Το παιδομάζωμα των χριστιανών από τους Γενίτσαρους

Το παιδομάζωμα των χριστιανών από τους Γενίτσαρους

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί που διαβιούσαν μέσα στην οθωμανική επικράτεια αντιμετώπισαν πολλές μορφές καταπίεσης, όπως βίαιους εξισλαμισμούς και βαριές φορολογίες. Ομως, ο πιο σκληρός και αδυσώπητος θεσμός κατά την Τουρκοκρατία ήταν αυτός του παιδομαζώματος, μέσω του οποίου οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να διατηρήσουν το αξιόμαχο του στρατού τους και να κυριαρχήσουν στα πεδία των μαχών μέχρι τον 17ο αιώνα. Πέρα από την ηθική πλευρά του ζητήματος, η οποία συνεπάγετο τον εξαναγκασμό των χριστιανών γονέων να παραδίδουν τα παιδιά τους χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να τα ξανασυναντήσουν, υπήρχε και η πολιτική πλευρά: τα αρπαγμένα παιδιά αναδεικνύονταν, μετά από σκληρή εκπαίδευση, σε κινητήρια δύναμη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι νέοι αυτοί, είχαν μετατραπεί σε γενιτσάρους.

Ιστορική αναδρομή για το παιδομάζωμα δεν είναι εύκολο να γίνει, διότι δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία της έναρξης αυτής της πολιτικής. Είναι όμως γεγονός ότι οι Οθωμανοί δεν ήταν οι πρώτοι που εφάρμοσαν τέτοιου είδους στρατολόγηση. Η αρχική ιδέα ανήκει στους Βυζαντινούς, στον στρατό των οποίων υπήρχαν Αραβες που είχαν εξωμοτήσει. Οπως αναφέρει ο Κων. Σάθας, «οι εξωμόται ούτοι, λεγόμενοι γαμβροί Σαρακηνοί, κατετάσσοντο συνήθως εις τα πεζικά τάγματα των Τσακώνων».

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι Βυζαντινοί δεν οργάνωσαν ποτέ βίαιες μαζικές στρατολογήσεις Αράβων ή άλλων λαών, ενώ ο αριθμός αυτών που εξωμότησαν πρέπει να ήταν σχετικά μικρός. Οι Αραβες αυτοί ονομάζονταν και «Νεώτεροι» και δεν θα πρέπει, ίσως, να θεωρείται τυχαίο ότι ετυμολογικά η λέξη γενίτσαρος (yeniceri) έχει την έννοια του νέου στρατού. Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε μια βασική διαφορά των Σαρακηνών γαμβρών και των γενιτσάρων. Οι πρώτοι, όπως δηλώνεται και από τις ίδιες τις λέξεις, νυμφεύονταν Χριστιανές, ενώ οι γενίτσαροι παρέμεναν άγαμοι ζώντας ως «στρατιωτικοί καλόγηροι». Οπως θα δούμε όμως, ο κανονισμός αυτός αργότερα καταργήθηκε.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο πότε άρχισε να ισχύει το σύστημα του παιδομαζώματος, αλλά οι περισσότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι εφαρμόσθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Α’ (1360-1389). Το σώμα των γενιτσάρων συγκροτείτο αρχικά από τους αιχμαλώτους πολέμου. Αυτοί ονομάζονταν Kapikulu, όρος που μεταφράζεται ως «οι δούλοι της Πύλης». Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 14ου αιώνα (κατά πάσα πιθανότητα) καθιερώθηκε το σύστημα του παιδομαζώματος (devsirme).

Το σύστημα αυτό, της βίαιης στρατολόγησης των νέων παιδιών, θεωρήθηκε απόλυτα αναγκαίο από τους υψηλούς αξιωματούχους του οθωμανικού κράτους, καθώς αντιλήφθηκαν ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εξασφαλίσουν την πειθαρχία των νομάδων τους. Παράλληλα, ο αριθμός των Οθωμανών που κατατάσσονταν στο πεζικό μειωνόταν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη στρατολόγηση άλλων λαών που βρίσκονταν στην επικράτειά τους.

Η συχνότητα με την οποία εφαρμόσθηκε το παιδομάζωμα, καθώς επίσης και ο αριθμός των νέων αγοριών που εγγράφονταν στους καταλόγους, ποικίλλει. Αρχικά φαίνεται ότι οι Οθωμανοί στρατολογούσαν κάθε πέντε χρόνια δια της βίας το 1/5 των παιδιών, ενώ στη συνέχεια κάθε τέσσερα, τρία, δύο χρόνια ή και κάθε χρόνο, ανάλογα με τις ανάγκες του στρατού. Η απόκτηση δούλων από την πλευρά του σουλτάνου συνιστούσε νόμιμη ενέργεια, καθώς, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, ο ανώτατος άρχοντας του οθωμανικού κράτους είχε δικαίωμα κυριότητας του 1/5 των λαφύρων, όπως επίσης και στη φορολογία.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε πως το παιδομάζωμα, σύμφωνα με τους ισλαμικούς νόμους, δεν επιτρεπόταν σε προστατευόμενους πληθυσμούς, που δεν ήταν άλλοι από τους λαούς της Βίβλου. Είναι όμως ξεκάθαρο πως οι Οθωμανοί δεν τήρησαν το γράμμα του νόμου. Μερικές από τις περιοχές που είχαν απαλλαχθεί από τον θεσμό του παιδομαζώματος ήταν τα Ιωάννινα, ο Γαλατάς και η Ρόδος.

Πριν προχωρήσουμε στον τρόπο επιλογής των νέων παιδιών, θα πρέπει να επισημάνουμε την πολιτική αναγκαιότητα που είχε το σώμα των γενιτσάρων για τους σουλτάνους. Οπως αναφέρει ο Godfrey Goodwin, «μπορεί να φαίνεται παράξενο να αναζητούμε την ιστορία ενός στρατού, που έγινε ο φόβος και ο τρόμος της Ευρώπης, ανατρέχοντας σε πολιτικές ρίζες, αλλά οι στρατοί είναι, παθητικώς ή ενεργητικώς, πολιτικά σώματα».

Είναι γεγονός ότι οι Οθωμανοί ηγεμόνες κατάφεραν να δημιουργήσουν μια προσωπική φρουρά ανθρώπων, οι οποίοι τους ήταν πιστοί, καθώς από την αρχή είχαν εξάρτηση από την κεντρική εξουσία. Με αυτόν τον τρόπο οι σουλτάνοι μπόρεσαν να επιβάλουν την εξουσία τους. Ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ διόρισε, για πρώτη φορά, δούλους σε διοικητικές θέσεις στις επαρχίες. Αυτή η κίνηση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι διάφοροι εμίρηδες των κρατών, τα οποία πρόσκεινταν φιλικά προς την Τουρκία, προσπαθούσαν να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους, αποτελώντας έτσι μια μόνιμη πρόκληση για την εξουσία του σουλτάνου. Επίσης, οι σουλτάνοι κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν και την «αριστοκρατική» τάξη των Τούρκων, οι οποίοι κατείχαν τις θέσεις στη δημόσια διοίκηση.

Το πιο απτό παράδειγμα συνιστά ο διορισμός του «δούλου» Μαχμούτ Αντενί στη θέση του μεγάλου βεζίρη από τον σουλτάνο Μωάμεθ Β’, ενώ η πιο χαρακτηριστική περίπτωση σύγκρουσης της κεντρικής εξουσίας και της ανώτερης οθωμανικής τάξης είναι η εκθρόνιση του Μωάμεθ Β’ και η παράλληλη επάνοδος του Μουράτ Β’, που πραγματοποιήθηκε χάρη στις προσπάθειες του Χαλίλ Καρά Τσανταρλή το 1446. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο Μωάμεθ Β’ εμπιστευόταν τις ανώτερες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας μόνο στους δούλους του.

Το παιδομάζωμα πραγματοποιείτο πάντοτε κάτω από συγκεκριμένους κανόνες. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες Βυζαντινών ιστορικών, όπως ο Σφραντζής, ο Χαλκοκονδύλης και ο Δούκας, τα παιδιά αυτά έπρεπε να είναι 14-18 ή το πολύ 15-20 ετών. Είναι βέβαια γεγονός ότι αρπάζονταν και παιδιά πολύ μικρότερης ηλικίας, τα οποία προορίζονταν για τα ανώτερα αξιώματα του οθωμανικού κράτους. Οι αξιωματούχοι που αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση του παιδομαζώματος ήταν ειδικοί στρατολόγοι.

Μετά τον 15ο αιώνα η στρατολόγηση γινόταν από έναν αξιωματικό των γενιτσάρων, τον devsirme agasi, που είχε τη σχετική διαταγή (φιρμάνι) στρατολογίας και συνοδευόταν πάντοτε από μερικούς γενιτσάρους και έναν γραφέα. Ο αξιωματικός αυτός είχε απόλυτη εξουσία και κανείς δεν επιτρεπόταν να παρεμποδίσει την αποστολή του. Μετά από συνεννόηση με τον καδή (τοπικό δικαστή) και τους προεστούς ή τους παπάδες κάθε περιοχής, ο devsirme agasi ήλεγχε τα βιβλία γεννήσεων και άρχιζε η διαδικασία του παιδομαζώματος.

Ο Οθωμανός αξιωματούχος φρόντιζε πάντοτε οι νέοι, που διάλεγε, να είναι ρωμαλέοι, αρτιμελείς, ευφυείς και όμορφοι. Σε περίπτωση που οι γονείς έδειχναν απροθυμία ή προέβαλλαν αντίσταση και δεν παρέδιδαν τα παιδιά τους, τότε προβλεπόταν η θανάτωσή τους δι’ απαγχονισμού. Από τη διαδικασία του παιδομαζώματος εξαιρούντο ορισμένες κατηγορίες οικογενειών, όπως, για παράδειγμα, αυτές που είχαν μόνο ένα παιδί. Επίσης από το παιδομάζωμα εξαιρούντο οι ορφανοί, οι σπανοί, οι κοντοί και οι νυμφευμένοι.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι γονείς φρόντιζαν να νυμφεύουν τα παιδιά τους σε ηλικία 8-10 ετών. Στους ραγιάδες, στις κατά τόπους περιοχές, ανατίθεντο τα έξοδα για το ξύρισμα και τον κόκκινο σκούφο των στρατολογημένων παιδιών. Στη συνέχεια, ο devsirme agasi συνέτασσε διπλούς καταλόγους των νέων, οι οποίοι είχαν στρατολογηθεί, και έστελνε τον έναν από αυτούς στην Κωνσταντινούπολη με έναν ειδικό ταχυδρόμο.

Οι εντολές που αφορούσαν το παιδομάζωμα ήταν πολύ αυστηρές και, σε περίπτωση που δεν τηρούντο, οι παραβάτες τιμωρούντο πολύ σκληρά, ακόμη και με θάνατο. Παρά τους αυστηρούς κανόνες, δεν ήταν λίγοι οι Τούρκοι υπάλληλοι που έβρισκαν την ευκαιρία να εκβιάζουν τους Χριστιανούς, από τους οποίους ζητούσαν χρήματα, προκειμένου να εξαιρεθούν τα παιδιά τους από το παιδομάζωμα.

Οι πλούσιοι είχαν τη δυνατότητα να εξαγοράσουν τα παιδιά τους, σε αντίθεση με τους φτωχούς που ένιωθαν αυτή την αρπαγή πιο βαριά. Η «ηθική συντριβή» των γονέων αντικατροπτίζεται στους παρακάτω στίχους ενός δημοτικού τραγουδιού της Ηπείρου: «Ανάθεμά σε βασιλιά, και τρις ανάθεμά σε,/ με το κακό που κάνεις/ Στέλνεις, δένεις τους γέροντας τους πρώτους τους παπάδες / να μάσης παιδομάζωμα, να κάμης γενιτσάρους./ Κλαίν’οι γοναίοι τα παιδιά, κ’οι αδελφαίς τα’αδέλφια,/ κλαίγω κ’εγώ και καίγομαι και όσο θα ζω θα κλαίγω. Πέρσι πήραν τον γιόκα μου, φέτο τον αδελφό μου».

Οι στρατολογημένοι νέοι συνοδεύονταν έως την Κωνσταντινούπολη. Οταν έφθαναν εκεί, ξεκουράζονταν για δύο ή τρεις ημέρες. Στη συνέχεια, τους επιθεωρούσε ο αγάς των γενιτσάρων και, εφόσον κρίνονταν κατάλληλοι, τους κατέγραφε σε έναν κατάλογο με τα στοιχεία τους και παράλληλα τους έκαναν περιτομή. Οσοι δεν κρίνονταν κατάλληλοι, οδηγούντο στο χυτήριο κανονιών ή στο εργοστάσιο πολεμοφοδίων. Τα παιδιά που στρατολογούντο, χωρίζονταν ανάλογα με την ηλικία τους, σε δύο μεγάλες κατηγορίες γενιτσάρων: τους ατζέμ ογλάν (acem oglan) και τους ιτς ογλάν (ic oglan). Οι πρώτοι ήταν παιδιά συνήθως άνω των 14 ετών, ενώ οι δεύτεροι πολύ μικρότερης ηλικίας και προορίζονταν για τις ανώτερες θέσεις του οθωμανικού κράτους.

Η εκπαίδευση των υποψηφίων Γενίτσαρων

Η εκπαίδευση των ατζέμ ογλάν ήταν πολύ σκληρή. Τα παιδιά παραδίδονταν, έναντι αμοιβής, σε Τούρκους γεωργούς ή τιμαριούχους, οι οποίοι τα αντιμετώπιζαν ως σκλάβους. Τα παιδιά εργάζονταν στα κτήματα των Τούρκων αφεντάδων τους κάτω από δύσκολες συνθήκες. Σκοπός αυτού του πρώτου μέρους της εκπαίδευσής τους ήταν να μυηθούν στη θρησκεία, στα ήθη και στα έθιμα των κυρίων τους και να μάθουν τη γλώσσα. Οσο πιο σύντομα συνέβαινε αυτό, τόσο πιο πολλές πιθανότητες υπήρχαν να φύγουν και να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι συνθήκες ζωής ήταν πολύ καλύτερες.

Η εκπαίδευση τους συνεχιζόταν αργότερα στις στρατιωτικές σχολές της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες βρίσκονταν κοντά στο Σεχζαντέ Τζαμί, όπου στεγάζονταν περίπου 2.500 μαθητές. Ορισμένοι κοιμούνταν στα φρούρια των εξωτερικών τειχών και φρόντιζαν για τη φύλαξη των ανακτόρων. Σε περίοδο εκστρατείας οι ατζέμ ογλάν λειτουργούσαν ως εφεδρείες με καθήκοντα αστυνόμευσης της Πόλης.

Η κύρια ασχολία τους, όμως, ήταν διάφορες χειρωνακτικές εργασίες σε κυβερνητικά κτίρια, όπως στο μεγάλο συγκρότημα Σουλεϊμανιγιέ. Οπως αναφέρει ο Godfrey Goodwin, «ένα φιρμάνι του 1566 έστειλε 20 να εργασθούν στους κήπους της Αδριανούπολης και 250 στους κήπους του Τοπ Καπί Σαράι, όπου, δέκα χρόνια αργότερα, μεταφέρθηκαν άλλοι 120 μαθητές.

Τον Αύγουστο του 1577, έστειλαν γύρω στους 150 μαθητές στη Νικομήδεια να κόψουν ξύλα για τον χειμώνα… Ενα φιρμάνι του 1586 ξεχώρισε 20 αγόρια από την Ανατολία και 25 από τα Βαλκάνια για διάφορες οικιακές εργασίες. Και το ίδιο έγινε με 7 που στρατολογήθηκαν για τα πλυντήρια του σουλτάνου και 10 για καμαριέρηδες». Οι ατζέμ ογλάν χρησιμοποιούντο και σε άλλες υπηρεσίες, όπως σε υπονόμους, δίκτυα ύδρευσης, σε χυτήρια και σε κάθε είδους βοηθητικές εργασίες.

Εκτός από τις παραπάνω εργασίες, οι ατζέμ ογλάν λάμβαναν και στρατιωτική εκπαίδευση. Η εκπαίδευσή τους διαρκούσε μέχρι το 24ο ή το 25ο έτος της ηλικίας τους, οπότε ονομάζονταν γενίτσαροι. Η καινούρια ζωή στην πόλη οδηγούσε αυτούς τους νέους σε αρκετές παρεκτροπές, καθώς οι σκληρές δοκιμασίες που υφίσταντο τους έκαναν να εκτονώνονται με διάφορους τρόπους.

Όπως οι γενίτσαροι, έτσι και οι ατζέμ ογλάν, περνούσαν πολλές ώρες στα καπηλειά, όπου μεθούσαν και δημιουργούσαν προβλήματα σε περαστικούς, προβαίνοντας ακόμη και σε ξυλοδαρμούς. Η αλαζονεία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των παιδιών που μεγάλωναν γνωρίζοντας ότι, στο μέλλον, αυτοί θα αποτελούσαν τα διοικητικά και εκτελεστικά όργανα της κεντρικής εξουσίας.

Δεν θα πρέπει, βέβαια, να παραβλέπουμε ότι αυτοί οι νέοι είχαν δεχθεί καταλυτική προπαγάνδα και, σε συνδυασμό με τις μακροχρόνιες κακουχίες και τις επιρροές του μουσουλμανικού περιβάλλοντος, είχαν διαμορφώσει μια μη ισορροπημένη προσωπικότητα, κύριο συστατικό της οποίας ήταν η τυφλή υπακοή στον σουλτάνο. Με αυτό τον τρόπο είχαν καταστεί αναπόσπαστο μέρος ενός κράτους, η ανατροπή του οποίου θα σηματοδοτούσε παράλληλα και τον δικό τους αφανισμό. Η πολιτική τους ήταν πάντοτε πολιτική των στενών προσωπικών τους συμφερόντων.

Εκτός από τη στρατολόγηση εφήβων ηλικίας 14-18 ετών, οι Οθωμανοί στρατολογούσαν και παιδιά μικρότερης ηλικίας, κυρίως 6 έως 10 ετών. Τα παιδιά αυτά προορίζονταν για τα μεγάλα διοικητικά αξιώματα της αυτοκρατορίας και ονομάζονταν ιτς ογλάν (ic oglan). Ηταν γεγονός ότι οι ιτς ογλάν διακρίνονταν για τη σωματική τους διάπλαση, την ομορφιά και την ευφυϊα τους. Η εκπαίδευση των ιτς ογλάν ήταν πολυετής και δύσκολη. Αρχικά έμεναν επί 6 χρόνια σε έναν θάλαμο με την ονομασία κιουτσούκ οντά.

Εκεί οι χοτζάδες (δάσκαλοι, παιδαγωγοί και παπάδες) τους μάθαιναν να διαβάζουν και να γράφουν. Επίσης, τους δίδασκαν στοιχεία του μουσουλμανικού νόμου, καθώς και κανόνες πειθαρχίας. Επρεπε να είναι σιωπηλοί και ταπεινοί και να έχουν σκυμμένο το κεφάλι τους. Περιπτώσεις απειθαρχίας αντιμετωπίζονταν πολύ σκληρά, με τιμωρίες όπως ξυλοδαρμό και μακροχρόνιες νηστείες.

Μετά το τέλος του πρώτου σταδίου της εκπαίδευσης, οι ιτς ογλάν συνέχιζαν την εκπαίδευσή τους, αφού πρώτα μεταφέρονταν σε έναν καινούριο θάλαμο, στον κιλέρ οντά, όπου παρέμεναν 4 χρόνια. Εκεί γυμνάζονταν εντατικά και εξασκούντο στον χειρισμό του τόξου και άλλων όπλων. Παράλληλα τελειοποιούσαν τις γνώσεις τους στην τουρκική γλώσσα, ενώ μάθαιναν αραβικά και περσικά. Στη συνέχεια, οι ιτς ογλάν μεταφέρονταν σε έναν καινούριο θάλαμο, τον χαζναντάρ οντά, για άλλα 4 χρόνια. Εκεί μάθαιναν ιππασία και τελειοποιούντο στον χειρισμό των όπλων.

Μετά από 14 χρόνια εκπαίδευσης οι μαθητές άρχιζαν να συναναστρέφονται με ανθρώπους του παλατιού, ακόμη και με τον ίδιο τον σουλτάνο. Κάποιοι από αυτούς τους άνδρες βρίσκονταν στην ακολουθία του σουλτάνου, όπως ο σιλαχτάρ αγάς (silahtar aga), ο οποίος εκτελούσε χρέη υπασπιστή ή σπαθάριου. Ο σιλαχτάρ αγάς είχε στην ακολουθία του μπεηλερμπέηδες (βαθμός ανώτατου στρατιωτικού/διοικητικού αξιωματούχου) και βεζίρηδες (μέλη του αυτοκρατορικού συμβουλίου).

Μερικοί ακόμα από τους ακολούθους του σουλτάνου που προέρχονταν από τους κόλπους των ιτς ογλάν, ήταν ο τζιοχαντάρ αγάς (ο οποίος κρατούσε τον μανδύα του σουλτάνου) και ο ρεσινμπτάρ αγάς (ο οποίος κρατούσε τον αναβολέα του). Ο Goodwin αναφέρει πως «υπήρχαν τρία βασικά είδη σωματοφυλάκων. Οι μουταφερίκα (υπασπιστές) ήταν πάντα δίπλα του όταν πήγαινε στον πόλεμο. Υπήρχαν επίσης τέσσερις λόχοι σολάκ, παλαίμαχων τοξοτών του σώματος των γενιτσάρων υπό τις διαταγές ενός διοικητή, ο οποίος είχε το σπουδαίο καθήκον να κρατάει τους βασιλικούς αναβολείς. Η τρίτη φρουρά ήταν οι πέικ (πεζικάριοι σωματοφύλακες) που είχαν το καθόλου αξιοζήλευτο γνώρισμα ότι τους είχε αφαιρεθεί η σπλήνα».

Ο διαχωρισμός σε μονάδες

Το σώμα των γενιτσάρων ήταν χωρισμένο σε ομάδες (λόχους), οι οποίες ονομάζονταν ορτάδες. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκαναν τατουάζ με τα διακριτικά του ορτά τους. Το σώμα των γενιτσάρων αποτελείτο από 196 λόχους ή κοινότητες, τις τζεμαάτ ορταλαρί (cemaat ortalari). Από αυτές, 101 αποκαλούντο τζεματλή (cemaatli), 61 αποκαλούντο μπουλουκλού (boluklu – διμοιρίτες) και 34 κοινότητες αποκαλούντο σεκμπάν (sekban) και θεωρούντο επίλεκτες.

Οι 31 από τις 61 κοινότητες των μπουλουκλού εκτελούσαν αστυνομικά καθήκοντα στην Κωνσταντινούπολη και οι υπόλοιπες 30 βρίσκονταν διάσπαρτες σε διάφορα φρούρια της αυτοκρατορίας. Ο διοικητής κάθε κοινότητας ονομαζόταν γιαγιάμπασης (yayabasi) και το πιο σημαντικό αντικείμενο των γενιτσάρων ήταν το «καζάνι» ή χύτρα. Η μεγαλύτερη ατίμωση για μια κοινότητα γενιτσάρων ήταν να περιέλθει στα χέρια του εχθρού η χύτρα, και όχι η σημαία τους.

Δεν ήταν τυχαίο πως κάθε γενίτσαρος έφερε στο κάλυμμα της κεφαλής του ένα κουτάλι σε τενεκεδένιο κουτί, το οποίο συμβόλιζε τη συμμετοχή τους στην εξουσία. «Οι γενίτσαροι όχι μόνο μαγείρευαν τη σούπα στο καζάνι τους, δηλαδή, συνεργούσαν στις πολιτικές εξελίξεις, αλλά και γεύονταν με την «κουτάλα» τα αγαθά της εξουσίας. Αλλωστε, την οσμανική ιστορία χαρακτηρίζουν πλήθος από στρατιωτικά πραξικοπήματα, των οποίων πρωταγωνιστές ήταν τα γενιτσαρικά τάγματα».

Η πλατεία Ετ Μεϊντάν ή, αλλιώς, Πλατεία Κρέατος, ήταν η εστία του καταυλισμού τους. Ονομαζόταν Πλατεία Κρέατος, γιατί εκεί υπήρχαν υπαίθριοι πάγκοι κρεοπωλών που πουλούσαν κρέας ή το έψηναν σε ψησταριές. Αυτή η υπαίθρια αγορά ήταν τις περισσότερες φορές το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως το Βελιγράδι, η Θεσσαλονίκη, η Αδριανούπολη, η Βαγδάτη κ.ά. είχαν ξεχωριστές μονάδες γενιτσάρων, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου δημιουργούσαν κλειστές κοινότητες.

