The Dam Busters (1955)

The Dam Busters (1955)

Την άνοιξη του 1942 η γερμανική πολεμική μηχανή αγωνιζόταν στο ανατολικό μέτωπο, βαθιά στη ρωσική γη, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη βρισκόταν υπό την κυριαρχία του Αξονα. Οι Σύμμαχοι δεν είχαν τις δυνάμεις για να εκτελέσουν απόβαση στην απέναντι πλευρά της Μάγχης. Ωστόσο εκατοντάδες βομβαρδιστικά πετούσαν καθημερινά επάνω από τη Γερμανία και τις κατεχόμενες χώρες για να καταστρέψουν τη βιομηχανία, τις επικοινωνίες και τη στρατιωτική υποδομή του αντιπάλου.

Ο Βρετανός επιστήμονας Μπαρνς Ουώλις (1887-1979) είχε πεισθεί ότι η στρατηγική που εφαρμοζόταν δεν θα έφερνε άμεσα αποτελέσματα και ότι μόνο επιδρομές εναντίον μεμονωμένων στόχων θα μείωναν σημαντικά τη διάρκεια του πολέμου. Θεωρούσε ότι απαιτείτο μία επίθεση η οποία θα έθετε εκτός λειτουργίας ολόκληρη την περιοχή του Ρούρ, τη βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας.

Η Διοίκηση Βομβαρδιστικών της RAF είχε αναγνωρίσει ότι ορισμένοι μεμονωμένοι στόχοι ήταν ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη του πολέμου. Η καταστροφή των τριών μεγάλων φραγμάτων, Εντερ, Μένε και Ζόρπε, στην κοιλάδα του Ρούρ, στα οποία βασιζόταν η παραγωγή χάλυβα, θα έθετε εκτός λειτουργίας τα εργοστάσια της περιοχής για πάντα. Ενα νέο είδος βόμβας και μία τεχνική εξαπόλυσής της αναπτύχθηκαν από τον Ουώλις.

Πέρασε ένας σχεδόν χρόνος πριν οι στρατιωτικοί και πολιτικοί γραφειοκράτες δώσουν την απαραίτητη οικονομική ενίσχυση, τα μέσα και το προσωπικό στον Ουώλις για να υλοποιήσει τη θεωρία του. Καθώς το σχέδιο βρισκόταν στα τελευταία στάδια εκπόνησής του, η RAF συγκρότησε μία ομάδα από τους καλύτερους πιλότους, οι οποίοι σχημάτισαν την 617 Μοίρα υπό τον αντισμήναρχο Γκάυ Γκίμπσον. Κατά τους μήνες που ακολούθησαν οι πιλότοι εκπαιδεύτηκαν εντατικά, εκτελώντας αμέτρητες πτήσεις ακριβείας σε πολύ μικρό ύψος και με πολύ σταθερή ταχύτητα. Στις 16 Μαϊου 1943 η Επιχείρηση «Τιμωρώ» («Chastise») τέθηκε σε εφαρμογή. Το αποτέλεσμά της υπήρξε θέμα συζητήσεων, παραμένει όμως στις μνήμες ως μία από τις περισσότερο παράτολμες αεροπορικές επιθέσεις του Β’ ΠΠ.

Το 1951 κυκλοφόρησε το βιβλίο «The Dam Busters» του συγγραφέα Πωλ Μπρίκχιλ, το οποίο αναφερόταν στην τολμηρή επιδρομή της 617 Μοίρας. Το έργο έτυχε μεγάλης αποδοχής (έγινε μπεστ σέλερ) και προκάλεσε το ενδιαφέρον της βρετανικής κινηματογραφικής εταιρίας Associated British Pictures (ABPC). Ως τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 η βρετανική κινηματογραφική βιομηχανία είχε καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των θεάτρων επιχειρήσεων και πολλά «επεισόδια» του πολέμου.

Ωστόσο οι καθημερινοί συμμαχικοί βομβαρδισμοί της Γερμανίας παρουσίαζαν ένα πρόβλημα. Πριν ακόμα λήξει ο πόλεμος, ο βομβαρδισμός περιοχών («area» ή «carpet» bombing) είχε αποκηρυχθεί στη Βρετανία ως μία σκληρή τρομοκρατία επί του άμαχου πληθυσμού. Η κινηματογραφική βιομηχανία δεν μπορούσε να δημιουργήσει πολεμικές ταινίες με τέτοιο θέμα. Η λύση δόθηκε με την αναπαράσταση βομβαρδισμών ακριβείας επί στρατιωτικών στόχων, όπως ήταν η επιδρομή εναντίον των τριών φραγμάτων.

Ο παραγωγός Ρόμπερτ Κλαρκ διάβασε το βιβλίο του Μπρίκχιλ και αποφάσισε να μεταφέρει την ιστορία στη μεγάλη οθόνη με σκηνοθέτη τον Μάικλ Αντερσον. Ο σεναριογράφος Ρ.Σ. Σέριφ ανέλαβε την προσαρμογή του βιβλίου για την κινηματογραφική έκδοση της ιστορίας. Στη διάθεσή του τέθηκαν τα απομνημονεύματα του Γκάυ Γκίμπσον με τίτλο «Enemy Coast Ahead», που είχε γράψει ο πιλότος κατά τον σύντομο χρόνο ανάπαυσης μεταξύ δύο περιόδων υποχρεωτικής θητείας – ο Γκίμπσον σκοτώθηκε το 1944 (1). Ο Σέριφ στάθηκε τυχερός διότι πολλές ταινίες οι οποίες βασίζονταν σε πραγματικές ιστορίες υπέφεραν εξαιτίας της ανάγκης των σεναριογράφων να τις καταστήσουν δραματικά ευχάριστες για το κοινό με την ταυτόχρονη εξέλιξη μίας δευτερεύουσας πλοκής.

Το ίδιο το γεγονός ήταν αρκετά ενδιαφέρον ώστε η ταινία να μην απαιτεί μελοδραματικές επιμέρους ιστορίες ή την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Το σενάριο ολοκληρώθηκε με τη συμμετοχή του συγγραφέα και η κινηματογραφική ομάδα άρχισε τις εργασίες.

