Το συγγραφικό ταλέντο της Θέτιδας. Λογοτεχνικό δέος

Το συγγραφικό ταλέντο της Θέτιδας. Λογοτεχνικό δέος

Άρθρο της Θέτιδας Παπαδοπούλου.

Βγήκε τρέχοντας από την πόρτα της βίλας. Με τρεμάμενο χέρι έψαξε το κλειδί του αυτοκινήτου του. Βιαστικά άνοιξε την πόρτα και κάθισε στη θέση του οδηγού. Έψαξε τις τσέπες του σακακιού του και βρήκε ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρων. Κοίταξε γύρω του να βρει έναν αναπτήρα. Καταράστηκε το νομοθέτη που απαγόρευσε την ύπαρξη αναπτήρων στα νέα αυτοκίνητα και έβαλε το κλειδί στη μηχανή. Το αυτοκίνητό του ξεχύθηκε γοργά στο χωματόδρομο, στην επιστροφή σε οικείο μέρος, κάπου που να αισθανόταν άνετα, μακρυά από σκέψεις, ανθρώπους, καταστάσεις.

Πλησίαζε στην επόμενη πόλη. Οι επιγραφές από νέον κίνησαν το ενδιαφέρον του : “Καφές. τσιγάρα, βενζίνη”. Γοργά σκέφτηκε πως μια γερή δόση καφεΐνης θα του έκανε καλό. Τα 400 χιλιόμετρα δρόμου που απομέναν ως το ησυχαστήριο του προμαντεύονταν άγρια.

Γέμισε το ρεζερβουάρ με όση υγρή δύναμη χωρούσε και στάθμευσε έξω από το καφέ. Με κοφτές και νευρικές κινήσεις μπήκε στο ζεστό χώρο και κατευθύνθηκε προς το μπαρ. Παρήγγειλε έναν διπλό καφέ, χωρίς ζάχαρη. Την προσοχή του έκλεψαν οι πολύχρωμοι αναπτήρες που λικνίζονταν ρυθμικά στη χάρτινη βάση, λίκνισμα προερχόμενο από τις δονήσεις των δίσκων γεμάτων καφέ που πηγαινοέρχονταν.

Πήρε τον καφέ του, πλήρωσε και για τον αναπτήρα και ξεκίνησε προς το όχημά του. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω του. Η ώρα ήταν 5 και κάτι το πρωί. Μισοκοιμισμένοι ταξιδιώτες ρουφούσαν νωχελικά τον καφέ τους, παιδιά κοιμισμένα στις αγκαλιές των γονιών τους, ένα ζευγαράκι ερωτροπούσε και κοιτούσαν γύρω τους μην τυχόν κάποιος τους δει. Κανείς εκτός από τον Πίτερ δεν τους έδωσε σημασία.

Ο καυτός καφές ζέσταινε το χέρι του. Αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμη στο χώρο και να απολαύσει ένα τσιγάρο. Μια παλιά αγαπημένη συνήθεια που κανένας γιατρός δεν του περιόρισε ποτέ. Αποφάσισε όμως κάποτε να την σταματήσει, σε μια προσπάθεια να αλλάξει ζωή, να είναι δυνατός σωματικά για την αγαπημένη του.

Τον είχε προσκαλέσει για το Σαββατοκύριακο στο νέο της σπίτι. Μια μεγάλη βίλα έξω από την πόλη. Εκεί που στέγαζε τον έρωτά της με τον σύζυγο της τον Αντρέα.

«Σύζυγος»… σκέφτηκε. Σύ-ζυγος. Κάποιος που μοιράζεσαι μαζί του τα βάρη της ζωής, κάτω από τον ίδιο ζυγό. Οι παλιές αγάπες όμως δεν πεθαίνουν. Η αγαπημένη του φρόντιζε πάντοτε να επικοινωνεί μαζί του. ‘Ένα τρυφερό τηλεφώνημα για τη γιορτή του, ένα γράμμα με μια κάρτα ευχετήρια για τα γενέθλιά του, ένα ξαφνικό πέρασμά της από την πόλη για τις γιορτές και μια επίσκεψη στη δουλειά του με ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο για αποχαιρετισμό, είχαν γίνει μια συνήθεια μα πάνω από όλα, μια αμοιβαία ανάγκη.

Ανάγκη που δεν κατανοούσαν οι δυο τους και κανένας άλλος γύρω τους. Γυναίκες πολλές περάσαν από τη ζωή του Πίτερ, άντρες πολλοί από τη ζωή της αγαπημένης του, μα μια σταθερή σκέψη τους στοίχειωνε πάντα : Ο καιρός που είχαν περάσει μαζί, παλιότερα. Το δέσιμο που είχαν νιώσει σαν ζευγάρι. Δέσιμο όχι μόνο ερωτικό αλλά και δέσιμο καρδιάς. Το καταλάβαιναν, το νιώθαν, δεν μπορούσαν να το αποβάλλουν από μέσα τους.

Μια ανίκητη επιθυμία τους τραβούσε μαζί, παντού και πάντα, όπου και να βρισκόταν στη ζωή τους.

Όπως έγινε το νωρίτερα εκείνο το βράδυ.

Η πρόσκληση έλεγε πως θα χαιρόντουσαν πολύ να παραβρεθεί μαζί τους για να γιορτάσουν παρέα την πρώτη επέτειο του γάμου τους. Η αγαπημένη του πάντοτε έλεγε τα καλύτερα λόγια στον Αντρέα για τον Πίτερ. Πόσο καλός στάθηκε μαζί της σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής της και πόσο τη στήριξε όταν είχε πραγματικά κάποιον ανάγκη να της πει ένα καλό λόγο, να την κάνει να νιώσει όμορφα, άνθρωπο επιθυμητό με ζωντάνια και ευτυχία.

Ποτέ δεν ξέχασαν ο ένας τον άλλον ακόμη και όταν η αγαπημένη του προχώρησε στη ζωή της, πάντα τον αναζητούσε με κάθε τρόπο.

Λαγνεία; ‘Ερωτας; Αγάπη; Ποτέ δεν το διευκρίνισαν, δεν το κατανόησαν και δεν τους ένοιαζε.

Ούτε καν το βράδυ όταν έφτασε ο Πίτερ στην πολυτελή βίλα. Μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πως ήταν ο μοναδικός καλεσμένος της δεξίωσης.

Δεν ρώτησε, ωστόσο αναρωτήθηκε προς τι ο κόπος αυτός να τον φέρει 400 χλμ μακρυά για να τον δει;

Το δωμάτιο που του παρείχαν ήταν δίπλα στο δικό τους. Μετά το ομολογουμένως εξαίσιο δείπνο, αποσύρθηκαν στο χώρο της κλειστής πισίνας για ένα ποτό. Η αγαπημένη του έφυγε για λίγα λεπτά καθώς ο Πίτερ και ο Αντρέας ξεκίνησαν μια κουβέντα για τις τους ομάδες πειράζοντας ο ένας τον άλλον για τις αποτυχίες των αγαπημένων τους αθλητών.

Μέχρι τη στιγμή που τους διέκοψε το πάφλασμα των νερών. Στο μισοσκόταδο φάνηκε η μορφή της αγαπημένης του να κολυμπά ανέμελα απολαμβάνοντας το βραδινό μπάνιο της.

«Είναι υπέροχη, δεν είναι»; Ο Αντρέας διέκοψε τις σιωπηρές σκέψεις του Πίτερ.

«Συμφωνώ» ήταν η απάντηση και έκρυψε την αμηχανία του με μια γερή δόση κρασιού.

Η ησυχία που επικράτησε ήταν φανερό ότι έκρυβε άτεχνα την αμηχανία των δυο αντρών. Την διέκοπτε μόνο ο ήχος του νερού που έπεφτε πάνω στην αγαπημένη του καθώς εκείνη βουτούσε ξανά και ξανά από τον μικρό αλτήρα στην άλλη άκρη της πισίνας.

“Ξέρω πως κάποτε ήσασταν εραστές” είπε ξανά ο Αντρέας. “Το ξέρω… ανακάλυψα τα γράμματά της προς εσένα. Πανάθεμα την, κράτησε αντίγραφα στον υπολογιστή της! Τυχαία έπεσα επάνω τους. Δε με ενοχλεί και θέλω να το ξέρεις. ‘Όλοι έχουμε παρελθόν και η ‘Αντζι έχει το δικό της. Ξέρω πως αγαπιέστε τρελά σαν σχολιαρόπαιδα… την είδα απόψε άλλωστε. Σε κοιτούσε όλο το βράδυ με έναν τέτοιο τρόπο που εμένα δεν με έχει κοιτάξει ποτέ!”.

Τα πράσινα μάτια του Πίτερ κοιτούσαν παγωμένα τον Αντρέα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει.

“Μην πεις κάτι”. Τον διέκοψε πριν καν αρχίσει να ψελλίζει κάτι ο Πίτερ.

“Η Αντζι δεν ξέρει ότι τα ξέρω όλα. Την αγαπώ όμως και δεν θέλω να τη χάσω”.

Ο Πίτερ ζήτησε συγνώμη και κατεβάζοντας με μια γουλιά το περιεχόμενο του ποτηριού κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. Κοντοστάθηκε στην έξοδο της πισίνας καθώς η Αντζι γοργά κολύμπησε προς το μέρος του Αντρέα και άρχισε χαμηλόφωνα αλλά έντονα να του μιλά.
Προφανώς ήθελε να μάθει την αιτία της ξαφνικής του αποχώρησης.

Ξαπλωμένος ο Πίτερ στο κρεβάτι του αναπόλησε το παρελθόν του με την ‘Αντζι. Θυμήθηκε τις όμορφες αλλά και τις άσχημες στιγμές τους. Θυμήθηκε πως κάθε φορά που τσακώνονταν πάντα κατέληγαν σε μια ερωτική αγκαλιά. Θυμήθηκε που κάθε πρωί της έφερνε τον καφέ της στο κρεβάτι. Θυμήθηκε πως κάθε πρωί του χαμογελούσε γλυκά, ερωτικά.

Θυμήθηκε το χωρισμό τους που πόνεσε πολύ. Δεν το θέλανε να χωρίσουν. Κάνανε όνειρα να είναι μαζί, επεξεργάζονταν τις λεπτομέρειες του πως θα τα κατάφερναν. Εξωγενείς παράγοντες τους απομάκρυναν.

“Οι μεγάλες αγάπες δεν πεθαίνουν” σκέφτηκε, καθώς σφάλιζε τα μάτια του βυθιζόμενος σε ύπνο ανήσυχο.

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει. Ξύπνησε ωστόσο από τον ήχο του έρωτα.

Βυθισμένοι στο πάθος τους, ερωτροπούσαν, ενωνόντουσαν εκεί δίπλα του. στην άλλη πλευρά του τοίχου. Και τους άκουγε. Άκουγε τις ανάσες τους, τις κραυγές της, κραυγές ηδονής γνώριμες στον Πίτερ…

“Μωρό μου…” σκέφτηκε, “κι όμως, χαίρομαι για σένα, χαίρομαι που βρήκες τη άκρη του νήματος και καταστάλαξες”.

Πόνεσε πολύ σκεπτόμενος τη μορφή της, πάνω του, να ηδονίζεται., να δίνεται και να νιώθει την ολοκλήρωση.

Άρπαξε το μαξιλάρι του και μια κουβέρτα και ξάπλωσε στο πάτωμα στην άλλη άκρη του δωματίου. Εκεί πέρα τουλάχιστον δεν θα μπορούσε να τους ακούει.

Η σκέψη πως η αγαπημένη του δινόταν σε έναν άλλον, έστω και αν δεν ήταν μαζί πλέον, τον τρέλαινε. Δεν είχε δικαίωμα να το κάνει, ωστόσο τα συναισθήματα ζήλιας και απόγνωσης τον προσδιόριζαν ως άνθρωπο που αγαπά.

Δεν κοίταξε καν το ρολόι του, όταν μια σκιά άρχισε να ανοίγει την πόρτα του δωματίου του. ‘Έχασε τη μιλιά του όταν η ‘Αντζι μπήκε στο χώρο, αφήνοντας το σεντόνι που την τύλιγε να πέσει αργά στο πάτωμα.

“Κοιμάται” του ψιθύρισε. “Σε θέλω. Μη μου το αρνηθείς”.

Ο Πίτερ ανασηκώθηκε και κοίταξε τη γυμνή μορφή της ‘Αντζι στο λιγοστό φως του δωματίου. Ήταν η αγαπημένη του και ήταν έτοιμη να του δοθεί.

Ενώθηκαν σε έναν ρυθμό δικό τους. Κορύφωσαν ταυτόχρονα όπως πάντα έκαναν. ‘Όπως μόνο οι δυο τους ήξεραν πως… ηδονικά.

Εξαφανίστηκε σαν φάντασμα όπως ακριβώς εισήλθε στο δωμάτιο. Τύλιξε το κορμί της με το σεντόνι και τον κοίταξε κατάματα.

“Δε θέλω να σε χάσω, ότι και να γίνει”

Παγωμένος ο Πίτερ ανασκουμπώθηκε. . Ανασηκώθηκε και άρχισε μηχανικά να βαδίζει γύρω – γύρω στο δωμάτιο.

Δεν το σκέφτηκε για πολλή ώρα και άρχισε να μαζεύει τα λιγοστά του πράγματα. Ετοίμασε τη βαλίτσα του και ήσυχα – ήσυχα διέσχισε το μακρύ διάδρομο κατεβαίνοντας τις σκάλες και τρέχοντας κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του.

Ο καφές του είχε πια τελειώσει. Η καφεΐνη επιδρούσε ήδη στο σώμα του. Ένιωσε τη δύναμη να συνεχίσει το μακρύ του ταξίδι. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το όχημα. Άνοιξε αργά την πόρτα και μπήκε στο όχημα.

Ξεχύθηκε στο δρόμο τερματίζοντας το κοντέρ της μηχανής που βρυχώταν αποκρινόμενη στο κάλεσμα του ιδιοκτήτη της.

Τα δάκρυα θόλωναν την όρασή του καθώς το όχημα έφευγε από το δρόμο και έπεφτε στα χωράφια

Η μορφή της ‘Αντζι ήταν μπροστά του, αγγελική, αιθέρια, ιπτάμενη. Το σώμα του σχεδόν άψυχο κείτονταν μακρυά από την άμορφη μάζα σιδερικών και πολυμερών.

Η οδηγός μιας μηχανής σταμάτησε στο δρόμο και έτρεξε κοντά στον Πήτερ.

“Δεν θα σε αφήσω ποτέ ξανά” είπε. “Σε έχασα μια φορά, δεν θα αντέξω να σε ξαναχάσω!”

Ελπίζω να απολαύσατε το συγγραφικό ταλέντο της Θέτιδα. Και το Λογοτεχνικό δέος που σας πρόσφερε απλόχερα μέσα από αυτό το εκλεπτυσμένο κείμενο.

Προηγούμενο άρθροΑγοράζοντας τζιν στις εκπτώσεις
Επόμενο άρθροΗ επόμενη, η μεθεπόμενη και η παραλειπόμενη
Κατά γενική ομολογία θεωρούμε ξεγραμμένος ή πιο σωστά αποτυχημένος. Αφού σας συστήθηκα, πάμε παρακάτω. Για εμένα δεν υπάρχουν διλήμματα, γιατί ξέρω τι θέλω και τι αναζητώ στη ζωή μου. Από μικρός έπαψα να συμβιβάζομαι και άρχισα να αγωνίζομαι. Το Μοναδικό μου εργαλείο είναι το γράψιμο και η ουδέτερη σκέψη μου.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας!
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας