινγκ, περνούσαμε τα βράδια μας στα φιλικά του σπίτια, τα Σαββατοκύριακα σε Club Med και χλιδάτα ξενοδοχεία στη Μύκονο, στη Θεσσαλονίκη ή στη Ζυρίχη, τις Κυριακές σε μπάρμπεκιου με τους συναδέλφους του και τις οικογένειές τους.

Με επιδείκνυε περήφανα παντού, αφού πρώτα φρόντιζε ακόμη και να διαλέξει τα ρούχα που θα φορούσα στις εξόδους μας. Oι φίλες μου προσπάθησαν να με προειδοποιήσουν περί οιδιποδείων και Φρόιντ, το ίδιο και η μαμά μου, που τον ανεβοκατέβαζε «παλιόγερο» σε κάθε της κουβέντα. Ήταν, βλέπεις, σχεδόν συνομήλικοι. Αλλά ο έρωτας εκτός από τυφλός είναι και κουφός. Oι δικές του φίλες μού έδιναν συμβουλές για να μεγαλώσω γρηγορότερα, ενώ οι φίλοι του είτε δε μου μιλούσαν θεωρώντας με μικρό είτε με κοίταζαν και τους έτρεχαν τα σάλια.

Δεσποινίς ετών 82

Και πάνω που άρχισα να αισθάνομαι καλά και αντάξιά του, κάτι άλλαξε. Μόλις πέρασε ο «μήνας του μέλιτος» και μας τέλειωσαν τα σορόπια, ο Δημήτρης άρχισε να μου φέρεται διαφορετικά. Τίποτα πια απ’ ό,τι έκανα δεν του φαινόταν σωστό και, αντί να με διορθώνει, άρχισε να μου φωνάζει: «Γιατί ο πίνακας είναι στραβός;», «τι άθλιο άρθρο είναι αυτό που έγραψες;», «γιατί το πουκάμισο είναι ασιδέρωτο;», «πώς ντύθηκες έτσι πάλι;», «γιατί ίσιωσες τα μαλλιά;», «τίποτα δεν μπορείς να κάνεις σωστά, άχρηστη είσαι».

Και εγώ, αντί να αντιμετωπίσω τις κρίσεις του σαν ώριμη γυναίκα, δηλαδή να καταλάβω τι προσπαθούσε να μου πει με τη στάση του -κοινώς να μυρίσω τα νύχια μου- το πήρα κατάκαρδα. Άλλα έλεγε αυτός, άλλα ήθελε να πει κι άλλα καταλάβαινα εγώ. Είπα να τον αντιμετωπίσω με τον τρόπο που ήξερα καλύτερα: κάνοντας πρώτα υστεριούλες και μετά ναζάκια. Αλλά εκείνος δε μάσησε, τα είχε δει αυτά χιλιάδες φορές. Τότε πίστεψα πως έφταιγε που έκλεινε τα 40. Μετά πως έφταιγε η διαφορά ηλικίας. Και ύστερα πως όντως ήμουν άχρηστη και ανίκανη.

Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τι εννοούν όταν λένε ότι «αισθάνομαι σαν να είμαι παντρεμένη είκοσι χρόνια». Και να βλέπω τις τεράστιες διαφορές μας. Τα βράδια με έπιανε κάτι σαν τρέλα μετά από τρεις ώρες μπροστά στην τηλεόραση για να δούμε τις ειδήσεις του Mega, του Antenna, του Star, της ΝΕΤ, του CNN και μετά του BBC (με αυτή τη σειρά ακριβώς) και ήθελα να κατεβάσω μια μπουκάλα ρούμι και να πάω στα κλαμπ να χορέψω. Ή να βάλω στη διαπασών το αγαπημένο μου ροκ συγκρότημα στο στερεοφωνικό, αλλά φοβόμουν μην τον ξυπνήσω έτσι που τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, με τα γυαλιά και την εφημερίδα.

Ήθελα να δω τις φίλες μου και να πούμε τις συνηθισμένες μας βλακείες, για άντρες και ρούχα, αντί να βλέπω τους δικούς του φίλους και να κάθομαι να ακούω ώρες ατέλειωτες διηγήσεις για τις εμπειρίες τους από τη ζωή. Αυτό το «θυμάσαι τότε που…;» είχε γίνει ο εφιάλτης μου. Σύντομα έμαθα όλη την ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας και τι ακριβώς έγινε το Μάη του ’68 στο Παρίσι από αυτόπτες μάρτυρες. Συνειδητοποίησα ότι, ενώ η δική μου νεανική ζωή μόλις άρχιζε, η δική του είχε κιόλας τελειώσει.

