Θέλω και τους δύο γκόμενους. Η αναποφάσιστη

Θέλω και τους δύο γκόμενους. Η αναποφάσιστη

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Όταν τον είδε, κάτι μέσα της έλιωσε σαν παγωτό στον ήλιο. Oπότε άρχισε να τον συναντάει στα κρυφά, σαν εγκληματίας, ενώ ο φίλος της κοιμόταν. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κρατήσει και τους δύο. Και νόμιζε ότι είχε τον έλεγχο.

Μπορεί να έφταιγε ο ήλιος, η ζέστη ή το ότι μόλις είχα βγει από τη θάλασσα γεμάτη αλάτι. Πάντως, όταν τελικά μου μίλησε, ένιωθα έτοιμη για όλα, για σέρφινγκ, για κολύμπι μέχρι το απέναντι νησί, για άγριο έρωτα με έναν μπρατσαρά πάνω σε ένα βράχο. Του έκρυψα πάντως το γεγονός ότι από ώρα τον έβλεπα που σαλιάριζε με μια μαυροτσουκάλω, η οποία είχε εγκαύματα σε όλο το σώμα, ήταν δηλαδή προφανές ότι η κοπέλα κατοικούσε στην άμμο. Την τελευταία ώρα ήταν χωμένος στην παρέα αυτής της μαυροτσουκάλως που έπαιζε σκραμπλ. Γιατί όμως να γουστάρω κάποιον που παίζει σκραμπλ στην άμμο; Μου αρέσουν οι άντρες με πλούσιο λεξιλόγιο που συνοδεύεται από πλούσια μπράτσα, τι να κάνω; Κάποια στιγμή (επιτέλους) ο τύπος πέταξε προς το μέρος μου μια μπάλα και, χοπ!, την έπιασα ο Νικοπολίδης, οπότε ξεμάκρυνε από το κοπάδι και ήρθε καταπάνω μου σαν τηλεκατευθυνόμενο.

Αντί για αηδίες, από πού είσαι, τι δουλειά κάνεις, είπε: «Λατρεύω το μαγιό που φοράς και το περιεχόμενό του». Κι εγώ αντί να του δώσω μια σφαλιάρα, απάντησα κάτι πνευματώδες. Στο επόμενο μισάωρο ωστόσο το IQ μου μειώθηκε δραστικά. Δεν κάνω πλάκα, ένιωσα κάτι ζεστό στην κοιλιά μου, μια φοβερή ταραχή τέλος πάντων. Θέλω να τονίσω ότι γενικά εμένα αυτό δεν μου συμβαίνει. Άμα δηλαδή δεν με βάλεις κάτω να μου κάνεις αεροπλανικά ανάποδα, δεν φτιάχνομαι. Αλλά εδώ φτιάχτηκα με τη μία. Παράτησε την παρέα του, παράτησα τη φίλη μου και το σούρουπο μας βρήκε στην παραλία. Η μαυροτσουκάλω ήταν ακόμα εκεί, φυσικά. Σε κάποια φάση πέταξε και το αποπάνω του μαγιό της, αλλά ο τύπος αδιαφόρησε, ήταν αφοσιωμένος στη σοβαρή μας κουβέντα «Είναι ή όχι το πιο άθλιο φαγητό τα γιουβαρλάκια;». Η ώρα πήγαινε έντεκα κι εμείς ακόμα στην άμμο, να τουρτουρίζουμε πάνω στις πετσέτες. Το ότι έτρεχαν τα σάλια μου πάνω στους κοιλιακούς του προφανώς οφειλόταν στο ότι είχε διαβάσει τον Τρυποκάρυδο εφτά φορές και σιχαινόταν επίσης τα γιουβαρλάκια.

Όταν πήγε να με φιλήσει, θυμήθηκα ότι βρισκόμουν σε μια σχέση τριών χρόνων και ο φίλος μου ήταν κάπου στο σπίτι. Για να μη φανώ εντελώς απατεώνισσα, του το είπα. O τύπος αναστέναξε σαν αρκούδα και γενικά έκανε σαν να είχε φτάσει το τέλος του κόσμου.

Η ζωή μετά τον άλλο

Την άλλη μέρα ο φίλος μου πήγε στην Αθήνα. Υποτίθεται ότι βαρέθηκα να τον συνοδέψω, αλλά η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν τον Άλλο. Θυμόμουν τα χέρια του, τον τρόπο που έπιασε τα μαλλιά μου και τα στριφογύρισε στο δάχτυλό του και άλλες ανοησίες. Επίσης δοκίμαζα εσώρουχα, έκανα χαλάουα, μανικιούρ, πεντικιούρ και έβαζα κοραλλί βερνίκι νυχιών από πάνω, ποια, εγώ, που είχα να βάψω τα νύχια μου από το νηπιαγωγείο!

Όταν τον πήρα κατά το απόγευμα, ήρθε αμέσως. Αράξαμε σε μια πολυσύχναστη παραλία. Καλύτερα από καμιά ερημιά, θα φαινόταν πιο ύποπτο. Για να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα, πήρα μαζί και τη φίλη μου. Η φίλη τον γούσταρε (ωραία φίλη!), αλλά εκείνος ήταν σαν να μην την έβλεπε, δεν υπήρχε. «Δεν μπορώ να πιστέψω», είπε αυτός ονειροπόλα, «πως είμαι μαζί σου. Όλα είναι διαφορετικά, ενδιαφέροντα και λαμπερά, όπως εσύ». Σκέφτηκα ότι ήταν υπέροχα γλυκερός και έλεγε γοητευτικές αηδίες. Όταν με φίλησε, έλιωσα. Αμέσως μετά ήθελα να αρχίσω να τρέχω. Είχα διαρκώς την αίσθηση ότι μας έβλεπαν και ότι από στιγμή σε στιγμή ο φίλος μου θα έβγαινε από καμιά γωνιά και θα με πετροβολούσε.

Την επόμενη μέρα την πέρασα με κοιλιακούς και ονειροπολήσεις ότι κυνηγιόμασταν σαν τα χαζά σε μια παραλία, με έπιανε, με έριχνε κάτω και μου έδειχνε τ’ αστέρια. Ε, λοιπόν, βρεθήκαμε, κυνηγηθήκαμε σαν τα χαζά σε μια παραλία, με έπιασε, με έριξε κάτω και είχα όλο το χρόνο να μετρήσω τα αστέρια. Διότι, ενώ αυτός με φίλαγε και αναστέναζε σαν καρδιοπαθής, εγώ σκεφτόμουνα ότι μπορεί πίσω από τους θάμνους, τα δέντρα, τα κύματα, να υπήρχε κάποιος που τραβούσε φωτογραφίες τις οποίες θα δημοσίευε στον τοπικό Τύπο και ο φίλος μου θα εγκατέλειπε για πάντα κι εμένα και το σκύλο. Όχι, δεν ήμουν σε θέση να το απολαύσω. Αλήθεια, εκείνος ο αναπνευστήρας που έκοβε βόλτες στη θάλασσα σε ποιον ανήκε; Ένας θεός ξέρει πώς έφτασα μέχρι το σπίτι.

«Τι μούτρα είναι αυτά, γλυκούλα μου;» ρώταγε ο φίλος μου και μου ερχόταν να τον χαστουκίσω. Με εκνεύριζε που με αποκαλούσε γλυκούλα του. Επίσης με εκνεύριζαν τα πλαδαρά μπράτσα του (δεν τα είχε όταν τον γνώρισα), η μανία του με την τηλεόραση (δεν την είχε όταν τον γνώρισα) και τα λιπαρά μαλλιά του (εντάξει, αυτά τα είχε όταν τον γνώρισα). Ήθελα να πατήσω ένα κουμπί και να εξαερωθεί. «Δεν βλέπεις ότι σκέφτομαι τον άλλον ολημερίς;» ήθελα να ουρλιάξω. Ακύρωνα τα ραντεβού μας, του μιλούσα απότομα, έτρεχα σαν παλαβή από το ένα σπίτι στο άλλο. Δεν του μιλούσα για ώρες ολόκληρες. Ήμουν σκύλα. Τον έρωτα μαζί του μου φαινόταν ανούσιο, οπότε το απέφευγα με εξωφρενικές δικαιολογίες («Αν το κάνουμε τώρα, δεν θα θέλω αύριο», «Ξύρισα την περιοχή και θα τσούζει», «Πονάει η φτέρνα μου, αχ, τι θα κάνω;»).

Από την άλλη, όταν ο φίλος σου διαισθάνεται, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει, ότι τον κεράτωσες, του βγαίνει ένας ανταγωνισμός προς τον άλλο άντρα και ξαφνικά ενδιαφέρεται τρελά για σένα. Υποσυνείδητα βέβαια όλα αυτά, μην τρελαθούμε. Oπότε, γίνεται ξαφνικά γλυκός και πιο ερωτεύσιμος κι εσύ σκέφτεσαι: «Θεέ μου, γιατί να μην μπορώ να τους έχω και τους δυο;» και νιώθεις κακιασμένη, ανάξια και έχεις τόσες ενοχές, ώστε φτάνεις στα άκρα – ας πούμε, πρώτα του κάθεσαι και μετά του μαγειρεύεις μπριζόλες.

Ή εγώ ή αυτός

Η ιστορία συνεχίστηκε στα κρυφά για δύο μήνες κι εγώ απέκτησα ένα περίεργο σύνδρομο, να πετάγομαι ψηλά όταν χτυπούσε το τηλέφωνο ή όταν ζουζούνιζε ένα κουνούπι, έχοντας την εντύπωση ότι με έπιασαν. Και ήταν όλα αγχωτικά και ωραία, ώσπου μια μέρα ο μπρατσαράς, ο αθεόφοβος, μου έδωσε τελεσίγραφο. Σε ποιον, σ’ εμένα, που το να με βάλεις να πάρω μια απόφαση είναι σαν να προσπαθείς να εξημερώσεις κουνούπια. «Τι πρόβλημα έχεις;» ρωτούσα. «Ωραία δεν είμαστε; Εγώ είμαι που κοντεύω να πάθω καρδιά, όχι εσύ». Και νόμιζα ότι έλεγχα την κατάσταση, ότι επειδή φαινόταν τελείως εξαρτημένος, θα παρέμενε στην άλλη άκρη του τηλεφώνου να περιμένει πότε ο επίσημος αγαπημένος μου θα έφευγε από την πόλη.

Ένα βράδυ με ρώτησε πότε θα άφηνα το αγόρι μου. Έβαλα τα γέλια στα μούτρα του, η γαϊδούρα. Όμως σ’ αυτή τη ζωή τα γέλια πληρώνονται, το να μην παίρνεις δηλαδή τους άλλους στα σοβαρά. Τότε, γιατί το έκανα; Τόσες ταινίες είχα δει με άπιστες, όπου η πρωταγωνίστρια λέει ψέματα στον εραστή, ότι θα αφήσει το σύζυγο τον άλλο μήνα, τον παράλλο, όταν βρει δουλειά, μετά τα Χριστούγεννα, και κάπως έτσι περνάνε τα χρόνια. Αλλά αντί να διδαχτώ από τον κινηματογράφο, του είπα κατάμουτρα ότι δεν θα άφηνα το φίλο μου. Ακόμα μουτζώνομαι και μουτζώνομαι και μουτζώνομαι.

Όταν έφυγε, δεν μπόρεσα να το πιστέψω. Όταν το πίστεψα, το σύμπαν χάθηκε, σύμπαν αντίο. Περπατούσα πάνω κάτω σαν παλαβή παναλαμβάνοντας από μέσα μου την τελευταία μας συνομιλία, λες κι έκανα πρόβα για το θέατρο και έπρεπε να μάθω το ρόλο. Εγώ: «Πώς είσαι;» Εκείνος: «Υπέροχα». Εγώ: «Πόσο υπέροχα;» Εκείνος: «Σούπερ. Η αλλαγή είναι φάρμακο. Ηρέμησα εδώ πέρα. Παρέες, κιθάρες, γυναίκες…» Εγώ (με τσακισμένη φωνή): «Γυναίκες;» Αυτός: «Χαλάρωσε, μικρή», που σήμαινε «Ξεκόλλα». Εγώ (ηλίθια): «Τι εννοείς;» Αυτός (ξεκάθαρα): «Βγήκα από το παιχνίδι. Εσύ με έβγαλες, ξέρεις». Όσες φορές κι αν την επαναλάμβανα, η συνομιλία δεν μου αποκάλυπτε κάτι καινούριο.

Βάλτε και άλλη κόλλα στο τραπέζι

Δεν θέλω να περιγράψω πόσο χαμηλά είχα πέσει. Πως έτρωγα σαν γουρούνι το καταπέτασμα, ολόκληρες μερέντες και πίτσες, πως πήρα άδεια από τη δουλειά για να μπορώ να βασανιστώ με την ησυχία μου, πως ξέφτισαν τα νύχια μου και πόσο ήθελα να τα ξεράσω όλα στο φίλο μου για να με παρηγορήσει! Ερωτική απογοήτευση μέσα σε σχέση, πόσο ηλίθιο είναι αυτό τώρα; Ένα πρωί κατάλαβα ότι εγώ, που πίστευα ότι είχα τον έλεγχο, είχα κολλήσει. Είχα κολλήσει σαν γραμματόσημο με έξτρα δυνατό σάλιο κι εκείνα τα σαλιάρικα φιλιά δεν ήταν ο μόνος λόγος. Γιατί είχα κολλήσει; Επειδή ο τύπος ήταν ζωηρός και διάβαζε τα αγαπημένα μου βιβλία, έκανε τέλειο έρωτα, λάτρευε τη θάλασσα και τους κόκκους της άμμου που πατούσα. Αλλά όχι πια. Τώρα λάτρευε τους κόκκους που πατούσαν άλλες. Σε αυτή τη σκέψη έφαγα άλλη μία μερέντα.

Ένα βασανιστικό ερώτημα εγκαταστάθηκε στο μυαλό μου: Γιατί έφυγε, αφού μπορούσε να παραμείνει και να πηδάει συχνά πυκνά μια κοπέλα που γούσταρε; Τι είχε να χάσει; (Απάντηση: Την αξιοπρέπειά του.) Ξαφνικά θυμήθηκα διάφορες λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, τη συμπεριφορά μου. Ότι του έκλεινα ξαφνικά το τηλέφωνο στα μούτρα. Ότι του ούρλιαζα να σβήσει αμέσως τα μηνύματά μου για την περίπτωση που θα έχανε το κινητό του και κάποιος το έβρισκε στη μικρή μας πόλη («Είσαι παρανοϊκή» είχε πει τότε).

Ότι του ζήτησα να μη μιλήσει ποτέ σε κανέναν για μας, για να μη διακινδυνεύσω να μαθευτεί το πράγμα. «Oύτε στον κολλητό μου;» είχε ρωτήσει πληγωμένος. Θυμήθηκα ότι τον έκρυβα απ’ όλους και απ’ όλα. Ότι τον είδα στο δρόμο τυχαία μια φορά και έκανα ότι δεν τον ήξερα. Ότι τον ρωτούσα τρεις φορές τη μέρα αν είχαν υποψιαστεί τίποτα οι φίλοι και οι γνωστοί μου. Ότι του συμπεριφερόμουν σαν να ήταν εγκληματίας. Η ψυχαναλύτριά μου μου εξήγησε ότι αυτό λέγεται «προβολή»: Επειδή εσύ αισθάνεσαι σαν εγκληματίας, προβάλλεις αυτά τα βαριά συναισθήματα που δεν μπορείς να αντέξεις στον άλλο και νομίζεις ότι φταίει αυτός. Εντάξει, ήμαρτον, κατάλαβα γιατί έφυγε!

Αλλά αυτό μου θυμίζει το Sex and the City, όπου αν κάτι δεν πάει καλά, δεν τον ξαναβλέπεις τον τύπο ούτε στον έκτο κύκλο επεισοδίων. Λες και δεν μπορείς να τον ξαναπάρεις, να το λύσετε το πράγμα. Εγώ, ψέματα μην πω, τον ξαναπήρα. Αλλά ο τύπος ούτε που να το ακούσει. «Αν χώρισες, μπορούμε να πάμε για έναν καφέ» είπε. Μα πώς να χωρίσω, παιδάκι μου; Εύκολο το ‘χεις; Αλλά δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Και υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω πολύ. Αυτό όμως λέγεται «ματαίωση», που είναι άλλος ένας όρος που μου κότσαρε η ψυχαναλύτρια.

Ποια νομίζεις ότι είσαι;

Πως θα καταφέρεις να ελέγξεις τα συναισθήματά σου για να μην κολλήσεις άσχημα και σέρνεσαι.

O τρόπος που συμπεριφέρεσαι στους άλλους δείχνει το πώς αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου. Αν είσαι π.χ. επιεικής με τον εαυτό σου, θα είσαι και με τον άλλο. Αν είσαι αμείλικτη, θα είσαι σκύλα με τον άλλο. Και, φυσικά, αν δεν παίρνεις σοβαρά τον εαυτό σου, δεν παίρνεις σοβαρά και αυτόν που γουστάρεις.

Μην εκμεταλλεύεσαι τους ανθρώπους και μην τους χρησιμοποιείς για να μπαλώσεις τρύπες στη σχέση σου. Αυτό είναι άθλιο, ΜΗΝ ΤO ΚΑΝΕΙΣ. Θα το πληρώσεις εξάλλου. Και τότε θα δεις ποιος είναι στ’ αλήθεια στο παιχνίδι.

Πότε δεν πρέπει να μπουρδουκλωθείτε

  • Όταν είναι παντρεμένος και είσαι κι εσύ (τι, θέλεις και ανάλυση;).
  • Όταν μένει στο διπλανό σπίτι ή στο διπλανό τετράγωνο.
  • Δώσ’ του ένα ραντεβού στη Βιέννη του ανθρώπου – εκτός Χριστουγέννων όμως, αλλιώς είναι τίγκα στους Έλληνες.
  • Όταν είναι μπαμπάς του φίλου σου, όπως στην Αναστασία. Ή ο κολλητός του κολλητού της αδελφής σου κ.ο.κ.
  • Όταν είστε συνάδελφοι, ξαδέλφια, κουνιάδοι κ.λπ.
Προηγούμενο άρθροΤα καλύτερά μας χρόνια
Επόμενο άρθρο12 monkeys (2015–2018) τηλεοπτική σειρά. Η γνώμη μου
Avatar
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας