Το άγνωστο παρασκήνιο για εξοπλισμό της Ε.Φ. σε περίπτωση συμφωνίας στην Κύπρο

To σχέδιο Αναν κατατέθηκε. Τώρα λοιπόν αρχίζουν τα δύσκολα όχι μόνο για την «πολιτική» διπλωματία αλλά και τη «στρατιωτική». Το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα, τα εξοπλιστικά προγράμματα Ελλάδας και Κύπρου καθώς και μια πληθώρα μικρών και μεγάλων λεπτομερειών πρέπει τώρα να εξεταστούν εκ νέου με το σημαντικότερο πρόβλημα να αποτελεί το τι θα γίνει ο εξοπλισμός της Εθνικής Φρουράς σε περίπτωση επίτευξης λύσης μεταξύ των δύο πλευρών.

Σε αντίθεση με τον στρατό κατοχής ο οποίος πρόκειται ουσιαστικά για ένα τμήμα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και δεν θα αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα το Γενικό Επιτελείο της γείτονος σε ό,τι αφορά την επιστροφή του, το αντίθετο μάλιστα, ο εξοπλισμός της Εθνικής Φρουράς θα μεταφερθεί μάλλον στην Ελλάδα. Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες προερχόμενες από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, κατά τη συνάντηση που είχαν την περασμένη Τετάρτη ο Eλληνας υπουργός Γιάννος Παπαντωνίου με τον Kύπριο ομόλογό του Σωκράτη Χάσικο, συζητήθηκε επί μακρόν αυτό το ζήτημα και μάλιστα οι δύο άνδρες συμφώνησαν να συσταθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος ειδική επιτροπή που θα εξετάσει το ζήτημα.

Πάντως είναι ηλίου φαεινότερο ότι η μεταφορά οπλικών συστημάτων της Εθνικής Φρουράς έχει πολλά θετικά αλλά και αρνητικά σημεία για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.

Απτό παράδειγμα των προβλημάτων που αναμένεται να προκύψουν στην ελληνική πλευρά, σε περίπτωση μεταφοράς οπλικών συστημάτων, είναι τα ρωσικής προέλευσης οπλικά συστήματα, όπως τα άρματα μάχης Τ-80, τα οποία διαθέτει η Εθνική Φρουρά. Ο ελληνικός στρατός δεν διαθέτει ούτε το κατάλληλο εκπαιδευμένο προσωπικό αλλά και ούτε την ανάλογη τεχνική υποστήριξη.

Αποδοχή λοιπόν αυτών των αρμάτων σημαίνει αυτόματα πάρα πολλά έξοδα για την εκπαίδευση πληρωμάτων και τεχνικών, την προμήθεια ανταλλακτικών, την δημιουργία νέων στρατιωτικών εγκαταστάσεων καθώς και την αναγκαστική απόσυρση αρμάτων μάχης που ήδη βρίσκονται σε υπηρεσία στον ελληνικό στρατό λόγω του γεγονότος ότι ξεπερνάει η ελληνική πλευρά τον αριθμό συστημάτων που της έχει τεθεί από τη συνθήκη ανώτατης οροφής συμβατικών όπλων την γνωστή CFE. Αυτό επίσης που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως μόλις πρόσφατα, η ελληνική πλευρά προέβη στην αγορά αρμάτων μάχης Leopard-2A5 από τη Γερμανία, γεγονός που «πολλαπλασιάζει» τον προβληματισμό στην στρατιωτική ηγεσία του Πενταγώνου.

Βέβαια, υπάρχουν και τα θετικά σημεία στα οποία πιθανώς να επικεντρώσει η ελληνική στρατιωτική ηγεσία το ενδιαφέρον της και αυτά αποτελούν τα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα που διαθέτει η Εθνική Φρουρά καθώς και οι φορητοί εκτοξευτές πυραύλων εδάφους-επιφανείας Exocet. Η στρατιωτική ηγεσία πιστεύει ότι η προμήθεια αυτών των συστημάτων θα βοηθήσει σημαντικά την άμυνα της χώρας κλείνοντας κάποιες επιχειρησιακές «μαύρες τρύπες», ενώ παράλληλα τα χρήματα που θα εξοικονομηθούν αφού δεν θα χρειαστεί επιπλέον αγορά συστημάτων αυτού του τύπου, θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν σε άλλες αγορές που έχουν «παγώσει» παρά το γεγονός, ότι αποτελούν προτεραιότητες για τα επιτελεία.

Στον αντίποδα, σύμφωνα με πληροφορίες, ήδη έγιναν εισηγήσεις από πλευρά πολιτικών στην Κύπρο τα οπλικά συστήματα που έχει στην κατοχή της η Εθνική Φρουρά, να πουληθούν και τα χρήματα αυτά να χρησιμοποιηθούν είτε για την αποζημίωση των Tούρκων εποίκων που θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την Κύπρο σε περίπτωση συμφωνίας, είτε ως βοήθεια προς την τουρκοκυπριακή πλευρά για την οικοδόμηση των υποδομών που θα χρειαστεί για αν αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της βάσει της νέας συνθήκης.

Φυσικά στις προτάσεις αυτές υπάρχουν αρκετά εμπόδια, όπως για παράδειγμα ότι κάποια από τα συστήματα που διαθέτει η Εθνική Φρουρά ανήκουν στην Ελλάδα αφενός και αφετέρου συστήματα που έχει υπό την κατοχή της η Εθνική Φρουρά βρίσκονται υπό το καθεστώς «δέσμευσης» από τις χώρες που τα προμήθευσαν απαγορεύοντας έτσι την μεταπώλησή τους.

Το βέβαιο είναι ότι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα χρειαστεί να υπάρξει πλήρης σύμπνοια ανάμεσα στα δύο υπουργεία και το σημαντικότερο οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους να αφήσουν τη στρατιωτική ηγεσία να επιλέξει αυτή τις λύσεις που εξυπηρετούν το συμφέρον και των δύο χωρών χωρίς την εμπλοκή κανενός «ξένου παράγοντα».

Οι ανησυχίες Χάσικου

Ο υπουργός Αμυνας της Κύπρου πέρα από το ζήτημα της μεταφοράς στην Ελλάδα του στρατιωτικού υλικού της Εθνικής Φρουράς, ζήτησε από την ελληνική πλευρά να μην υπάρξει καμία επανάπαυση λόγω της υποβολής του σχεδίου Αναν και του πιθανού μαραθώνιου διαπραγματεύσεων και διαβουλεύσεων που θα ακολουθήσει. Το θέμα της επανάπαυσης φυσικά αποτελούσε το ζήτημα του δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και την ελληνική υποστήριξη στις κυπριακές ένοπλες δυνάμεις σε περίπτωση έναρξης στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Εθνικής Φρουράς και των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Μάλιστα, ο Kύπριος υπουργός χαρακτήρισε την περίοδο «πονηρή» και δεν έκρυψε τους φόβους του προς τον κ. Παπαντωνίου, ότι υπάρχει μια πιθανότητα η στρατιωτική ηγεσία της Τουρκίας να προσπαθήσει να φέρει σε «αδιέξοδο» της διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Αναν προκαλώντας κάποιο θερμό επεισόδιο στην Κύπρο. Παράλληλα, ο Kύπριος υπουργός επισήμανε το γεγονός, ότι η Κύπρος μπορεί να «χρησιμοποιηθεί» στο άμεσο μέλλον από την τουρκική ελίτ εναντίον της νέας ισλαμικής κυβέρνησης με σκοπό να της δημιουργήσουν προβλήματα και με απώτερο σκοπό να της αναγνωρίσουν αδυναμία χειρισμού της εξωτερικής πολιτικής, προκαλώντας έτσι πρόωρες εκλογές για την ανατροπή τους.

Από τη πλευρά του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ηγεσία του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, υπήρξε η διαβεβαίωση προς την κυπριακή πλευρά ότι μέχρι να υπάρξει επίσημη συμφωνία, το Δόγμα Ενιαίου Αμυντικού Χώρου θα βρίσκεται σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία καλύπτοντας πλήρως τα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «οποιαδήποτε απειλή κατά του κυπριακού εδάφους θα αντιμετωπιστεί με τον κατάλληλο τρόπο από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις».