Τι είναι Ασεξουαλικότητα: Πληροφορίες και στοιχεία

Τι είναι Ασεξουαλικότητα: Πληροφορίες και στοιχεία

Η έννοια του σεξουαλικού προσανατολισμού αναφέρεται στην κατεύθυνση της σεξουαλικότητας ενός ατόμου με σημείο αναφοράς το γεννητικό του φύλο, δηλαδή το φύλο που προσδίδει η βιολογική ταυτότητα του ατόμου. Οι συνήθεις και ευρέως αποδεκτοί όροι που περιγράφουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό των ατόμων είναι: ετεροφυλόφιλοι για όσους έλκονται από άτομα του άλλου ως προς αυτούς φύλου, ομοφυλόφιλοι για όσους νιώθουν σεξουαλική παρόρμηση για άτομα του ίδιου φύλου και αμφιφυλόφιλοι για όσους έλκονται από άτομα του ίδιου και του άλλου φύλου.

Η παγκόσμια κοινή γνώμη πρόσφατα αποδέχθηκε την ομοφυλοφιλία ως διακριτό σεξουαλικό προσανατολισμό των ανθρώπων που καθορίζεται από ποικίλους παράγοντες, μερικοί εκ των οποίων επιδρούν στα άτομα ήδη από την εμβρυική ζωή. Ενώ οι διαμάχες και ο διάλογος για τις αιτίες που προκαλούν την ομοφυλοφιλία, την ηθική που απορρέει από αυτήν και την κοινωνική ένταξη των ομοφυλόφιλων δεν έχουν ακόμη σιγάσει, μια άλλη διάσταση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, η ασεξουαλικότητα, εμφανίστηκε και πυροδότησε νέους προβληματισμούς και διαλόγους.

Η λέξη «ασεξουαλικότητα» προκύπτει από την απόδοση της αγγλικής λέξης asexuality, η οποία μέχρι πρότινος χρησιμοποιείτο για να περιγράψει την αφυλετική αναπαραγωγή των κατώτερων οργανισμών, όπως οι αμοιβάδες, μερικοί σκώληκες και μύκητες. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε επίσης για την ανικανότητα μερικών ανθρώπων για σεξουαλική ζωή λόγω έλλειψης γεννητικών οργάνων ή άλλων δυσμορφιών που αποτελούν σοβαρές παθολογικές καταστάσεις.

Υπό τα νέα δεδομένα, ο όρος ασεξουαλικότητα του ανθρώπου αποτελεί γενικό ορισμό ή αυτοκαθορισμό της κατάστασης μερικών ανθρώπων με ελλιπή ή ανύπαρκτη σεξουαλική παρόρμηση και επιθυμία, χωρίς εμφανή παθολογικά αίτια. Ο όρος ασεξουαλικός χρησιμοποιείται επιπλέον ως η φυλετική ταυτότητα εκείνων που θεωρούν ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος για σεξουαλική ζωή τους θέτει εκτός των καθορισμένων και παραδοσιακών ταυτοτήτων του θηλυκού και του αρσενικού γένους.

Παρότι ο ορισμός της ασεξουαλικότητας είναι ακόμη ασαφής και αμφιλεγόμενος, οι ασεξουαλικοί περιγράφουν την κατάσταση που βιώνουν ως αποτέλεσμα μιας εγγενούς και φυσικής ιδιότητάς τους που προκαλεί αποστροφή ή αδιαφορία για ό,τι σχετίζεται με τη σωματική επαφή με άτομα του άλλου ή του ίδιου φύλου. Δεδομένου ότι οι ετεροφυλόφιλοι έλκονται από άτομα του άλλου φύλου, οι ομοφυλόφιλοι από άτομα του ίδιου φύλου, οι αμφιφυλόφιλοι έλκονται και από τα δύο φύλα, ασεξουαλικοί είναι εκείνοι που δεν έλκονται από κανένα φύλο!

Οι ασεξουαλικοί διαφοροποιούν επίσης τους εαυτούς τους από τις ομάδες ατόμων που για κοινωνικούς ή θρησκευτικούς λόγους επιλέγουν την εγκράτεια και διάγουν μονήρη βίο καθώς διατείνονται ότι η συμπεριφορά τους δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή για παρθενία και αποχή από τη σεξουαλική ζωή αλλά προϊόν μιας έμφυτης ιδιότητας που διαμορφώνεται από τη γενετική τους καταβολή.

Οι άνθρωποι που βιώνουν την ασεξουαλικότητα στην καθημερινή τους ζωή περιγράφουν τους εαυτούς τους ως άτομα μέχρι πρότινος απομονωμένα μέσα σε αυτήν την κατάσταση, καθώς δεν υποψιάζονταν ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι στον κόσμο εκδηλώνουν παρόμοια συμπεριφορά λόγω έλλειψης σεξουαλικής παρόρμησης.

Η κατάσταση αυτή ανατράπηκε μόλις πριν λίγα έτη, οπότε δημιουργήθηκε ένας διαδικτυακός τόπος δημόσιας συζήτησης (forum), μέσω του οποίου άνθρωποι με ανάλογη συμπεριφορά από όλο τον κόσμο συνομίλησαν και αντάλλαξαν εμπειρίες. Η σύγχρονη μορφή επικοινωνίας μέσω του διαδικτύου συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας κοινότητας ανθρώπων που διατείνονται ότι είναι ασεξουαλικοί και διεκδικούν από τη σύγχρονη κοινωνία την αποδοχή τους ως μια διακριτή ομάδα με αιτιολογημένο και αυθεντικό σεξουαλικό προσανατολισμό όπως αυτός των ετεροφυλόφιλων και των ομοφυλόφιλων ατόμων.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ηλεκτρονική κοινότητα κατά κανόνα νέων σε ηλικία ατόμων που συνασπίζονται μέσω της ιστοσελίδας asexuality.org. Άτυπος αρχηγός της ομάδας αυτής φέρεται ο 22χρονος David Jay, ο οποίος απερίφραστα δηλώνει ότι ποτέ δεν βίωσε την επιθυμία να συνάψει σεξουαλική σχέση με άλλο άτομο.