Το πρώτο στάδιο της παραγωγής περιελάμβανε την αποστολή αντιγράφων του σεναρίου στα επιζώντα μέλη της 617 Μοίρας σε διάφορα μέρη του κόσμου (πολλοί πιλότοι ήταν Αυστραλοί, Καναδοί και Νεοζηλανδοί).

Ο παραγωγός ήθελε να εξετάσει την αντίδρασή τους και να εξασφαλίσει ότι οι μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες της επιχείρησης δεν θα αγνοούντο. Δεύτερο βήμα ήταν η προσεκτική μελέτη χιλιάδων μέτρων φιλμ της RAF και γερμανικών πηγών ώστε τα μέλη της παραγωγής να αποκτήσουν την «αίσθηση» της πραγματικής επιχείρησης πριν γίνει η επιλογή των τοποθεσιών για τα γυρίσματα και η κατανομή των ρόλων.

Για τα γυρίσματα της ταινίας επιλέχθηκαν το αεροδρόμιο στο Σκάμπτον του Λίνκολνσάιρ, το οποίο φιλοξενούσε την 617 Μοίρα από τη σύστασή της (21 Μαρτίου 1943) ως τον Αύγουστο του 1943, οι ακτές του Σκέγκνες, τα Εθνικά Εργαστήρια Φυσικής στο Τέντινγκτον, η λίμνη Ουίντερμηρ και τα φράγματα της περιφέρειας του Σέφηλντ. Το κινηματογραφικό συνεργείο ανακάλυψε τυχαία το διοικητήριο της 5ης Ομάδας της RAF στο Γκράνταμ.

Το κτίριο είχε μετατραπεί σε διαμερίσματα και είχε παραδοθεί σε οικογένειες στρατιωτικών. Ενας επιστάτης θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα μεγάλο υπόγειο δωμάτιο το οποίο παρέμενε κλειστό επί πολλά χρόνια. Ηταν το παλαιό κέντρο επιχειρήσεων, το οποίο διατηρείτο σχεδόν όπως είχε εγκαταλειφθεί κατά τη λήξη του πολέμου. Η ομάδα των τεχνικών ήταν σε θέση να κατασκευάσει ένα ακριβές αντίγραφό του στα στούντιο Ελστρη.

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο του αντισμήναρχου Γκάυ Γκίμπσον ανέλαβε ο ηθοποιός Ρίτσαρντ Τοντ (1919-), ο οποίος είχε συμβόλαιο με την εταιρία Associated British Pictures και επιζητούσε μία σημαντική κινηματογραφική επιτυχία σε εκείνη την περίοδο της σταδιοδρομίας του (2). Για τις ανάγκες της ταινίας ο Τοντ επισκέφθηκε την οικία του Γκίμπσον και παρακολούθησε κινηματογραφικά επίκαιρα στα οποία εμφανιζόταν ο άσσος του πολέμου. Μίλησε με ανθρώπους οι οποίοι τον είχαν γνωρίσει και σημείωσε τα προσωπικά χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του.

Ο πολύ καλός ηθοποιός του θεάτρου και της μεγάλης οθόνης Μάικλ Ρέντγκρέηβ (1908 – 1985) επιλέχθηκε για τον ρόλο του Δρα Μπαρνς Ουώλις. Ο ίδιος ο Ουώλις συνεργάσθηκε πρόθυμα με το κινηματογραφικό συνεργείο, όχι μόνο για να παρατηρήσει τις κινηματογραφικές λήψεις και την εξέλιξη των γυρισμάτων, αλλά και για να μετατρέψει τον Ρέντγκρέηβ σε σωσία του. Ο ηθοποιός συνάντησε τον Ουώλις πολλές φορές για να «αντιγράψει» τον χαρακτήρα του. Λέγεται ότι του είπε: «Ξέρετε, δεν πρόκειται να σας μιμηθώ». Και έλαβε την απάντηση: «Οχι, πρέπει να με δημιουργήσετε!». Ο Βρετανός επιστήμονας έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος από το κινηματογραφικό πορτρέτο του.

Ο σμήναρχος Τσαρλς Ουίτγουωρθ, διοικητής της βάσης από όπου επιχειρούσε η 617 Μοίρα κατά την εποχή της επιδρομής, επιστρατεύθηκε ως τεχνικός σύμβουλος της ταινίας. Τον χαρακτήρα του υποδυόταν ο ηθοποιός Ντέρεκ Φαρ. Ο σμηναγός Ντέηβ Σάνον, πιλότος του Lancaster «ED 929» με κωδικό «AJ-L», ο Αυστραλός Χάρολντ «Μίκυ» Μάρτιν, ειδικός σε πτήσεις μικρού ύψους (πετούσε το «ED 909» με κωδικό «AJ-P») και ο υποπτέραρχος Ραλφ Κοκρέιν, πρώην διοικητής της 5ης Ομάδας, κλήθηκαν για να βοηθήσουν στην επιλογή των ηθοποιών οι οποίοι θα τους υποδύονταν.

Για τους ρόλους επιλέχθηκαν οι ηθοποιοί Ρόναλντ Ουίλσον, Μπιλ Καρ και Ερνεστ Κλαρκ αντίστοιχα. Το καστ δεν περιελάμβανε μεγάλα ονόματα της εποχής. Ξεχώριζαν οι νεαροί τότε Ρόμπερτ Σω (ως επισμηνίας Πάλφορντ, ο συγκυβερνήτης του Γκίμπσον), Ρίτσαρντ Θορπ (ως επισμηναγός Μώντσλεϋ, κυβερνήτης του Lancaster «ED 937» με κωδικό «AJ-Z») και Πάτρικ ΜακΓκόουαν (στην πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή του ως σμηνίτης φρουρός).

Ο Νάιτζελ Στοκ (ως ο βομβαρδιστής υποσμηναγός Σπάφορντ) και ο Μπράιαν Νίσεν (ως ο πλοηγός σμηναγός Τέρουμ) υποδύονταν μέλη του πληρώματος του Γκίμπσον. Ο Ρίτσαρντ Λητς (επισμηναγός Γιάνγκ), ο Τζων Φρέιζερ (σμηναγός Χόπγκουντ) και ο Ντένις Γκράχαμ (υποσμηναγός Νάιτ) ήταν μερικοί από τους πιλότους της διάσημης μονάδας. Ο Μπέιζιλ Σύντνεϋ είχε τον ρόλο του αρχηγού της Διοίκησης Βομβαρδιστικών της RAF, πτέραρχου Αρθουρ Χάρις, η Ούρσουλα Τζηνς υποδυόταν τη σύζυγο του Ουώλις και ο Χάρολντ Σίντονς εμφανιζόταν στον ρόλο του αξιωματικού διαβιβάσεων της 5ης Ομάδας.

Το καστ συμπλήρωναν ηθοποιοί σε μικρότερους ρόλους. Ενας ηθοποιός ο οποίος έπαιξε τον ρόλο του χωρίς κανένα πρόβλημα ήταν το μαύρο Λαμπραντόρ που υποδυόταν τον σκύλο του Γκίμπσον «Nigger».

Το πρώτο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπισθεί ήταν η συγκέντρωση του κύριου εξοπλισμού για να αναπαρασταθεί η επιχείρηση. Η παραγωγή στάθηκε τυχερή διότι οι κύριοι πρωταγωνιστές της ταινίας, τα τετρακινητήρια Avro Lancaster Mk VII, ήταν ακόμα διαθέσιμοι το 1954. Τα αεροσκάφη με κωδικούς σειράς «ΝΧ 679», «ΝΧ 673», «ΝΧ 782» και «RT 686» παραχωρήθηκαν από τη μονάδα συντήρησης του Χέμσγουελ και έλαβαν την κατάλληλη παραλλαγή για να αντιπροσωπεύσουν τα αεροσκάφη της 617 Μοίρας κατά το 1943.

Ο ραχιαίος πυργίσκος αφαιρέθηκε, ωστόσο διατήρησαν τους ουραίους πυργίσκους με τα δύο πολυβόλα των 0,50 in (12,7 mm), αν και τα Lancaster που είχαν λάβει μέρος στην επιδρομή ήταν εξοπλισμένα με τέσσερα πολυβόλα 0,303 in (7,7 mm). Το «ΝΧ 679» έλαβε τη θέση του αεροσκάφους του Γκίμπσον με κωδικό αναγνώρισης «AJ-G». Το Lancaster του Γκίμπσον έτυχε ιδιαίτερης μεταχείρισης λαμβάνοντας τον «σωστό» κωδικό σειράς «ED 932», ωστόσο η ταυτότητά του φαινόταν μόνο στη μία πλευρά. Το «ΝΧ 782» έλαβε τον κωδικό «ZN-G», για να αντιπροσωπεύσει το Lancaster της 106 Μοίρας με το οποίο πετούσε ο Γκίμπσον πριν μετατεθεί στην 617.

Ο μικρός αριθμός των διαθέσιμων Lancaster απαιτούσε τον «πολλαπλασιασμό» τους με κατάλληλη βαφή για να δώσουν την εντύπωση μίας μοίρας 19 αεροσκαφών. Το κόστος των Lancaster ήταν 130 λίρες ανά ώρα και η δαπάνη αυτή αποτέλεσε το 10% του προϋπολογισμού της ταινίας.

Για να επανέλθει η ατμόσφαιρα των ετών του πολέμου, μικρές λεπτομέρειες που το 1954 αποτελούσαν μακρινές μνήμες της λιτότητας της πολεμικής περιόδου αναστήθηκαν με τη βοήθεια της RAF και του Υπουργείου Αεροπορίας και με τη συμβολή πολλών ιδιωτών, οι αναμνήσεις των οποίων αποδείχθηκαν ανεκτίμητες. Κατασκευάστηκαν αντιαεροπορικά καταφύγια, τα κράσπεδα των πεζοδρομίων χρωματίστηκαν λευκά, η ένταση των λαμπτήρων οδικού φωτισμού μειώθηκε και κατά τις νυκτερινές σκηνές της ταινίας εφαρμοζόταν συσκότιση.

Τα πρώτα γυρίσματα έγιναν στο Τέντιγκτον, όπου στεγάζονταν τα Εθνικά Εργαστήρια Φυσικής. Για τις ανάγκες της ταινίας χρησιμοποιήθηκε η δεξαμενή υπ’ αριθμόν 2, την οποία ο Ουώλις είχε στην αποκλειστική διάθεσή του για να εκτελέσει εκτενείς δοκιμές της εφεύρεσής του (κατεδαφίστηκε το 1998). Ο ισχυρός καταπέλτης που χρησιμοποίησε ο Ρέντγκρέηβ για να εκτοξεύσει μπάλες διαμέτρου 50 mm στην επιφάνεια της δεξαμενής, ήταν ο αυθεντικός τον οποίο είχε κατασκευάσει η ομάδα επιστημόνων το 1942 (3). Ο ίδιος ο Ουώλις ήταν παρών κατά τα γυρίσματα συνοδευόμενος από μέλη της οικογενείας του. Ο Βρετανός επιστήμονας σχολίασε ευνοϊκά την αναβίωση της ιστορίας!

Ακολούθησαν τρεις εβδομάδες του Μαϊου με εξωτερικά γυρίσματα στο Σκάμπτον, που συνέπεσαν με την 11η επέτειο του γεγονότος. Ενα εκπαιδευτικό αεροσκάφος Vickers Varsity τροποποιήθηκε κατάλληλα για την εκτέλεση των αεροπορικών λήψεων των Lancaster. Το μεταλλικό δάπεδό του αντικαταστάθηκε με ξύλινο στο οποίο τοποθετήθηκε η βάση της κάμερας λήψης του Εργουιν Χίλιερ. Η θέση του πιλότου μεταφέρθηκε στο δεξιό μέρος του πιλοτηρίου διότι στο αριστερό κάθισμα τοποθετήθηκαν κινηματογραφικές κάμερες. Το διαφανές ρύγχος από perspex αφαιρέθηκε για να τοποθετηθεί ο φακός της κάμερας. Πολλές σκηνές ελήφθησαν από την ανοικτή πίσω θύρα της ατράκτου.

Σημαντική ήταν η προσφορά των αεροπορικών πληρωμάτων, τα οποία συνεργάστηκαν άψογα με το συνεργείο της ταινίας διευκολύνοντάς το όσο το δυνατόν περισσότερο. Τα πληρώματα των Lancaster προέρχονταν από μοίρες της RAF εξοπλισμένες με βομβαρδιστικά Avro Lincoln. Επικεφαλής τους τέθηκε ο Κεν Σούτερ, ένας πρώην πιλότος καταδιωκτικών. Ολοι ήταν ενθουσιασμένοι με το εγχείρημα και αποφασισμένοι να το φέρουν σε πέρας, αν και η εργασία τους δεν ήταν εύκολη (αντίθετα, μερικές φορές ήταν επικίνδυνη). Η πείρα των πιλότων στον χειρισμό των μεγάλων βομβαρδιστικών για την καλύτερη δυνατή λήψη, έγινε εμφανής στο τελικό αποτέλεσμα.

Στο Σκάμπτον, όπου συμβίωναν οι ηθοποιοί και οι άνδρες της RAF, σημειώθηκαν και μερικά ευτράπελα επεισόδια. Οσοι υποδύονταν αξιωματικούς έγιναν αποδέκτες στρατιωτικού χαιρετισμού από τους «υφισταμένους» τους και αποφάσισαν να αποδεχθούν την κατάσταση παρά να χάνουν τον χρόνο τους εξηγώντας. Ωστόσο δεν αποφεύχθηκε το μοιραίο. Μία ημέρα ο σμήναρχος Ουίτγουωρθ πέρασε δίπλα από δύο αεροπόρους οι οποίοι φάνηκαν αναποφάσιστοι ως προς το αν θα έπρεπε να τον χαιρετήσουν. Διαφωτίστηκαν αμέσως: «Δεν αναγνωρίζετε έναν πραγματικό σμήναρχο όταν τον βλέπετε;», φώναξε ο Ουίτγουωρθ.

Για τις πρώτες δοκιμαστικές ρίψεις της βόμβας η κινηματογραφική μονάδα μεταφέρθηκε στην παραλία του Σκέγκνες. Οι λεπτομέρειες της κατασκευής της δεν ήταν γνωστές κατά την περίοδο των γυρισμάτων (τα απόρρητα έγγραφα της βόμβας «Upkeep» αποχαρακτηρίσθηκαν το 1963). Η κινηματογραφική βόμβα ήταν αρκετά μεγαλύτερη από την πραγματική, είχε σφαιρικό σχήμα και φερόταν χαμηλά κάτω από το διαμέρισμα βομβών του βομβαρδιστικού (η βόμβα του Ουώλις ήταν ένας κοντός κύλινδρος, τμήμα του οποίου εισερχόταν στο διαμέρισμα βομβών ενός Lancaster).

Ωστόσο έμοιαζε με τις πρώτες πειραματικές βόμβες τις οποίες εξαπέλυσαν αεροσκάφη Vickers Wellington. Εκείνες οι βόμβες φαίνονται στη σκηνή όπου ο Ουώλις – Ρέντγκρέηβ, συνοδευόμενος από τον Πάτρικ Μπαρ στον ρόλο του αρχιδοκιμαστή πιλότου της εταιρίας Vickers, Ματ Σάμερς, απογειώνεται με ένα Wellington για να εφαρμόσει στην πράξη τις θεωρίες του. Το 1954 ήταν δύσκολο να βρεθούν τα δικινητήρια βομβαρδιστικά και το πρόβλημα λύθηκε όταν σε εκείνες τις σκηνές προστέθηκαν μερικά μέτρα φιλμ του Υπουργείου Αεροπορίας στα οποία είχαν καταγραφεί οι δοκιμαστικές ρίψεις που εκτελέσθηκαν το 1942- 43 με αεροσκάφη Wellington.

Μερικές φορές η παραλία του Σκέγκνες κατακλύσθηκε από λουόμενους, πολλοί από τους οποίους εμφανίσθηκαν για να παρακολουθήσουν τα γυρίσματα και να δουν τον Μάικλ Ρέντγκρέηβ να περπατά ξυπόλητος στις λασπωμένες εκτάσεις αναζητώντας τα τεμάχια του κελύφους της «βόμβας».

Μερικές εσωτερικές σκηνές γυρίστηκαν στα στούντιο Ελστρη. Κατασκευάστηκαν αντίγραφα του πιλοτηρίου των Lancaster, μέσα στα οποία ο Ρίτσαρντ Τοντ και άλλα μέλη του καστ πολλές φορές ίδρωσαν κάτω από τα φώτα των προβολέων. Αν και για το τοπίο έξω από το «αεροσκάφος» χρησιμοποιήθηκε η τεχνική «back projection» (κινούμενη ταινία), το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό (τα οπτικά εφέ οφείλονταν στον Ρόνυ Ουάς). Η παραγωγή είχε στη διάθεσή της τα αυθεντικά ομοιώματα των φραγμάτων που είχε κατασκευάσει η αναγνωριστική μονάδα της αεροπορικής βάσης της RAF στο Μέντμεναμ. Σήμερα αυτά βρίσκονται στο Imperial War Museum (Λονδίνο).

Ο ψευδο-ντοκυμαντέρ χαρακτήρας της ταινίας δεν επέτρεψε εκτεταμένη μουσική υπόκρουση. Η συμβολή του μουσικού Λέιτον Λιούκας περιορίσθηκε σε δύο ή τρία σύντομα δευτερεύοντα μουσικά θέματα τα οποία περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Η μουσική επένδυση της ταινίας χαρακτηρίζεται από το διάσημο «Dambusters’ March» του Ερις Κόουτς (1886 – 1957), ενός από τους καλύτερους Βρετανούς συνθέτες ελαφράς μουσικής.