Θα πρέπει να τονίσουμε πως, σε πολλές περιπτώσεις, οι γενίτσαροι της Πόλης δεν διατηρούσαν καλές σχέσεις με τους γενιτσάρους των επαρχιών οι οποίοι αντιμετώπιζαν και άλλα προβλήματα. «Στη Δαμασκό και το Χαλέπι οι ουλεμάδες, η πλούσια αριστοκρατία του Ισλάμ, που βρισκόταν εκεί, όπως και σε όλη την επικράτεια βρίσκονταν στα μαχαίρια με τους μικροαστούς που παρίσταναν τους στρατιώτες. Το να είσαι γενίτσαρος εκεί σήμαινε ότι ανήκες στις πιο απολίτιστες τάξεις, αν όχι στον συφερτό των κλεφτών και δολοφόνων».

Οι Γενίτσαροι στη μάχη

Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει την αξία τους στο πεδίο της μάχης. Είχαν εκπαιδευθεί να είναι γενναίοι στρατιώτες, όχι όμως αποτελεσματικοί. Πολλές φορές η επίδοσή τους είχε άμεση σχέση με τις οικονομικές τους απαιτήσεις ή ακόμα και με ανάγκες πολύ χαμηλότερου επιπέδου. Οταν το 1620 ο Οσμάν Β’, ένας νέος σουλτάνος, με πολλά χαρίσματα και θέληση, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Πολωνίας και πολιόρκησε το Χοτίν, οι γενίτσαροι ήλθαν σε μυστικές συνεννοήσεις με τον εχθρό και έφθασαν στο σημείο να επιτρέπουν στους πολιορκημένους Πολωνούς να εφοδιάζονται με τρόφιμα, υπό τον όρο να τους στέλνουν ως αντάλλαγμα κρασί. Στο τέλος, ο σουλτάνος αποθαρρυμένος, αναγκάσθηκε να λύσει την πολιορκία και να επιστρέψει στην Πόλη άπρακτος.

Δεν θα πρέπει όμως να αγνοούμε τη συμβολή των γενιτσάρων σε αποφασιστικές μάχες, όπως, για παράδειγμα, στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453. Πολλοί από το χριστιανικό στρατόπεδο, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην πολιορκία, όπως ο Βενετός Νίκολο Μπάρμπαρο, τους παρουσίαζαν ως γενναίους στρατιώτες, οι οποίοι αψηφούσαν τον θάνατο. Όταν κάποιος από τους συντρόφους τους έπεφτε νεκρός, εμφανίζονταν αμέσως άλλοι για να περισυλλέξουν το πτώμα με κίνδυνο να σκοτωθούν, καθώς δεν επιθυμούσαν να ζήσουν με το βάρος ότι είχαν αφήσει έστω και έναν Οθωμανό νεκρό πλάι στα τείχη.

Στις 18 Απριλίου οι γενίτσαροι εξαπέλυσαν νυκτερινή επίθεση, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι επιθέσεις των Τούρκων συνεχίσθηκαν με το ίδιο σθένος, με τους γενιτσάρους ως αιχμή του δόρατός τους. Ήταν γεγονός ότι τα αρκεβούζια των γενιτσάρων προκαλούσαν απώλειες στους υπερασπιστές της Πόλης.

Η μεγάλη επίθεση δεν άργησε να εκδηλωθεί. Οταν τα πυρά των κανονιών διάνοιξαν μεγάλο ρήγμα στο τείχος, οι γενίτσαροι, οι οποίοι είχαν απωθηθεί την πρώτη φορά, επανήλθαν μέσα σε σύννεφα καπνού και ξεχύθηκαν μέσα στην Πόλη. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που περιγράφει ο Φραντζής στο «Χρονικό της Αλώσεως» με έναν γιγαντόσωμο γενίτσαρο. «Τότε κάποιος γιγάντιος γενίτσαρος, Χασάνης το όνομα, έβαλε με το αριστερό του χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του και κρατώντας το ξίφος με το δεξί όρμησε προς το τείχος, εκεί που έβλεπε ότι επικρατούσε σύγχυση στους δικούς μας. Πίσω του έτρεξαν και άλλοι, περίπου τριάντα, που ήταν ισάξιοί του στη γενναιότητα».

Οι υπερασπιστές των τειχών αντιστάθηκαν με γενναιότητα και κατάφεραν να σκοτώσουν πολλούς από αυτούς. Ο Χασάνης κατόρθωσε να ανέβει στα τείχη σκορπώντας τον πανικό, καθώς η μάχη συνεχιζόταν με το ίδιο σθένος. «Ακόμα και ο ίδιος ο Χασάνης κτυπήθηκε με κάποια πέτρα, ενώ πολεμούσε, και έπεσε κάτω. Οι δικοί μας, όταν γύρισαν και τον είδαν πεσμένο στο έδαφος, άρχισαν να τον πετροβολούν από παντού και εκείνος αμυνόταν στυλωμένος στο γόνατό του, ώσπου από τις πολλές πληγές παρέλυσαν τα χέρια του και θάφτηκε κάτω από τα βέλη». Η ορμή και η αποφασιστικότητα που επέδειξαν οι γενίτσαροι έκρινε κατά ένα μεγάλο μέρος την έκβαση της πολιορκίας.

Οι γενίτσαροι διακρίθηκαν και σε άλλες εκστρατείες

Το 1514 ο σουλτάνος Σελήμ Α’ κινήθηκε εναντίον του σάχη Ισμαήλ. Τα αντίπαλα στρατεύματα συναντήθηκαν στο Τσαλντιράν του Αζερμπαϊτζάν και στη μάχη που ακολούθησε οι γενίτσαροι πολέμησαν με θάρρος. Παρά την άτακτη υποχώρηση των ντόπιων, οι οποίοι είχαν επιστρατευθεί από τους Τούρκους, την κατάσταση έσωσε το ιππικό και οι επιτυχείς βολές του πυροβολικού των γενιτσάρων. Αυτή η μάχη υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική για το επίλεκτο σώμα των Τούρκων. «Από τον νέο ρόλο των γενιτσάρων – που δεν ήταν πια ομάδες κρούσης ή δεν περιφέρονταν κάτω από τα τείχη για να περιμαζέψουν τους νεκρούς συντρόφους τους με αποτέλεσμα να πεθαίνουν και οι ίδιοι, αλλά συντονισμένη στρατιωτική μηχανή που στηριζόταν στη χρήση της πυρίτιδας διατηρώντας το τόξο ως βοηθητικό όπλο – γεννήθηκε μια νέα στρατηγική».

Ο Σελήμ Α’ συνέχισε την εκστρατεία το 1516, με σκοπό να εξολοθρεύσει τους Μαμελούκους. Οι Οθωμανοί προχώρησαν με μεγάλη ταχύτητα και η αναμέτρηση των δύο στρατών πραγματοποιήθηκε στην πεδιάδα Μαρτζ Νταμπίκ, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Χαλέπι. Η επίθεση των σπαχήδων αποκρούστηκε και οι Οθωμανοί κέρδισαν τη μάχη μόνο χάρη στην υπεροχή των πυροβόλων και στην πειθαρχία των γενιτσάρων. Ο Σελήμ έφθασε στα περίχωρα του Καϊρου στις αρχές του 1517. Οι Μαμελούκοι είχαν οχυρώσει την πόλη κατασκευάζοντας τάφρους, μέσα στις οποίες τοποθετούσαν πασσάλους αιχμηρούς στην άκρη. Ακόμη και μέσα στην πόλη, πολλοί δρόμοι είχαν μετατραπεί σε παγίδες. Οι γενίτσαροι έδιναν μάχη για να αποφύγουν αυτές τις παγίδες, πυροβολώντας σε όλα τα παράθυρα, σπάζοντας τις πόρτες και σκοτώνοντας οτιδήποτε ζωντανό σε κάθε σπίτι.

Η μεγαλύτερη στιγμή για το σώμα των γενιτσάρων ήταν η μάχη στο Μοχάτς, το 1526. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Β’ της Ουγγαρίας συγκέντρωσε εσπευσμένα έναν στρατό που αριθμούσε γύρω στους 100.000 άνδρες. Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β’ αντιμετώπισε αποτελεσματικά την ορμή του ουγγρικού ιππικού, της κύριας δύναμης του ουγγρικού στρατού. Στην πρώτη γραμμή τοποθέτησε άτακτα στρατεύματα, τα οποία θυσιάσθηκαν για να ανακόψουν την ορμή των Ούγγρων ιππέων. Τα κανόνια του οθωμανικού στρατεύματος βρίσκονταν πίσω από τις γραμμές των ατάκτων και αμέσως μετά ακολουθούσαν οι γενίτσαροι.

Η επίθεση του ουγγρικού ιππικού απέτυχε, και ο ένας μετά τον άλλο οι Ούγγροι ιππότες σωριάζονταν στο έδαφος. Τα υπολείμματα των Ούγγρων ιππέων προσπάθησαν να υποχωρήσουν, αλλά υπέστησαν βαριές απώλειες από τα πυρά των γενιτσάρων. Τη νίκη των Οθωμανών σφράγισε η επίθεση των σπαχήδων που σκόρπισε τον τρόμο στο πεζικό των Ούγγρων, οι οποίοι είχαν ήδη αποθαρρυνθεί. Οι απώλειες και των δύο πλευρών ήταν πολύ μεγάλες και η επιτυχία των Τούρκων έμοιαζε ως «πύρρειος νίκη». Είναι όμως γεγονός ότι η μάχη κρίθηκε χάρη στην αντοχή που έδειξαν οι γενίτσαροι.

Σε πολλές εκστρατείες οι γενίτσαροι δεν ανταποκρίθηκαν στη φήμη τους. Το 1456 ο Μωάμεθ Β’ πολιόρκησε το Βελιγράδι με 150.000 άνδρες. Οταν κάποιο όρυγμα επέφερε μεγάλο ρήγμα στο τείχος, οι γενίτσαροι όρμησαν στην πόλη χωρίς να περιμένουν και δίχως να συναντήσουν αντίσταση. Οι υπερασπιστές και οι κάτοικοι γνώριζαν ποια θα ήταν η μοίρα τους, εάν οι Τούρκοι νικούσαν. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέχισαν να αμύνονται απεγνωσμένα από σπίτι σε σπίτι, όταν οι Τούρκοι διέσχισαν τη γραμμή των τειχών.

Οι γενίτσαροι έδωσαν περισσότερη σημασία στη λαφυραγωγία, προσφιλή τους απασχόληση, και αδιαφόρησαν για τη μάχη που δεν είχε ακόμη λήξει. Οι αμυνόμενοι πετάχτηκαν ξαφνικά μέσα από κρυψώνες και υποχρέωσαν τους γενιτσάρους να επιστρέψουν στα χαρακώματά τους. Ακόμη κι εκεί όμως, δέχονταν βροχή από φλεγόμενες βέργες αλειμμένες με κατράμι. «Οσοι επέζησαν από αυτή την κόλαση, τσουρουφλισμένοι και τρομοκρατημένοι, το έβαλαν στα πόδια σπάζοντας τις γραμμές τους, προς μεγάλη απογοήτευση τόσο του σουλτάνου όσο και του καπετάνιου τους, του Χασάν Αγά. Ο Χασάν Αγάς όρμησε μάλιστα από την απελπισία του στη σύγκρουση, προτιμώντας να πεθάνει μαχόμενος παρά ντροπιασμένος στα χέρια του δημίου».

Τον Σεπτέμβριο του 1529 οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κυριεύσουν τη Βιέννη. Η είδηση έσπειρε τον πανικό στην Ευρώπη, ιδίως στα γερμανικά κράτη, τα οποία τότε ακριβώς σπαράσσονταν και από θρησκευτικές αναταραχές. Ο εφοδιασμός του οθωμανικού στρατού γινόταν πολύ δύσκολα και, γι’ αυτόν τον λόγο, το σώμα των γενιτσάρων ευθύνεται σε μικρό βαθμό για την αποτυχία του εγχειρήματος. Οι Οθωμανοί άνοιξαν ένα όρυγμα που οδηγούσε σε μια από τις πύλες στη νότια πλευρά του τείχους, με σκοπό να την ανατινάξουν, έτσι ώστε να εισχωρήσουν από εκείνο το σημείο. Στις 9 Οκτωβρίου μία τεράστια έκρηξη διέλυσε ένα μεγάλο μέρος του τείχους.

Οι συνεχείς επιθέσεις των γενιτσάρων απέτυχαν, διότι, αντί να επιτεθούν σε πολλά σημεία του τείχους ταυτόχρονα, έτσι ώστε οι Αυστριακοί να μοιράσουν τις δυνάμεις τους, επικεντρώθηκαν σε αυτό το σημείο της έκρηξης. Η τεχνολογία των όπλων είχε βελτιωθεί από την εποχή του Μωάμεθ Β’ με συνέπεια η Βιέννη να μην είναι δυνατό να κυριευθεί με τη στρατηγική των μαζικών επιθέσεων, όπως η Κωνσταντινούπολη.

Η αντοχή που έδειξαν στη μάχη του Μοχάτς δεν τους ωφέλησε στη Βιέννη. Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α’ προσπάθησε να εμψυχώσει τα στρατεύματά του, υποσχόμενος μεγάλα χρηματικά ποσά στον στρατιώτη που θα περνούσε πρώτος τα τείχη της πόλης. Οι προσπάθειες του σουλτάνου δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Τη νύκτα της 14ης Οκτωβρίου οι γενίτσαροι μάζεψαν τις σκηνές τους και έκαψαν ό,τι δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.

Η παρακμή

Το σώμα των γενιτσάρων άρχισε να παρουσιάζει κάμψη από τον 15ο αιώνα, όταν ο δεσμευτικός κανόνας της αγαμίας παραβιάσθηκε, με αποτέλεσμα να αποκτούν παιδιά, τα οποία εγγράφονταν προνομιακά στο σώμα. Μέχρι το τέλος του 15ου αιώνα το σώμα των γενιτσάρων δεν αριθμούσε περισσότερους από δύο χιλιάδες άνδρες. Από τον 16ο αιώνα ο αριθμός τους άρχισε να αυξάνεται, την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α’ έφθασε τις δώδεκα χιλιάδες και μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα τις εκατό.

«Έτσι, από τον 17ο αιώνα, σημειώνεται αλλοίωση της εθνολογικής και κοινωνικής σύνθεσης των γενιτσάρων, παράλληλα με την πλήρη ένταξή τους στην οικονομία, εφόσον εφεξής όχι μόνο είχαν τον έλεγχο των συντεχνιών, αλλά και οι ίδιοι ασχολούντο ενεργά με την παραγωγή είτε ως επιχειρηματίες είτε ως άτομα, τα οποία προσέφεραν «προστασία» στους διάφορους επιτηδευματίες, δηλαδή αποσπώντας από αυτούς, με απειλές ή με τη βία, χρήματα».

Η διαφθορά του σώματος των γενιτσάρων είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος και της κοινωνικής τους τάξης, αλλά επίσης και την εξασθένιση της οικονομίας. Σε μερικές περιοχές της αυτοκρατορίας οι γενίτσαροι μετατράπηκαν σε τοπικούς ηγεμόνες. Μετά τον θάνατο του Σουλεϊμάν, το παιδομάζωμα πραγματοποιείτο με μικρότερη συχνότητα, καθώς «στις επαρχίες, ο κανόνας ήταν τώρα η στρατολόγηση ντόπιων για τους λόχους των γενιτσάρων. Σε πόλεις όπως η Βαγδάτη, ολόκληρος ο πληθυσμός στελέχωνε, υποτίθεται, αυτό το σώμα πολιτοφυλακής, αλλά αυτό είναι σίγουρα υπερβολή, αν και υποδηλώνει αρκετά πράγματα».

Οι γενίτσαροι συνήθιζαν να εξασφαλίζουν τα μέσα διαβίωσής τους από λεηλασίες, αφού οι κατακτήσεις νέων εδαφών μειώθηκαν. Η συγκέντρωση στην Κωνσταντινούπολη μεγάλου αριθμού γενιτσάρων, οι οποίοι απαιτούσαν να τους καταβάλλονται σημαντικά χρηματικά ποσά, δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στα οικονομικά της αυτοκρατορίας. Επί μερικά έτη, στις αρχές του 17ου αιώνα, μπορούσαν ακόμη και να εκβιάζουν τον σουλτάνο.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σουλτάνου Οσμάν Β’, ο οποίος, όταν αποφάσισε να μεταβεί στη Μέκκα για το προσκύνημα και θέλησε να πάρει μαζί του ένα μέρος των γενιτσάρων, αντιμετώπισε μία στάση. «Ο σουλτάνος σηκώνεται και πηγαίνει μόνος του στους στρατιώτες και κει μέσα στο Ορτά-Τζαμί, προσφωνεί τους συγκεντρωμένους στρατιώτες και επικαλείται τον πατριωτισμό τους και την αφοσίωσή τους στη σουλτανική πίστη. Αυτοί αντί ν’ ακούσουν, τόνε βρίζουν χυδαιότατα και ένας γενίτσαρος του ρίχνεται, τον κτυπά και του τσακίζει το χέρι. Υστερα τον αρπάζουν και τον πάνε στη φυλακή του Γεντί Κουλέ, όπου τον σκοτώνουν, αφού πρώτα τον βασάνισαν. Ενας γενίτσαρος του έκοψε το ένα του αυτί και ένας άλλος το δάκτυλο για να του πάρει το δαχτυλίδι του».

Η αναταραχή αυτής της περιόδου συνεχίσθηκε και μετά την ενθρόνιση του σουλτάνου Μουσταφά Β’. Ο νέος σουλτάνος οδηγήθηκε και αυτός με τη σειρά του στο Γεντί Κουλέ, όπου θανατώθηκε. Οι γενίτσαροι ανέβασαν στον θρόνο τον ανιψιό του Μουσταφά, τον Μουράτ Δ’, ένα παιδί δώδεκα ετών. Η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε σημαντικά πολιτικά προβλήματα, καθώς η αναρχία οδηγούσε τοπικούς διοικητές, όπως τον Αμπαζά Μεχμέτ πασά, διοικητή των δυτικών συνόρων, να επαναστατούν, διεκδικώντας το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη. Ο Αμπαζά, συγκεκριμένα, προχωρούσε ακάθεκτος, σφαγιάζοντας κάθε γενίτσαρο που συναντούσε μαζί με την οικογένειά του.

Η θρασύτητα των γενιτσάρων δεν γνώριζε κανένα φραγμό. Τόσο οι ίδιοι, όσο και οι απαχήδες αρνήθηκαν να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο ήττας από τον Αμπαζά Μεχμέτ πασά, με τη δικαιολογία ότι είχε παρέλθει η εποχή για την έναρξη μιας εκστρατείας. Είχαν πάντως το θάρρος να ζητήσουν μπαξίσι, προκειμένου να επιτρέψουν μια νέα συνεδρίαση του Ντιβανιού». Μέσα σε ένα χρόνο, το 1623, οι γενίτσαροι άλλαξαν τον μεγάλο βεζίρη τρεις φορές. Ο Αμπαζά δεν κατάφερε να καταλάβει το αξίωμα που επιθυμούσε, αλλά έγινε κυβερνήτης της Βοσνίας και έμπιστος σύμβουλος του σουλτάνου. Η δυναμική προσωπικότητά του δεν ήταν όμως αρκετή, ώστε να αποφύγει την εκτέλεση μετά από έντονη επιμονή των γενιτσάρων.

Η συνεχής βελτίωση των όπλων σηματοδοτούσε την ανάγκη αύξησης του αριθμού των ανδρών που υπηρετούσαν στο πεζικό του οθωμανικού στρατού. Το σώμα των γενιτσάρων δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες. Η κατάσταση κατά τον 18ο αιώνα είχε τεθεί εκτός ελέγχου, καθώς οι γενίτσαροι αρνούντο να λάβουν μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο η κεντρική εξουσία αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί μισθοφορικά στρατεύματα, καθώς επίσης και στρατεύματα των τοπικών διοικητών (πασάδων).

Κάθε προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου στρατού, εκπαιδευμένου σύμφωνα με τις καινούριες ευρωπαϊκές τακτικές, συναντούσε τη σκληρή αντίδραση των γενιτσάρων. Αν και τους δόθηκε η δυνατότητα να εξασκηθούν σε όπλα που χρησιμοποιούσαν οι ευρωπαϊκοί στρατοί, αρνήθηκαν πεισματικά να τα χρησιμοποιήσουν. Ακόμα και όταν ο σουλτάνος Σελήμ Γ’ προσπάθησε να βελτιώσει την κατάσταση στο στράτευμα, αυξάνοντας τους μισθούς και βελτιώνοντας τις συνθήκες διαβίωσης των γενιτσάρων, δεν το κατόρθωσε.

Ο Σελήμ θέλησε παράλληλα να δημιουργήσει και ένα νέο σώμα στρατού, το ταλιμλί (Talimli askeri), το οποίο λειτουργούσε σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτή η προσπάθεια εξόργισε τους γενιτσάρους που ξεσηκώθηκαν και απομάκρυναν τον Σελήμ, ο οποίος λίγο αργότερα εκτελέσθηκε. Οι μεταρρυθμίσεις του στο στράτευμα δεν προχώρησαν, καθώς το νέο στρατιωτικό σώμα διαλύθηκε.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε την αντίστροφη πολιτική εξέλιξη που σημειωνόταν στην Οθωμανική αυτοκρατορία σε σχέση με την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη, ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα. Ενώ οι μονάρχες των ευρωπαϊκών κρατών απολάμβαναν την απόλυτη δύναμη της εξουσίας τους, αντίθετα οι σουλτάνοι «παρέδιδαν» την εξουσία τους στους τοπικούς διοικητές της αυτοκρατορίας, οι οποίοι προέρχονταν, σε πολλές περιπτώσεις από το σώμα των γενιτσάρων. Η ευνοιοκρατία, η οποία την περίοδο του Μωάμεθ Β’ λειτούργησε αποτελεσματικά, μετά τα μέσα του 17ου αιώνα άρχισε να προκαλεί προβλήματα λόγω των πολιτικών και οικονομικών αδυναμιών που μάστιζαν και τις επαρχίες.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο μεγάλος βεζίρης Γεμιστσί Χασάν πασάς (1601-1603) σε μια αναφορά του προς τον σουλτάνο: «Οι υπηρέτες σας οι κυβερνήτες δεν κατέχουν ισχύ ή πλούτο… . Αυτό συμβαίνει γιατί ο εχθρός είναι νικηφόρος. Οταν κάποιος από τους υπηρέτες κληθεί να εκτελέσει κάποιο καθήκον, τότε επικαλείται την ένδειά του και ζητάει τεράστια ποσά από τον δοξασμένο σουλτάνο μου. Εάν οι υπηρέτες σας είναι πλούσιοι και ισχυροί, αυτό δεν πάει χαράμι: η ωφέλεια από αυτόν τον πλούτο θα επιστρέψει σίγουρα στο κράτος και τη θρησκεία».

Οι επίγονοι του Σουλεϊμάν Α’ δεν είχαν στρατιωτικές ικανότητες και φιλοδοξίες, ενώ οι συνεχείς υποτιμήσεις του νομίσματος μείωναν την αγοραστική δύναμη. Σε αυτή την κρίση οι γενίτσαροι διαδραμάτισαν τον πιο αρνητικό ρόλο, διαμαρτυρόμενοι συνεχώς για την οικονομική κατάσταση και απαιτώντας περισσότερα χρήματα χωρίς να προσφέρουν υπηρεσίες.

Η διάλυση και κατάργηση των Γενιτσάρων

Το σώμα των γενιτσάρων καταργήθηκε το 1826 από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, ύστερα από ένα πραγματικό λουτρό αίματος. «Οι άθλιοι γενίτσαροι ήταν τελικά καθρέπτης της κοινωνίας για την οποία πολεμούσαν (περιστασιακά). Αφησαν πίσω τους μια παράξενη παράδοση λαϊκής πολιτικής ηγεσίας, με την οποία ανατράφηκαν οι σύγχρονες κάστες των αξιωματούχων της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου, που είναι πιο μορφωμένοι και πιο ιδεαλιστές αλλά, κατά καιρούς, εξίσου διεφθαρμένοι από το προσωπικό συμφέρον».