Στην προσπάθειά μου να αισθανθώ και πάλι καλά με τον εαυτό μου και να ξεφύγω από την κατατονία στην οποία με είχε ρίξει, άρχισα να κάνω ό,τι μπορούσα για να τον εκνευρίσω: να βγαίνω μόνη μου και να γυρνάω στο σπίτι τα ξημερώματα, να υιοθετώ αδέσποτες γάτες και σκύλους, να κάνω απροειδοποίητα πάρτι στο σπίτι με ανθρώπους που είχα γνωρίσει το προηγούμενο βράδυ, να αλλάζω χρώμα μαλλιών κάθε εβδομάδα, να τον αγνοώ. Και τότε εμφανίστηκε κάτι που δεν το είχα υπολογίσει: η ζήλια.

Ο Φάουστ και η Μαργαρίτα

O Δημήτρης, που μέχρι τότε είχε τον απόλυτο έλεγχο της ζωής του και της ζωής μου, ένιωσε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια του. Και άρχισε να κάνει γελοιότητες, υστερίες και σκηνές. Πότε με κλείδωνε έξω από το σπίτι και πότε με παρακάλαγε γονυπετής να τον συγχωρήσω. Από τη μια μού έλεγε πως δεν άντεχε ούτε να με βλέπει και από την άλλη μού ζήταγε να τον παντρευτώ.

Εκεί ήταν που το γυαλί έσπασε τελείως. Τότε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, σκέφτηκα το ενδεχόμενο ένας άντρας στα 40 του να είναι το ίδιο ανώριμος όπως ήταν στα 20 του. Και κατάλαβα ότι όλη αυτή η προσπάθεια να με μειώσει δεν ήταν παρά ένας τρόπος να αισθανθεί ο ίδιος ασφαλής με τη διαφορά της ηλικίας μας. Θα ένιωθε πως είμαι απόλυτα δική του μόνο αν με έλεγχε πλήρως. Και θα με έλεγχε μόνο αν με ταπείνωνε συνεχώς.

Ξαναμάζεψα τα ρούχα μου και έφυγα όσο γρήγορα είχα πάει, προτιμώντας να επενδύσω σε κάποιον άνθρωπο που θα θέλει τα ίδια πράγματα μ’ εμένα, και μάλιστα στην ίδια χρονική στιγμή. Που θα ζει μαζί μου όλα αυτά που κάνει ένα ζευγάρι για πρώτη φορά και όχι για δέκατη τρίτη. Που θα μεγαλώνουμε μαζί και οι ανάγκες μας θα αλλάζουν μαζί. Που σε καμία περίπτωση δε θα με αντιμετωπίζει ως ανώριμη, ανόητη ή «μικρή ανόητη».

Και που θα ζήσει, για να με δει να γερνάω. Ευτυχώς, κατάλαβα σχετικά νωρίς και πριν γίνει κάτι που δε θα διορθωνόταν εύκολα, όπως γάμος και παιδιά, πως οι μεγαλύτεροι άντρες που αναζητούν τον έρωτα σε πολύ μικρότερές τους είναι σαν τους βρικόλακες. Χρειάζονται νεανικό αίμα για να ξανανιώσουν. Γιατί δεν έχουν αποδεχτεί το γεγονός πως μεγάλωσαν.

Είπα να συνεχίσω να ζω τη νεότητά μου από εκεί που την είχα σταματήσει. Θα ήθελα να πω «ούτε γάτα ούτε ζημιά», έλα όμως που δεν μπορούσα. Μία εβδομάδα αφότου έφυγα από το σπίτι έκανε έξωση στη γάτα μας και την έστειλε να βοσκήσει στο Λυκαβηττό. Απ’ ό,τι έμαθα, την περιμάζεψαν κάτι καλοί γείτονες.

Ξαναβρήκα τις φίλες μου, τις παρέες μου, τις πλάκες και τις βλακείες μας. Αυτό όμως που δε βρήκα ήταν η ανεμελιά μου. Τα τόσα «μη» και «πρέπει» που ο Δημήτρης είχε πολύ επίμονα προσπαθήσει να μου επιβάλει, για να με κάνει σαν αυτόν, είχαν ριζώσει γερά και μου είχαν στερήσει κάτι πολύ πιο πολύτιμο από ό,τι είχα φανταστεί: τον αυθορμητισμό μου.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε. Μπορώ να πω πως ακόμα προσπαθώ να είμαι πιο αυθόρμητη. Σπάνια χαλαρώνω τελείως και, όσον αφορά τους άντρες, ακόμα δυσκολεύομαι να αντιδράσω όπως πρέπει τη στιγμή που πρέπει. Στον Δημήτρη οφείλω πολλά από τα πράγματα που έμαθα.

Εκτός από ένα σωρό άχρηστες βλακείες περί κρασιών, φαγητών και πολιτικής, έμαθα να εντοπίζω και να αποφεύγω τους άντρες που θα προσπαθήσουν να με «τραβήξουν» πίσω για να αισθανθούν εκείνοι ανώτεροι και, κυρίως, τους άντρες που θέλουν να με κάνουν κάτι άλλο από αυτό που είμαι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας