Θωρηκτό Ποτέμκιν και η ανταρσία ενάντια στο τσαρικό καθεστώς

Θωρηκτό Ποτέμκιν και η ανταρσία ενάντια στο τσαρικό καθεστώς

Η ανταρσία στο θωρηκτό «Ποτέμκιν» ήταν ένα γεγονός απόλυτα ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά την επαναστατική περίοδο του 1905. Αργότερα, όμως, το όνομα του πλοίου χρησιμοποιήθηκε είτε ως συνειρμός που δημιουργούσε ελπίδες για επικράτηση της επανάστασης, είτε ως ένα μέσο προπαγάνδας για την ενίσχυση της.

Τα γεγονότα που προετοίμασαν την ανταρσία

Στις αρχές του 1900 η Ρωσία έμοιαζε με καζάνι που βράζει. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά τα γεγονότα που πραγματοποιήθηκαν στο τελευταίο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ο,τι δηλαδή συνέβη στις αρχές εκείνου του αιώνα σκιαγραφεί με τον καλύτερο τρόπο και υποδεικνύει τους λόγους που προκάλεσαν την ανταρσία στο θωρηκτό «Ποτέμκιν», η οποία ουσιαστικά αποτελούσε έναν από τους σημαντικούς κρίκους της αλυσίδας των γεγονότων της επαναστατικής αυτής εποχής.

Την περίοδο αυτήν, ειδικά κατά τα τελευταία της χρόνια, συντελέσθηκε μια ταχεία και συγκεντρωτική ανάπτυξη, η οποία όμως υπήρξε αρκετά άνιση και ποίκιλλε από περιοχή σε περιοχή και από τον έναν παραγωγικό τομέα στον άλλον. Γιγαντιαία βιομηχανικά συγκροτήματα ανεγέρθηκαν με βάση τις νέες τεχνολογίες δίπλα σε χωριά, όπου οι αγρότες καλλιεργούσαν τη γη και ζούσαν σε πρωτόγονες συνθήκες.

Επιπλέον, την έλλειψη μέριμνας και προγραμματισμού και τις αντιθέσεις μεταξύ αρχαϊκών και σύγχρονων ιδεών καταδείκνυε και το γεγονός ότι νέες υπερσύγχρονες βιομηχανικές μονάδες συνυπήρχαν με άλλες που λειτουργούσαν με πολύ παλαιότερες μεθόδους παραγωγής.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, παρά τις εντατικές προσπάθειες εκβιομηχάνισης, ο πληθυσμός παρέμενε, σε ποσοστό περίπου 80%, αγροτικός. Οι μεταρρυθμίσεις του 1861 δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα από τους αγρότες και διέψευσαν τις ελπίδες τους. Οι απαγορεύσεις και οι ειδικές υποχρεώσεις διατηρούντο, ενώ ο έλεγχος από τα κρατικά διοικητικά όργανα και η υποτέλεια στους παλαιούς γαιοκτήμονες συνεχίζονταν, υποβιβάζοντάς τους έτσι σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, αλλά και των εργατών, των οποίων η σκληρή ημερήσια εργασία υπερέβαινε τις 11-12 ώρες, συνέθεταν ένα σκηνικό που δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί για πολύ, όσο μεγάλη και ευλαβική και αν ήταν η πίστη στον τσάρο και στις καλές του προθέσεις. Απεργίες, αναταραχές και συγκρούσεις άρχισαν να εκδηλώνονται, στην αρχή μεμονωμένα. Στη συνέχεια, όμως, η έκρυθμη κατάσταση άρχισε να γενικεύεται επικίνδυνα για την ασφάλεια του καθεστώτος.

Την τραγική εικόνα της χώρας επαλήθευσε και επιδείνωσε ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος του 1904 – 1905, ο οποίος κατέληξε στη συντριβή της Ρωσίας και της ναυτικής της ισχύος. Ο πόλεμος αυτός ήταν συνέπεια της επεκτατικής πολιτικής του τσάρου Νικολάου Β’ με σκοπό την πρόσβαση σε νέους πλουτοπαραγωγικούς πόρους (κυρίως αυτούς των κοιτασμάτων άνθρακα και σιδηρομεταλλευμάτων της Μαντζουρίας) που ήταν αναγκαίοι για την ταχεία ανάπτυξη της βιομηχανίας και γενικότερα της οικονομίας, η οποία κατά τα προηγούμενα έτη υπερέβαινε το 5%.

Εκτός των άλλων, ο τσάρος κήρυξε τον πόλεμο αυτόν με την ελπίδα ότι θα κατασίγαζε, μέσω της πολεμικής προετοιμασίας και της αναθέρμανσης του πατριωτικού αισθήματος (αναμενόμενα επακόλουθα μιας παρόμοιας σύρραξης), τις εξεγέρσεις που απειλούσαν την εξουσία του.