Όταν η παραγωγή τού ζήτησε να γράψει το κύριο θέμα για την ταινία ο συνθέτης παρουσίασε έναν ρυθμό τον οποίο είχε γράψει λίγα χρόνια νωρίτερα και τον θεωρούσε κατάλληλο για την πλοκή. Ο Κόουτς ακολούθησε τη συμβουλή ενός φίλου του και δεν φανέρωσε το συγκεκριμένο θέμα αμέσως ώστε να αξιώσει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Το «Dambusters’ March» αποτελεί μία σπουδαία μουσική σύνοψη της προσπάθειας και του τελικού θριάμβου της επιχείρησης και ένα κύριο συστατικό της ταινίας. Ο Κόουτς αποδεικνύεται αριστοτέχνης στη χρήση ενός ιδιαίτερα εύπλαστου μουσικού θέματος το οποίο ακούγεται πέντε φορές κατά τη διάρκεια της ταινίας σε ισάριθμες εκδοχές.

Χρειάστηκαν δέκα περίπου μήνες για να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα και η διάρκεια της ταινίας έφθασε τα 119 λεπτά. Τα γυρίσματα έληξαν περί τα μέσα Ιουλίου του 1954.

Οι «Dam Busters» στη μεγάλη οθόνη

Η πρεμιέρα της ταινίας στη Βρετανία (16 Μαϊου 1955) συνέπεσε με τη 12η επέτειο του ιστορικού γεγονότος και μεταξύ των θεατών υπήρχαν βετεράνοι της 617 Μοίρας. «Δεν υπάρχει κινηματογραφική ταινία όπως αυτή», ανέφερε μεταξύ άλλων μία κριτική του Associated British Production. Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και απέφερε σημαντικά κέρδη. Λίγες είναι οι βρετανικές παραγωγές του είδους που απέφεραν περισσότερα χρήματα στο στούντιο που τις δημιούργησε από την «The Dam Busters», η δε προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια είναι εμφανής σε κάθε σκηνή.

Η πρώτη επαφή του θεατή γίνεται με το μουσικό θέμα της ταινίας, το οποίο ακούγεται κατά τη διάρκεια των τίτλων της αρχής σε μία ιδιαίτερα ενθουσιώδη εκδοχή εμβατηρίου σε εκτέλεση της «The Associated British Studio Orchestra» με μουσικό διευθυντή τον Λιούις Λέβυ. Είναι βαθιά μελωδικό, εμψυχωτικό, ηρωικό, με ένα χαρούμενο αλλά επιβλητικό κεντρικό τμήμα. Το πρώτο άκουσμά του σε μία κατάμεστη αίθουσα το 1955 υπήρξε μία εκπληκτική εμπειρία για πολλούς θεατές.

Η ιστορία αρχίζει το 1942, όταν ο Δρ Μπαρνς Ουώλις εμπνεύσθηκε κάτι φαινομενικά παράλογο: τη δημιουργία μίας επαναστατικής βόμβας αναπήδησης με την οποία θα καταστρέφονταν τα φράγματα της κοιλάδας του Ρούρ και θα παρέλυε η βιομηχανική περιοχή της Γερμανίας. Η ταινία περιγράφει την ανάπτυξη της βόμβας, από τη στιγμή που η ιδέα αρχίζει να σχηματίζεται (εμφανίζοντας τον Ουώλις να πετά μάρμαρα σε μία μικρή δεξαμενή γεμάτη με νερό στην αυλή του σπιτιού του) ως την κατασκευή ενός ιδιαίτερα απλού σκοπευτικού και την επινόηση ενός τρόπου μέτρησης του ύψους πτήσης, τα οποία ήταν απαραίτητα για την επιτυχία της επιχείρησης.

Ο χαρακτήρας του Ουώλις απορροφά μερικούς από τους τεχνικούς και τους επιστήμονες που ασχολήθηκαν με το εγχείρημα και μέρος της έρευνας και του σχεδίου αποδίδονται προσωπικά στον Βρετανό επιστήμονα ενώ ανήκουν σε συναδέλφους του. Η ταινία αποτίει φόρο τιμής στην ιδιοφυϊα του Ουώλις, το σχέδιο του οποίου αντιμετωπίσθηκε με επίμονο σκεπτικισμό και δυσπιστία από τη βρετανική κυβέρνηση.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται η σύσταση της 617 Μοίρας υπό τον αντισμήναρχο Γκάυ Γκίμπσον. Παράλληλη με την ιστορία του Ουώλις είναι εκείνη του Γκίμπσον, ο οποίος είχε την ευθύνη για την εντατική εκπαίδευση των πληρωμάτων και την εκτέλεση της αποστολής. Η πλοκή της ταινίας περιέχει μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία: την απογοήτευση που συνόδευσε τις πρώτες δοκιμές, την ανάγκη για επανασχεδίαση του κελύφους της βόμβας και την αναθεώρηση του τρόπου προσέγγισης των αεροσκαφών στον στόχο.

Η πάλη του Ουώλις με τα τεχνικά προβλήματα και τη γραφειοκρατία στο πρώτο μέρος αντιπαραβάλλεται ευχάριστα με την εκπαίδευση και αργότερα με την επιδρομή. Η παρουσία του απογοητευμένου Ουώλις στις κρατικές επιτροπές, το πείσμα του και η πίστη του στο σχέδιο και η υπομονή του νεαρού Γκίμπσον (ήταν 24 ετών) κατά την εκπαίδευση της 617 Μοίρας και τη μετατροπή της σε ένα όργανο για την εκτέλεση της αποστολής, ξετυλίγονται σε σύντομες και σαφείς εικόνες που δίνουν την ατμόσφαιρα της σιωπηλής αγωνίας των ετών του πολέμου. Ο Ουώλις του Ρέντγκρέηβ είναι ένας πολύ ευαίσθητος χαρακτήρας, υπερβολικά αφοσιωμένος στην εργασία του.

Αντίθετα ο Ρίτσαρντ Τοντ (αδιαφιλονίκητα στην καλύτερη ερμηνεία της σταδιοδρομίας του) παρουσιάζει τον Γκίμπσον απτόητο, θαρραλέο, ως ενσάρκωση του βρετανικού ιδεώδους και ρεαλισμού. Τυπική της προσέγγισης του χαρακτήρα του Γκίμπσον από τον σκηνοθέτη Αντερσον είναι η συμπλοκή μεταξύ μελών της 617 Μοίρας και άλλων πιλότων οι οποίοι κατηγορούν τους πρώτους ότι φυγοπονούν. Μόλις η διαμάχη σταματά, η κάμερα δείχνει τον Γκίμπσον να λέει ότι πρέπει να «ηρεμήσει τα παιδιά του». Ο Αντερσον εμφανίζει τον Γκίμπσον ως τον ιδανικό αξιωματικό, γενναίο και ηρωικό στον αέρα, προστατευτικό και δημοφιλή στο έδαφος. Αν και οι ικανότητές του στον αέρα ήταν αδιαμφισβήτητες, η διοίκησή του χαρακτηριζόταν από αυστηρότητα και στο έδαφος ήταν ψυχρός, ακατάδεκτος και υπέρμαχος της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

Η θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Εργουιν Χίλιερ και η επιλογή σκηνών του Ρίτσαρντ Μπεστ (απεβίωσε τον Δεκέμβριο του 2004 σε ηλικία 88 ετών), καθιστούν σαφείς τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν τα μέλη της 617 Μοίρας. Η ιστορία είναι συναρπαστική και η σκηνοθεσία λειτουργεί θαυμάσια, επιτρέποντας στην αγωνία να κορυφωθεί σταδιακά καθώς ο θεατής αποθέτει τις ελπίδες και τους φόβους του στο βρετανικό σχέδιο. Το ενδιαφέρον υπόβαθρο της ιστορίας διαρκεί περίπου τα δύο τρίτα του χρόνου της ταινίας και εξασφαλίζει ότι όταν έλθει η ώρα της επίθεσης ο θεατής θα είναι σταθερά προσηλωμένος στην άκρη του καθίσματός του.

Το μουσικό θέμα δηλώνει την έναρξη του τρίτου μέρους. Ο ρυθμός της μουσικής αυξάνεται καθώς οι άνδρες της 617 Μοίρας βαδίζουν προς την αίθουσα όπου θα ενημερωθούν για την αποστολή τους. Λίγο αργότερα αναμένουν την επιβίβασή τους στα αεροσκάφη και η μουσική επαναλαμβάνεται. Η εισαγωγή είναι γαλήνια. Ο Γκίμπσον έχει πληροφορηθεί ότι ο σκύλος του «Nigger» σκοτώθηκε εκείνο το απόγευμα από ένα αυτοκίνητο του οποίου ο οδηγός συνέχισε την πορεία του (4). Ταυτόχρονα η μουσική «προβλέπει» ότι κάποιοι άνδρες δεν θα επιστρέψουν. Καθώς τα αεροσκάφη ετοιμάζονται για να απογειωθούν παρατηρούμε ένα σταδιακό κρεσέντο.

Η ένταση κυριαρχεί καθώς οι πιλότοι κατευθύνονται προς τη Γερμανία διασχίζοντας την κοιλάδα του άνω Ντέρουεντ στο Ντερμπυσάιρ (περιοχή δοκιμών για την επιδρομή του 1943), η οποία είχε τη θέση της κοιλάδας του Ρούρ. Ο Ουώλις βηματίζει ανυπόμονα καθώς αναμένει να μάθει αν το εμπνευσμένο σχέδιό του είχε επιτυχία, ενώ το κοινό παρακολουθεί εξαιρετικές αεροπορικές λήψεις των αυθεντικών βομβαρδιστικών Lancaster τα οποία πετούν με μεγάλη ταχύτητα σε μικρό ύψος ανάμεσα από τα εχθρικά αντιαεροπορικά πυρά.

Μερικά αεροσκάφη δεν θα επιστρέψουν (τα αεροσκάφη που έλαβαν μέρος στην ταινία πωλήθηκαν ως μέταλλο το 1956). Η κορύφωση της πλοκής, η ίδια η επίθεση στα φράγματα, απογοητεύει λίγο εξαιτίας μερικών μη εντυπωσιακών ειδικών εφέ ακόμα και για τα δεδομένα της δεκαετίας του 1950. Τα ειδικά εφέ του Τζωρτζ Μπλάκουελ, χαμηλού επιπέδου κατά την εποχή των γυρισμάτων, σήμερα δείχνουν πολύ πτωχά (5). Η ασπρόμαυρη φωτογραφία καθιστά την ταινία λιγότερο ελκυστική, ωστόσο έδωσε τη δυνατότητα του συνδυασμού σκηνών της ταινίας με κινηματογραφικό φιλμ εκείνης της περιόδου.

Το μουσικό θέμα της ταινίας αποτελεί έναν χαιρετισμό της νίκης και συνοδεύει ένα μοντάζ της καταστροφής που προκλήθηκε από την επιδρομή, για το οποίο χρησιμοποιήθηκαν αυθεντικό φιλμ και ειδικά εφέ.

Στις τελευταίες σκηνές της ταινίας το δράμα φθάνει στα άκρα. Ο Ουώλις και ο Γκίμπσον ανταλλάσσουν αδέξια συγχαρητήρια, συνοδευόμενα με τύψεις: «Τα αντιαεροπορικά ήταν πολλά, περισσότερα από όσα περίμενα», λέει ο Γκίμπσον μόλις προσγειώνεται, αρχίζοντας να απολογείται για τον θρίαμβό του (στον Γκίμπσον απονεμήθηκε ο Σταυρός της Βικτωρίας, ο Ουώλις χειροτονήθηκε ιππότης και 32 αεροπόροι παρασημοφορήθηκαν).

Τα αεροσκάφη παρουσιάζονται σε έναν πίνακα ως «αγνοούμενα», ένας εκφωνητής του BBC αναφέρει την επιτυχία της επιδρομής και το κόστος της. Η κινηματογραφική κάμερα περιπλανάται στα έρημα δωμάτια των ανδρών οι οποίοι δεν επέστρεψαν. Η σιωπή, που διακόπτεται μόνο από τον κτύπο ενός ρολογιού, είναι σχεδόν αβάσταχτη. Το τελευταίο σχόλιο του Γκίμπσον, «Εχω να γράψω μερικά γράμματα», συνοψίζει το τίμημα του ηρωισμού χωρίς υπερβολές. Η ταινία τελειώνει με το μουσικό θέμα (ακούγεται κατά τους τίτλους του τέλους) και η μελωδία λειτουργεί ως ένας αποχαιρετιστήριος ύμνος. Ακόμα και τότε τα έγχορδα, στα οποία βασίζεται η ενορχήστρωση, ακούγονται ήρεμα και λίγο μελαγχολικά.

Αν και η επιδρομή απεικονίζεται ως επιτυχής, υπάρχουν αντιφάσεις σχετικά με την αποτελεσματικότητα της Επιχείρησης «Chastise». Σημαντική θεωρείται η καταστροφή αρόσιμης γης, γεφυρών και εξοπλισμού και η εξύψωση του ηθικού των Βρετανών. Εκτιμάται ότι 1.294 άνδρες και γυναίκες έχασαν τη ζωή τους από τις πλημμύρες. Περισσότεροι από τους μισούς ήταν αιχμάλωτοι πολέμου. Ο ρούς του νερού αποκαταστάθηκε εντός πέντε εβδομάδων και η απώλεια ηλεκτρικής ισχύος αντιμετωπίσθηκε με εκτροπή της παραγωγής άλλων περιοχών. Οκτώ από τα 19 αεροσκάφη δεν επέστρεψαν και οι απώλειες των πληρωμάτων ανήλθαν σε 53 άνδρες νεκρούς και τρεις αιχμαλώτους.

Πίσω από τις εικόνες

Η ταινία παραμένει στη μνήμη με διάφορους τρόπους. Η μουσική της, το «Dambusters’ March», βρέθηκε στο βρετανικό «Top Ten» το 1955 και παρέμεινε στις προτιμήσεις του κοινού επί έναν χρόνο. Είναι δημοφιλής ακόμα και σήμερα (όχι μόνον ως ήχος κλήσης σε κινητά τηλέφωνα). Επί δεκαετίες, όταν η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας πετύχαινε τέρμα εναντίον της γερμανικής εθνικής ομάδας, οι Αγγλοι φίλαθλοι συνήθιζαν να απλώνουν τα χέρια τους εμπρός και να τραγουδούν το θέμα της ταινίας. Η ταινία του Μάικλ Αντερσον επηρέασε τη δημιουργία του «Star Wars» (1977), σύμφωνα με ομολογία του Τζωρτζ Λούκας.

Οι τελευταίες σκηνές των δύο παραγωγών έχουν πολλά κοινά στοιχεία, όπως η ενημέρωση των πληρωμάτων, το προσωπικό εδάφους που αναμένει τα αποτελέσματα της επιχείρησης, οι σχηματισμοί από τρία σκάφη κ.ά., μερικοί δε διάλογοι επαναλαμβάνονται στη δεύτερη ταινία σχεδόν αυτούσιοι. Σκηνές με τον σκύλο του Γκίμπσον εμφανίζονται στην οθόνη μίας τηλεόρασης στην ταινία «Pink Floyd: The Wall» (1982) – (6). Το 1989 μία εμπορική εταιρία αποφάσισε να προωθήσει το προϊόν της (μπύρα) με μία διασκεδαστική τηλεοπτική διαφήμιση με θέμα την καταστροφή των φραγμάτων από την 617 Μοίρα. Ενδεκα χρόνια αργότερα το βρετανικό τηλεοπτικό δίκτυο Channel 4 ψήφισε τη διαφήμιση μεταξύ των 100 καλύτερων όλων των εποχών.

Η ταινία «The Dam Busters» κυκλοφόρησε στα κινηματογραφικά δίκτυα διανομής αμέτρητες φορές. Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Τα Φρούρια Καταρρέουν». Πολλές αεροπορικές και κινηματογραφικές λέσχες στη Βρετανία την έχουν συμπεριλάβει στις κινηματογραφικές νύκτες και ακόμα και σήμερα έλκει τους θαυμαστές της αεροπορικής ιστορίας.

Όμως το όνομα του μαύρου Λαμπραντόρ του Γκίμπσον προκάλεσε αντιδράσεις και η λογοκρισία της βρετανικής τηλεόρασης αφαίρεσε τις επίμαχες σκηνές, με αποτέλεσμα μερικά σημεία της ταινίας να είναι ακατανόητα για τον θεατή. Η ITV κατηγορήθηκε για λογοκρισία ιστορικού γεγονότος και για δυσμενή επίδραση σε μία συγκινητική κινηματογραφική αλληλουχία σκηνών. Στην αγορά των ΗΠΑ η διανομή της ταινίας έγινε από τη Warner Bros και ο σκύλος του Γκίμπσον βαπτίσθηκε «Trigger».

Σε μία αμερικανική κινηματογραφική παραλλαγή της η ταινία έγινε περισσότερο εντυπωσιακή απεικονίζοντας ένα αεροσκάφος το οποίο συνετρίβη σε έναν λόφο και εξερράγη. Για τη σκηνή χρησιμοποιήθηκε φιλμ της Warner Bros το οποίο εμφάνιζε ένα Boeing B-17 Flying Fortress! Πρόσφατα η ταινία κυκλοφόρησε σε DVD. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι πρόκειται για μία μη λογοκριθείσα παρουσίαση της ταινίας, χωρίς περικοπές. Σήμερα φήμες θέλουν τον Μελ Γκίμπσον να σκηνοθετεί ένα ρημέικ της ταινίας με πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νήσον. Αναφέρεται ότι τα γυρίσματα άρχισαν το 2004 στη νοτιοδυτική Βρετανία.

Η ταινία «The Dam Busters» αποτέλεσε μία εξαιρετική αφήγηση του ιστορικού γεγονότος. Ωστόσο υπήρξαν σημεία της τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Αν και το 1943 μία καλά τοποθετημένη βόμβα υπήρξε αρκετή για να προκαλέσει ρήγμα, τα κινηματογραφικά φράγματα Μένε και Εντερ δέχθηκαν πολλαπλά επιτυχή κτυπήματα πριν καταρρεύσουν. Κατά την κινηματογραφική ενημέρωση των πιλότων το φράγμα Ζόρπε αναφέρθηκε ως ένας από τους στόχους, αλλά δεν δέχθηκε επίθεση στην ταινία, ίσως διότι στην πραγματικότητα δεν καταστράφηκε.

Κατά την ίδια ενημέρωση ο Γκίμπσον παρατηρεί ότι μόνο η 617 Μοίρα θα επιχειρούσε εκείνη τη νύκτα. Η πανσέληνος της 16ης/17ης Μαϊου 1943 δεν επέτρεψε την εκτέλεση βομβαρδισμών μεγάλης κλίμακας, όμως εκείνη τη νύκτα 54 αεροσκάφη εκτελούσαν επιχειρήσεις πόντισης ναρκών κατά μήκος των εχθρικών ακτών και εννέα Mosquito βομβάρδισαν το Βερολίνο. Σήμερα είναι γνωστό ότι το Lancaster «AJ-Z» του επισμηναγού Χένρυ Μώντσλυ κατέπεσε στην Ολλανδία.

Στην ταινία φαίνεται ότι συνετρίβη σε μία πλαγιά στην περιοχή του στόχου. Η ιδέα της χρήσης σταθερών δεσμών φωτός για τον καθορισμό του ύψους πτήσης φαίνεται ότι είναι του Γκίμπσον, όμως ανήκε σε ένα μέλος της επιστημονικής ομάδας του Ουώλις. Η μέθοδος είχε εφαρμοσθεί κατά τον Α’ ΠΠ για πρώτη φορά.

Οι προβολείς φαίνονται κάτω από το ρύγχος και την ουρά των Lancaster, ενώ στην πραγματικότητα ο δεύτερος προβολέας είχε εγκατασταθεί πίσω από το διαμέρισμα βομβών. Το σενάριο δεν αναφέρθηκε στα πληρώματα εδάφους, αλλά αντικατέστησε αληθινά πρόσωπα με έναν χαρακτήρα, τον ιπποκόμο του Γκίμπσον, δίνοντάς του μερικούς διαλόγους που ειπώθηκαν από άλλα φυσικά πρόσωπα.

Εντύπωση προκαλεί η έμμεση επίκριση του πτέραρχου Αρθουρ Χάρις, αρχηγού της Διοίκησης Βομβαρδιστικών (στη ζωή το 1954!). Σε μία σκηνή της ταινίας ο Ουώλις – Ρέντγκρέηβ θυμάται πως η Luftwaffe πίστευε λανθασμένα ότι το Λονδίνο θα υπέκυπτε στους βομβαρδισμούς, υπαινισσόμενος ότι οι Βρετανοί διέπραξαν το ίδιο σφάλμα με τον βομβαρδισμό των γερμανικών πόλεων.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά της τυπικής πολεμικής ταινίας της δεκαετίας του 1950 ήταν η προσήλωση σε έναν στόχο ή σε μία μικρή σειρά συγκεκριμένων στρατιωτικών αναμετρήσεων (όπως η επίθεση σε έναν λόφο, η κατάληψη μίας φάρμας ή μίας γέφυρας), η απουσία κάθε κριτικής του πολέμου καθεαυτού και η σχεδόν πλήρης απουσία του εχθρού – παρουσιάζεται ως μία απρόσωπη και άμορφη αντίπαλη δύναμη.

Οι παραγωγοί εκείνης της περιόδου διαμόρφωναν τα θέματά τους μέσα σε ένα καθιερωμένο πλαίσιο. Στο ίδιο πλαίσιο γυρίστηκε η ταινία «The Dam Busters», η οποία κατηγορήθηκε ότι εξαίρει τον πόλεμο και την καταστροφή αλλά έχει επιδοκιμασθεί ως μία από τις καλύτερες πολεμικές ταινίες όλων των εποχών. Αν και υπάρχει διάκριση μεταξύ της Ιστορίας και της κινηματογραφικής τέχνης, η ιστορία της επιδρομής της RAF εναντίον των φραγμάτων του Ρούρ αποτελεί μία από τις περισσότερο πειστικές αναπλάσεις των πολεμικών επιχειρήσεων της Διοίκησης Βομβαρδιστικών.

Σημειώσεις

  1. Το «Enemy Coast Ahead» παρουσιάσθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Daily Express» τον χειμώνα του 1944/45 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1946.
  2. Ο Τοντ είχε καταταγεί στο βρετανικό σύνταγμα King’s Own Yorkshire Light Infantry (KOYLI). Κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ υπηρέτησε στο 7ο Τάγμα του Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, μονάδα της 6ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, και προήχθη στον βαθμό του λοχαγού. Απέκτησε φήμη ως Λάχλαν Μακλάχλαν στο θεατρικό έργο «The Hasty Heart» και εξασφάλισε το εισιτήριό του για το Μπροντγουαίη και στη συνέχεια για το Χόλυγουντ. Αν και το 1949 ήταν υποψήφιος για βραβείο Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την κινηματογραφική εκδοχή του ίδιου ρόλου, δεν κατάφερε να επαναλάβει την επιτυχία στις επόμενες ταινίες του.
  3. Ο καταπέλτης παραμένει στην ιδιοκτησία των Εργαστηρίων, τα οποία τον είχαν παραχωρήσει στο μουσείο της RAF στο Χέντον. Σήμερα αποτελεί τμήμα της Συλλογής Μπαρνς Ουώλις στο Ελβινγκτον. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1993, με την ευκαιρία των 50 ετών από την επιχείρηση.
  4. Στην πραγματικότητα το ατύχημα είχε συμβεί την προηγούμενη ημέρα και ο οδηγός του αυτοκινήτου, ένας αξιωματικός της RAF, είχε σταματήσει για να προσφέρει βοήθεια.
  5. Η ταινία προτάθηκε για βραβείο Οσκαρ στην κατηγορία των ειδικών εφέ και σημάδεψε την αρχή μίας πολυετούς συνεργασίας των μελών της ομάδας που τα πραγματοποίησε. Τελευταίο τους φιλμ υπήρξε το «2001: A Space Odyssey».
  6. Ο πατέρας του μέλους του συγκροτήματος Ρότζερ Ουώτερς ήταν πιλότος της RAF και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.