Η αιτία της ασεξουαλικότητας

Η ασεξουαλικότητα μέχρι στιγμής δεν έχει τύχει παρά ελάχιστου ενδιαφέροντος της ακαδημαϊκής και επιστημονικής κοινότητας ενώ μόλις το τρέχον έτος παρουσιάστηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης του σύγχρονου κόσμου. Η αποδοχή συνεπώς της ασεξουαλικότητας από την επιστήμη ως διακριτός σεξουαλικός προσανατολισμός -παρά τη διεκδίκηση των ασεξουαλικών για αναγνώριση- αποτελεί προς το παρόν απίθανο ενδεχόμενο, δεδομένης της ελλιπούς εμπεριστατωμένης έρευνας σχετικά με τα αίτια που την προκαλούν.

Για αρκετούς επιστήμονες μια τέτοια αποδοχή στην παρούσα φάση θα χαρακτηριζόταν τουλάχιστον ανώριμη ή ανεύθυνη. Η επιστήμη γνωρίζει άλλωστε ότι η ανθρώπινη φύση συνδέεται αναπόσπαστα με την εκδήλωση της σεξουαλικότητας καθώς τα βιολογικά στοιχεία που τη διαμορφώνουν, όπως οι ορμόνες, τα φυλετικά χρωμοσώματα κ.ά., είναι παρόντα σε κάθε ανθρώπινο οργανισμό. Επιπροσθέτως η αποδοχή μιας τέτοιας κατάστασης ως σεξουαλικό προσανατολισμό θα διαμόρφωνε ένα ασφαλές καταφύγιο για ανθρώπους με πιθανά παθολογικά προβλήματα. Χρέος της επιστήμης είναι να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και να προτρέψει τα άτομα αυτά στην αναζήτηση θεραπείας.

Παρά την άγνοια που επικρατεί στην αιτιολογία της συμπεριφοράς των ασεξουαλικών ατόμων, είναι πολλά τα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης που χρήζουν μελέτης για την ερμηνεία της κατάστασης αυτής. Οι περισσότεροι επιστήμονες συγκλίνουν στην άποψη ότι η ασεξουαλικότητα δεν αποτελεί παρά κάποια μορφή σεξουαλικής δυσλειτουργίας, τα αίτια της οποίας είναι δυνατό να εντοπίζονται είτε στον ψυχισμό των ατόμων είτε στη φυσιολογία του οργανισμού τους.

Ένας μεγάλος αριθμός ασθενειών και ανωμαλιών της φυσιολογίας του ανθρώπου συνδέονται με τη μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας, όπως βλάβες του νωτιαίου μυελού, δυσλειτουργίες της υπόφυσης του εγκεφάλου, σχιζοφρένεια και άλλες νευρολογικές καταστάσεις. Μερικοί ερευνητές διατείνονται ότι η ασεξουαλικότητα συνδέεται με το σύνδρομο της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας ή με την ανωμαλία της σεξουαλικής αποστροφής, που αποτελούν γνωστούς τύπους διαταραχών της σεξουαλικής επιθυμίας. Οι γενικευμένοι αυτοί τύποι διαταραχών είναι ποικίλης αιτιολογίας και συνοδεύονται από χρόνια έλλειψη ενδιαφέροντος για τη σεξουαλική ζωή.

Η επίτευξη υγιούς σεξουαλικότητας στον άνθρωπο είναι μια ευαίσθητη διαδικασία που ξεκινά ήδη από τη βρεφική ηλικία και επηρεάζεται από πολλά στοιχεία της ζωής του ατόμου στην οικογένεια όπου αναπτύσσεται, όπως σχέσεις στοργής και αγάπης με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Ανθρωποι που αναπτύχθηκαν σε φαινομενικά φυσιολογικό οικογενειακό περιβάλλον εκδηλώνουν συχνά μειωμένη σεξουαλικότητα διότι κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία οι γονείς τούς επέπλητταν για κάθε φυσική ευχαρίστηση που μπορεί να προέρχεται από την επαφή με το σώμα τους.

Συχνά η σεξουαλική κακοποίηση ή η καταστολή της εκδήλωσης της σεξουαλικής επιθυμίας, είτε αυτή είναι ετεροφυλοφιλική, είτε ομοφυλοφιλική, οδηγούν τα άτομα σε μείωση της ερωτικής και σεξουαλικής επιθυμίας και ορμής. Ομως οι μελέτες υποδεικνύουν ότι τα θύματα κακοποίησης ή καταστολής της εκδήλωσης ερωτικής επιθυμίας αποκτούν εντέλει σεξουαλικότητα, παρότι αυτή συνδέεται με φόβο ή ψυχικό πόνο και είναι αμφιλεγόμενο κατά πόσον οι επώδυνες αυτές εμπειρίες μπορεί να καταστείλουν πλήρως και διά βίου τη σεξουαλικότητα του ατόμου.

Η εκδήλωση της σεξουαλικής συμπεριφοράς του ατόμου είναι ευρέως γνωστό ότι σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από τις συγκεντρώσεις συγκεκριμένων ορμονών στον οργανισμό, μεταξύ των οποίων τα ανδρογόνα όπως η τεστοστερόνη. Μεταβολές των συγκεντρώσεων των ορμονών αυτών επηρεάζουν τη σεξουαλικότητα και ταυτόχρονα επιφέρουν προβλήματα στη σωματική ανάπτυξη των ατόμων.

Φαρμακευτικές ουσίες είναι επίσης δυνατό να περιορίσουν τη σεξουαλική διέγερση ενώ η επίδραση των ορμονών της εγκυμοσύνης μειώνει κατά πολύ τη σεξουαλικότητα των γυναικών πριν και μετά τον τοκετό. Εύλογα προκύπτει το ζήτημα του προσδιορισμού της συγκέντρωσης αυτών των ορμονών στον οργανισμό των ατόμων που δηλώνουν ότι στερούνται σεξουαλικής επιθυμίας.

Στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες οι μέχρι στιγμής γνωστές περιπτώσεις μεταβολών των συγκεντρώσεων ορμονών ή άλλων ουσιών στην κυκλοφορία του αίματος που μηδενίζουν τη σεξουαλική παρόρμηση των ατόμων.

Επιπρόσθετα μερικά ασεξουαλικά άτομα υποβλήθηκαν σε βιοχημικές αναλύσεις, οι οποίες ωστόσο δεν παρουσίασαν σημαντικές μεταβολές των συγκεντρώσεων των ορμονών που συνδέονται με την εκδήλωση σεξουαλικότητας αλλά τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών δεν θεωρούνται ασφαλή διότι αφορούν μικρό αριθμό ατόμων.

Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον της επιστήμης στρέφεται στις προγεννητικές ορμόνες. Προγεννητικές ονομάζονται οι ορμόνες που επιδρούν στο νέο άτομο κατά τη διάρκεια της εμβρυικής του ζωής, καθορίζουν το φύλο του και επηρεάζουν πλήθος λειτουργιών κατά τη μεταγενέστερη ζωή του ατόμου.

Η παρατήρηση ότι μεγάλο ποσοστό των ασεξουαλικών είναι άτομα που γεννήθηκαν πρόωρα, πιθανόν μαρτυρά ότι η ασεξουαλικότητα συσχετίζεται με κάποιον -απροσδιόριστο ακόμη- τρόπο με τη δράση των ορμονών αυτών. Πρόωρη γέννηση ενός ατόμου συνεπάγεται και την ελλιπή επίδραση των προγεννητικών ορμονών στο έμβρυο, γεγονός που θα μπορούσε να ερμηνεύσει μέρος μόνο των περιπτώσεων ασεξουαλικών ατόμων, διότι υπάρχουν και αρκετοί που γεννήθηκαν μετά από πλήρους διάρκειας κύηση.

Δεδομένου ότι οι έρευνες του ανθρώπινου γονιδιώματος έχουν μάλλον προσδιορίσει ένα γονίδιο που αυξάνει την πιθανότητα για ομοφυλοφιλία, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο εντοπισμός στο μέλλον και ενός γονιδίου που σχετίζεται με την ασεξουαλικότητα. Στη σύγχρονη επιστήμη επικρατεί η τάση για ερμηνεία κάθε στοιχείου της συμπεριφοράς του ατόμου ως προϊόν της δράσης του γενετικού υλικού σε αυτήν και συχνά υποτιμάται η κοινωνική υπόστασή του.

Στην περίπτωση της ασεξουαλικότητας δεν αποκλείεται η έλλειψη της διάθεσης του ατόμου για επικοινωνία με άλλα άτομα και η εσωστρέφεια να οδηγεί σε αυτήν τη συμπεριφορά. Η ανάλυση της κοινωνικότητας των ασεξουαλικών ατόμων που συμμετέχουν στην ηλεκτρονική κοινότητα υποδεικνύει ότι μερικά εξ αυτών είναι άτομα εσωστρεφή και κάποια είναι εξωστρεφή, δημοφιλή, με πλούσια κοινωνική ζωή. Θεωρείται πιθανό ότι είναι περισσότεροι οι εσωστρεφείς μεταξύ των ασεξουαλικών ατόμων, αλλά αυτό μπορεί να προκύπτει ως αποτέλεσμα της ιδιαιτερότητάς τους παρά ως αίτιο.

Μία διαφορετική ερμηνεία της ασεξουαλικότητας μπορεί εξάλλου να σχετίζεται με τη διανοητική εξιδανίκευση της σεξουαλικότητας όπως συχνά αυτή συμβαίνει σε αντιπροσώπους θρησκευτικών ή άλλων κοινωνικών ομάδων και είναι δυνατό να οδηγήσει τα άτομα σε μειωμένο ενδιαφέρον για την ερωτική και σεξουαλική συμπεριφορά.

Οι αυτοαποκαλούμενοι ασεξουαλικοί αντιδρούν σε κάθε είδους προσπάθεια για διάγνωση μιας παθολογικής κατάστασης ή ψυχικής διαταραχής ως αιτία για την έλλειψη σεξουαλικής ορμής. Δεδομένου ότι η πραγματικότητα που βιώνουν δεν τους προκαλεί άγχος ή στενόχωρη ψυχική διάθεση, απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό της κατάστασής τους ως ανωμαλία της υγείας με παθολογικά ή ψυχολογικά αίτια.

Άλλωστε άνθρωποι με διαγνωσμένη την ανωμαλία της σεξουαλικής αποστροφής βιώνουν καταστάσεις πανικού ή έντονης ανησυχίας εμπρός στο ενδεχόμενο της σεξουαλικής επαφής. Επιπλέον οι ασθενείς με το σύνδρομο της μειωμένης σεξουαλικής επιθυμίας επιδεικνύουν μειωμένο ενδιαφέρον για τη σεξουαλικότητα, γεγονός που ενοχλεί και ταλαιπωρεί τους ασθενείς, και η ενόχληση αυτή αποτελεί τη βασική μέθοδο της διάγνωσης των εν λόγω ανωμαλιών. Επίσης σε αμφότερες παθολογικές καταστάσεις οι ασθενείς συνήθως διέθεταν σεξουαλική παρόρμηση κατά το παρελθόν, η οποία για κάποιους λόγους μειώθηκε ή ανεστάλη.

Η ασεξουαλικότητα αντιθέτως είναι μια δεδομένη, αναπόφευκτη και απολύτως φυσιολογική -για όσους τη βιώνουν- συμπεριφορά, η οποία συνήθως εμφανίζεται ήδη από την εφηβική ηλικία και δεν μειώνει την ποιότητα της ζωής των ατόμων. Οι περισσότεροι από τους ασεξουαλικούς ανθρώπους περιγράφουν την εποχή της εφηβικής τους ζωής ως περίοδο αναμονής για την εκδήλωση της σεξουαλικής παρόρμησης, η οποία δεν συνέβη ποτέ ή συνέβη σε μικρό βαθμό και σε ελάχιστες περιπτώσεις.

Η διαμορφούμενη κατάσταση δεν επηρεάζει την ψυχική υγεία των ατόμων αυτών –όπως τα ίδια ισχυρίζονται- δεν βελτιώνει αλλά και δεν υποβιβάζει την προσωπικότητά τους καθώς οι ασεξουαλικοί άνθρωποι είναι σε θέση να αναπτύσσουν έντονη κοινωνική ζωή και να περιβάλλονται από σημαντικό αριθμό φίλων και αγαπημένων.

Οι ασεξουαλικοί νιώθουν ευτυχείς και υγιείς άνθρωποι, οι οποίοι διαφέρουν από τους υπόλοιπους μόνο διότι αισθάνονται δια βίου αποστροφή από τη σεξουαλικότητα και δεν αισθάνονται καμία έλξη προς άνδρες ή γυναίκες.

Τελικά, οι άνθρωποι που προασπίζονται την ασεξουαλικότητα ως εγγενή ιδιότητα θεωρούν ότι η σεξουαλικότητα στον άνθρωπο εκδηλώνεται φυσιολογικά και απλά και στην περίπτωση που αυτό δεν συμβεί δεν συντρέχει λόγος να αναζητηθεί παθολογική αιτία. Αντίθετα όσοι αμφισβητούν την έμφυτη φύση της ασεξουαλικότητας διατείνονται ότι η υγιής σεξουαλικότητα προκύπτει μέσω μιας μακρόχρονης εκμάθησης και εκείνοι που αποτυγχάνουν να εκδηλώσουν σεξουαλική συμπεριφορά μπορούν να την ανακτήσουν με κατάλληλη θεραπεία.

Ποικίλες συμπεριφορές της Ασεξουαλικότητας

Οι περιγραφές των ασεξουαλικών ατόμων σχετικά με τις σχέσεις που διαμορφώνουν με άλλα άτομα υποδεικνύουν ότι η ασεξουαλικότητα μπορεί να εκλάβει διαφορετικές μορφές έκφρασης και συμπεριφοράς. Μεταξύ αυτών υπάρχουν ορισμένοι μοναχικοί άνθρωποι που ποτέ δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να πλησιάσουν άλλους ανθρώπους ακόμη και με μη ερωτική διάθεση. Αντίθετα κάποιοι άλλοι επιθυμούν να συναναστρέφονται με άνδρες ή γυναίκες και να συνδέονται μαζί τους συναισθηματικά, χωρίς ωστόσο να αναπτύσσουν με αυτούς σεξουαλικές σχέσεις.

Η βαθύτερη επιθυμία τους είναι να συναντήσουν ένα σύντροφο με τον οποίο θα μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα, ψυχαγωγία και επικοινωνία αλλά χωρίς να εμπλέκονται σε οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής περίπτυξης. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή είναι δυνατό να βιώσουν αισθήματα αγάπης προς τον σύντροφό τους. Οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι τότε πρόκειται για αγάπη περισσότερο δυνατή από εκείνη που δένει συνήθως τους ανθρώπους στις τυπικές σχέσεις των υπόλοιπων ζευγαριών.

Κάποια άλλα ασεξουαλικά άτομα δηλώνουν ότι είναι ικανοί για σεξουαλική διέγερση και ερεθισμό, και εξαιτίας αυτής της διέγερσης μερικές φορές αυνανίζονται, αλλά ποτέ δεν νιώθουν την ανάγκη να συνάψουν σεξουαλική σχέση με άλλο άνθρωπο. Αξιοσημείωτες είναι οι περιγραφές ασεξουαλικών ατόμων που δηλώνουν ότι διεγείρονται όταν συμβεί να παρακολουθήσουν ερωτικές ταινίες ή να παρατηρήσουν ανάλογες εικόνες, νιώθουν άβολα και αμήχανα για αυτό αλλά το σώμα τους δεν επιτυγχάνει τη διανοητική σύνδεση αυτής της κατάστασης με τη σεξουαλική πράξη!

Από την ίδια τη διαδικτυακή κοινότητα των ασεξουαλικών ατόμων προέκυψε μια προσπάθεια κατηγοριοποίησης της ασεξουαλικής συμπεριφοράς σε τρεις ομάδες. Η ομάδα Α περιλαμβάνει άτομα που εκδηλώνουν στοιχειώδη σεξουαλικότητα, η οποία όμως δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει σεξουαλική πράξη ενώ δεν αισθάνονται κανενός είδους ερωτισμό και ρομαντισμό προς άλλα άτομα. Η ομάδα Β αποτελείται από άτομα που χαρακτηρίζονται από ερωτική συμπεριφορά και ρομαντισμό στις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους αλλά στερούνται πλήρως σεξουαλικής ορμής.

Η ομάδα Γ αποτελείται από άτομα που στερούνται τόσο στοιχειώδη σεξουαλικότητα όσο και ερωτισμό. Η διάκριση όμως αυτή δεν είναι πλήρως σαφής και διακριτή καθώς πολλά ασεξουαλικά άτομα θεωρούν ότι ανήκουν ταυτόχρονα σε δύο από αυτές τις ομάδες ή σε καμία από αυτές ή τέλος ή ότι συνέβη να αλλάξουν συμπεριφορά και συνεπώς ομάδα κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Η κοινότητα των ασεξουαλικών δεν χρησιμοποιεί πλέον αυτό το σύστημα της περιορισμένης κατηγοριοποίησης αλλά πολλοί από αυτούς συμφωνούν ότι είναι χρήσιμη διότι υποδεικνύει τις ενδεχόμενες διαφορές στη συμπεριφορά των ανθρώπων που δηλώνουν ασεξουαλικοί. Οι περισσότεροι ωστόσο απωθούνται από κάθε έκφραση σεξουαλικότητας, δεν επιθυμούν να σκέπτονται το σεξ και ποτέ δεν διανοούνται τον εαυτό τους σε σεξουαλικές σχέσεις.

Αντίθετα, μια μερίδα ασεξουαλικών δηλώνει ότι είναι πιθανό να νιώσουν ερωτευμένοι ή ακόμη να παντρευτούν με ανθρώπους που αποδέχονται την ελλιπή ή ανύπαρκτη σεξουαλικότητά τους. Συνήθως αυτά τα ασεξουαλικά άτομα προσελκύονται από ρομαντικά αγγίγματα και χάδια με τον σύντροφό τους, ο οποίος μπορεί να ικανοποιεί τη σεξουαλική παρόρμησή του με άλλα άτομα ή να επιθυμεί και εκείνος την ελαχιστοποίηση της σεξουαλικής του ζωής.