Η πολιτική αυτή εκφραζόταν, μέχρι τις αρχές του πολέμου, μέσω της αδιάλλακτης στάσης της Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις με την Ιαπωνία, η οποία είχε επίσης ανάγκη από πρώτες ύλες που θα τροφοδοτούσαν τον εκσυγχρονισμό της.

Μετά την κήρυξη του πολέμου, ως επακόλουθο της επίθεσης του ιαπωνικού στόλου στο Πορτ Αρθουρ και της καταστροφής του ρωσικού στόλου του Ειρηνικού, ο ρωσικός λαός εισήλθε σε έναν νέο κύκλο θυσιών και στερήσεων που επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο λόγω του ψυχολογικού βάρους της ήττας και του εξευτελισμού που υπέστησαν η εθνική συνείδηση και η εικόνα του ιδίου του τσάρου.

Τη χαριστική βολή στην εμπιστοσύνη του λαού προς τον τσάρο, που επιτάχυνε και ενέτεινε την επαναστατική δραστηριότητα συμβάλλοντας στη γενική αναστάτωση (καρπός της οποίας ήταν και η ανταρσία στο θωρηκτό «Ποτέμκιν»), έδωσε η αποκαλούμενη «Κυριακή του αίματος», στις 9/22 Ιανουαρίου 1905 στην Αγία Πετρούπολη. Την ημέρα εκείνη περίπου 200.000 άτομα, στην πλειοψηφία τους εργάτες, χωρικοί και φοιτητές, διαδήλωσαν στην Αγία Πετρούπολη με τελικό προορισμό τα Χειμερινά Ανάκτορα όπου διέμενε ο τσάρος.

Μετά από ατελείωτες συγκεντρώσεις και συζητήσεις, είχαν προετοιμάσει ένα υπόμνημα το οποίο υπό την ηγεσία ενός κληρικού, του πατέρα Γκαπόν, προέδρου της Εργατικής Ενωσης, ήταν έτοιμοι να παραδώσουν στον τσάρο. Αυτό είχε κυρίως παρακλητικό χαρακτήρα και ζητούσε τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων.

Παρόλα αυτά, κατά την πορεία τους προς τα ανάκτορα οι διαδηλωτές όχι μόνο δεν μπόρεσαν να μιλήσουν στον αυτοκράτορα, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις κάννες των όπλων της αυτοκρατορικής φρουράς. Πριν δοθεί οποιαδήποτε αφορμή, οι στρατιώτες άνοιξαν πυρ προς το πλήθος.

Οι πυροβολισμοί συνεχίσθηκαν μέχρι το τέλος της ημέρας, με αποτέλεσμα τη σφαγή πολλών χιλιάδων διαδηλωτών και τον κλονισμό της μέχρι τότε πεποίθησης για τις προθέσεις του τσάρου. Το επίσημο έναυσμα είχε πλέον δοθεί και το καθεστώς είχε καταρρεύσει ακόμη και στα μάτια των πιο συντηρητικών λαϊκών στρωμάτων. Κάθε επαναστατική πράξη απαιτούσε πλέον ερείσματα στην κοινή συνείδηση και μπορούσε να βρει ανταπόκριση ακόμη και στις ομάδες που θεωρητικά διακρίνονταν για τη συμπαγή τους πίστη και τη νομιμοφροσύνη τους προς τον τσάρο, δηλαδή στον στρατό και το ναυτικό.

Στο πλαίσιο του κύματος των απεργιών και των συγκρούσεων και μέσα στο γενικότερο κλίμα του αναβρασμού της περιόδου που ακολούθησε μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτό το νόημα της ανταρσίας στο «Ποτέμκιν» και να προσδιορισθούν ακριβώς τα όρια και το εύρος αυτής της πράξης και του ειδικού της βάρους στη συνέχιση της επανάστασης.

Η ανταρσία

Το θωρηκτό «Κνιάζ Ποτέμκιν Ταβριτσέσκυ», όπως ήταν το πλήρες όνομά του, άρχισε να κατασκευάζεται στα ναυπηγεία Νικολάγιεφ της Ουκρανίας τον Φεβρουάριο του 1898, καθελκύσθηκε τον Οκτώβριο του 1900 και τέθηκε σε ενεργό δράση τον Νοέμβριο του 1904. Ηταν το τελευταίο και μεγαλύτερο από τα οκτώ πλοία μεγάλης ισχύος που ναυπηγήθηκαν στο διάστημα 1860-1900 για τον στόλο της Μαύρης Θάλασσας, με διαστάσεις 115 μ. μήκος, 22 μ. πλάτος και 8 μ. ύψος, εκτοπίσματος 12.580 τόννων, με βαρύ οπλισμό και θωράκιση. Έλαβε το όνομα του από τον πρίγκιπα Γκριγκόρυ Αλεξάντροβιτς Ποτέμκιν, ο οποίος επί της βασιλείας της Αικατερίνης Β’ της Μεγάλης διακρίθηκε ως ισχυρός άνδρας της αυτοκρατορίας και έγινε διάσημος για την καθοριστική συμβολή του στην προσάρτηση της Κριμαίας και για τη σύλληψη και τη δημιουργία του στόλου της Μαύρης Θάλασσας, στα τέλη του 18ου αιώνα.

Η ανάγκη ενός τέτοιου στόλου υπαγορευόταν από την ιδιαίτερη γεωγραφική κατανομή των εδαφών της Ρωσικής αυτοκρατορίας τα οποία ήταν στενά συνδεδεμένα με το καθεστώς των Στενών του Βοσπόρου, ήδη κλειστών για τα ρωσικά πλοία από τη Συνθήκη του Βερολίνου του 1878. Ετσι, ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας δρούσε εντελώς απομονωμένος από εκείνους του Ειρηνικού και της Βαλτικής. Κατά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο οι δύο τελευταίοι καταστράφηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά: ο πρώτος τον Φεβρουάριο του 1904 στο λιμάνι του Πορτ Αρθουρ, στα παράλια της βόρειας Κίνας, και ο δεύτερος, μετά από ένα ταξίδι 25.000 χιλιομέτρων, στον Πορθμό της Τσουσίμα, τον Μάιο του 1905.

Η συντριβή του στόλου είχε σοβαρές επιπτώσεις για το ηθικό του στρατεύματος και γενικότερα για το κύρος της ηγεσίας στα μάτια του λαού. Η ρωσική θαλάσσια πολεμική μηχανή είχε ηττηθεί και καταστραφεί ολοσχερώς σε ναυμαχίες που είχαν διαρκέσει μερικές ώρες και χωρίς να επιφέρει κάποιο ουσιαστικό πλήγμα στον εχθρό προτού καταλήξει στον βυθό της θάλασσας. Ο εξευτελισμός αυτός οφειλόταν σαφέστατα στους εσφαλμένους χειρισμούς και τις επιπολαιότητες του ρωσικού αρχηγείου, καθώς και στην απερισκεψία με την οποία αντιμετώπιζε ο τσάρος τις απώλειες σε έμψυχο και άψυχο δυναμικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά τη συντριβή του στόλου της Απω Ανατολής στο Πορτ Αρθουρ, και ενώ ο Ρωσικός Στρατός βρισκόταν σε δεινή κατάσταση (λόγω της πολιορκίας των Ιαπώνων), παρά το ότι η κατάσταση υπαγόρευε την άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών και την υπογραφή ειρήνης, ο Ρώσος ηγέτης, χωρίς να αναλογισθεί το κόστος, διέταξε τη συνέχιση του πολέμου και την εμπλοκή σε αυτόν του πιο παλαιού και λιγότερου εκπαιδευμένου στόλου της Βαλτικής, ο οποίος, προκειμένου να συμμετάσχει στη σύρραξη, έπρεπε να καλύψει μια απόσταση σχεδόν όσο ο μισός περίπλους της γης.

Μετά από αυτά τα γεγονότα η μόνη ναυτική δύναμη που απέμενε ήταν της Μαύρης Θάλασσας. Το θωρηκτό «Ποτέμκιν» αποτελούσε ουσιαστικά τη δυνατότερη και πιο αξιόμαχη μονάδα στο Ρωσικό Ναυτικό.

Μέσα σε αυτό το γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας είχε αρχίσει να σχεδιάζεται γενική ανταρσία στον στόλο της Μαύρης Θάλασσας, η οποία θα εκδηλωνόταν περίπου ταυτόχρονα με τα στρατιωτικά γυμνάσια που είχαν προγραμματισθεί για το καλοκαίρι του 1905.

Η αποδοχή των επαναστατικών ιδεών ήταν διαφορετική από πλοίο σε πλοίο και προκαλεί αρκετό ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πλήρωμα του «Ποτέμκιν» θεωρείτο από τα πιο πιστά στον τσάρο. Τον Ιούνιο ολόκληρη η μοίρα στην οποία ανήκε το θωρηκτό προετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Σεβαστούπολη προκειμένου να συμμετάσχει στις ναυτικές ασκήσεις.

Στις 13 του ιδίου μήνα το «Ποτέμκιν», πλήρως εξοπλισμένο, διατάχθηκε να κινηθεί προς τη χερσόνησο της Τένδρας, ανατολικά της Οδησσού, προκειμένου να πραγματοποιήσει δοκιμαστικές βολές. Στη συνέχεια θα επέστρεφε για να επανενταχθεί στη μοίρα του. Η απομόνωση, όμως, αυτή τελικά ευνόησε και συνέβαλε στην επιτάχυνση της επαναστατικής διαδικασίας που θα κατέληγε στην ανταρσία.

Την ημέρα της άφιξης του πλοίου στα στενά της Τένδρας, η τορπιλάκατος υπ’ αρ. 267 που συνόδευε το θωρηκτό εστάλη στην Οδησσό για να παραλάβει προμήθειες. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επέστρεψε και διένειμε τα εφόδια, ενώ το κρέας που προοριζόταν για τη σούπα κρεμάσθηκε σε γάντζους στο κατάστρωμα. Νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας, κατά τη διαδικασία της καθαριότητας ένας από τους ναύτες πλησίασε το κρεμασμένο κρέας και παρατήρησε ότι ήταν σαπισμένο και γεμάτο σκουλήκια. Τις επόμενες ώρες το νέο γνωστοποιήθηκε σε ολόκληρο το πλήρωμα, το οποίο συγκεντρωνόταν ανά ομάδες και το παρατηρούσε αγανακτισμένο.

Όταν ο κυβερνήτης του πλοίου, Γκολίκωφ, πληροφορήθηκε το γεγονός, έστειλε τον ιατρό του πλοίου για να εξετάσει το κρέας. Εκείνος ανέφερε ότι όλα ήταν εντάξει. Μετά από αυτό ο κυβερνήτης διέταξε να τοποθετηθεί στο σημείο όπου φυλασσόταν το κρέας ένας φρουρός, ο οποίος θα κατέγραφε τα ονόματα των ναυτών που θα πλησίαζαν και θα τα ανέφερε στο τέλος της βάρδιάς του.

Λίγο αργότερα δόθηκε η διαταγή να προετοιμασθεί το δείπνο, ενώ η αναταραχή εξακολουθούσε μεταξύ του πληρώματος. «Πώς ήταν δυνατό να πολεμήσουν από τη στιγμή που οι τρόφιμοι στις φυλακές της Ιαπωνίας έτρωγαν καλύτερα από ό,τι εκείνοι;», ήταν ένα από τα βασικά ερωτήματά τους.

Τη συνηθισμένη ώρα δόθηκε προσκλητήριο για το δείπνο, αλλά οι ναύτες προσερχόμενοι παρελάμβαναν μόνο το ψωμί και το νερό, αδιαφορώντας για τα καζάνια της σούπας που βρίσκονταν στην κουζίνα. Οταν αυτό γνωστοποιήθηκε στον κυβερνήτη και έγινε φανερό ότι η τάξη είχε διασαλευθεί σε επικίνδυνο βαθμό, εκείνος διέταξε το πλήρωμα να παρουσιασθεί στο κατάστρωμα. Βηματίζοντας μπροστά από το παρατεταγμένο πλήθος, το κάλεσε να λογικευθεί δίνοντάς του μια τελευταία ευκαιρία να επανέλθει στην κουζίνα και να καταναλώσει εν ηρεμία τη σούπα.

Όταν η πλειοψηφία των ναυτών αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ο Γκολίκωφ κάλεσε τους νομιμόφρονες ναύτες να οπλίσουν τα όπλα τους και να σημαδεύσουν προς το παρατεταγμένο πλήθος. Αμέσως οι ναύτες, σίγουροι για το επερχόμενο τέλος, άρχισαν να τρέχουν άτακτα προς το πολυβολείο για να γλιτώσουν.

Μερικοί, όμως, δεν πρόλαβαν να ενωθούν με το υπόλοιπο πλήθος και περικυκλώθηκαν από τους νομιμόφρονες. Αυτή η σαστισμένη και έντρομη ομάδα των 30 περίπου ναυτών διατάχθηκε να καλυφθεί με έναν μουσαμά, προκειμένου στη συνέχεια να δεχθεί τα πυρά των νομιμοφρόνων. Τη στιγμή, όμως, που επρόκειτο να εκτελεσθεί η εντολή, ένας ναύτης ονόματι Ματουσένκο στάθηκε μπροστά από τους υπόλοιπους και, απευθυνόμενος προς αυτούς που τον σημάδευαν, τους ζήτησε να μη πυροβολήσουν τους συντρόφους και συναγωνιστές τους.

Μετά από λίγο οι κάννες των όπλων χαμήλωσαν και οι νομιμόφρονες ναύτες, αρνούμενοι να πυροβολήσουν, συνενώθηκαν με το επαναστατημένο πλήθος. Σε σύντομο διάστημα η ανταρσία είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρο το πλοίο και όλοι, οπλισμένοι, φώναζαν και αναζητούσαν τους αξιωματικούς τους και τον μισητό κυβερνήτη τους, με σκοπό να τους θανατώσουν. Κατά την ανταλλαγή πυροβολισμών έπεσε νεκρός ένας από τους ναύτες που προορίζονταν για εκτέλεση, ονόματι Βακουλίντσουκ, γεγονός που προκάλεσε την ακόμη μεγαλύτερη αγανάκτηση των υπόλοιπων ναυτών.

Οι αξιωματικοί, κυρίως οι πιο αυστηροί και μισητοί, έπεφταν νεκροί ο ένας μετά τον άλλον από τις σφαίρες του εξεγερμένου πληρώματος, ενώ όσοι γλίτωναν από τις ριπές των όπλων πηδούσαν στη θάλασσα για να σωθούν, κολυμπώντας προς την τορπιλάκατο που συνόδευε το θωρηκτό. Τελευταίος φονεύθηκε ο κυβερνήτης Γκολίκωφ, ο οποίος κατά την αναταραχή είχε καταφέρει να κρυφθεί στην καμπίνα του. Οταν τον εντόπισαν, ζήτησε έλεος από το πλήθος των ναυτών, ιδιαίτερα από τον Ματουσένκο, ο οποίος είχε ήδη αναγνωρισθεί ως αρχηγός τους, αλλά εκτελέσθηκε όπως οι υπόλοιποι συνάδελφοί του και το πτώμα του ερρίφθη στη θάλασσα.

Το «Ποτέμκιν», όπως και η συνοδευτική του τορπιλάκατος, είχε πλέον καταληφθεί και περιέλθει υπό την εξουσία του πληρώματος. Η σκηνή του θριάμβου έκλεισε με τα περίπου 700 μέλη του πληρώματος να ζητωκραυγάζουν στο κατάστρωμα. Η κόκκινη σημαία ανέμιζε τώρα νικηφόρα στο κατάρτι του. Αμέσως μετά το τέλος της εξέγερσης, τα δύο πλοία τέθηκαν σε επιφυλακή ενόψει του ενδεχομένου να συναντήσουν τα υπόλοιπα πλοία της μοίρας που είχαν σταθμεύσει στη Σεβαστούπολη.

Η πρώτη μέριμνα των ναυτών ήταν να εκλέξουν μια 12μελή επιτροπή που θα κατηύθυνε το πλοίο. Αρχικά αποφασίσθηκε να πλεύσουν προς την Οδησσό για να παραλάβουν τις απαιτούμενες προμήθειες. Στην πόλη, όμως, εκείνη την περίοδο διεξαγόταν ένας σκληρός αγώνας μεταξύ των εργατών και των ιδιοκτητών των εργοστασίων, ο οποίος αρχικά είχε τη μορφή απεργιών, αλλά με την πάροδο του χρόνου έλαβε τη μορφή ένοπλης επανάστασης. Επί αρκετές ημέρες πραγματοποιούντο συγκρούσεις μεταξύ εργατών, στρατού και αστυνομίας, με πολλούς νεκρούς μεταξύ των κατοίκων της πόλης.

Με την άφιξη του θωρηκτού στο λιμάνι της Οδησσού, άρχισε να ανεβαίνει το ηθικό του επαναστατημένου πλήθους, το οποίο καλωσόρισε το «Ποτέμκιν» με μεγάλο ενθουσιασμό, και ιδιαίτερα μόλις πληροφορήθηκαν λεπτομερώς τι είχε συμβεί.

Η επιτροπή του πλοίου αποφάσισε τελικά να σταλεί μια ομάδα από ναύτες στην ξηρά το επόμενο πρωί (15 Ιουνίου) προκειμένου να συλλέξει τις απαραίτητες προμήθειες και καύσιμα, αλλά και για να θάψει το σώμα του νεκρού ναύτη Βακουλίντσουκ. Η ομάδα αυτή θα παρέδιδε επίσης ορισμένους αιχμάλωτους υπαξιωματικούς και θα ερχόταν σε επαφή με εκπροσώπους των εξεγερμένων εργατών.

Οι ενέργειες αυτές, όμως, προκάλεσαν την κινητοποίηση των Αρχών, οι οποίες έθεσαν την πόλη υπό στρατιωτικό νόμο. Επειτα από σύντομες διαβουλεύσεις, οι εργάτες πρότειναν στην επιτροπή του πλοίου να ορίσει μια ομάδα οπλισμένων ανδρών η οποία θα παρήλαυνε στην πόλη και θα ζητούσε από τους στρατιώτες που τη φρουρούσαν να συνταχθούν με το μέρος τους στο όνομα της επανάστασης και του λαού. Το σχέδιο, όμως, αυτό εγκαταλείφθηκε, καθώς το πλήρωμα δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένο να διαιρεθεί, αφού όσοι θα παρέμεναν στο πλοίο δεν θα ήταν σε θέση να δράσουν αποτελεσματικά σε μια κρίσιμη στιγμή.

Καθόλη τη διάρκεια της παραμονής του στο λιμάνι, το πλοίο δεχόταν επιθέσεις ανδρών της αστυνομίας και του στρατού που προσπαθούσαν να επιβιβασθούν και να το καταλάβουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Διαπιστώνοντας την απραξία και την καθυστέρηση επέμβασης του «Ποτέμκιν» στα γεγονότα, η αστυνομία και ο στρατός άρχισαν να ανασυντάσσονται και να συγκεντρώνουν δυνάμεις για μια νέα επίθεση.

Τη νύχτα της 15ης Ιουνίου σημειώθηκε νέα μεγάλη αιματοχυσία με θύματα περισσότερους από 2.000 κατοίκους της πόλης. Το πρωί της επομένης πραγματοποιήθηκε η κηδεία του Βακουλίντσουκ, παρά τα γεγονότα που προηγήθηκαν, χωρίς καμία παρεμπόδιση. Από το πλήρωμα είχε επιτραπεί να συμμετάσχει σε αυτήν μόνο μια μικρή ομάδα από 12 ένοπλους άνδρες.

Κατά την επιστροφή της στο πλοίο η ομάδα αυτή δέχθηκε επίθεση από στρατιώτες και επέστρεψε με απώλειες τριών ανδρών. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας το πλοίο άνοιξε πυρ προς την πόλη. Αντί, όμως, να πλήξουν τα σημεία όπου ήταν συγκεντρωμένες οι εχθρικές δυνάμεις, οι βολές που ερρίφθησαν αστόχησαν, πιθανότατα λόγω εσφαλμένων πληροφοριών που είχαν διαβιβασθεί από δολιοφθορείς.

Ωστόσο, αυτές οι βολές αναπτέρωσαν προσωρινά το ηθικό των κατοίκων και τους γέμισαν με ενθουσιασμό και πίστη στην τελική νίκη.Τα ξημερώματα της 17ης Ιουνίου έφθασε ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα στο «Ποτέμκιν» ότι η υπόλοιπη μοίρα που βρισκόταν στη Σεβαστούπολη κατευθυνόταν προς την Οδησσό, πιθανότατα προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία. Καθώς πλησίαζε ο στόλος επικρατούσε απόλυτη σιγή και αμηχανία.

Ξαφνικά, μια ομάδα ναυτών από το θωρηκτό άρχισε να φωνάζει συνθήματα υπέρ της ελευθερίας. Σε ελάχιστο χρόνο οι φωνές είχαν εξαπλωθεί στα περισσότερα πλοία. Τότε ο ναύαρχος φοβούμενος μήπως η ανταρσία εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη μοίρα, διέταξε τα πλοία να κατευθυνθούν ολοταχώς προς την ανοικτή θάλασσα. Το «Ποτέμκιν» άρχισε να τα καταδιώκει, όταν, αναπάντεχα, ένα από τα βαρέα καταδρομικά άρχισε να κάνει στροφή προς το «Ποτέμκιν».

Ήταν το «Γκεόργκι Πομπιντόνσετς» ή «Γεώργιος ο Θριαμβευτής», το οποίο, μετά τη σύλληψη των περισσοτέρων αξιωματικών του, είχε προσχωρήσει στην ανταρσία και είχε υιοθετήσει τα αιτήματα της επανάστασης. Ετσι η αυτοπεποίθηση των ναυτών και των κατοίκων της Οδησσού για τη νίκη της επανάστασης και του λαού είχε κορυφωθεί, και η ελπίδα για βελτίωση της κατάστασης είχε δώσει τη θέση της στην απόλυτη βεβαιότητα.

Από την άλλη πλευρά, οι οπαδοί του τσάρου δεν παρέμεναν αδρανείς, αλλά προέβησαν σε ενέργειες για την επαναφορά της τάξης. Αφού καθησύχασαν τους ξένους προξένους που διατύπωσαν ανησυχίες και παράπονα για την κατάσταση, ζήτησαν ενισχύσεις, ακόμη και βαρύ πυροβολικό, με σκοπό να πλήξουν τα δύο πλοία από την ξηρά. Η ενέργεια αυτή τελικά δεν κατέστη αναγκαία εξαιτίας του γεγονότος ότι κατά τη διάρκεια της ανταρσίας στο καταδρομικό «Γεώργιος» πολλοί από τους νομιμόφρονες υπαξιωματικούς δεν έγιναν αντιληπτοί, με αποτέλεσμα στη συνέχεια να εκδηλώσουν τη μέχρι τότε κρυφή τους υποστήριξη προς τον τσάρο.

Από την πρώτη κιόλας ημέρα της νέας ανταρσίας άρχισαν να υποστηρίζουν ανοικτά την επιστροφή στη Σεβαστούπολη και υποκινούσαν τους ναύτες να αποκηρύξουν την ανταρσία, διχάζοντας έτσι το πλήρωμα. Οταν αυτό έγινε γνωστό στο «Ποτέμκιν», αποφασίσθηκε να σταλεί στο καταδρομικό μια αντιπροσωπία με οπλισμένη συνοδεία για να εκδιώξει τους υπαξιωματικούς που προκαλούσαν την αναταραχή.

Όταν, όμως, η αντιπροσωπία έφθασε στο καταδρομικό, αποκαλύφθηκε φανερή η παγίδα που είχε στηθεί. Ανακοινώθηκε στο πλήρωμα του «Γεώργιος» ότι η ηγεσία του «Ποτέμκιν» σκόπευε να παραδοθεί και ότι οι εκπρόσωποι των ναυτών του είχαν φθάσει για να ρωτήσουν τους ναύτες του «Γεώργιος» εάν σκόπευαν να τους συνοδεύσουν στη Σεβαστούπολη.

Αυτή η ομιλία επηρέασε, όπως ήταν αναμενόμενο, καταλυτικά τη στάση των ναυτών που μέχρι τότε αμφιταλαντεύονταν και οδήγησε στη λήψη της απόφασης για συνένωση με την υπόλοιπη μοίρα. Οταν άρχισε να ανεβαίνει καπνός από την καπνοδόχο του πλοίου και αυτό άρχισε να μετακινείται, το «Ποτέμκιν» έστειλε απειλητικά μηνύματα και ύψωσε σημαία μάχης, αναγκάζοντας το «Γεώργιος» να επιστρέψει στη θέση του.

Η λήξη της ανταρσίας και η μετέπειτα ιστορία του Ποτέμκιν

Μετά από αυτό το συμβάν, αντί να ληφθεί άμεσα δράση από την ηγεσία του «Ποτέμκιν», ακολούθησαν απραξία, απογοήτευση και σύγχυση. Τελικά αποφασίσθηκε ομόφωνα να πλεύσουν προς τη Ρουμανία και συγκεκριμένα προς το λιμάνι της Κωνστάντζας. Μετά την αναχώρηση του πλοίου, στην Οδησσό τον έλεγχο ανέλαβαν οι Αρχές της πόλης οι οποίες έδειξαν αποφασισμένες να τιμωρήσουν τον επαναστατημένο λαό και να εκδικηθούν.

Το «Ποτέμκιν» έφθασε στην Κωνστάντζα την επόμενη ημέρα μαζί με την τορπιλάκατο 267 προς αναζήτηση εφοδίων και καυσίμων, αφού αυτή δεν ήταν εφικτή στη φρουρούμενη Οδησσό. Οι ρουμανικές Αρχές και ο βασιλιάς της χώρας, Κάρολος, υποδέχθηκαν το πλοίο με μεγάλη επιφύλαξη. Από φόβο μήπως προκαλέσουν τον βόρειο γείτονά τους, προσέφεραν προμήθειες μόνο για μία ημέρα.

Για τον λόγο αυτόν αποφασίσθηκε ο πλους προς το λιμάνι της Θεοδοσίας, στη χερσόνησο της Κριμαίας, όπου τελικά έφθασαν τρεις ημέρες αργότερα. Ο δήμαρχος όμως της πόλης, έχοντας λάβει εντολές από την Αγία Πετρούπολη, δεν επέτρεψε τον ανεφοδιασμό του θωρηκτού. Οταν, μάλιστα, μια μικρή ομάδα ναυτών αποβιβάσθηκε και προσπάθησε να αποσπάσει κρυφά κάποια εφόδια, αντιμετώπισε τα πυρά των φρουρών και αναγκάσθηκε να οπισθοχωρήσει.

Αντιμετωπίζοντας άμεση έλλειψη τροφής, νερού και καυσίμων, το πλοίο επέστρεψε στην Κωνστάντζα, όπου και εγκαταλείφθηκε από τους ναύτες, αφού προηγουμένως οδηγήθηκε στα αβαθή. Τελικά, το «Ποτέμκιν» ρυμουλκήθηκε από δύο ρωσικά πολεμικά πλοία που έφθασαν εκεί την επόμενη ημέρα και οδηγήθηκε στην Οδησσό. Η πλειοψηφία του πληρώματος επέστρεψε αργότερα στη Ρωσία, όπου ορισμένοι ναύτες καταδικάσθηκαν σε θάνατο και εξορία, ενώ άλλοι συνέχισαν να υπηρετούν σε άλλες μονάδες μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

Το θωρηκτό «Κνιάζ Ποτέμκιν Ταβριτσέσκυ» μετά από σύντομο χρονικό διάστημα ανέλαβε πάλι ενεργό δράση με το νέο όνομα «Αγιος Παντελεήμων», που του δόθηκε από τον τσάρο σε ανάμνηση της μεγάλης νίκης του ρωσικού Ναυτικού επί του σουηδικού στο Κανγκούτ, στις 27 Ιουλίου 1714, ημέρα εορτής του Αγίου και επαναλειτουργίας του πλοίου.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε στη 2η μοίρα του στόλου της Μαύρης Θάλασσας, αν και υστερούσε σε σχέση με τρία πιο σύγχρονα θωρηκτά. Επίσης, συμμετείχε στον βομβαρδισμό των Στενών του Βοσπόρου. Τον Απρίλιο του 1917 ονομάσθηκε πάλι «Ποτέμκιν», ενώ λίγο αργότερα (τον Μάιο) του δόθηκε το όνομα «Μπόρετζ Ζα Σβόμποντα», δηλαδή αγωνιστής της ελευθερίας. Τελικά, τέθηκε εκτός λειτουργίας το 1923-24.

Το όνομα του «Ποτέμκιν» έγινε ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο αρκετά χρόνια αργότερα χάρη στην ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν που προβλήθηκε το 1925 με τον ομώνυμο τίτλο. Η ταινία περιελάμβανε πέντε επεισόδια που περιέγραφαν τα γεγονότα της ανταρσίας με τη νέα, για εκείνη την εποχή, τεχνική του μοντάζ, όπου σκηνές αντίθετων συναισθημάτων εναλλάσσονταν γρήγορα μεταξύ τους προκειμένου να προκαλέσουν αίσθηση και να κινητοποιήσουν τον θεατή.

Για τους σκοπούς της ταινίας χρησιμοποιήθηκαν ορισμένοι πρωταγωνιστές της ανταρσίας ως σύμβουλοι του σκηνοθέτη, ο οποίος πιθανότατα έκανε χρήση και του ίδιου του θωρηκτού για ένα μέρος των γυρισμάτων. Το έργο, πάντως, είχε προπαγανδιστικό χαρακτήρα, καθώς προσπαθούσε, μυθοποιώντας ουσιαστικά την ανταρσία και την εξέγερση των εργατών της Οδησσού, να δώσει έμφαση και να ενισχύσει την ιδέα της επανάστασης. Το γεγονός, μάλιστα, ότι δεν υπήρχε πραγματικός πρωταγωνιστής τόνιζε τα κατορθώματα του συνόλου και όχι ενός ατόμου, προωθώντας έτσι τα σοσιαλιστικά ιδανικά. Για τον λόγο αυτόν η ταινία λογοκρίθηκε και η προβολή της απαγορεύθηκε σε πολλές χώρες, όπως η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Πάντως, από άποψη κινηματογραφικής ποιότητας, το «Ποτέμκιν» αποτελεί ένα αριστούργημα του ρωσικού κινηματογράφου και έχει αποτελέσει πρότυπο για νέους σκηνοθέτες, ενώ έχει ψηφισθεί πολλές φορές ως μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Η ανταρσία στο θωρηκτό «Ποτέμκιν», όπως και γενικότερα η επανάσταση του 1905, αποτέλεσαν μια χρήσιμη δοκιμή και πολύτιμη εμπειρία για την επανάσταση που ακολούθησε 12 χρόνια αργότερα. Ηταν το καλύτερο μάθημα, τονίζοντας την αυτοπεποίθηση όσων αργότερα θα εξεγείρονταν, ότι η επανάσταση και η ανατροπή ήταν εφικτές.

Την πεποίθηση αυτήν ενίσχυσε η ανταρσία του «Ποτέμκιν», το οποίο, σύμφωνα και με τον Λένιν, ήταν ένας χώρος όπου η επανάσταση είχε εκδηλωθεί και επικρατήσει έστω και προσωρινά. Τα γεγονότα αυτά θα αποτελούσαν τους καλύτερους τροφοδότες της μετέπειτα επανάστασης του 1917, εκπέμποντας το αυταπόδεικτο επαναστατικό μήνυμα που επρόκειτο να λάβει σάρκα και οστά με την ταινία 20 χρόνια μετά την ανταρσία.