Οι ασεξουαλικοί που εμπλέκονται σε ρομαντικές και πλατωνικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους χαρακτηρίζουν συχνά τους εαυτούς τους ως ασεξουαλικούς-ετεροφυλόφιλους ή ασεξουαλικούς- ομοφυλόφιλους ή ασεξουαλικούς-αμφιφυλόφιλους ανάλογα με το φύλο των ατόμων που επιλέγουν να συναναστρέφονται, ενώ πλήρως ασεξουαλικοί θεωρούνται όσοι δεν συνάπτουν σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Επιπλέον αρκετοί επιθυμούν να αποκτήσουν απογόνους, αν και οι περισσότεροι θα προτιμούσαν την εξωσωματική γονιμοποίηση για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Η εκπληκτική ποικιλία συμπεριφορών που περιγράφεται ως ασεξουαλικότητα μαρτυρά τις ενδεχόμενες ποικίλες αιτίες που οδηγούν τα άτομα στη έλλειψη σεξουαλικότητας. Η κυρίαρχη πάντως αντίληψη είναι ότι τα περισσότερα άτομα από αυτά είναι ικανά να βιώσουν την απαραίτητη για τη σεξουαλικότητα φυσική διέγερση αλλά για κάποιον λόγο ο εγκέφαλός τους δεν συνδέει αυτή τη διέγερση με την αναζήτηση σεξουαλικού συντρόφου και την επιτέλεση της σεξουαλικής πράξης.

Επιπλέον μερικοί έχουν δυσκολία να προσδιορίσουν το φύλο στο οποίο νιώθουν ότι ανήκουν, πιθανόν λόγω ασυμφωνίας του γεννητικού τους φύλου, όπως αυτό καθορίζεται από τα βασικά βιολογικά στοιχεία, με το ψυχικό φύλο το οποίο διαμορφώνεται από πλήθος ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Πάντως, ενώ η έννοια της ασεξουαλικότητας φαίνεται να είναι εξαιρετικά ευρεία, δεν περιλαμβάνει ακραίες σεξουαλικές συμπεριφορές όπως η κτηνοβασία ή η εμμονή σε ερωτικά φετίχ.

Η έρευνα που περικλείει την Ασεξουαλικότητα

Στη διαμάχη σχετικά με την ερμηνεία της ασεξουαλικότητας ως αιτιολογημένο προσανατολισμό της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ατόμων ή ως παθολογική κατάσταση, η σύγχρονη επιστήμη αδυνατεί να απαντήσει με σαφήνεια λόγω της ελλιπούς εμπεριστατωμένης έρευνας. Δεδομένου άλλωστε ότι μέχρι πρότινος κάθε σχετική έρευνα αντιμετώπιζε τη μειωμένη ή ελλιπή ανθρώπινη σεξουαλικότητα ως παθολογικό πρόβλημα των ανθρώπων που αναζητούσε λύση, η συζήτηση για την ασεξουαλικότητα στους ακαδημαϊκούς κύκλους είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη.

Η σύγχρονη πραγματικότητα όμως προβάλλει την ύπαρξη μιας κοινωνικής ομάδας, για την οποία η αποστροφή από τη σεξουαλική ζωή, χωρίς να αποτελεί πρόβλημα, είναι στάση και αυθόρμητη συμπεριφορά. Μέχρι πρόσφατα η σύγχρονη κοινωνία αγνοούσε αυτήν την ομάδα ανθρώπων.

Οι μελλοντικές έρευνες ίσως δικαιώσουν τους αυτοαποκαλούμενους ασεξουαλικούς, οι οποίοι θεωρούν ότι η ασεξουαλικότητα αποτελεί μια ιδιότητα με την οποία μερικοί άνθρωποι γεννιούνται. Η αντίληψη αυτή μπορεί να είναι καινοφανής αλλά δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη, δεδομένου ότι η σεξουαλική παρόρμηση ποικίλλει έντονα μεταξύ των ανθρώπων.

Η κλιμάκωση της σεξουαλικότητας στον ανθρώπινο πληθυσμό πιθανόν να μεταβάλλεται από την πλήρη έλλειψη μέχρι την κορύφωσή της. Στην περίπτωση αυτή, κάποια ομάδα ανθρώπων θα εκπροσωπεί τη μηδενική σεξουαλικότητα και σε αυτήν την ομάδα θα ανήκουν ασφαλώς οι ασεξουαλικοί.

Οι έρευνες για την ασεξουαλικότητα ειδών θηλαστικών, παρότι περιορισμένες σε αριθμό, υποδεικνύουν άλλωστε ότι η ασεξουαλική συμπεριφορά μεταξύ των ζώων δεν είναι εξαιρετικά σπάνια. Μελέτες της σεξουαλικής συμπεριφοράς αρουραίων, που πραγματοποιήθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1980, μαρτυρούν ότι ποσοστό του πληθυσμού των αρσενικών ατόμων μεγαλύτερο του 12% δεν ενδιαφέρονται για τα θηλυκά άτομα και περιγράφονται ως ασεξουαλικά άτομα στη βιβλιογραφία.

Η επιθετική συμπεριφορά που επιδεικνύουν μεταξύ τους τα αρσενικά άτομα αρουραίων όταν συνυπάρχουν σε κλουβιά δεν επιτρέπει τον έλεγχο της συμπεριφοράς των αρσενικών που αδιαφορούν για τα θηλυκά σχετικά με το πιθανό ενδιαφέρον τους για άλλα αρσενικά άτομα.

Τη δεκαετία του 1990 όμως πραγματοποιήθηκε από ομάδα μελετητών του Πανεπιστημίου του Oregon στις ΗΠΑ ένας σημαντικός αριθμός μελετών σχετικά με τη συμπεριφορά των προβάτων, πριν και κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Σε μια από τις μελέτες αυτές, νεαρά αλλά ώριμα για αναπαραγωγή αρσενικά κριάρια παρέμειναν στον ίδιο χώρο με θηλυκά άτομα με σκοπό την εξακρίβωση της συμπεριφοράς τους και της επιλογής του αναπαραγωγικού τους συντρόφου.

Όπως ήταν αναμενόμενο ο μεγαλύτερος αριθμός των κριαριών ζευγάρωσε με τις προβατίνες. Ωστόσο ποσοστό περί το 10% των κριαριών δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον προς τα θηλυκά άτομα και δεν ζευγάρωσε με αυτά. Τα αδιάφορα προς τη διαδικασία του ζευγαρώματος κριάρια μεταφέρθηκαν στη συνέχεια σε κοινό χώρο με άλλα δύο αρσενικά ή θηλυκά άτομα.

Μερικά από αυτά –ποσοστό 5-7% του προς μελέτη πληθυσμού- εκδήλωσαν προς άλλα αρσενικά άτομα συμπεριφορά ανάλογη αυτής που παρατηρείται στο είδος πριν την αναπαραγωγική διαδικασία, με τα οποία και προσπάθησαν να ζευγαρώσουν. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ένας μικρός αριθμός κριαριών, 2- 3% του πληθυσμού, συμπεριφέρθηκαν ως ασεξουαλικά άτομα, καθώς δεν επέδειξαν τελικά κανένα ενδιαφέρον προς άλλα αρσενικά ή θηλυκά άτομα.

Η μετά από ένα έτος επανάληψη της μελέτης δεν τροποποίησε τα συμπεράσματα καθώς τα ίδια κριάρια εξακολουθούσαν να αδιαφορούν πλήρως για την αναπαραγωγική διαδικασία. Η μελέτη της συμπεριφοράς και της φυσιολογίας ζώων, όπως τα εν λόγω κριάρια, είναι πιθανό να προσφέρει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο για την κατανόηση της ασεξουαλικής συμπεριφοράς των θηλαστικών, καθώς σε αυτά είναι εύκολος ο προσδιορισμός ορμονικών, ανατομικών ή άλλων δυσλειτουργιών.

Εξάλλου, μια μελέτη της συμπεριφοράς τρωκτικών, γνωστών ως gerbils, έδειξε ότι αρσενικά άτομα τα οποία κατά την εμβρυική τους ζωή αναπτύσσονται μεταξύ θηλυκών εμβρύων δεν επιδεικνύουν καμία διάθεση για αναπαραγωγή κατά την ενηλικίωση. Επιπλέον, τα αρσενικά αυτά συχνά φροντίζουν τα μικρά που γεννούν τα θηλυκά άτομα της οικογένειάς τους και δαπανούν σημαντικό χρόνο παραμένοντας με αυτά στη φωλιά.

Στα πλαίσια της εξελικτικής διαδικασίας πιθανόν η συμπεριφορά τους αυτή να ερμηνεύεται ως συμβολή στη διαιώνιση των γονιδίων της οικογένειάς τους, δεδομένου ότι η ασεξουαλικότητά τους απαγορεύει τη διαιώνιση των δικών τους γονιδίων. Ωστόσο ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η συγκέντρωση της τεστοστερόνης στο αίμα τους παρουσιάζεται περίπου υποδιπλάσια εκείνης των αρσενικών ατόμων που ως έμβρυα αναπτύχθηκαν μεταξύ άλλων αρσενικών.

Αντίθετα η συγκέντρωση της τεστοστερόνης των αρουραίων που επιδεικνύουν ασεξουαλική συμπεριφορά δεν παρουσιάζει διαφορές συγκριτικά με εκείνης των φυσιολογικών αρσενικών. Η θεραπεία με εξωγενή χορήγηση τεστοστερόνης στους ασεξουαλικούς αρουραίους δεν τροποποίησε τη συμπεριφορά τους ως προς την αναπαραγωγή, γεγονός που έπεισε τους ερευνητές ότι η ασεξουαλικότητα των ζώων αυτών δεν σχετίζεται με τον υπογοναδισμό, τη χαμηλή δηλαδή συγκέντρωση τεστοστερόνης.

Όμως αξιοπρόσεκτες μεταβολές στις συγκεντρώσεις της κορτιζόλης παρουσιάζονται κατά την αναισθησία αρσενικών αρουραίων, οπότε αρουραίοι με ομοφυλοφιλική και ασεξουαλική συμπεριφορά παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης συγκριτικά με εκείνα των ετεροφυλόφιλων αρσενικών. Η παρατήρηση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ενδοκρινική απόκριση στην αναισθησία ελέγχεται από το κεντρικό νευρικό σύστημα των οργανισμών, οι λειτουργικές διαφορές του οποίου πιθανόν να επηρεάζουν τη σεξουαλική ορμή και προτίμηση συντρόφου.

Παρατηρήσεις της δομής του ανθρώπινου εγκεφάλου αποδεικνύουν άλλωστε σημαντικές δομικές διαφορές μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων ανδρών, καθώς η κυτταρική δομή του υποθαλάμου των ομοφυλόφιλων ανδρών προσομοιάζει σε εκείνη των γυναικών.

Η παρατήρηση της ασεξουαλικής συμπεριφοράς στο ζωικό βασίλειο αποτελεί ισχυρό αντεπιχείρημα για την ερμηνεία της στο ανθρώπινο είδος ως προϊόν της ψυχολογίας των ατόμων, δεδομένου ότι η σεξουαλική συμπεριφορά των ζώων δεν σχετίζεται με ψυχικές παραμέτρους όπως ο φόβος για δέσμευση σε μια σχέση, η ασυνείδητη ή ενσυνείδητη καταστολή της σεξουαλικότητας κ.ά.

Τα συμπεράσματα από τη μελέτη της ασεξουαλικότητας των ζώων προσφέρουν όμως περιορισμένα και επισφαλή στοιχεία για την κατανόηση της ασεξουαλικότητας των ανθρώπων διότι η όποια σύγκριση μεταξύ ειδών τόσο διαφορετικών, όπως ο άνθρωπος και το πρόβατο ή τα διάφορα είδη τρωκτικών, αφενός είναι έντονα αμφιλεγόμενη αφετέρου πρέπει να επιχειρείται με εξαιρετική προσοχή. Υπό αυτήν την έννοια, η κατανόηση και ερμηνεία της ανθρώπινης ασεξουαλικότητας είναι δυνατό τελικά να επιτευχθεί μέσω μελετών και ερευνών σε ανθρώπους οι οποίοι δηλώνουν ότι στερούνται σεξουαλικής ζωής.

Άνθρωποι που απέχουν από τη σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να είναι όσοι αυτοαποκαλούνται ασεξουαλικοί αλλά και εκείνοι που διαπιστώνουν ότι αδυνατούν να συνάψουν σεξουαλικές σχέσεις λόγω προβλημάτων που απορρέουν από την ηλικία ή την κατάσταση της υγείας τους.

Μία από τις λίγες σχετικές έρευνες που έχουν μέχρι στιγμής πραγματοποιηθεί προς αυτόν το σκοπό είναι μια δημοσκόπηση που έλαβε χώρα το 1994 στις ΗΠΑ από Πανεπιστήμιο του Σικάγου και αποκαλύπτει μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία. Στη δημοσκόπηση συμμετείχαν 3.500 Αμερικανοί πολίτες διαφόρων ηλικιών, οι οποίοι ερωτήθηκαν για λεπτομέρειες της σεξουαλικής τους ζωής.

Η δημοσκόπηση αποκάλυψε ότι ποσοστό ίσο με 13% των ερωτώμενων ατόμων δεν είχαν σεξουαλική επαφή κατά τη διάρκεια ενός έτους. Το 40% των ανθρώπων αυτών ένιωθαν ικανοποιημένοι από το γεγονός αυτό και δεν ενοχλούντο καθόλου από την αποχή τους από τη σεξουαλική ζωή. Επιπλέον το 2% των ενήλικων ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα δεν είχαν καμία σεξουαλική εμπειρία.

Από τη συγκεκριμένη έρευνα δεν αποκαλύπτεται ωστόσο κατά πόσον οι άνθρωποι με ανύπαρκτη σεξουαλική παρόρμηση επιθυμούσαν να έχουν περισσότερο ενεργό σεξουαλική ζωή. Από άλλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία το έτος 1994 και στην οποία συμμετείχαν 18.000 άνθρωποι, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 1% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι δεν αισθάνονται καμία σεξουαλική έλξη για άτομα του ίδιου ή άλλου φύλου.

Το ποσοστό θεωρείται εξαιρετικά υψηλό, δεδομένου ότι δεν απέχει πολύ από το ποσοστό του 3% που αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους οι οποίοι έλκονται από άτομα του ιδίου προς αυτούς φύλου. Οι άνθρωποι που δήλωσαν ασεξουαλικοί σε αυτήν την έρευνα μοιράζονταν κάποια κοινά γνωρίσματα, καθώς χαρακτηρίζονταν από μικρό σωματικό ανάστημα, περιορισμένο σωματικό βάρος, νοσηρότητα και οι γυναίκες από καθυστερημένη έναρξη της εμμηνορρυσίας.

Τα άτομα αυτά είχαν αυξημένη εκπροσώπηση σε επαγγέλματα σχετικά με τη θρησκεία ενώ κατά κανόνα προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Οι παρατηρήσεις αυτές πιθανόν να υποδεικνύουν τον συσχετισμό της ασεξουαλικότητας με τις αιτίες που την προκαλούν.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στη σωματική αύξηση του ανθρώπου, ίσως με κάποιο αδιευκρίνιστο προς το παρόν τρόπο να επηρεάζουν ταυτόχρονα την περιοχή του εγκεφάλου που καθορίζει τη σεξουαλικότητα, ή άλλοι παράγοντες που διαμορφώνουν το κοινωνικό και οικονομικό προφίλ των ατόμων να είναι επίσης καθοριστικοί στην εκδήλωση της σεξουαλικής παρόρμησης.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι μέχρι τώρα έρευνες στόχευαν στην αποσαφήνιση των γενικών τάσεων της σεξουαλικότητας των ατόμων παρά σε αυτό καθαυτό το ζήτημα της ασεξουαλικότητας στον άνθρωπο, συνεπώς τα συμπεράσματά τους μπορεί να θεωρηθούν επισφαλή και αμφιλεγόμενα.

Το ενδιαφέρον των ερευνών για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα μόλις πρόσφατα στράφηκε περισσότερο στην πραγματική επιθυμία των ανθρώπων για τη σεξουαλικότητα, ως μέτρο της εκτίμησης των σεξουαλικών προτιμήσεών τους, παρά σε αυτήν καθ’ αυτήν τη συμπεριφορά τους, η οποία μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να συγκρούεται με την επιθυμία των ατόμων.

Πρόσφατη δημοσκόπηση που έλαβε χώρα δια μέσου του διαδικτύου και στην οποία συμμετείχαν 41 άνθρωποι οι οποίοι περιγράφουν τους εαυτούς τους ως ασεξουαλικά άτομα, υποδεικνύει ότι πολλοί από αυτούς έχουν σεξουαλική ζωή ανάλογη των υπόλοιπων ανθρώπων καθώς συχνά αναγκάζονται να έρχονται σε σεξουαλική επαφή με άλλα άτομα δίχως να το επιθυμούν πραγματικά.

Αποδοχή από την κοινωνία

Σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι συντηρητικές κοινωνίες των ανθρώπων σχετικά με θέματα σεξουαλικότητας επέτρεπαν σε άτομα με λανθάνουσα σεξουαλικότητα να παραμένουν απαρατήρητα. Στις κοινωνίες αυτές, ο γάμος ήταν ένα προσδοκώμενο γεγονός αλλά τόσο πριν όσο και μετά από αυτόν η αποχή από τη σεξουαλική ζωή ήταν αρετή, εκτός από τις περιόδους που τα ζευγάρια στόχευαν στην απόκτηση απογόνων.

Οι αντιλήψεις αυτές επικράτησαν σε κάποιο βαθμό έως τον 20ό αιώνα, οπότε και συνέβη η σεξουαλική επανάσταση κατά τις δεκαετίες 1960-70. Εκτοτε η σεξουαλική ζωή διακατέχει τη σκέψη και τη συμπεριφορά των ανθρώπων, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προβάλλονται σεξουαλικά πρότυπα τα οποία οι άνθρωποι με αγωνία σπεύδουν να ακολουθούν ενώ η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας ενός ατόμου αποτελεί μείζον και ευχάριστο γεγονός της ζωής του.

Σε αυτή τη σύγχρονη κοινωνία, η παγκόσμια κοινή γνώμη δυσπιστεί απέναντι σε όσους δηλώνουν ασεξουαλικοί και αρνείται να αποδεχθεί την ύπαρξη της ασεξουαλικότητας ως φυσιολογική ανθρώπινη ιδιότητα. Οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των ασεξουαλικών ατόμων δηλώνουν ότι το πλέον δύσκολο στην περίπτωσή τους είναι να πείσουν τους άλλους ανθρώπους ότι η ασεξουαλικότητα που τους χαρακτηρίζει είναι αληθινή, δεν απορρέει από κάποια ανωμαλία και δεν προκύπτει κανένα πρόβλημα από αυτήν.

Η ύπαρξη της ασεξουαλικότητας τυγχάνει επιπλέον της έντονης αμφισβήτησης των ψυχολόγων και των θεραπευτών σεξουαλικών προβλημάτων, μερικοί εκ των οποίων ισχυρίζονται ότι η κατάσταση αυτή είναι προϊόν της ισχυρής φαντασίωσης των ατόμων πως ανήκουν ταυτόχρονα και στα δύο φύλα.

Η σύγκρουση των δύο φύλων στη διανόηση και τον ψυχισμό τους επιφέρει εντέλει την άρνηση για εμπλοκή σε οποιαδήποτε σεξουαλική περίπτυξη. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι περισσότεροι ασεξουαλικοί διέγνωσαν οι ίδιοι την κατάσταση που τους χαρακτηρίζει ως φυσιολογική αποστροφή από το σεξ στηριζόμενοι κυρίως σε πληροφορίες και εμπειρίες άλλων ατόμων που συνέλλεξαν από το διαδίκτυο. Συνεπώς είναι πολύ πιθανό πίσω από πολλά άτομα που δηλώνουν ασεξουαλικοί να κρύβονται συγκεκριμένα ψυχολογικά, ανατομικά ή και φυσιολογικά προβλήματα που οι ίδιοι δεν είναι δυνατό να εντοπίσουν.

Αρκετές θρησκείες και θρησκευτικές αιρέσεις αντιμετωπίζουν την αποχή από τη σεξουαλική ζωή με ελάχιστη αποδοκιμασία καθώς κηρύττουν ότι η εγκράτεια συμβάλλει στην επίτευξη της ανώτερης πνευματικότητας του ανθρώπου. Με παρόμοιο τρόπο τα ασεξουαλικά άτομα πιστεύουν ότι η απουσία των σεξουαλικών κινήτρων ενισχύει την πνευματικότητα του ατόμου και προάγει μια ανώτερη και ελιτίστικη συμπεριφορά.

Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έρευνα για τη σεξουαλικότητα στη Βρετανία, η εκπροσώπηση των ατόμων που δηλώνουν ότι δεν αισθάνονται έλξη από κανένα φύλο σε επαγγέλματα και λειτουργήματα που σχετίζονται με τη θρησκεία είναι μεγαλύτερη από ότι σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Το γεγονός πιθανόν υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι αυτοί διαθέτουν σεξουαλική παρόρμηση αλλά έχουν ενστερνιστεί τη θρησκευτική αντίληψη για τη συμπεριφορά των πιστών σε τέτοιο βαθμό που αρνούνται εντέλει να κατανοήσουν ή να παραδεχθούν ότι αισθάνονται διέγερση.

Σε κάποιες περιπτώσεις όμως δεν αποκλείεται η ιδιαιτερότητα ανθρώπων με λανθάνουσα ή ανύπαρκτη σεξουαλικότητα να βρίσκει καταφύγιο στους κόλπους μιας θρησκείας που ενισχύει την εγκράτεια και αποχή. Η ιδέα όμως της ασεξουαλικότητας ως έμφυτη και η αποδοχή της ως φυσιολογική ανθρώπινη ιδιότητα υπόκειται σε κριτική ακόμη και από εκπροσώπους των θρησκειών. Σύμφωνα με την επίσημη άποψη της χριστιανικής θρησκείας, η ασεξουαλικότητα όπως και η ομοφυλοφιλία δεν είναι δυνατό να έχουν έμφυτη προέλευση διότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο προικισμένο με το δώρο της σεξουαλικότητας με σκοπό την αναπαραγωγή και τη δημιουργία απογόνων.

Παρά την αμφισβήτηση και τη δυσπιστία της κοινωνίας για την ύπαρξη της ασεξουαλικότητας, οι αυτοαποκαλούμενοι ασεξουαλικοί αισιοδοξούν ότι η παρουσία τους στο διαδίκτυο και στα παγκόσμια μέσα μαζικής ενημέρωσης θα αποτελέσει το εφαλτήριο για τη δημιουργία ενός κινήματος ανάλογου εκείνου των ομοφυλόφιλων της δεκαετίας του 1970. Στη σύγχρονη κοινωνία άλλωστε έχει ήδη καλλιεργηθεί η αντίληψη της διαφορετικότητας και της ποικιλίας των επιλογών των ανθρώπων σχετικά με τη σεξουαλική τους ζωή.

Οι εκπρόσωποι των ασεξουαλικών ατόμων πιστεύουν ότι σε αυτήν την κοινωνία θα καταλάβουν τελικά μια θέση και η υπόστασή τους ως άτομα μοναχικά και ασεξουαλικά κάποτε δεν θα αποτελεί σχήμα οξύμωρο.

Η απαίτηση των ασεξουαλικών ατόμων για αναγνώρισή τους είναι βέβαιο ότι εγκαινιάζει μια νέα εποχή για την επιστήμη και την κοινωνία. Ανεξάρτητα εάν η έρευνα αποδείξει ότι η ασεξουαλικότητα αποτελεί πράγματι σεξουαλικό προσανατολισμό ή παθολογική κατάσταση, ο προβληματισμός που αυτή τη στιγμή παρατηρείται μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη και η κοινή γνώμη αντιλαμβάνονται τη σεξουαλική παρόρμηση.

Από κοινωνικής σκοπιάς, οι μαρτυρίες των ασεξουαλικών ατόμων αποδεικνύουν ότι είναι δυνατό να αναπτύσσονται ισχυρές ανθρώπινες σχέσεις ενώ απουσιάζει από αυτές η σεξουαλικότητα και ταυτόχρονα τροποποιούνται τα στερεότυπα για τα άτομα που απείχαν από τη σεξουαλική ζωή. Στο μέλλον η έρευνα πιθανόν να συμβάλει στην κατανόηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας και ίσως αποδείξει ότι η εκδήλωσή της είναι περισσότερο πολύπλοκη από όσο μέχρι σήμερα είχε εκτιμηθεί.